Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή

(Μόλις κυκλοφόρησε)

Η ανολοκλήρωτη επανάσταση
του Ρήγα Βελεστινλή
Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς
"Εναλλακτικές Εκδόσεις"
Σελίδες 270

Στη μακρά πορεία της ελληνικής παλιγγενεσίας, ο Βελεστινλής σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου, κατά την οποία οι Έλληνες αναζητούσαν την ανεξαρτησία τους στηριζόμενοι πρωτίστως στη συνδρομή των ξένων, και την απαρχή μιας νέας, κατά την οποία τολμούν να διανοούνται και να προετοιμάζουν μια νέα ανεξάρτητη πολιτειακή τάξη.

Και επειδή κλείνει μια περίοδο και ανοίγει μία νέα, συνιστά, την εμβληματικότερη μορφή της νεώτερης ελληνικής ιδεολογίας, εξ αιτίας ακριβώς της μοναδικής του συνθετικότητας: Συγγραφέας ρομαντικών διηγημάτων και στιχουργημάτων, έργων επιστημονικής εκλαΐκευσης και αρχαιογνωσίας, εκδότης υπέροχων χαρτών, χρησμολογικών κειμένων και βιβλίων στρατιωτικής τακτικής, συγγραφέας επαναστατικού «προγράμματος», ποιητής –λόγιος και λαϊκός–, τραγουδιστής και μουσικός, προπαντός οργανωτής και αδάμαστος επαναστάτης μέχρι τέλους. Η μορφή του άστραψε για λίγο καιρό και άφησε έκθαμβους τους συγχρόνους του – και φαίνεται πως τύφλωσε πολλούς από τους τοτινούς καθώς και τους σύγχρονους λογίους μας.

Ο Ρήγας προσωποποιούσε τη σύνθεση και την άρση της αντίθεσης ανάμεσα στα ρεύματα που διαπερνούν τον σύγχρονο ελληνισμό: σκέψη και δράση, συναίσθημα και ορθός λόγος, Ανατολή και Δύση, αρχαιότητα και Βυζάντιο, νεωτερικότητα και παράδοση, λόγιο και λαϊκό στοιχείο. Ο Ρήγας ήταν η προσωποποιημένη άρση του «καημού της ρωμιοσύνης», της διαρκώς ανολοκλήρωτης ταυτότητάς μας, γι’ αυτό και πάντα επίκαιρος, τόσα χρόνια μετά: διότι βρισκόμαστε ακόμα αντιμέτωποι με το ίδιο αίτημα, να απαντήσουμε θετικά στον «καημό της ρωμιοσύνης», στον καημό των λαών της Βαλκανικής.

Ο Ρήγας υπήρξε η προσωποποιημένη άρση του «καημού της ρωμιοσύνης», του διαρκούς ανολοκλήρωτου της ταυτότητάς μας, γι’ αυτό και διαρκώς επίκαιρος, τόσα χρόνια μετά, γι’ αυτό και αντικείμενο διαμάχης, διότι, ακόμα και σήμερα –ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε–, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο αίτημα.

Γι’ αυτό και παραμένει αξεπέραστος, το εμβληματικό και ταυτόχρονα ανολοκλήρωτο πρόταγμα του νεώτερου ελληνισμού. Γι’ αυτό και επιστρέφουμε διαρκώς σε αυτόν, γι’ αυτό μας γοητεύει με έναν συχνά δυσεξήγητο τρόπο η φυσιογνωμία του, διότι αποτελεί το πρόσωπο –διαχρονικό και, στις μέρες μας, τραγικό– του ελληνισμού: Έλληνας, Βαλκάνιος, οικουμενικός.

http://ardin.gr/node/4285
 

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Βιβλία


ΜΑΚΡΙΑ, ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ

Συγγραφέας: Sebastian Barry
Εκδοτικός Οίκος: ΠΟΛΙΣ
Μετάφραση: Κίκα Κραμβουσάνου
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Σελίδες 404
ISBN 978-960-435-132-9

Δύο βιβλιοκριτικές


Μακριά, πολύ μακριά:

Λυπημένη ιρλανδέζικη μπαλάντα

του Χρήστου Ζαρίφη

Η ιστορία της Ιρλανδίας είναι από τις πλέον ταραγμένες, σχεδόν αρχαία ελληνική τραγωδία: καταπίεση, εμφύλιοι, αγώνες για την ανεξαρτησία, μάρτυρες και προδότες, έχουν αφήσει τον αντίκτυπό τους μέχρι τις μέρες μας, αν και τα πάθη πια δείχνουν να έχουν καταλαγιάσει πια. Ο Σεμπάστιαν Μπάρι στο βιβλίο του «Μακριά, πολύ μακριά» αφορμάται από μια από τις πιο άγριες όψεις της μέσα από το βλέμμα ενός νεαρού που ενηλικιώνεται βίαια, για να διηγηθεί την πικρή, μοναχική, προσωπική του ιστορία.
Ο Γουίλι Νταν, 18χρονος γιος ενός αστυνομικού (άρα νομιμόφρονος στο βρετανικό στέμμα) στο Δουβλίνο, κατατάσσεται μαζί με τους υπόλοιπους της γενιάς του στο βρετανικό στρατό για να υπερασπιστεί «το δίκαιο και την ελευθερία» στα πεδία της Φλάνδρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί ζει με μια ιρλανδική μεραρχία την αδυσώπητη σκληρότητα του πολέμου στην πιο άγρια μορφή του: τα χαρακώματα, οι επιθέσεις με δηλητηριώδη αέρια, οι μάχες σώμα με σώμα, οι συμπολεμιστές που χάνονται ένας ένας σε μια τεράστια κρεατομηχανή.
Όταν επιστρέφει με άδεια, ένα χρόνο μετά, στο Δουβλίνο συμμετέχει, ως στρατιώτης της βρετανικής αυτοκρατορίας, στα γεγονότα αυτού που αργότερα ονομάστηκε Ματωμένο Πάσχα και ουσιαστικά ήταν η αρχή του ιρλανδικού εμφυλίου πολέμου, αλλά και των μεγάλων συγκρούσεων στο εσωτερικό των δύο παρατάξεων. Η επιστροφή του στα πεδία των μαχών τον αλλάζει πλέον καταλυτικά, καθώς τα γεγονότα στην Ιρλανδία έχουν τον δικό τους αντίκτυπο στις ιρλανδικές μονάδες του μετώπου. Οι σκέψεις και η οπτική του νεαρού αλλάζουν. Όταν διατυπώνει τις νέες του αμφιβολίες στον πατέρα του, εισπράττει την απόρριψη απ’ αυτόν που αγαπούσε περισσότερο και τις απόψεις του οποίου ενστερνιζόταν πάντα. Στην επόμενη άδειά του ανακαλύπτει ότι είναι ξένος στο ίδιο του το σπίτι. Η επιστροφή του στο μέτωπο πια τον βάζει σ’ έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, όπου τα πάντα πλέον τα αντιμετωπίζει μόνος του, χωρίς αγαπημένους (ακόμη και η κοπελιά του τον έχει εγκαταλείψει), χωρίς συμπολεμιστές (σχεδόν όλοι οι παλιοί συμπολεμιστές του είναι νεκροί), χωρίς ένα στήριγμα. Μέχρι του σημείου ο θάνατος να φαντάζει σαν λύτρωση…
Το μυθιστόρημα του Μπάρι δεν είναι ιστορικό, ούτε φιλοδοξεί να διδάξει ιρλανδική ιστορία, απλώς κινείται σε ιστορικό πλαίσιο. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ο αγώνας ενός ανθρώπου να κατανοήσει τα μεγάλα γεγονότα που τον συνθλίβουν (ο ιρλανδικός εμφύλιος, ο παγκόσμιος πόλεμος) και ζητώντας σταθερά σημεία αναφοράς σε μια εποχή που οι αρχές και οι ιδέες αυτοαναιρούνται και καθορίζονται μόνο από το χρώμα μιας στολής. Ο 18χρονος Γουίλι Νταν ανακαλύπτει την τραγική δύναμη της κινέζικης κατάρας «Να ζεις σε ενδιαφέροντες καιρούς…»
Ο Σεμπάστιαν Μπάρι έχει δώσει ένα πολύ δυνατό βιβλίο. Μόνο και μόνο λόγω ύφους (επιτυγχάνει μια υψηλή λυρικότητα με γλώσσα απλή, νευρική και ρέουσα) θα μπορούσε να το ισχυριστεί κανείς αυτό. Όμως, έχει φτιάξει και έναν εκπληκτικό χαρακτήρα, έναν άνθρωπο που νιώθεις ότι μπορείς να αγγίξεις, που προβληματίζεσαι μαζί του, φοβάσαι μαζί του, κινδυνεύεις μαζί του, έναν ήρωα με τον οποίο ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί σε σημαντικό βαθμό. Και, τελικά, έχει δημιουργήσει έναν ήρωα που μπορεί κάποιος εύκολα να ακολουθήσει στην κόλαση που ζει…

(Σεμπάστιαν Μπάρι, «Μακριά, πολύ μακριά», εκδόσεις «Πόλις», σελίδες 412, τιμή 20 ευρώ)


«Για ένα πουκάμισο αδειανό»
Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ γεννήθηκε το 1955 στο Δουβλίνο και σπούδασε αγγλική και λατινική φιλολογία στο Trinity College. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, νουβέλες, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Το «Μακριά, πολύ μακριά» (2005) ήταν στην τελική λίστα υποψηφιοτήτων για τα βραβεία Booker και Impac.

Ο 19χρονος Γουίλι Νταν από το Δουβλίνο κατατάσσεται εθελοντής στο βρετανικό στρατό που μάχεται εναντίον των Γερμανών κατακτητών στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918). Υπηρετεί σε μια καθαρά ιρλανδική διμοιρία σε διάφορα μέτωπα του Βελγίου και της Γαλλίας. Συμμετέχει στις μάχες, οι περισσότερες χαμένες, που αποδεκατίζουν τους Ιρλανδούς, αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τους άλλους στρατιώτες και κάνει όνειρα για το μέλλον που τον περιμένει με την Γκρέτα, το κορίτσι του πίσω στην πατρίδα. Έχει μόλις τελειώσει η πρώτη του άδεια και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο πλοίο που θα τον μεταφέρει μαζί με τους συμπολεμιστές του στην πρώτη γραμμή, όταν ξεσπά η Πασχαλινή Εξέγερση (1916). Ιρλανδοί που εγκατέλειψαν την ελπίδα ότι η Βρετανία θα τους ανταμείψει για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο δίνοντας αυτοδιάθεση στην Ιρλανδία και στράφηκαν για βοήθεια στους Γερμανούς, γιατί «κάθε δοκιμασία για την Αγγλία είναι μια ευκαιρία για την Ιρλανδία», μάχονται στους δρόμους του Δουβλίνου με τις βρετανικές δυνάμεις, στις οποίες υπηρετούν επίσης Ιρλανδοί, όπως ο Γουίλι. Η συμπάθεια που δείχνει ο τελευταίος για τους εξεγερμένους σε ένα γράμμα που στέλνει αργότερα προς τον αστυνομικό (και οπαδό του βασιλιά) πατέρα του, θα ψυχράνει τις σχέσεις τους. Η καταστολή της εξέγερσης από τους Βρετανούς και η εκτέλεση των ηγετών της θα αυξήσει τους οπαδούς του κινήματος της ανεξαρτησίας. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια και ο Γουίλι θα αντιμετωπιστεί ως μίασμα από τους συμπατριώτες του.

Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ προσεγγίζει με γνώση και ειλικρίνεια το θέμα της συμμετοχής των Ιρλανδών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που «ξεχάστηκε» στη δεκαετία του ’20, όταν ξεκίνησε η νέα ιστορία της ανεξάρτητης πλέον Ιρλανδίας. Ο Γουίλι πηγαίνει στον πόλεμο γιατί αισθάνεται ότι είναι υποχρέωσή του, αλλά και για να ικανοποιήσει τον πατέρα του που θα ήθελε πολύ να γίνει ο γιος του αστυνομικός, αν είχε τα σωματικά προσόντα και κυρίως το δικό του ύψος. Είναι ένα απλό, ανυποψίαστο παιδί που προσλαμβάνει τον κόσμο μέσω των αισθήσεων και οι σκληρές συνθήκες που αντιμετωπίζει τον ωριμάζουν «μακριά, πολύ μακριά» από οποιαδήποτε πατρίδα. Οι συμπατριώτες του τον θεωρούν προδότη και ο βρετανικός στρατός, τον οποίο δεν έχει πάψει να υπηρετεί, ανάξιο εμπιστοσύνης, γιατί ανέκαθεν οι Ιρλανδοί «ήταν περίεργη φάρα». Ο πόλεμος θα τελειώσει και η Ιρλανδία θα αποκτήσει την ανεξαρτησία της λίγα χρόνια μετά, αλλά ο Γουίλι θα έχει θυσιαστεί «για ένα πουκάμισο αδειανό» που σημαίνει περισσότερο αίμα στον αιώνα τον άπαντα.

Ο συγγραφέας δεν ταυτίζεται με τον ήρωά του, αν και «βλέπει» τον πόλεμο μέσα από τα δικά του «μάτια». Μοιάζει με ένα είδος χρονικογράφου που τον ακολουθεί σαν σκιά στα χαρακώματα, παρακολουθεί τη διάταξη των στρατευμάτων, παρίσταται στις μάχες εκ του συστάδην και καταγράφει την εικόνα των χιλιάδων νεκρών που κείτονται στην καμένη γη. Αλλά, σε αντίθεση με εκείνον, γνωρίζει τις συνέπειες των πράξεών του και την τραγική του μοίρα. Η γλώσσα του διακρίνεται από ποιητικό λυρισμό, αλλά και ρεαλισμό και ειρωνεία, ακόμη και χιούμορ, όταν χρειάζεται. Η μετάφραση της Κίκας Κραμβουσάνου και η θεώρησή της από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου αποδίδουν το ύφος του συγγραφέα. Οι σημειώσεις της μετάφρασης στο τέλος του βιβλίου βοηθούν στην κατανόηση των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών στην Ιρλανδία της εποχής.
Βασιλική Χρίστη



Βιογραφικά
Ο Σεμπάστιαν Μπάρρυ (Sebastian Barry) γεννήθηκε το 1955 στο Δουβλίνο. Σπούδασε λατινική και αγγλική φιλολογία στο Trinity College του Δουβλίνου.
Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, τις νουβέλες "Macker's Garden" (1982) και "Strappado Square" (1983) καθώς και τα μυθιστορήματα "The Engine of Owl-Light" (1986) και "Annie Dunne" (2002). Ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή θεατρικών έργων και το "The Steward of Christendom" (1995) έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία. Άλλα θεατρικά του έργα: "Boss Grady's Boys", "Prayers of Sherkin", "White Woman Street", "The Only True History of Lizzie Finn", "Our Lady of Sligo", "Hinterland".
Στα ελληνικά κυκλοφορούν :
• (2009) Η μυστική γραφή, Καστανιώτη
• (2007) Μακριά, πολύ μακριά, Πόλις
• (2003) Η οδύσσεια του Ινίας ΜακΝάλτυ, Πόλις

 

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Β΄ Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Διηγήματος


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Εντός των προσεχών ημερών θα ανακοινωθούν τα ονόματα των συγγραφέων και τα αντίστοιχα διηγήματα που επιλέχθηκαν να δημοσιευθούν, μαζί με τα βραβευθέντα, για να περιληφθούν στον υπό έκδοση τόμο. Όσοι έχουν επιλεχθεί θα τους αποσταλεί και σχετικό μαίηλ ή θα επικοινωνήσουμε τηλεφωνικώς στην περίπτωση που δεν μας έχει γνωστοποιηθεί το μαίηλ τους.

Για το ΔΣ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Ο Άγνωστος Καποδίστριας


Πριν από ένα χρόνο περίπου είχαμε δημοσιεύσει εδώ: http://ethnologic.blogspot.com/2010/07/blog-post_12.html ορισμένα αποσπάσματα από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιώργου Σκλαβούνου "Ο Άγνωστος Καποδίστριας", το οποίο ήδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ. Παραθέτουμε τα βιβλιογραφικά στοιχεία της έκδοσης αμέσως παρακάτω.
ΔΕΕ

Έτος Έκδοσης: 2011

Τόπος Έκδοσης: Αθήνα

Αριθμός Σελίδων: 176

ISBN: 960-02-2549-6

Γλώσσα: Ελληνικά


Μήνας Έκδοσης: Απρίλης 2011

Τιμή: €10.65 (- 10%) = €9.59 με ΦΠΑ


Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο


Ξεκίνησε από τις 13 Μαΐου 2011 
η 34η Γιορτή Βιβλίου στο Ζάππειο
Με εκδηλώσεις και αφιερώματα


«Παρέα και γνώση με ένα βιβλίο». Αυτό είναι το σύνθημα της φετινής Γιορτής Βιβλίου, που διοργανώνεται από τις 13 έως τις 29 Μαΐου στο Ζάππειο. Βιβλία από 110 εκδοτικούς οίκους, αφιερώματα στον Οδυσσέα Ελύτη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, καθώς και πλήθος άλλων εκδηλώσεων περιμένουν τους αναγνώστες.
Στόχος φέτος αποτελεί η διοργάνωση μιας αναβαθμισμένης Γιορτής Βιβλίου που θα αφορά περισσότερο κόσμο και θα περνάει κοινωνικά μηνύματα.
Οι επισκέπτες της έκθεσης θα έχουν τη δυνατότητα για 17 ημέρες να ξεφυλλίσουν βιβλία που θα τους κινήσουν το ενδιαφέρον, να παρακολουθήσουν εκδηλώσεις, όπως θεατρικές παραστάσεις για παιδιά, κατασκευές μουσικών οργάνων, μαγειρική, παρουσιάσεις βιβλίων, συνομιλίες συγγραφέων, αναλόγια και μουσικές συναυλίες.
Το κοινό θα έχει, ακόμα, την ευκαιρία να παρακολουθήσει τέσσερα σημαντικά ντοκιμαντέρ που έχει παραχωρήσει το ιστορικό αρχείο της ΕΡΤ, καθώς και αφιερώματα στον Οδυσσέα Ελύτη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
«Στόχος μας δεν είναι μια αποστειρωμένη έκθεση με κέρδος μόνο από τις πωλήσεις βιβλίων, αλλά επιθυμούμε η Γιορτή να αποτελέσει ένα ζωντανό πολιτιστικό γεγονός, το οποίο είναι ελκυστικό για μικρούς και μεγάλους» αναφέρει ο πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών, Θάνος Ψυχογιός.
Για πρώτη φορά, εκδοτικοί οίκοι αποφάσισαν να στηρίξουν ακριτικές βιβλιοθήκες. Στο τέλος της έκθεσης, όλοι οι εκθέτες θα συγκεντρώσουν έναν αριθμό βιβλίων που θα παραδοθεί στις βιβλιοθήκες της Λέρου και των Λειψών.Η 34η Γιορτή Βιβλίου τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και συνδιοργανώνεται από τον Σύλλογο Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (Σ.Ε.Β.Α.), την Ένωση Ελλήνων Φυσικών, τον Δήμο Αθηναίων και τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Αθηναίων.
Η έκθεση θα λειτουργεί καθημερινά από τις 18:00 το απόγευμα έως τις 22:30 το βράδυ, ενώ το Σάββατο από τις 10:30 το πρωί μέχρι τις 14:30 το μεσημέρι και από τις 18:00 μέχρι τις 22:30 το βράδυ. Την Κυριακή το κοινό θα μπορεί να επισκέπτεται την έκθεση από τις 11:00 το πρωί έως τις 22:30 το βράδυ.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (6)


Γ΄  Έπαινος
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)

Όνειρα υφασμάτινα
της Στέλλας – Εντέλα Ράπη
"Αλίμονο, αλίμονο. Πόσο μεγάλο κακό
είναι στους ανθρώπους οι έρωτες"
Ευριπίδη Μήδεια

Οι μέρες περνάνε και εγώ είμαι χαμένη στα βάθη ενός ραφιού, βλέπω τις άλλες που φεύγουν και όπως και να το κάνουμε ζηλεύω λίγο. Η ζωή μου είναι πληκτική σε αυτό το μέρος. Από τότε που ήρθα, κάθε μέρα ζω την επανάληψη της προηγούμενης, σπανίως αλλάζουν τα πράγματα. Προχθές έφυγε η διπλανή μου και κάπως στεναχωρήθηκα, μιλάγαμε που και που και περνούσε η ώρα μου.

Χρειάσθηκαν να περάσουν δυο ολόκληροι μήνες για να γίνει αυτό που περίμενα και ίσως το όνειρο μου έπαιρνε επιτέλους σάρκα και οστά. Ήταν Δευτέρα και όλα έδειχναν να είναι ίδια, όταν άνοιξε η πόρτα και τον είδα να μπαίνει. Τον έβλεπα να με πλησιάζει, επιτέλους –σκέφθηκα – η στιγμή που τόσο πολύ περίμενα ήρθε-, αλλά δυστυχώς όπως έδειξε η συνέχεια δεν ήταν ακριβώς έτσι, διότι ο νεαρός πήρε στα χέρια του την διπλανή μου. Άρχιζε να την ψηλαφίζει και να την κοιτάει προσεχτικά. Μετά από λίγο την παράτησε, πήγε στο απέναντι ράφι κοίταξε και εκεί δυο τρεις άλλες, άλλα δεν πήρε καμία και αποφάσισε να ρωτήσει την πωλήτρια. Άκουγα την φωνή του, Θεέ μου η φωνή του στα αφτιά μου ηχούσε σαν ήχος από μαγικό αυλό. Ήμουν σίγουρη ότι ήταν ο άνθρωπος που θα ταιριάζαμε απόλυτα, εκείνος μπορεί να μην το είχε καταλάβει ακόμη, αλλά εγώ το έβλεπα και ποτέ δεν έπεφτα έξω σε τέτοια θέματα. Τελικά, ακούσθηκε η ευγενική φωνή της πωλήτριας να του λέει: «Περάστε, το νούμερο σας είναι απ' δω», βαδίζανε και οι δύο τους προς το ράφι μου. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει από την αγωνία.

Η πωλήτρια έψαξε λίγο και με ύφος ευχαριστημένο που με βρήκε, με πήρε στα χέρια της και είπε στο νεαρό: "Ορίστε, τυχερός είστε, σε αυτό το χρώμα και σε αυτό το μέγεθος είναι το τελευταίο πουκάμισο που μας έχει μείνει". Ο νεαρός ευχαριστημένος που με βρήκε, με πήρε στα χέρια του και με κοίταζε προσεχτικά. Τα χέρια του ήταν τόσο απαλά που εάν δεν τον έβλεπα θα νόμιζα ότι ήταν χέρια γυναίκας, έμοιαζαν με χέρια πιανίστα ή συγγραφέα. Με κοίταζε για αρκετή ώρα και είχα την ευκαιρία να δω το πρόσωπό του. Πλέον ήμουν βέβαιη ότι ο νεαρός ήταν ο άνθρωπος που θα με «γέμιζε». Είχε κοριτσίστικο πρόσωπο, καλλίγραμμη μύτη και σαρκώδη χείλη, αλλά εκείνο που σου τράβαγε την προσοχή στο πρόσωπο του ήταν τα μάτια του, τα οποία είχαν μια περίεργη γοητευτική θλίψη και συγχρόνως μια λάμψη εξυπνάδας που σε λίγα άτομα την είχα συναντήσει όσο καιρό ήμουν στο ράφι. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο νεαρός με πήρε μαζί του, ήταν η πιο ωραία στιγμή της μέχρι τότε ζωής μου, είχα βρει εκείνον που θα γέμιζε το κενό μου. Μέσα στην σακούλα αν και δεν έβλεπα και πολλά πράγματα αισθάνθηκα έναν αέρα ελευθερίας να γεμίζει το σώμα μου. Ήμουν ευτυχισμένη.

Μόλις μπήκαμε στο σπίτι του, άφησε κάτω τις άλλες σακούλες και ασχολήθηκε μόνο μαζί μου. Ξεκούμπωσε προσεχτικά τα κουμπιά μου, ύστερα παρατηρούσε με προσοχή τα μανίκια μου, με άφησε κάτω και έβγαλε την μπλούζα του για να με δοκιμάσει. Καθώς γδυνόταν έβλεπα το σώμα του, που εν μέρει ήταν και δικό μου. Το δέρμα του είχε ένα γλυκό σταρένιο χρώμα, ενώ ήταν αρκετά γυμνασμένος. Με προσοχή μη με τσαλακώσει με φόρεσε και πήγε στο μεγάλο καθρέφτη για να κοιταχτεί. Ήταν η πρώτη φορά που άγγιζα ανθρώπινο σώμα και ήμουν προορισμένη για αντρικό σώμα, για το συγκεκριμένο. Όσο εκείνος με έβλεπε στον καθρέφτη εγώ κοίταζα το σπίτι του, παντού έβλεπα βιβλία στην μικρή βιβλιοθήκη, πάνω στο γραφείο ακόμη και πάνω στο τραπέζι του.

Πέρασα σχεδόν μια εβδομάδα στο σπίτι του νεαρού άνδρα αλλά έμαθα πολύ λίγα πράγματα για εκείνον. Τις περισσότερες ώρες του τις περνούσε πάνω στα βιβλία ακούγοντας απαλή μουσική ενώ, αρκετές φορές τον έβλεπα να γράφει με πάθος. Λίγοι άνθρωποι έμπαιναν στο σπίτι του, δυο τρεις άνδρες και δυο γυναίκες, η μια φαινόταν αρκετά μεγάλη σε ηλικία, μάλλον θα ήταν η μητέρα του, η οποία ερχόταν αρκετά συχνά. Η άλλη ήταν μια νεαρή κοπέλα που σίγουρα δεν ήταν συγγενής του αλλά ούτε και φίλη του θα έλεγε κανείς, εάν έκρινε από τον τρόπο που κοίταζε τον νεαρό. Η πρώτη εντύπωση όταν έβλεπε κάνεις την συγκεκριμένη κοπέλα ήταν πως για το μόνο θέμα που μπορούσες να συζητήσεις μαζί της ήταν για καλλυντικά και ρούχα. Η νεαρά ερχόταν αρκετά συχνά στο σπίτι μας, θυμάμαι για μια ολόκληρη εβδομάδα είχε «βγάλει ρίζες» πάνω στο καναπέ και συνέχεια συζητούσε με τον νεαρό. Τους έβλεπα να μιλάνε και είχα πάντα την απορία τι μπορεί να συζητάει ένας άνθρωπος σαν τον νεαρό με «την κοπελίτσα του κομμωτηρίου»; Έβλεπα τα μάτια της πώς έλαμπαν όταν τον έβλεπε, ήταν τέτοια η λάμψη που παραλίγο να ζηλέψω αλλά σκέφτηκα ότι εγώ ήμουν σε πιο ευνοϊκή θέση από κείνη διότι εγώ ήμουν εκείνη που ζούσε στο ίδιο σπίτι με τον νεαρό. Έπειτα, για μένα είχε ξοδέψει χρόνο και χρήματα για να με αποκτήσει άρα δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, ήμουν σε ευνοϊκότερη θέση από εκείνη.

Αρκετές εβδομάδες τις πέρναγα μέσα στη ντουλάπα του παρατηρώντας από μια τρυπούλα την καθημερινότητά του. Ξύπναγε αρκετά νωρίς το πρωί ετοιμαζόταν γρήγορα και έφευγε. Όταν γυρνούσε από τη δουλειά του λουζόταν, έτρωγε και μετά από λίγο κοιμόταν, ύστερα από δυο τρεις ώρες, ξυπνούσε, άκουγε μουσική και μέχρι να τον ξαναπάρει ο ύπνος διάβαζε, κάπνιζε και έγραφε. Με είχε φάει η περιέργεια να μάθω τι στο κάλο διάβαζε σε αυτά τα βιβλία που του τραβούσαν τόσο πολύ το ενδιαφέρον. Ήταν τόσες ώρες σκυμμένος πάνω στα βιβλία και απορροφούσε την κάθε λέξη με τόση δίψα λες και μέσα ήταν γραμμένο το ελιξίριο της νεότητας.

Μετά από αρκετές εβδομάδες κλεισμένη στο σπίτι του, επιτέλους την Παρασκευή το βράδυ έγινε κάτι που άλλαξε την ρουτίνα της καθημερινότητας μου. Για πρώτη φορά βγήκα από το σπίτι του. Μόλις ήρθε από την δουλειά του, λούστηκε, κάπνισε δυο- τρία τσιγάρα και ύστερα κοιμήθηκε αρκετές ώρες. Όταν ξύπνησε, κατάλαβα ότι εκείνο το βράδυ δεν θα ήταν όπως τα προηγούμενα, κάτι θα άλλαζε. Δεν είχα άδικο, με πήρε στα χέρια του, με ακούμπησε πάνω του, με κούμπωσε και είχα γίνει ένα με το δέρμα του. Οι ίνες μου αγκάλιαζαν όλο το πάνω μέρος του κορμιού του και κάτω από το στήθος του άκουγα τη καρδιά του να χτυπά με κέφι και όρεξη για ζωή. Το αίμα κάτω από το δέρμα του ακουγόταν σαν τα νερά των ποταμών την Άνοιξη, που στο πέρασμα τους αφήνουν μια νοσταλγική μελωδία.

Η νύχτα ήταν ωραιότερη από την ημέρα τελικά, παντού σκοτεινά και ησυχία. Μπήκαμε σε ένα νυχτερινό μαγαζί αρκετά μεγάλο και καθίσαμε στο μπαρ ο νεαρός παρήγγειλε μπύρα και μετά από λίγο εμφανίσθηκε και ο φίλος του. Οι δύο τους συζητούσαν για δουλειές, για γυναίκες, για λεφτά και για δυο άλλους τύπους που δεν γνώριζα τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Μέσα από την συζήτησή τους έμαθα και το επάγγελμα του νεαρού, ήταν καθηγητής. Έμαθα επίσης και τον λόγο που κάθε απόγευμα ο νεαρός βρισκόταν πάνω από τα βιβλία και διάβαζε. Ήθελε, λέει, να τελειώσει το διδακτορικό του και να διδάξει σε πανεπιστήμιο, που ήταν και το όνειρό του. Η αλήθεια είναι ότι δεν έδωσα ιδιαίτερη βάσει σε αυτά καθώς με απασχολούσαν τα λεγόμενα του νεαρού για κάποια Σοφία – η οποία μάλλον ήταν η κοπέλα που τον επισκεπτόταν συχνά-, και όπως είπε, την έβλεπε με ιδιαίτερο ενδιαφέρων. Μετά από αυτά του τα λόγια μπορώ να πω ότι ένοιωσα κάτι που δεν είχα νιώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι σαν ζήλια.

Όσο, εγώ προσπαθούσα να λύσω τα υπαρξιακά μου προβλήματα οι δυο άντρες μετά από ένα καφάσι μπύρες που είχαν αδειάσει αποφάσισαν να φύγουν. Ήταν η ώρα που ο Ήλιος είχε αρχίσει να πετάει τις πρώτες του ακτίνες στη Γη. Ο νεαρός σερνόταν μέχρι να φτάσει στο σπίτι του και μόλις έφτασε, έπεσε πάνω στον καναπέ. Είχε βάλει τα δυνατά του για να γδυθεί αλλά κατάφερε να βγάλει μόνο το ένα παπούτσι. Ήταν η πρώτη φορά που κοιμόμασταν μαζί, μύριζα το άρωμα του κορμιού του, τώρα δεν μύριζε πια σαπούνι αλλά το δικό του άρωμα. Οι άνθρωποι δεν έχουν καταλάβει ότι το άρωμα που έχει το κορμί τους είναι πιο ωραίο από τα αρώματα των σαπουνιών. Άκουγα και πάλι την καρδιά του να χτυπά άλλα αυτή τη φορά πιο ήρεμα, είχε ξαπλώσει και το ένα μου μανίκι ήταν πάνω στα μαλλιά του, ενώ το άλλο πάνω στα χείλη του.

Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα και λαμπερά σκεφτόμουν ότι θα ήθελα πολύ να τα χαϊδέψω και να νιώσω την απαλή τους υφή, άλλα δυστυχώς ήξερα πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει. Η αναπνοή του μύριζε αλκοόλ και τσιγάρο. Παρ' όλο που και τα δύο τα απεχθάνομαι τρομερά από το στόμα του νεαρού αυτός ο συνδυασμός μου φαινόταν υπέροχος και θα μπορούσα να το μυρίζω για ώρες. Δεν μπορούσα ακόμη να καταλάβω πώς ο νεαρός μπορεί να σκέφτεται μια κοπέλα σαν την Σοφία. Σίγουρα ήταν όμορφη, αλλά είναι αυτό αρκετό για να μοιράζεσαι τις ώρες σου με έναν άνθρωπο;

Ο νεαρός κοιμόταν αρκετές ώρες χωρίς πάπλωμα και από την αντίδραση του δέρματός του μπορούσα να καταλάβω ότι κρύωνε. Προσπαθούσα να μαζευτώ, έτσι ώστε να κλείσω της τρυπούλες του υφάσματος για να μην μπαίνει αέρας αλλά δεν κατάφερα και πολλά, ο νεαρός συνέχιζε να κρυώνει και πήρα την πρωτοβουλία να σφίξω το γιακά γύρω από το λαιμό του έτσι ώστε να ενοχληθεί και να και να ξυπνήσει. Έβαλα τα δυνατά μου και τελικά τα κατάφερα, ξύπνησε με αρκετά νεύρα και με πονοκέφαλο. Έβγαλε και το άλλο παπούτσι και πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ.

Από το ξενύχτη μύριζα αλκοόλ και τσιγάρο για αυτό και ο νεαρός αποφάσισε να με πλύνει. Για τη καλή μου τύχη δεν με έβαλε στον «ηλεκτρικό θάνατο», ή αλλιώς το πλυντήριο, αλλά προτίμησε να με πλύνει σε μια λεκάνη με χλιαρό νερό. Όταν είχα σχεδόν στεγνώσει με είχε πιάσει ένα τρέμουλο καθώς ήξερα τι με περίμενε. Είχε έρθει η ώρα της πιο δύσκολης διαδικασίας από την οποία περνάνε όλα τα ρούχα, η ώρα του σιδερώματος. Το σίδερο ήταν καυτό αλλά σε σημείο που μπορούσα να το αντέξω. Μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς να αντέξεις, λέει μια παροιμία, στα ρούχα έδωσε το σιδέρωμα. Η σάρκα μου ίσιωνε και οι πόνοι ήταν αφόρητοι, πάντα είχα την απορία σε τι χρησίμευε το βάναυσο σιδέρωμα. Αν όλοι οι άνθρωποι έβγαιναν στους δρόμους ασιδέρωτοι τότε δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα και κανείς δεν θα χαρακτηριζόταν απεριποίητος. Αναρωτιέμαι, ποιος ήταν εκείνος που ανακάλυψε το σίδερο και ακόμη περισσότερο αναρωτιέμαι, ποιος εξυπνάκιας είπε ότι ο ασιδέρωτος είναι και απεριποίητος, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αυτά τα δύο πρέπει να πάνε μαζί.

Νόμιζα ότι τα δύσκολα είχαν περάσει αλλά έκανα λάθος, τα δύσκολα μόλις άρχισαν. Στη ντουλάπα δεν έκανα παρέα με κανένα άλλο πουκάμισο ίσως επειδή στα μάτια τους ή αλλιώς στα κουμπιά τους δεν έβλεπα και τόσο καλά αισθήματα απέναντι μου. Η Παρασκευή και το Σάββατο ήταν οι μέρες που έβγαινα από τη ντουλάπα του νεαρού, αυτό έδειχνε ότι με θεωρούσε «καλό» ρούχο. Στην ουσία ζούσα για αυτές τις δύο μέρες, δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό μου συνέβαινε και ένιωθα αυτή τη μεγάλη λαχτάρα να είμαι μαζί του.

Κάπως έτσι κυλούσε ο χρόνος μου στο σπίτι του νεαρού, όλη την εβδομάδα έβλεπα την καθημερινότητα του από μια κλειδαρότρυπα να διαβάζει και τα Σαββατοκύριακα αγκαλιάζοντας το κορμί του ζούσα μαζί του κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Ήμουν σίγουρη ότι δεν είχε καταλάβει τα αισθήματα που είχα για εκείνον, αλλά ήλπιζα ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή που θα του έδειχνα τι αισθανόμουν.

Τα πράγματα στη ντουλάπα γινόταν όλο και πιο δύσκολα όλα τα άλλα πουκάμισα το μπλε, το μαύρο και το άσπρο έδειχναν με όποιον τρόπο μπορούσαν την αντιπάθεια τους απέναντι μου διότι ήξεραν ότι πλέον εγώ ήμουν το «καλό» πουκάμισο για τον νεαρό. Η μόνη μου παρέα στο ντουλάπι ήταν ένα καινούριο μαύρο παντελόνι, το οποίο ίσως επειδή τα χρώματα μας ταίριαζαν και ήμασταν αρκετό χρόνο μαζί, προτιμούσε να κάνει περισσότερη παρέα μαζί μου παρά με τις υπόλοιπες. Μάλιστα, όταν τα άλλα πουκάμισα ειρωνεύονταν το χρώμα μου και έλεγαν ότι το μπεζ δεν είναι πια στη μόδα, το παντελόνι πάντα με υποστήριζε και έπαιρνε το μέρος μου.

Σιγά - σιγά ήρθε ο Χειμώνας και ο νεαρός άρχισε να φοράει μπουφάν. Το μπουφάν ήταν κάπου δώδεκα χρόνια μεγαλύτερο από μένα. Κάναμε καλή παρέα, μου έλεγε ιστορίες, τις οποίες, είχε ζήσει αυτά τα δώδεκα χρόνια με τον νεαρό. Βλέποντας το μεγάλο μου ενδιαφέρον για τον νεαρό πάντα με συμβούλευε να προσέχω. «Μη ξεχνάς, -μου έλεγε με το ύφος του πατέρα που μιλάει στο παιδί του, ότι για τους ανθρώπους ήμαστε ένα κομμάτι των αναγκών τους. Οι άνθρωποι όπως έχουν ανάγκη να τρώνε, να διασκεδάσουν, να αναπνέουν έτσι έχουν ανάγκη και να ντύνονται και να φοράνε ρούχα.»

Η Σοφία είχε αρκετό καιρό να πατήσει το πόδι της στο σπίτι μας, σίγουρα θα είχαν περάσει δυο μήνες από τότε που την είδα για τελευταία φορά να συζητάει και να χαχανίζει στο σαλόνι με τον νεαρό. Για κάποιο λόγο ούτε τηλέφωνο δεν είχε πάρει αλλά ούτε ο νεαρός είχε μιλήσει ποτέ για αυτήν στους φίλους του.

Το τελευταίο Σάββατο που βγήκαμε μαζί ο νεαρός ήταν αρκετά στεναχωρημένος. Τον λόγο δεν τον γνώριζα αλλά ήμουν σίγουρη ότι άκουγε στο όνομα Σοφία. Στο μπαράκι που είχαμε πάει έπινε ακατάπαυστα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον σταματήσω. Μετά από δεκάδες μπύρες όταν έκανε προσπάθεια να σηκωθεί από την καρέκλα παραλίγο να πέσει κάτω αλλά κρατήθηκε και συνέχισε το δρόμο του για την πόρτα. Ήταν σε άσκημη κατάσταση και μόλις βγήκε στο δρόμο σωριάστηκε κάτω. Τη στιγμή που έπεφτε στο πεζοδρόμιο, στο ύψος της κοιλιάς του ήταν ένα σίδερο, μια αυτοσχέδια θέση πάρκιγκ, που παραλίγο να τρυπήσει την κοιλιά του. Έβαλα τα δυνατά μου και τελικά ο νεαρός δεν έπαθε τίποτα, βέβαια το σίδερο ξέσκισε το ύφασμά μου και έτσι κατέληξα να έχω μια τεράστια σχισμή στο χώρο της κοιλιάς.

Την επόμενη μέρα ο νεαρός ξύπνησε γεμάτος από κενά μνήμης. Όταν είδε τι είχα πάθει ξαφνιάστηκε και τα έβαλε με τον εαυτό του. Περίμενα να με πετάξει, αφού πλέον του ήμουν άχρηστη και δεν μπορούσε να με φορέσει στις εξόδους του άλλα τελικά δεν το έκανε. Αντιθέτως, μου έραψε με ιδιαίτερη προσοχή την πληγή μου και τώρα πλέον με φοράει μόνο για το σπίτι, κάτι σαν πιτζάμα δηλαδή. Δεν με πειράζει που δεν βγαίνω πια έξω μαζί του, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μυρίζω το κορμί του και να χαϊδεύω το δέρμα του, αυτά μου είναι υπέρ αρκετά για να είμαι ευτυχισμένη. Όσο για τη πληγή μου, αν και πόνεσα πολύ δεν το έχω μετανιώσει. Εάν ξαναζούσα εκείνη τη μέρα θα έκανα πάλι το ίδιο. Μετά απ’ όλα αυτά έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για το νεαρό αυτό που αισθανόμουν δεν ήταν ένας απλός ενθουσιασμός, αλλά κάτι παραπάνω, κάτι σαν αγάπη και η αγάπη θρέφεται με θυσίες που εγώ ήμουν πάντα έτοιμη να κάνω για εκείνον.
Σ.-Ε. Ρ.

Σύντομο Βιογραφικό
Γεννήθηκε στο Τεπελένι της Αλβανίας, μια ζέστη μέρα του Ιούλη από Έλληνες Ομογενείς γονείς. Στην ηλικία των 11 ετών ήρθε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά της. Έχει εργαστεί αρκετές δουλειές, όπως barwoman, κλόουν, σερβιτόρα, δαχτυλογράφος και γραμματέας. Έχει πτυχίο Τεχνικού Η/Υ, Δημοσιογράφου και παράλληλα σπουδάζει στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), στο τμήμα του «Ευρωπαϊκού Πολιτισμού».
Τα τελευταία χρόνια έχει εργαστεί σε διάφορες Αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά ενώ παράλληλα είναι ενεργό μέλος της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, «W.I.N. Hellas», που ασχολείται με την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας.
Όταν μεγαλώσει θέλει να πάρει το βραβείο “Booker”, “Nobel”, “Oskar” και ότι άλλο βραβείο υπάρχει για να κάνει τους γονείς της ευτυχισμένους.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (5)

Β΄ Έπαινος
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)

www.kaleste-pliroste-teliosate.com
του Διονύση Λεϊμονή

Από μέρες στριφογύριζα σε ελάχιστα τετραγωνικά και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. ΄Όλα μου έφταιγαν τελευταία. Το πολύ μπλα μπλα νύχτα μέρα και τα φροντιστήρια μού είχαν κουρκουτιάνει το μυαλό. ΄Ωρες ώρες με έπιανε μια μανία να αναποδογυρίσω τον κόσμο, να κόψω στα δυο τη ρουτινιασμένη καθημερινότητά μου! Τον τρόπο θα τον έβρισκα αργά ή γρήγορα. «Θέληση να υπάρχει…» αμάν πάει την ψώνισα από το πολύ πες πες… Μωρέ ένα «έτσι» ακόμη απροσδιόριστο κι ύστερα, λέει, θα χανόμουν σε ένα ταξίδεμα δίχως αφίξεις κι υγρά αγκαλιάσματα. Μια ξάστερη νύχτα θα ‘παιρνα των ομματιών μου για άλλα μέρη, άλλα λιμάνια. Κι όταν θα ‘φτανα στην ιδανική μου πολιτεία χωρίς πανελλήνιες, φροντιστήρια, χιλιοειπωμένα «πρέπει», ογκώδη «μη» και μαλακίες που ρουφούσαν το άμαθο μεδούλι μου, θα γαλήνευε η τρικυμία μέσα μου.
«Αι σιχτίρ», μονολόγησα τρελαμένος κι άνοιξα την πόρτα να την κάνω από τη χρυσή φυλακή μου.
«Ανέστη, όλα τα ‘χεις κι όλα τα θέλεις, αγόρι μου» μού τσαμπούναγε ο πατέρας μου, όταν πήγαινα να τον ανταμώσω –γνήσιο τέκνο των Σαββατοκύριακων - στη νέα του «φωλίτσα» μακριά από το πνιγηρό τριάρι μας μετά από ένα εκρηκτικότατο διαζύγιο με τη μάνα μου μπας και γλιτώσω από το μονότονο κήρυγμά της. Μετά το χωρισμό είχε ρίξει όλους τους «προβολείς» της πάνω μου κι αυτό με ακινητούσε σαν τον μπουκαδόρο που τον κολλάει στον τοίχο επιτήδειος ανακριτής.
«Τι όλα, ρε πατέρα, ξέρεις κανένα φυλακισμένο να ευχαριστιέται το κάτεργό του;» ανταπαντούσα από καθαρή άμυνα.
«Τι είναι αυτά που λες, βρε αγόρι μου. Ανάθεμα κι αν μπορώ να μπω έστω για δυο λεπτά μέσα στο μυαλό σου» παραδεχόταν εκείνος κι έστριβε τσιγάρο χωρίς να με κοιτάζει στα μάτια.
«΄Ισως με λίγη καλή προσπάθεια…» του ‘κανα με νόημα!
Φύσαγε και ξεφύσαγε αυτός κι όλο κοίταγε γύρω του να εντοπίσει την νεαρή συμβία του που ‘χε στείλει στην κουζίνα για κανένα καφεδάκι.
«Τι κορακίστικά είναι αυτά; Φυλακισμένος εσύ; Στα δικά μας τα χρόνια…»
Με έλουζε ξανά ο ορμητικός χείμαρρος πόνων, στεναγμών βασάνων που απορώ πως δε στέρευε ακόμα από τα ωχρά του χείλη. Τίποτα αυτός. Μου τον έριχνε σαδιστικά στο κορμί μου μήπως την ύστατη ώρα τσακίσει το ανασηκωμένο μπαϊράκι μου!
΄Επρεπε να αμυνθώ, όπως όπως…
«Εντάξει, μη συγχύζεσαι, δεν πρόκειται άλλωστε να πάρεις πρέφα τι εννοώ! …» τον φρέναρα μην αντέχοντας άλλο οδυνηρές παιδιάστικες θύμησες «μαύρων χρόνων και δίσεκτων» που ξυπνούσαν μέσα του, μα βασικά ξεγλιστρούσα κι απέφευγα έντεχνα όλες τις ξαναμασημένες καραμέλες του.
Μάσαγα λοιπόν στα πεταχτά πρόχειρες δικαιολογίες κι έπαιρνα των ομματιών μου μαζί με τις ανησυχίες μου να πιω τουλάχιστον κανένα καφέ με τον κολλητό μου μήπως με το πες- πες και λίγο καμάκι ξέφευγα από τη σφιχτή μου καθημερινότητα.
«Τι έχεις ρε, φυτό; Προβλήματα και η papyrus;»
«Ρε μαλάκα, εγώ σου ανοίγω την καρδιά μου κι εσύ με δουλεύεις;»
«Τι να σου πω; Να κλαίω μαζί σου που η μέρα δεν έχει περισσότερες ώρες να φυτευτείς για να περάσεις στην Ιατρική που λαχταρά ο μπαμπάκας σου; Ρε, σύνελθε. Αυτά δεν είναι προβλήματα, άλλα…άλλα…είναι τα σπουδαία, φίλε…»
Άλλα;… ποια άλλα; Υπάρχουν πιο σημαντικά από τα δικά μου; Δε μας παρατάει κι αυτός ο χλεχλές που νομίζει πως ξέρει τον κόσμο όλο και δίνει και συμβουλές; Τράβηξα νευρικά δυο τζούρες «καύσιμο» για το επόμενο ξενύχτι μου πριν χαθώ μακριά από όλους κι από όλα. Τουλάχιστον μέσα στο χώρο μου ακούω μόνο τον εαυτό μου κι όχι το κοντό και το μακρύ κάθε αποτυχημένου εξυπνάκια. Τελικά κάποιοι εκεί έξω αντί να ακούσουν τους παλμούς της καρδιάς σου, σου τη σπάνε κάνοντας τα αδύνατα δυνατά να αντιστρέψουν τους ρόλους. Το παίζουν εκείνοι τα βασανισμένα πλάσματα που πρέπει να περιθάλψεις κι ούτε που πετάνε ένα μουχλιασμένο ψίχουλο σε άλλη ψυχή ματωμένη. Αλλά κι εμένα τράβαγε ο οργανισμός μου την ταλαιπώρια. Με την αοριστία του πάθους μου τούς κόλλαγα όλους στον τοίχο δίχως να καταφέρνω να τους δώσω να καταλάβουν προς τι τόση κατήφεια κι απελπισία. «Ασυμφωνία χαρακτήρων» ή «καραμπινάτο γράψιμο»; Η πρώτη εκδοχή μού θύμισε μια άλλη αιτία, επίσημη και ισχυρή να κόψει το νήμα μιας μακρόχρονης συζυγικής σχέσης και την απόδιωξα από το μυαλό μου. Η δεύτερη με έκανε έξαλλο για την αδιαφορία ακόμα και των ομοιοπαθών κολλητών μου.
Δε μού ‘μενε άλλος τρόπος να ξαλαφρώσω και να ξεχάσω την απονιά του κόσμου απ’ την ηλεκτρονική μου απόδραση. Άνοιξα τον υπολογιστή με χίλιες προφυλάξεις μιας και αυτήν την εποχή μού είχε απαγορευθεί δια ροπάλου να τον χρησιμοποιώ πολλές ώρες της μέρας και κυρίως της νύχτας.
«Με τα internet και τα chat, πως διάολο τα λένε, πού μυαλό για Φυσική και Χημεία. Αν πεις και για την έκθεση!!! Πώς να αναπτύξεις λεξιλόγιο, όταν αποβλακώνεστε μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή τάχα για να διασκεδάσετε! Εμείς…»
«Όχι, πάλι! Έλεος, δε θα άντεχα άλλον εξάψαλμο. Προτιμούσα χίλιες φορές τα στερεότυπα του δικτύου. Από ένα μηχάνημα άλλωστε δεν περίμενα κατανόηση και ευαισθησία. Αν σε πουλάνε τα κολλητάρια… Το pc μου είχε το άλλοθι του ακαταλόγιστου και αφηνόμουν έρμαιο στα αβέβαια κανάλια του.
Ζορίστηκα λίγο να συνδεθώ εκείνο το απόγευμα. Κάποιος είχε τρυπώσει στο «ερημητήριό» μου οπωσδήποτε -συνέβαινε τουλάχιστον μια φορά στις δέκα μέρες– κι είχε αναστατώσει τη «σειρά» μου. Τα καλώδια έχασκαν στο πάτωμα στο κακό τους το μπέρδεμα κι ένα βύσμα τραβηγμένο παραπέρα σερνόταν στο πουθενά απομεινάρι οικιακής «επιχείρησης σκούπας».
«Α ρε μάνα, με τις υστερίες σου…» αναστέναξα, μα δεν είχα καμιά όρεξη για καβγά. Προτίμησα να αποκαταστήσω βουβός την «ισορροπία» του γύρω μου χώρου μπας και βρω κάποτε τη δική μου. Το πάλεψα κάμποση ώρα, το πάλεψα παλικαρίσια οφείλω να ομολογήσω. Δεν θα ‘χανα με τίποτα την ευκαιρία να σερφάρω στα αφρισμένα κύματα με κίνδυνο να με ρίξουν ναυαγό άμε γύρευε σε ποια άξενη ακτή.
Το ταξίδι λαχταρούσα μόνο, και «γαία πυρί μειχθήτω», που λέει κι ο Νικολάου ο φιλόλογος με στόμφο και ύφος περισπούδαστο!
Η μπουρού έσκουζε ήδη μέσα μου να κουρσέψω άλλες ηδονικές πολιτείες με ερεθιστικά μυρωδικά και ποθητά μαλάματα κόντρα στη μανία του αγριεμένου Ποσειδώνα μου που στημένος στο θρόνο του κράδαινε με νόημα τη διχαλωτή πιρούνα του.
Πανάκι μου έκαμα ανθεκτικό ένα χαρτί πιστοποίησης γνώσεων στην πληροφορική. Μ’ αυτό καλά τανυσμένο θα ξεπερνούσα κάθε κακοτοπιά, σκοπέλους και αγκαθερούς ύφαλους. Τι στο διάολο είχα μαζέψει τόσα χαρτιά με 90 και 95% σε κάθε ενότητα!!! Τσάμπα τα κορνιζάριζα στο δωμάτιό μου για την «κακή» την ώρα ή μάλλον για την καλή την τακτοποίηση; Μέσον δεν έπαιζε σε μένα. Με την αξία μου είχα αρματώσει την πιρόγα μου.
Κάποια στιγμή τα πράγματα πήραν την πορεία τους κι η εκκίνηση έδειξε πως οι θεοί δέχτηκαν τη θυσία μου. Έδειχναν πρόθυμοι να με ευνοήσουν επιτέλους με τον ούριο άνεμο που θα κατηύθυνε το καλοδεμένο σκαρί μου. Το εικονίδιο στο κάτω άκρο αριστερά της οθόνης διαβεβαίωνε πως είχα πια τη δυνατότητα να «περιπλανηθώ» στον άραχλο κυβερνοχώρο μου.
«Είσαι και ο πρώτος, παλικάρι μου» ψιθύρισα σκάζοντας ένα λυτρωτικό χαμόγελο. Νέες ελπίδες με συνεπήραν αναπάντεχα!!! Με δυο απλά «κλικ» φούνταρα στο email μου να ελέγξω τα απύθμενα νερά του. Ένα δυο λεπτά – η γρήγορη σύνδεση κάνει θαύματα σήμερα – αρκούσαν για να σκάσει μπρος μου το πέλαγος των εισερχόμενων και εξερχόμενων μου. Δυο μηνύματα μαυρισμένα ξεχώριζαν από τα υπόλοιπα, ως μη αναγνωσμένα. Το ένα είχε σταλεί χθες και το δεύτερο πριν μια ώρα. Πάτησα το πιο παλιό. Μια διαφημιστική εταιρία μού εκθείαζε με δυο συνημμένα, παρακαλώ, την εξαιρετική ποιότητα ανορθωτικών χαπιών που εξασφάλιζαν νύχτες μαγικές, υγρές κι ονειρεμένες ακόμα και σε «απόμαχους ναυτικούς», νευρωτικούς κοσμοπολίτες, καλωδιωμένων μούτσων με handsfree.
 «Όπου βρουν διεύθυνση, στέλνουν κάθε μαλακία…» ψιθύρισα χαμογελώντας που ακόμα είχα πολύ χρόνο για να αναζητώ την ικανοποίηση με την κατανάλωση τέτοιων χημικών παρασκευασμάτων αόριστης προέλευσης, απροσδιόριστης δυναμικής κι επικινδυνότητας!!!
Με ένα αποφασιστικό και ηχηρό «delete» έστειλα στον κάδο ανακύκλωσης την άκαιρη πρόταση και με ένα διπλό «κλικ» άφησα να μου ξεδιπλωθεί το θερμό περιεχόμενο του μέχρι τώρα κλειστού μηνύματος. Δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε όταν ένας κόμματος, μια ύπαρξη σαν τα μοντέλα – αυτά που δεν τα χτύπησε ακόμα η νευρική ανορεξία - λικνίζονταν μπρος στους εφηβικούς μου οφθαλμούς που δεν άργησαν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους…
«Εδώ είμαστε, μάγκα μου…» ψιθύρισα στον συντηρητικό εαυτό μου.
Ήμουν και «νηστικός» μήνες τώρα, από τότε που με άφησε μπουκάλα η Ρίτσα για έναν μπαλαδόρο της εθνικής νέων. Βλέπεις ο «ξεβγαλμένος» παιχταράς δεν της αρνιόταν νυχτερινές τσάρκες λόγω του επόμενου διαγωνίσματος στη Χημεία!!! Μου ‘δωσε κι αυτή πέντε να ‘χω δέκα κι από τότε την έβλεπα να σαλιαρίζει με τον Mister afasia στα σκαλάκια του γυμναστηρίου και μου θύμιζε πιο πολύ τη γάτα μας, την «ξετσίπωτη», που έλεγε κι η μάνα μου που κάθε Γενάρη γύρναγε με τον κάθε τυχαίο κεραμιδόγατο γυρεύοντας περιστασιακές ηδονές. Να, λοιπόν που τώρα τούτη η θεογκόμενα θα με έκανε να βρω την υγειά μου και να εκδικηθώ την άπιστη «αλανιάρα» πρώην Ρίτσα μου. Άπλωσα το χέρι να αγγίξω την γυναικάρα που με κοίταζε με λαγνεία, μα εκείνη δεν είχε σκοπό να μου παραδοθεί άνευ «όρων». Με μια χειρονομία με προέτρεψε να πατήσω ένα βελάκι κάτω αριστερά στην οθόνη μου. Ένα URL ανεξιχνίαστο από τα πρόσφατα ανανεωμένα αντιβιοτικά μου και κυρίως από την αναστατωμένη μου εφηβεία θα με έφερνε μπρος στα «σκαλοπάτια» της. Το επέλεξα σαν υπνωτισμένος.
«Sara, my baby», μού συστήθηκε κουνάμενη σεινάμενη κι εγώ ακολούθησα σαν υπάκουο παιδί τις οδηγίες της. Δεν έδινα μία για τις προϋποθέσεις αρκεί να έχω δική μου αυτήν την ξανθιά θεά με τα πράσινα μάτια που με κοίταζε σαν να μην είχε δει άλλον άντρα στη ζωή της. Ποιος λογάριαζε το «τίμημα», όταν μέσα στο πήξιμό μου μού δινόταν η ευκαιρία να έχω στα πόδια μου έναν σπαρταριστό «πειρασμό»!!! Κάθε φορά που υπέκυπτα στα «θέλω» της κι έβαζα τα «δυνατά» μου νούμερα στο πλαίσιο αριστερά, η Σάρα ερχόταν πιο κοντά μου αποκαλύπτοντας τις «χάρες» της. Το κορμί μου άρχισε να τη ζητά απεγνωσμένα. Όταν μάλιστα διαπίστωσε πως ήμουν διατεθειμένος να προβώ σε οποιαδήποτε θυσία για τη χάρη της, δεν κόλλησε να ξαλαφρώνει από τα περιττά ρούχα χαρίζοντάς αφάνταστη ηδονή ικανή να εκμηδενίσει τις αποστάσεις μας. Οι αισθήσεις μου πάλλονταν από τον πόθο για την αποψινή μου γκόμενα. Μια ιδανική συντροφιά αριβάρισε από το πουθενά ίσως για να απαλύνει την εφηβική μου πικρία για άγνωστες απολαύσεις που όλο θα έρχονταν, μα δε γευόμουν στον πραγματικό χωροχρόνο μου. Παραδόθηκα αμαχητί στον «καλό μου άγγελο» που ‘φτασε να με αποζημιώσει για ώρες ατέλειωτες κρύας απομνημόνευσης τύπων, θεωρημάτων, και τεχνικών προκειμένου να ανοίξει και για μένα μια πόρτα της Τριτοβάθμιας.
Αλλά πάλι άγγελος με ζαρτιέρες; Κάπου, κάτι, κάπως δε μού κόλλαγε. Μα πού καιρός για λογικούς προβληματισμούς, όταν άλλος «εγκέφαλος» με οδηγούσε να ερευνήσω τα απύθμενα βάθη του ηλεκτρονικού έρωτα.
Η «Σάρα» στεκόταν μπρος μου αποφασισμένη να μού χαρίσει τα πάντα μακριά από ανόητες μιξοπάρθενες σεμνοτυφίες σπαστικής δεκαεφτάρας, που ενώ σε «φουρτούνιαζε» με τα «αθώα» τσαλίμια της, προφασιζόμενη την άμαθη παιδούλα έκοβε λάσπη αφήνοντάς σε στα κρύα του λουτρού. Η Σάρα δεν ήταν σαν αυτές που με τις οποίες έχω συνάψει επαναλαμβανόμενες πλατωνικές σχέσεις τα τρία τουλάχιστον τελευταία χρόνια πάντα σε θεωρητικό επίπεδο!!! Η κοπέλα ζητούσε «παιχνίδι» με πατήματα κουμπιών και την άλλη μέρα δε θα σε φόρτωνε με ευθύνες και διλήμματα για ό,τι θα συνέβαινε μεταξύ μας εκείνη την υγρή νύχτα του Δεκέμβρη.
«Come on, my baby” ψιθύριζε ανασηκώνοντας με ερεθιστική τεχνική τα κατακόκκινα χείλη της κι εμένα μου τρέχανε τα σάλια κι όχι μόνο…!!!
Τόσοι μήνες στο «περίμενε» είχαν παραλύσει το σύστημα ελέγχου του βασικού μου ενστίκτου. Απόψε θα ‘κανα τη Σάρα να παραδεχτεί πως πέρα από μια «καλοποτισμένη, καλολιπασμένη φυτούκλα» διέθετα κι άλλα κρυμμένα «προσόντα» που πιθανόν δεν είχε βρει ακόμα σε άλλους ώριμους διεκδικητές της.
«Σε θέλω, κορίτσι μου» της ψιθύρισα κοιτώντας και κατά την πόρτα του δωματίου μου μη με πάρουν χαμπάρι η μάνα μου με τον πατριό μου που σουλατσάριζαν μεταξύ καθιστικού και κουζίνας έξω από το χώρο μου κι η γκόμενα με κοίταγε στα μάτια λιγωμένη, έτοιμη για όλα. Οι αισθήσεις μου είχαν βαρέσει συναγερμό. Κατακόκκινος σαν το παντζάρι δεν υπήρχαν πια περιθώρια για πισωγυρίσματα. Τώρα θα απολάμβανα την καλή μου τύχη με τούτο το θεσπέσιο θηλυκό που στη σκέψη μου σίγουρα διέθετε μια αλαβάστρινη επιδερμίδα, διάφανη σαν το γυαλί. Μια επιδερμίδα που θα τύλιγε ένα ξαναμμένο κορμί αδύναμο να αντιληφθεί οποιαδήποτε εικονική αυταπάτη.
Για μένα η Σάρα ήταν μια γυναίκα με σάρκα και οστά. Ανάσαινε και πύρωνε, λες, το λαιμό μου. Με τύλιγε με τα χέρια της κι αναστάτωνε τον ανυπόμονο αντρισμό μου. Δε χρειάστηκε πολλά τερτίπια για να με φέρει στο «αμήν». ΄Ηξερε πολύ καλά η «δασκάλα» να ικανοποιεί με τον καλύτερο τρόπο κάθε πειναλέο «πελάτη» της που για τα τσαλίμια της δε θα δίσταζε να χρεώνει μια πιστωτική κάρτα ακόμα κι ανυποψίαστου μπαμπά ή υπερευαίσθητης και υπερένοχης μαμάς. ΄Εχει και το διαζύγιο τα καλά του. Και οι δύο καταθέτουν πολλά στα πόδια σου για να ξεχάσεις όσο μπορείς περισσότερα από την θλιβερή πραγματικότητα. Πέφτουν τα φράγκα γενναιόδωρα να γειάνουν οι πληγές που ξεσπάνε σε αίμα και πύον. Είχα κι εγώ στα χέρια μου το πλαστικό το χρήμα και φυσικά δε θα το ‘κλαιγα σαν κανένας παλιοκαρμοίρης μπρος στα ορεκτικά θέλγητρα μιας πεταχτούλας Σάρας!!!
Η ικανοποίησή μου από τούτη την «επαφή» ήταν μεγάλη, σαν εκείνη που με ξυπνούσε κόβοντας με το μαχαίρι τις πιο τολμηρές μου ονειρώξεις. Μα δεν ήταν και τίποτα άλλο από μια έντονη εφηβική ονείρωξη που με έκανε να φωνάζω από ηδονή στέλνοντας στα κομμάτια τους φόβους μου μη με πάρουν μυρωδιά οι δικοί μου.
Όμως η Σάρα αποδείχτηκε πολύ σκάρτη!. Περίμενα από εκείνη τουλάχιστον περισσότερη ευαισθησία και κατανόηση. Αυτή η π…… με παράτησε μούσκεμα μέσα στο ημισκότεινο δωμάτιο κι εξαερώθηκε στον ηλεκτρονικό μου ορίζοντα μετά από ένα «άνωθεν» υπολογισμένο χρονικό διάστημα. Φαίνεται οι προηγούμενες σχέσεις της δεν καθυστερούν τόσο όσο ένας φαντασμένος μαθητής! Το χειρότερο είναι πως με επηρέαζε τόσο πολύ που οδήγησε κι εγώ δεν ξέρω πως τα κουρασμένα μου δάχτυλα να εκτελέσουν μηχανικά όλες τις απαραίτητες κινήσεις ώστε να γίνει καπνός. Φαίνεται πως είχε επιτελέσει το σχέδιό της και μάλιστα με το αζημίωτο!!!
Έπεσα στο κρεβάτι μου φαρδύς πλατύς σχεδόν ξέπνοος από την ένταση των τελευταίων λίγων πιο «κρίσιμων» λεπτών που μου χάρισε η δικτυακή μου γκόμενα. Το κορμί μου είχε παραλύσει, το μυαλό μου είχε ξεστρατίσει πολύ μακριά από τους τύπους και τις εξισώσεις. Έκλεισα τα μάτια μην τύχει και με σπλαχνισθεί η Σάρα να με ξαναπλησιάσει. Δε βαριέσαι! Τα όνειρα δεν ήταν το «πεδίο» της. Εκεί δεν υπάρχουν τρόποι βαρβάτης χρέωσης για να συγκινηθεί η Σάρα και κάθε Σάρα. Ποιος ξέρει σε ποιον άλλον υποσχόταν τώρα πρωτόγνωρα ταξίδια στα ψηφιακά της κάλλη! Ένιωσα το στόμα μου για άλλη μια φορά πικρό από την γεύση της απόρριψης. Μωρέ καμιά καλή δεν υπάρχει ούτε στον ένα ούτε στον άλλο κόσμο; Πήρε αυτό που γούσταρε κι έγινε καπνός; Σαν την Ρίτσα ήταν λοιπόν κι αυτή και χειρότερη;
Κοιμήθηκα δίχως να καλύψω τα ερωτηματικά μου. Το πρωί ξύπνησα από τις φωνές της μαμάς που δεν μπορούσα και να καταλάβω ακριβώς με ποιον τα είχε βάλει. Είπα θα πάθει τίποτα χρονιάρες μέρες, φόρεσα μια φόρμα και πετάχτηκα από το δωμάτιο να δω το συμβαίνει. Μου επιτέθηκε στην ψύχρα:
«Εσύ, υποτίθεται πως διαβάζεις και τις νύχτες αφηνιάζεις κυνηγώντας άπιαστες παλιοβρώμες;»
¨Εμεινα κόκαλο. Με είχαν πάρει λοιπόν χαμπάρι; Τόσο πολύ έχασα τον έλεγχο χθες βράδυ;
«Τι λες τώρα; Κούλαρε» κοίταξα να την ηρεμήσω κάπως
«Τι να ηρεμήσω, Ανέστη! Με πήραν πρωί- πρωί από τον ΟΤΕ»
«Και λοιπόν;»
«Με ειδοποίησαν οι άνθρωποι. Από χθες το βράδυ 23.05 μέχρι 23.20 το τηλέφωνό μας χρεώθηκε 1000 ευρώ…»
«Πώς;»
«Εμείς, τηλέφωνο δε σηκώσαμε χθες. Μήπως μπήκες στο ίντερνετ;»
΄Όλα ξεκαθάρισαν μέσα μου. Η Σάρα…η Σάρα… Να λοιπόν η ανταμοιβή της…Μια πληρωμένη…μια… ανύπαρκτη ψηφιακή οπτασία ικανή να ροκανίζει με άνεση κάθε παραγεμισμένη τσέπη ξελιγωμένου αρσενικού πάσης φύσεως ηλικίας και ηθικής… Η Σάρα… το αριστερό πλαίσιο… οι αριθμοί ο ένας μετά τον άλλο… και πάλι… και πάλι…ξανά… και ξανά… ως την κορύφωση του πάθους…κι έπειτα «εξαφανιζόλ»…στα κρύα του λουτρού…σαν άλλες…σαν τη Ρίτσα… τη Ρίτσα; Όχι, η Ρίτσα καμία σχέση…
Κατέβασα το κεφάλι και εξαφανίστηκα στα βαθιά μου σκοτάδια. Ξεμύτισα μετά από δυο ώρες ντροπιασμένος για τα χθεσινά μου «κατορθώματα». Λες και με χτύπησαν με σφυρί στο κεφάλι. Η μάνα μου κατάλαβε γρήγορα πως είχα πέσει θύμα της πίεσης, των καταστάσεων, κάθε επιδέξιου κατεργάρη που στήνει το δόκανο να ψαρέψει ναυαγούς.
Ντύθηκα μηχανικά και βγήκα να περπατήσω. Ο καθαρός αέρας μπόρεσε να με κάνει να πεθυμήσω την ηδονή της αλήθειας. Πεθύμησα αμέσως μια νέα χαρά που είχα βάλει σκοπό μέχρι χθες να υπονομεύσω. Βρήκα την γνωστή παρέα να πίνει καφεδάκι σε μια καφετέρια στο κέντρο της πόλης. ΄Οσο πιο κέντρο, όσο πιο πολύς κόσμος φώναζε γύρω μου τόσο θα άκουγα τα «πρέπει» που ‘χα παρεξηγήσει, εγώ ο ξερόλας! Λίγο- λίγο έπαιρνα τα πάνω μου από το πρόσφατο «τράκο» που ‘χα υποστεί! Τους πλησίασα χαμογελώντας με την καρδιά μου.
«Καλώς το, το αναρριχητικό», αστειεύτηκε ο Τάκης.
«Και πού είσαι ακόμα» τον «ανησύχησα» χαμογελώντας. «Από δω και πέρα να δεις τι διάβασμα έχει να πέσει, φίλε. ΄Εχουμε καιρό μπροστά μας για όλα…μια ζωή δικιά μας, όχι ψέματα…»
΄Εφυγα έπειτα από μια ώρα «πραγματικού» χαβαλέ.
Περπάταγα γρήγορα σαν να με κυνηγούσαν σκιές. Μα λίγο πριν ξανατρυπώσω στο ερημητήριό μου δεν άντεξα να μην ψιθυρίσω με καημό:
«Κάλεσα, τέλειωσα, πλήρωσα…Αχ ρε Σάρα… Αχ εσύ και τα τερτίπια σου…»
Δ.Λ.

Βιογραφικό
Γεννήθηκε σε μια κωμόπολη τη Αιτωλοακαρνανίας, το Αιτωλικό. Από πολύ νωρίς στράφηκε στη συγγραφή παιδικών και νεανικών ιστοριών. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Ιωαννίνων. Σήμερα ζει στη Νέα Ιωνία Βόλου, είναι παντρεμένος πατέρας τεσσάρων παιδιών και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ παράλληλα ασχολείται με την αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά καθώς και με τη συγγραφή λογοτεχνικών έργων. Τον Ιανουάριο του 2005 το διήγημά του "Ζωή απ’ τα χαλάσματα" απέσπασε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό λογοτεχνίας του Φυσιολατρικού Συνδέσμου Πατρών. "Η Κολυμβήθρα του Σιλωάμ" είναι η πρώτη εκδοτική του προσπάθεια και σήμερα επανεκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο «Παππάς», ενώ πολλά έργα του είναι υπό έκδοση. Toν Απρίλη του 2009 κυκλοφορεί το νεανικό του μυθιστόρημα με τίτλο «Το μυστικό της Δαγκάνας» από το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τραπέζης Κύπρου. Το καλοκαίρι του 2009 θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο «Ακρίτας» το μυθιστόρημά του «Χαμένο ταίρι» που αναφέρεται στη Μικρασία. ΄Έχει λάβει επίσης διακρίσεις για διηγήματα, αλλά και ποιήματά του.


Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (4)


Α΄ Έπαινος
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)


Τα κλειδιά
του Γαβριήλ Συντομόρου

Ξαναδιάβασα την επιστολή που του είχα γράψει. Στην ουσία, προσπαθούσα υα κερδίσω χρόνο μήπως και συνειδητοποιήσω επιτέλους, ποιό ήταν το καλό ή το κακό, το σωστό ή το εσφαλμένο σ’ αυτήν την ιστορία κι αλλάξω κάτι έγκαιρα από το περιεχόμενό της:
«Φίλε, τα κλειδιά σου ανήκουν. Είναι χρόνια που δε μου χρειάζονται πια. Βέβαια, μου πήρε καιρό υα σού τα επιστρέψω. Όμως, "κάλλιο αργά παρά ποτέ", στην κυριολεξία. Γιατί, όσο τα κρατούσα, είχα την εντύπωση ότι έπαιρνα την εκδίκησή μου. Η εκδίκηση είναι ένα φαγητό που τρώγεται κρύο, υποστήριξαν κάποιοι. Κι η δική μου καρδιά, όλα αυτά τα χρόνια, είχε πετρώσει και ήταν παγωμένη και η εκδίκηση κούρνιαζε δίπλα της και συντηρούνταν απ’ τις δικές μου σάρκες. Τώρα, αδιαφορώ για τις... θερμοκρασίες των φαγητών και λησμονώ το όνομά τους. Θυμάμαι όμως πολύ καλά, πόσες φορές έχω αναρωτηθεί: "Άραγε, ποιός ήθελε (θέλει) να εκδικηθεί ποιόν; Και γιατί;". Εγώ, σίγουρα, είμαι ένας από αυτούς που ήθελε να εκδικηθεί. Προφανώς, για την όμορφη κοπέλα που προτίμησε τον... άλλο, ίσως για τη φιλία μας που δοκιμάστηκε και σημείωσε απώλειες, για την ηθική που πήγε περίπατο σημειώνοντας κι αυτή απώλειες, για την απόρριψη της συντροφικότητας, για την άρνηση του καλού, για...
»Πάντως, την ψυχή μου τη γέμισες με οδύνη φίλε και την ύπαρξή μου με πόνο. Τραυμάτισες τον ανδρισμό και την περηφάνια μου. Ήσουν ένας ανέντιμος φίλος, ένας μηδενιστής, ένας εκμαυλιστής της κακιάς ώρας, ένα πρόσωπο ανάξιο λόγου, ήσουν... Και τα κλειδιά, τόσον καιρό, δεν ζήτησες να σου τα επιστρέψω εξ επίτηδες. Αποτελούσαν - έτσι νόμιζες και το νομίζεις το άλλοθι της ηθικής σου μεταστροφής, της μεταμέλειάς σου, αυτής που με τόσο ζήλο καλλιέργησες στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις με τους κοινούς φίλους μας ως αυθόρμητης, ενώ αποτελούσε προϊόν της διεφθαρμένης σου υπολογιστικής. Όσο τα είχα υπό την κατοχή μου, έλπιζες - σίγουρα - να τα χρησιμοποιήσω κάποια μέρα. Με το που θα άνοιγα την πόρτα και θα περνούσα με την... αξιόπρεπη κυρία στο μικρό σαλονάκι, εσύ θα ‘χες εξιλεωθεί. Θα χοροπηδούσες τρελός από τη χαρά σου, σαν τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης όταν προσπαθούσε να αρθεί σε ψηλότερα επίπεδα εξέλιξης. Ήσουν, βλέπεις και παρέμεινες (μάλλον) χριστιανόπουλο (κατ’ επίφαση έστω ή κατ’ επιθυμία) και μοναδική σου έγνοια έχεις να λησμονήσω και να σε συγχωρήσω. Πρακτικά, αυτό σημαίνει να ξαναμπώ, κατ’ αρχήν και πάλι στην γκαρσονιέρα. Να πω: «ό,τι έγινε - έγινε». ‘Ύστερα, να ζητήσω από τη σχετικά ώριμη, ευπρόσωπη ωστόσο, γυναίκα να διανυκτερεύσει μαζί μου. Να γευτούμε χαβιάρι με γαλλική σαμπάνια, που θά ‘χω φροντίσει να προϋπάρχουν στο ψυγειάκι, ν’ ακούσουμε Σινάτρα μέχρι πρωίας...
»Εγώ όμως φίλε, δε σου έκανα το χατίρι μέχρι σήμερα. Έτσι, δεν είναι; Δεν ξαναμπήκα στη γκαρσονιέρα σου κι ας είχα τα κλειδιά. Κι ας μου δόθηκαν ευκαιρίες. Σ’ άφηνα να βιώνεις την καθημερινή σου αγωνία. Εκείνο το σφίξιμο στο στήθος και την αίσθηση της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Σ’ άφηνα να παρακαλάς - αυτό πάλι αν Είναι κατάντημα - να γνωρίσω το ‘πιο εντυπωσιακό πλάσμα του κόσμου, για να αδιαφορήσω για την αγαπημένη μου που με πρόδωσε εξαιτίας σου, να εξακολουθώ να στερούμαι κατάλληλο χώρο υποδοχής και φιλοξενίας της νέας μου κατάκτησης, για να θυμηθώ το μικρό, βολικό και δοκιμασμένο - από πλευράς ασφάλειας - ενδιαίτημά σου, να κάνω την ανάγκη φιλοτιμία, να ξεπεράσω το σοκ που μου προκάλεσε η φοβερή εκείνη ημέρα που με σημάδεψε δια βίου και να διαβώ επιτέλους το κατώφλι του, για νιώθω υποχρεωμένος απέναντί σου έτσι ώστε το διάφορο νά ‘ναι πάλι με το μέρος σου. Όμως το παλιό μπρούντζινο κρεβάτι που παρέπεμπε στην ολοκληρωτική μεταστροφή των πιστεύω μου που συγκροτούσαν ένα κώδικα ξεπερασμένης - ίσως - ηθικής, συμβατής πάντως με το περιβάλλον μέσα στο οποίο είχα ανδρωθεί και το χαρακτήρα που είχα διαπλάσει, με κρατούσε - αλλοίμονο - ξάγρυπνο γεμάτο ένταση να σχεδιάζω με εγκληματική απάθεια την εκδίκησή μου.
»Αποτελούσε εσφαλμένη εκτίμηση φίλε, που πίστευες ότι είμαι εγώ αυτός που θα σε απάλλασσε από τις αμαρτίες που σε βαραίνουν. Ζητούσες από το θύμα να φροντίσει για τον εξευμενισμό του θύτη. Εύγε, ωραία άποψη έχεις ‘για τη φιλία ή έστω τις... ανθρώπινες σχέσεις. Ωστόσο κι ενώ πίστευα ότι θα έπρεπε να εξακολουθήσεις να αυτοελέγχεσαι για πολύν ακόμη καιρό για το κακό που μου έκανες, αποφάσισα τελικά - κι εγώ δεν γνωρίζω γιατί - να δώσω τέλος στο μαρτύριό σου και στη δική μου μνησικακία. Σου αφήνω τα κλειδιά κλείνοντας αυτήν την ιστορία πίσω από τους τοίχους της γκαρσονιέρας σου. Θα ‘θελα όμως να γνωρίζεις κι αυτό να σε βαραίνει σ’ όλη σου τη ζωή, ότι ένιωσα διπλή την προδοσία και διπλή τη δυστυχία μου, όταν σας αντίκρισα αγκαλιασμένους. Ήταν η μοναδική κοπέλα που ερωτεύτηκα κι εσύ ο καλύτερος φίλος μου. Καλή αντάμωση, φίλε στην άλλη ζωή ή μάλλον στην... κόλαση».

Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα στο μικρό σαλονάκι. Η πόρτα του υπνοδωματίου ήταν ανοικτή και μια λωρίδα φωτός έμπαινε από το ανοικτό παντζούρι της εξόδου που έβλεπε ανατολικά. Όλα όπως τα άφησα θαρρείς μισή δωδεκάδα χρόνια πριν. Ο χρόνος εδώ μέσα παρέμεινε υπομονετικά σε χειμερία νάρκη. Η βιβλιοθήκη στη γωνία. Μπροστά της το κομψό τραπεζάκι από το ίδιο μ’ αυτήν ξύλο, μαόνι. Πάνω του, ανοικτό στη σελίδα 173, το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, «Η Ελευθερία του Ήθους» (Δοκιμές για μια ορθόδοξη θεώρηση της ηθικής, εκδ. ΑΘΗΝΑ, 1970). Η μισάνοιχτη πόρτα δεξιά με προκαλούσε να την ανοίξω διάπλατα. Έκανα δύο βήματα, άπλωσα το χέρι μου και το αμέσως επόμενο λεπτό χώθηκα στην κουζίνα. Μισοσκόταδο. Προχώρησα προς το μικρό παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα, το άνοιξα με το παντζούρι μαζί, το δωματιάκι γέμισε αέρα και φως. Είχε ένα μικρό σεκρετέρ εκεί. Από τα παλιά, ήταν η αγαπημένη μου γωνιά. Κάθισα για λίγα λεπτά, αν και ένοιωθα την ανάγκη να αποχωρήσω το γρηγορότερο. Ησύχασα με τη σκέψη ότι σε λίγο θα τελείωνε η αποστολή μου.
Ετοιμάστηκα ν’ αποθέσω την επιστολή κι από πάνω της σαν πρες παπιέ τα κλειδιά, όταν διέκρινα έναν αρκετά μεγάλο φάκελο ακουμπισμένο στα υπερυψωμένα συρταράκια του πίσω μέρους του γραφείου. Αποστολέας ο άσπονδος φίλος μου• παραλήπτης εγώ. Τον άδραξα νευρικά• διατήρησα ωστόσο την αυτοκυριαρχία μου, θα τον άνοιγα αργότερα. Έπρεπε να φύγω τώρα. Θα ήταν ανόητο να διακινδυνέψω κάποια συνάντηση μαζί του. Ένα βλέμμα μόνο θα έριχνα στο υπνοδωμάτιο... Εδώ, εγώ κι εκείνη ανταλλάξαμε αμοιβαίους όρκους αγάπης (πόση υποκρισία έκρυβε ο δικός της, τι κρίμα!) μια βδομάδα πριν το μοιραίο απόγευμα. Λίγες μέρες αργότερα, πήγα να προετοιμάσω το μικρό διαμέρισμα για τα γενέθλιά της και... Ω, Θεέ μου!, πώς μπόρεσε, πώς τόλμησαν; Ένιωσα το μίσος να με κυριεύει και πάλι... Γέμισα άρνηση. Όχι, δεν θα άφηνα τα κλειδιά, Θα εξακολουθούσα να τα κρατώ, φυσικά και την επιστολή. Είναι πολύ νωρίς για να του αξίζει να αισθανθεί την ανακούφιση της εξιλέωσης. Το παλιοτόμαρο• θα συντηρώ για πολύ καιρό ακόμη τη φωτιά για να βράζει στο ζουμί του. Κατευθύνθηκα σαν βολίδα προς την έξοδο του διαμερίσματος. Την μισούσα αυτήν την «τρύπα», πνιγόμουν. Έπρεπε να βγω έξω, ν’ αναπνεύσω. «Στο διάβολο οι αναμνήσεις, στο διάβολο το παρελθόν• με εξοντώνουν συνθλίβουν την ύπαρξή μου, καταστρέφουν τη ζωή μου»... Κατευθύνθηκα προς τον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Άνοιξα νευρικά τον φάκελο• αγωνιούσα για το περιεχόμενό του...

«Φίλτατε, περνούσα τυχαία από τη γκαρσονιέρα, το καταραμένο εκείνο απόγευμα, όταν έπεσα, στην κυριολεξία, πάνω στην διερχόμενη φίλη σου που έδειχνε να μην αισθάνεται και ιδιαίτερα καλά. Χαιρετηθήκαμε. Θυμάσαι; Μου την είχες -γνωρίσει προ διμήνου• της είπες ότι ήμουν ο καλύτερος φίλος σου και της συνέστησες να μου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Έτσι, όταν της πρότεινα ν’ ανέβει για λίγο στο διαμέρισμα να φρεσκαριστεί και ν’ αποχωρήσει μόλις θα αισθάνονταν καλύτερα, δέχθηκε. Της έδωσα ένα ηρεμιστικό και σκόπιμα επέμεινα να το συνοδεύσει με λίγο λικέρ. Σε λίγο οι αντιστάσεις της είχαν μηδενιστεί. Ήταν πολύ όμορφη κι εγώ ματαιόδοξος, συμπλεγματικός και παλιάνθρωπος• χώρια ότι είχα καταναλώσει μερικά απανωτά ουίσκι. Για ό,τι επακολούθησε μόνο εκείνη δεν φταίει. Κάποια στιγμή εμφανίστηκες εσύ και τότε, πίστεψέ το, Θέλαμε να θέσουμε τέρμα στη ζωή μας... Μετά ένα μήνα μου τηλεφώνησε• είχε «καθυστέρηση» και μου φανέρωσε ότι μόνο δύο άνδρες είχε γνωρίσει στη ζωή της, εσένα που αγάπησε ειλικρινά κι εμένα που με αποκαλούσε βδέλυγμα. Όμως, φίλε μου, είχα κι εγώ γενετήσιο πρόβλημα. Είναι αδύνατο να τεκνοποιήσω. Σου επισυνάπτω προς τούτο και σχετική βεβαίωση του νοσοκομείου. Φρόντισα να το μάθει αυτό η κοπέλα σου, η οποία δεν δέχτηκε υα με παντρευτεί αν και της το ζήτησα επίμονα. Εσένα δε σε ενόχλησε, ενώ στάθηκε αδύνατο να σε βρω σε κάποιο τηλέφωνο, για να σε πληροφορήσω ια τις δραματικές μάλλον εξελίξεις. Εγώ συνέχισα τις χημειοθεραπείες που είχα αρχίσει μισό μήνα πριν προβώ στην αποτρόπαια κι ελεεινή εκείνη πράξη, που επιμόλυνε όλη μου την ύπαρξη. Επιθετικός καρκίνος των πνευμόνων και το τέλος για μένα. Εκείνη ξενιτεύτηκε στη Γερμανία. Θα εργάζονταν και θα μεγάλωνε εκεί το παιδί της• το παιδί σας φίλε! Κάποια μέρα, το διαισθανόμουν, θα περνούσες από τη γκαρσονιέρα. Έτσι, κάθισα και σου ‘γραψα αυτό το γράμμα. Όταν θα το διαβάζεις το πιθανότερο είναι να σε... θωρώ από ψηλά. Έγραψα τη γκαρσονιέρα στο όνομά της, δώρο για το γιο ή την κόρη σου, που θα κοντεύει τώρα έξι χρόνων. Όλα τα σχετικά έγγραφα, τίτλους κυριότητας κ.λπ. θα τα βρεις στον φάκελο που κρατάς. Και τώρα τρέξε να τους συναντήσεις...».


Ο Γαβριήλ Συντομόρου είναι φιλόλογος καθηγητής της Μέσης Εκπαίδευσης, διαμένει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται ιδιαίτερα με θέματα στρατιωτικής ιστορίας, τόσο της αρχαίας όσο και της νεώτερης Ελλάδας και έχει δημοσιεύσει σχετικά άρθρα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Έχει επίσης μεταφράσει τα τρία τελευταία βιβλία από τις ιστορίες του Ηροδότου (βιβλίο Ζ΄ - Πολύμνια, βιβλίο Η΄- Ουρανία και βιβλίο Θ΄- Καλλιόπη) τα οποία εμπλουτισμένα με εκτενέστατα σχόλια και χάρτες, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Ζήτρος». Από τις εκδόσεις «Ζήτρος» επίσης κυκλοφορεί και το έργο του Γαβριήλ Συντομόρου «Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανάς: οι πρώτες μας νίκες» στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς οι πρώτες μάχες των Βαλκανικών πολέμων του 1912-1913.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2009) Κλειώ, Ζήτρος, [μετάφραση]
(2009) Τα κείμενα, Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Έδεσσας
(2007) Οι Σπαρτιάτες: Ηροδότου, Πολύμνια (B'), Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]
(2007) Οι Σπαρτιάτες: Ηροδότου, Πολύμνια (Α΄), Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]
(2007) Τερψιχόρη, Ζήτρος, [επιμέλεια]
(2006) Βιβλίο Θ' - Καλλιόπη, Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]
(2006) Βιβλίο Στ' - Ερατώ, Ελληνικά Γράμματα, [μετάφραση]
(2006) Ερατώ - Βιβλίο ΣΤ', Ζήτρος, [μετάφραση]
(2003) Πολυμνία – Βιβλίο Ζ΄
           Καλλιόπη - Βιβλίο Θ', Ζήτρος, [επιμέλεια]
(2002) Ουρανία - Βιβλίο Η', Ζήτρος, [επιμέλεια]
(2002) Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανάς, Ζήτρος
(2001) Ηρόδοτος Πολύμνια, Ζήτρος, [επιμέλεια]

http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=40454

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (3)

Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)

Το χρώμα
της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου

Εκείνη η πελάτισσα, η μελαχρινούλα, δεν είχε αδερφό μπογιατζή; Eλαιοχρωματιστή γιε μου. Τί έκφραση; Προσεχτική η μάνα. Σε προτάσεις, λέξεις, λόγια, συλλαβές. Το νόημα κι από ένα άρθρο αλλάζει, παιδί μου. Ελαιοχρωματιστής, που θα άνοιγε μαγαζί με βαφτικά, είδη ψησταριάς, εργαλεία. Στον Άγιο Δημήτριο. Να τον φώναζε να δει τον χώρο; Να του ζητούσε προσφορά; Μία χούφτα τετραγωνικά όλα κι όλα, τι προσφορά να δώσει; Κι απ’ το τηλέφωνο να τον ρωτήσει, το ίδιο κάνει. Πόσα να χρεώνει για μία γκαρσονιέρα; Να τον έπαιρνε; Δεν θέλει. Ούτε τηλέφωνο να πάρει, ούτε προσφορά. Λεφτά μόνο και στο δρόμο να βγει. Ευτυχώς, σήκωσε χθες κι έχει πάνω του. Δε χρειάζεται να περάσει από ΑΤΜ. Απευθείας στο μαγαζί θα πάει. Στον κυρ Γιάννη, στη γωνία. Θα φορτωθεί πάλι μπογιές, πινέλα, νέφτι. Θα αγοράσει μουσαμάδες, γυαλόχαρτα. Ρολό, υπάρχει από την προηγούμενη φορά. Κανας χρόνος πάει; Θέλει το σπίτι βάψιμο γιε μου. Κάθε δύο χρόνια, σίγουρα. Οι τοίχοι να ξεβρωμίζουν. Nα χωθεί το καθαρό σε κάθε πόρο. Να τρυπώσει το καινούργιο σε κάθε ρωγμή. Θέση να πάρει του παλιού. Θ’ αρέσει και στην Έλενα φρεσκοβαμμένος ο χώρος. Καινούργια, σε θέση παλιού. Νέο ξεκίνημα. Πνοή καινούργια. Φύσημα. Να το νιώσει η Έλενα. Αυτός, να το νιώσει. Κόλλησε της μάνας το κουσούρι. Κάθε δύο χρόνια περνά το σπίτι, μία στρώση σίγουρα. Πάει περισσότερο από χρόνος. Δεκατέσσερις μήνες, δεκαπέντε; Σχεδόν δεν στέγνωσε το ρολό απ’ τη λαδομπογιά. Χρόνος και βάλε. Σχεδόν δεν στέγνωσε το σεντόνι απ’ τον ιδρώτα. Της. Καλά τα λέει η μάνα. Ένα αρθράκι τόσο δα, όλα τ’ αλλάζει. Ούτε η πετσέτα που της πρόσφερε να σκουπιστεί. Άκρες σκισμένες. Φθορά. Τόσα χρόνια πλυντήρια, υψηλές θερμοκρασίες, τώρα μόλις άρχισε να χαμηλώνει εντάσεις. Δεν πλένει στους εννενήντα, με πρόπλυση. Δε ζει στους εκατό, στο πλήρες. Αγορασμένες δύο πεντάδες, μια για κείνον, μια για τον Σωκράτη. Προσεχτική μάνα, πάντα. Παντού. Όσες στον έναν, τόσες στον άλλον. Αν δεν προσέχεις στις μικρολεπτομέρειες τα παιδιά σου, σαν έρθει η ώρα της ουσίας, πως θα ξέρεις να το κάνεις;

Θα χρειαστεί να σκεπάσει το παρκέ. Μην το πληγώσουν πιτσιλιές. Εφημερίδες φυλαγμένες κάτω απ’ τον νεροχύτη. Αυτό που κάποτε ήταν νέο, διπλώθηκε παλιό. Στη μέση. Τις κρατά. Χρειάζονται. Καθαρίζει ψάρια όταν καταφέρνει να πάει λαϊκή. Βολεύουν την Έλενα, όποτε έρχεται σπίτι. Τυλίγει κουκούτσια πεπονιού. Ζουμιά. Λαδόκολλες από σουβλάκια όταν παραγγέλνουν. Μικρή κουζίνα να την φλομώνει οσμές. Μυρίζει. Όμως. Προσθέτει η μάνα λέξεις, όπου ξεχνιέται. Αφαιρεί. Οι αισθήσεις μυρίζουν περισσότερο κι από ξεφλουδισμένο κρεμμύδι. Μάτια ανάβουν, κατσαρόλες θορυβούν. Ο τέντζερης που παίρνει θέση. Η ομορφιά του μαγειρέματος ηχεί. Απλώνει φρέσκο ελαιόλαδο στον πάτο. Ανακατεύει με μακρυά κουτάλα. Mακαρόνια με κιμά φτιάχνω, εσύ; Πάλι κιμάδες; Δεν μου αρέσουν οι κιμάδες, μωρέ. Συκώτι μοσχαρίσιο εγώ, με δεντρολίβανο. Το έσβυσα με πορτοκάλι. Να δούμε τι θα βγει. Υπέροχο θα βγει. Τα σάλια μου τρέχουν. Είπε. Έτρεξαν. Απ’ το τηλέφωνο. Οι ήχοι των λέξεων, η οσμή τους. Όλα μυρίζουν. Τρυπώνουν σε καλώδια οι αισθήσεις. Χωρούν. Λατρεύω το βασιλικό. Το σκόρδο. Πεθαίνω για την μυρωδιά του. Κι εγώ. Είπε. Μελιτζάνες να φτιάξεις μια μέρα, με ντομάτα στον τρίφτη και σκελίδες μεγάλες. Σε τηγάνι βαθύ. Ούτε μαϊντανοί, ούτε κρεμμύδια. Της γιαγιάς συνταγή. Μόνα τους τέσσερα υλικά. Αρκεί να μην έχεις κάπου να πας. Ή να φιλήσεις. Μου αρέσουν τα φιλιά με σκόρδο. Κι εμένα. Όλο κι έμενα έλεγε. Έλεγαν.

Να συγκεντρώσει τα χαρτιά του γραφείου σε μια μεριά. Ιδέες. Να σκεπάσει τον υπολογιστή. Να χώσει σε συρτάρια ό,τι μπορεί. Λαθραία να κρύψει νωπές εκτυπώσεις. Σε γέρικες σημειώσεις πλάι. Σε χώρο που ‘χουν καιρό κεκτημένο. Για λίγο να τις καταχωνιάσει. Ίσα να κάνει τη δουλειά του. Θλίψη το προσωρινό. Το παροδικό. Πένθος. Όταν το ζεις. Αφού περνά. Να απλώσει μουσαμάδες σε κάθε ράφι. Να τους στερεώσει, μη γλυστρούν. Κάτι πινέζες έχει φέρει η Έλενα. Να αναποδογυρίσει κορνίζες, ρυτίδες, μνήμες. Τον κολλητό. Την κουμπάρα. Ίδιο όνομα με την πελάτισσα. Θα μπορούσε στον αδερφό της να αναθέσει τη δουλειά, μα η κούραση τον ξεκουράζει, ο μόχθος. Βρεγμένο ηλιοβασίλεμα, ανάποδα. Με φίλο. Κάποιες διακοπές. Αν είναι ακόμα με την Έλενα το καλοκαίρι, θα μπει και δικό τους στο ράφι. Υπάρχει ζευγάρι χωρίς ηλιοβασίλεμα; Ζευγάρι χωρίς ήλιο. Χωρίς μέρα. Ζευγάρι ή ζευγάρωμα; Στο κρεβάτι απλώνει μουσαμά χοντρό. Σπίτι που βάφεται πένθος θυμίζει. Όλα σκεπασμένα και νεκρά. Όλα έτοιμα να αναστηθούν. Aφού τελειώσει. Τώρα σταυρώνονται σε Κρανίου Τόπο. Δε γουστάρω το Πάσχα. Εγώ το αγαπώ. Αντίθεση. Θλίψη. Λύτρωση. Θάνατος. Ανάσταση. Εγώ καθόλου. Με κουράζει η Μ. Εβδομάδα. Τα Χριστούγεννα καλύτερα, αν και πριν χρόνια είχα κατάθλιψη. Κουράγια έψαχνα να γιορτάσω. Σιωπηλή περπατούσε. Περπατούσαν. Βραδάκι ανοιξιάτικο. Ρούχα ελαφρά. Κρύωνε με το κοτλέ της σακάκι. Πέφτει υγρασία βράδυ στην Αθήνα. Αγιάζι. Διαπεραστικό. Ανατρίχιασε. Λεπτό το πουλόβερ της. Ζεστάθηκε με το τσάι που ήπιαν. Στο στέκι του. Ρούχα χοντρά. Αφόρητα ζέσταινε το ζαχαρί μπουφάν. Ήταν που περπάτησαν ώρα. Που βιαζόταν μην αργήσει. Εκείνη. Που δεν ήθελε να βιάζεται. Εκείνη. Εκείνος. Έφευγε αύριο. Ταξίδι. Δεν θα μπορούσαν να μιλούν για μέρες. Αβάσταχτο. Συνέχεια την σκεφτόταν. Σχέδια της ζωγράφιζε στο αεροπλάνο. Λέξεις της έγραφε. Λέξεις της έψαχνε. Σε άλλη γλώσσα, σε νόημα ίδιο. Τόσο γλυκιά. Ούτε βδομάδα και δε βαστιόταν. Μα βάστηξε. Το βάστηξαν. Ούτε κουβέντα κι είναι πάνω από χρόνος. Το βαστούν. Ιδρώνει. Συμμαζεύει. Ξύνει. Παρελθόν. Ατέλειες. Με γυαλόχαρτο άγριο. Ιδρώνει. Χοντρό το πλεκτό του πουλόβερ. Ανοιξιάτικη βραδιά. Πέρασμα. Από χοντρά ρούχα, λεπτά. Ούτε ξέρεις τι φοράς. Από κρύο, ζέστη. Ούτε ξέρεις τι αισθάνεσαι. Από κλείσιμο, άνοιγμα. Από πριν, μετά. Ούτε ξέρεις τι νιώθεις. Σχίστηκε η ζωή. Ορίστηκε. Στο πριν. Στο μετά. Από εκείνην. Πέρασμα. Πάσχα. Σε κανα μήνα κοντοζύγωνε. Στενοχωριέμαι που έχεις περάσει τέτοιες γιορτές. Από φέτος που γνωριστήκαμε, μαζί. Το εννοούσε. Δεν έγινε. Το Πάσχα δεν το θέλει. Καθόλου. Καλό που βλέπει τους γονείς αλλά, άντε νήστευε για χατίρι τους, άντε μπες στο χατίρι τους. Μπορείς αν θες να μην νηστέψεις. Θέλω. Για εκείνους. Τους βλέπω λίγο, να τους στενοχωρώ; Ευαίσθητος είσαι. Είναι. Ευαίσθητος. Το ξέρεις κι εσύ μάνα. Πάντα το ήξερες, το έλεγες. Δεν μου φαίνεται. Είμαι.

Ξεκρεμά την αγαπημένη αφίσα. Κολλημένο το βλέμμα. Της. Επάνω. Ακόμα. Είναι που είχαν ίδιο χρώμα. Η αφίσα το μαγνήτισε ή εκείνο την αφίσα; Ίδιο. Αγαπημένο. Συνέχεια της αφίσας. Το ήξερε ότι ήταν; Αγαπημένο. Αγαπημένη. Το ένιωσε; Την τυλίγει προσεχτικά, σε ρολό. Την λατρεύει. Στων ρούχων το ντουλάπι, κοντά σε μπλούζες, σε βαμβακερές φανέλες. Βαλμένη πάνω μαλακά. Με το βλέμμα μαζί. Την σιγούρεψε, που λέει η μάνα. Πλάι στα μικρά κάδρα, δίπλα στην ξύλινη αγαπημένη κατασκευή. Μην γεμίσει μπογιές. Την προφυλάσσει κι αυτή. Του αγκαλιάζει τις συλλογές, του φυλάει αγαπημένα, αντικείμενα μικρά. Αυθεντική της είχε πει. Έχω και εγώ σπίτι μου, ίδια. Και μία ίδια συλλογή. Πάλι κι εγώ. Ξανά ίδια. Σκοτείνιασαν τα φωτεινά της μάτια. Φώτισαν μαζί. Άδεια κάθε πλευρά. Βρώμικη. Έτσι ήταν. Ούτε που το παρατηρούσε. Ξεκρεμάστηκε η ζωή για να προσέξει, κάθε άδεια πλευρά. Του. Σπίτι που βάφεται πένθος περνάει. Μαυρίλες στους τοίχους. Γκραβούρες τετραγώνων. Σκιές καυσαερίου. Τρύπες. Καρφιά. Στον τοίχο. Στο μυαλό. ‘Καφενείο τη Νύχτα’.1888. Αντίγραφο Βαν Γκογκ, αριστερά του διακόπτη. Λατρεμένος της ο Βαν Γκογκ. Ανησυχία. Τρέλα. Αναστάτωση. Αγαπημένος της πολύ. Ήταν. Δεν είναι πια. Ο ενεστώτας που έφυγε πένθος θυμίζει. Πάντα προσεχτική και διαβασμένη η μάνα. Ίσως και να γνωρίζεται με τη δική σου. Στην ίδια περιοχή μεγάλωσαν. Μήπως πήγαιναν και στο ίδιο σχολείο; Ποιός ξέρει; Θα την ρωτήσω. Τοίχοι ξεροί. Δωμάτιο άδειο από αντικείμενα. Σημάδια γεμάτο. Καρφιά που ξεριζώθηκαν. Βρωμιές. Μαλλιά ανάκατα. Ανακατεμένα χάδια. Κεφάλι γερμένο. Βλέμμα κάτω από βλέφαρα. Κλειστό. Πόνος γλυκός. Λατρεμένος. Ζητούμενος. Προσπάθεια. Δάχτυλα. Τα λεπτά της δάχτυλα. Άσε ρε μάνα και κάτι με μισή περιγραφή. Δεν τα είδες εσύ τα δάχτυλα. Την ίδια. Κανείς δεν την είδε. Λεπτά. Μακρυά. Δεν τα ξέρεις. Εγώ τα ξέρω. Ο τoίχος. Λίγο την ένιωσε. Λίγο κι αυτή. Λίγο τον ακούμπησε. Όσο την είχα αγκαλιά, όσο τη φίλαγα, όσο την έγδυνα, όσο τη γεύτηκα, γεύση ελάχιστη πήρε κι αυτός. Κοιμήθηκα ύστερα στην κρύα μεριά του. Άφησα εκείνην απ’ έξω, μάνα. Σαν έτοιμη να φύγει. Σαν να μην ήρθε ποτέ. Τελικά. Λίγο την ένιωσα κι εγώ κι ο τοίχος. Εσύ δεν την φαντάζεσαι, καν, μάνα. Άσε με να ξεχάσω καμιά λεπτομέρεια. Της. Άρθρο σημαντικότερο κι από πρόταση. Άρθρο σαν πρόταση γεμάτο. Ασφυκτικά. Ανάσα δεν θα παίρνει αφού τελειώσει. Θα μυρίζει, τουλάχιστον τρείς μέρες νέφτι και λαδομπογιά. Μήπως να κοιμηθεί στην Έλενα; Ελαφραίνει το σπίτι, το δωμάτιο. Ίδιο πράγμα. Δωμάτιο. Σπίτι. Στο πάτωμα περιοδικά. Στοίβες χάρτινες. Στο κρεβάτι τα απλώνει. Να τα προστατεύει μουσαμάς. Λίγα. Χωρούν. Ποικίλης ύλης. Ανδρικά. Διακόσμησης. Γυναικεία. Διαβάζει η Έλενα Elle, Madame Figaro. Ένθετα Κυριακάτικων. Φυλαγμένο αρχείο. Χρήσιμο για την δουλειά. Σελίδα 79, δεξιά, ένα τέταρτο της σελίδας για εκείνην. Σελίδα 94. Σχόλιο, για εκείνην. Σελίδα 16, φωτογραφία. Εκείνη. Λεζάντα. Φυλαγμένο αρχείο. Mικρός ορμητικός καταρράκτης, γλυκά χυμένος στο κρεβάτι του. Εκείνη. Λουστραρισμένο λαμπερό χαρτί. Έλαμψε το δωμάτιο απ’ το γυμνό της δέρμα. Αόριστος, όχι παρατατικός. Άριστη στη γραμματική η μάνα. Ο παρατατικός θα ´χε λιγότερη πίκρα; Οι περισσότερες μνήμες, πιο λίγη προσπάθεια; Μεγαλώνει ο χώρος. Bολεύονται τα διακοσμητικά σε θέσεις προσωρινές. Μπιχλιμπίδια μαζεμένα σε κούτες. Χώρος άδειος. Για λίγες μέρες. Άδεια ψυχή. Για πολλές. Ωσάν να φράκαρε τώρα που άδειασε. Τίποτα δε χωρά. Πια. Ναι μάνα, πια. Τώρα πια.

Να ξεκινήσει από το μπάνιο; Το ταβάνι πρώτα, ο τοίχος, το παράθυρο μετά. Μικρή επιφάνεια. Μέχρι τη μέση πλακάκι. Τετράγωνο. Μικρό. Σχέδιο παλιό, του ‘70. Βρεγμένο. Νεύμα πετά σε υδρατμούς, σαπουνάδες. Στο μεγάλο πορτοκαλί μπουκάλι. Μαύρα γράμματα. Καπάκι μαύρο. Αφρόλουτρο. Αυτό να χρησιμοποιήσω; Νεύμα σε μαλλιά μαζεμένα. Λάστιχο χοντρό, άχαρο, μπεζ. Σφίγγει με τέτοια ο κυρ Διονύσης το κεφαλοτύρι. Ό,τι της βρήκε. Να βολευτεί. Ανεπιτήδευτη. Απλή. Χαμογελά στην οδοντόκρεμα, στην οδοντόβουρτσα. Είναι και της Έλενας στο ποτήρι. Δεν ήταν τότε. Φυσικά, ρε μάνα. Τώρα είναι. Στον καθρέφτη. Αυτός την τσάκωσε που έγλυψε το σωληνάριο. Άνοιξε προσεχτικά τη βρύση μην τον ξυπνήσει. Ήθελε να τον ξυπνήσει. Όμως. Άφρισε το στόμα, φούσκωσε τα μάγουλα. Κοιτάχτηκε. Μπουρμπουλήθρες σαν παιδί. Αθόρυβες. Προσεχτικές. Ήθελε να τον ξυπνήσει όμως. Μόνο ο καθρέφτης ξύπνιος. Δροσίστηκε. Η αναπνοή. Το μπάνιο. Δρόσισε το ξύπνημα του πρωινού. Του. Δεν την πήρε χαμπάρι. Μόνο ο καθρέφτης. Την διέγραφε σ’ ότι έκανε, μάνα. Φως δεν άνοιξε. Μην τον ξυπνήσει. Ήθελε να με ξυπνήσει όμως, μάνα. Ξέρει ο καθρέφτης. Να του περάσει του ´ρχεται μία με το ρολό. Απ’ άκρη σ΄ άκρη. Τα απορρυπαντικά δεν τα κουνάει. Πετσέτες μόνο θα κρύψει και τ’ άπλυτα που ‘χουν μαζευτεί. Ξεφλούδισε ήδη το κωλοτάβανο. Στο χρόνο επάνω. Βρωμόστομος μάνα, ναι. Κωλοϋγρασία, κωλοτάβανο, κωλομπάνιο, κωλοπαράθυρο που δε βλέπει πουθενά. Κωλοκαθρέφτης, γνώστης εχέμυθος. Μου δίπλωσε το μαύρο φανελάκι. Αθόρυβα, να μην ξυπνήσω. Κωλόϋπνος. Κωλόσπιτο και αφημένα πάνω στο πλυντήριο, δύο καζάνια άπλυτα. Γαμώτο. Η Έλενα τα μετράει σε λεκάνες. Εκείνη, σε καζάνια έμαθε να τα μετρά. Σαν κι εμάς.

Δε θα παντρευτείς βρε σίχαμα εσύ; Καλή η Έλενα. Παράτα με, μάνα. Δεν ξέρω. Να βάψω πρώτα, να περάσω μπογιά. Να σβύσω. Να τρίψω. Να ξύσω. Να σκεπάσω πρώτα μάνα και μετά. Βλέπουμε. Σίχαμα, γιατί είμαι μεγάλο πειραχτήρι. Κι εγώ. Την πεθαίνω τη μάνα μου, για αυτό με φωνάζει έτσι. Θέλει να σε παντρέψει; Σιγά σιγά. Να δει χαρά κι απ’ τον άλλο γιο. Άπλωσε η Έλενα το χαλάκι του μπάνιου; Έχω και εγώ ίδιο χαλάκι. Όχι γαλάζιο, κόκκινο. Από το ΙΚΕΑ. Έχω και εγώ ίδια έκδοση. Τα άπαντα του Καβάφη. Έχω και εγώ ίδιο πάπλωμα. Κόκκινο από τη μία. Μπλε σκούρο από την άλλη. Δικό σου ή δικό μου το εσώρουχο; Άμα φοράς κι εσύ ροζ θα ανησυχήσω. Μπερδεύτηκα μωρέ. Σίχαμα μάνα. Δε θα νοικοκυρευτώ. Σίχαμα να με βρίζεις, να με αγριεύεις. Σίχαμα, όπως με έλεγες από παιδί. Τριάντα τέσσερα μάνα, τι παιδί; Παιδί για μένα αγάπη μου, όσο και αν φτάσεις.

Να πλύνει τις κουρτίνες μια που μπήκε στη διαδικασία. Όταν αποφασίσει να αλλάξει χώρο θα τις αλλάξει κι αυτές. Κάτι μίνιμαλ. Απλό. Δεν είναι γούστο του. Της μάνας του είναι. Γούστο, ράψιμο, κέντημα στο τελείωμα, λεπτοδουλειά δύσκολη. Τις μοίρασε στους δυο τους. Να στοκάρει πρέπει. Να κλείσει τρύπες. Καλά που θα ήτανε με ένα στοκάρισμα να κλείνουν. Θα λειάνει. Κι αν κλείσει; Στο ίδιο σημείο δε θα τοποθετηθούν τα κάδρα; Ο Βαν Γκογκ; Η αφίσα; Στο ίδιο σημείο θα τρυπήσει ξανά. Στο κρεβάτι επάνω. Να καρφώνεται το βλέμμα όταν ανοίγει. Να ανοίγει μόλις καρφώνεται. Ακόμη καρφωμένο το δικό της. Δε θα στοκάρει. Μισές δουλειές θα κάνεις παιδάκι μου; Όλα μισά. Τίποτα μισό δεν τελειώνει. Πρέπει να ολοκληρωθεί για να τελειώσει. Όλα μισά τα άφησαν. Τον ύπνο. Τον έρωτα. Τη γεύση μισή. Δεν τελειώσανε. Ούτε αυτός. Ούτε εκείνη. Της το υποσχέθηκε. Μαζί να τελειώσουν. Το ψέλλισε μέσα στο αυτί της. Το θέλησε μέσα της. Δεν πρόλαβε. Δεν αρχίσανε. Την τηλεόραση να σκεπάσει. Όταν αποφασίσει να αλλάξει χώρο θα πάρει πόδι κι αυτή. Μία μεγαλύτερη, λεπτότερη, χωρίς κεραία. Ανοίγει ραδιόφωνο. Συντροφιά. Στον αδειασμένο χώρο καλύτερα ακούγεται. Ήχος απλωμένος, διπλός. Ότι λείπει απ’ τα μισά που άφησε. Τόσες ώρες και δεν τέλειωσε κανείς. Κανείς δεν ήθελε να τελειώσει. Ότι λείπει διπλάσιο φαίνεται. Όχι ραδιόφωνο, cd. Το τρίτο τραγούδι αφιερωμένο. Δεν είμαι δολοφόνος μωρέ. Το τραγούδι το λέει. Χαρισμένο. Με φιλί στο μάγουλο. Του χρώσταγε. Πεταχτό. Της το είχε ζητήσει. Του χρώσταγε. Φευγαλέο. Ολόκληρο ή μισό; Για όλα αναρωτιέσαι γιε μου;

Τα πάντα σκεπασμένα. Εκτεθειμένο τίποτα. Έπιπλα. Συσκευές. Προστασία. Όσο σκεπάζεις, τόσο φαίνονται. Εκτεθειμένος. Εκτεθειμένα όλα. Σκέψεις ορατές. Αναμνήσεις. Μην κουκουλώνεις παιδί μου. Μην θάβεις. Με την πρώτη βροχή ξεβράζονται απ’ το χώμα. Όλα παιδί μου. Γίνεται να μη βρέξει; Αν όχι καταιγίδα, ψιλόβροχο θα ρίξει κάποια στιγμή. Δε θάβω. Βάφω. Αναγεννώ. Εμένα κοροϊδεύεις γιόκα μου; Ή εσένα; Ανοίγει κουτιά, καπάκια. Στάζουν μπογιές. Αγωνία. Σε σειρά. Λαδομπογιά ζαλισμένη. Ζαλίζει. Τις καλύτερες αγόρασε. Τα βασικά. Μπλε. Κόκκινο. Κίτρινο. Τα άλλα θα τα φτιάξει. Αναμιγνύοντας. Ανακατεύοντας. Μην ανακατεύεσαι μάνα. Όχι ακόμα γάμους. Για να φύγω ήσυχη. Φτιάχνεις ή χαλάς ανακατεύοντας; Γνώριμος ήχος. Κουδούνισμα. Ειδοποίηση. Ενημέρωση. Που χώθηκε το κωλοτηλέφωνο γαμώ τη τρέλα μου; Δεν φαίνεται. Ασημένιο. Ελαφρύ. Ήχος λεπτός. Λέγετε; Ακόμα περιμένουν. Στο διάδρομο. Το γιατρό. Το νοσοκόμο. Κάποιος να τους πει. Σε καμιά ώρα, σε μισή; Κι η ώρα ακόμα μισή; Την πληροφόρηση. Τη διάγνωση. Την αλήθεια. Πάντα καλύτερη η αλήθεια γιε μου. Με κάθε τίμημα. Ακόμα περιμένουν. Τη μάνα. Πάρε με Σωκράτη ξανά. Αμέσως μόλις μάθεις πάρε με. Έχω δουλειά εγώ. Βάφω. Γκρεμίζεται. Το τηλέφωνο. Την φιλοξενούσε η παλιά συσκευή. Όνομα. Ψευδώνυμο. Φωνή ηχογραφημένη. Το βράδυ που έφτιαχνε τον υπολογιστή του Σωκράτη. Στα μάτια του η οθόνη. Στο αυτί του εκείνη. Φλυαρούσε ασταμάτητα. Γκρεμίστηκε. Κορμί. Πόδια που κλωτσούν. Στρογγυλά κουτιά. Αλουμινένια. Πλαστικά. Άλλα με χερούλια, άλλα χωρίς. Κλωτσά. Κουβάδες με μπογιές. Όχι αυτόν με το λευκό. Όρθιος. Κλειστός ερμητικά. Αεροστεγώς. Έναν πήρε, να ’χει να αραιώνει. Να απαλύνει. Να δημιουργεί αποχρώσεις. Λαδομπογιάς ρυάκια. Ποτάμια ασταμάτητα. Τρυπώνουν στα χωρίσματα των ξύλων. Στις ενώσεις. Όπως κι αν το πεις. Χώρισμα, ένωση, φέρνει κοντά. Παράλληλες ποικιλόμορφες γραμμές. Ορμητικές. Προς τη μπαλκονόπορτα. Γοργές. Παίρνουν ψαροκόκκαλη φόρμα. Ποτίζουν. Βιαστικές. Παρκέ απροστάτευτο. Ευτυχώς δεν έχει χαλιά να λερωθούν. Δεν έστρωσε εφημερίδες. Ακόμα. Λίμνες διογκωμένες με τα βασικά. Μπλε δικό του. Κόκκινο της μάνας. Αίμα. Κίτρινο. Πριν. Έτσι βαμμένο το σπίτι. Τότε. Να το πρόσεξε; Σκοτάδι. Χαμηλός φωτισμός. Όλα χαμηλά και ψηλά. Όλα στα άκρα μαζί της. Την σκάλα να φέρει απ’ το μπαλκόνι. Για κάτι τέτοια τη φυλά. Οι έξυπνοι άνθρωποι φορούν πράσινο. Δεν το ήξερα. Γέλασε. Του γέλασε. Μου αρέσει αυτό που είπες. Πράσινη μπλούζα στον πρώτο καφέ. Λίγο ανοιχτή στο στήθος. Κλειστή στις γραμμές της. Μαλακή στην υφή. Την έγλυφε διακριτικά. Χαδιάρικα. Στη μασχάλη. Στην κοιλιά. Όπως αργότερα αυτός. Σε κάθε χιλιοστό. Σε κάθε πόρο. Τον φόρεσε το δέρμα της. Απλή. Ανεπιτήδευτη. Εύθραυστη. Μοιραία. Παιδική. Η ομορφιά που δεν κραυγάζει είναι η ωραιότερη, γιε μου. Το ξέρω, μάνα. Το έμαθα. Η πιο επικίνδυνη. Τον συνεπήρε τ’ άρωμά της. Της το είπε. Τον συνεπήρε το μυαλό της. Της το είπε. Τον συνεπήρε ο τρόπος της. Ολόκληρο. Όχι μισό. Φοβήθηκε. Φοβόταν. Φοβάται. Σ’ όλους τους χρόνους. Τότε. Τώρα. Για το τηλέφωνο που θα χτυπήσει. Θα ξαναπάρει ο Σωκράτης. Για το τηλέφωνο που δε χτυπάει πια. Ναι, ρε μάνα. Πια. Τρέχει το κίτρινο μπροστά. Το μπλε ξωπίσω. Φτάσαν στα πόδια του γραφείου. Μαζί. Εκεί την έριξε εκείνο το βράδυ. Σκληρό το πάτωμα χωρίς χαλιά. Μαλακός, τρυφερός, απροστάτευτος μαζί της. Δε θα μπορούσε όρθιος να την φιλά. Πάνω της. Μέσα της. Εκεί μπορούσε μόνο. Κρατήθηκε. Αφέθηκε. Απ’ την αρχή μέσα της μπήκε. Το πράσινο βλέμμα του ναυάγιο. Στη δική της θάλασσα. Σε άμυνα. Επιθετικό. Βυθίστηκε. Τρύπωσε. Κίτρινο και μπλε μαζί. Το φορούν οι έξυπνοι άνθρωποι. Εκείνη το φορούσε. Στην αρχή τους. Χαίρω πολύ. Επιτέλους. Από κοντά. Κι εγώ. Χαμόγελο αφοπλιστικό. Αληθινό. Βαθύ. Θλιβερό στο βάθος. Τον είχε συνεπάρει από την πρώτη στιγμή, κι αυτό. Δεν θυμάται να πρόλαβε να της το πει. Δεν της το ομολόγησε. Νομίζει πως όχι. Σίγουρα όχι. Κι αυτό το γνωρίζεις ρε μάνα;
Κ.Τ.


Σύντομο Βιογραφικό
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 22.02.1977, όπου και κατοικεί, με καταγωγή όμως από την Καλαμάτα και τη Μάνη. Φοίτησε στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας και έχει κάνει πολυετείς μουσικές σπουδές / έχει πτυχίο πιάνου και πτυχίο αρμονίας της μουσικής. Συνεργάζεται με τις Εκδόσεις Καστανιώτη από τις οποίες κυκλοφορούν τα βιβλία της:
Στην Αριθμούπολη – παιδικό, 2004
Τα κοινόχρηστα - μυθιστόρημα, 2008
Διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους και διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς :
3ο βραβείο για το διήγημα η προσβολή, στον Α΄ Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Συλλόγου Φιλολόγων Ημαθίας, που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής UNESCO και του Υπουργείου Πολιτισμού (2008)
2ο βραβείο για το διήγημα αχ, ξενιτιά, στον Διεθνή Διαγωνισμό με θέμα ‘Αχ, ξενιτιά’, που διεξήχθη από το Σύλλογο ‘Ζαλώνη-Ξάστερων’ και το περιοδικό Λογοτεχνίας ‘Κελαινώ’ (2008)

Σημ. ΔΕΕ: Πρόσφατα (Μάρτιος 2011) κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της "Το καλοκαίρι του Ευκλείδη" (δείτε εδώ http://vivliofiloi.blogspot.com/2011/04/blog-post_13.html)