Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Διήγημα: Αυτός και η ...Πασχαλιά


ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ Η…ΠΑΣΧΑΛΙΑ
Του Τρύφωνα Ούρδα
[Γράφτηκε το 1974]

Ο Μάρτης δεν μπόρεσε να δώσει στον Θωμά να καταλάβει, ότι να… έφτασε η Άνοιξη και πως στα μέσα του αλλουνού το Πάσχα. Κοιτούσε από το παράθυρο του σπιτιού του και δεν έβλεπε τίποτα, κάτι που να λέει για τον ερχομό τους. Μόνο έναν συννεφιασμένο ουρανό και γκρίζο, να κρέμεται στον ορίζοντα και κανένα πράσινο, σκορπισμένο εδώ και εκεί στον κάμπο, σημάδι πως το «θεριό» ο χειμώνας, δεν ήθελε ακόμα να αφήσει το «βασίλειό» του!

Και δεν είχε άδικο! Ο χειμώνας έμαθε ότι βαστάει τρεις μήνες. Και όμως! Ετούτος θα ξεπεράσει τους τέσσερις. Και τι χειμώνας! Μόλις πρόφτασαν να λιώσουν τα χιόνια και άρχισαν ο βοριάς και η βροχή, ενώ το κρύο παγώνει και τρυπάει το κορμί μέχρι το κόκκαλο. Και αυτός ο ήλιος...!

Ποιος ήλιος; Α! ναι… αυτός που ζεσταίνει το καλοκαίρι Είδες μαζί με το Πάσχα που ήταν τόσο κοντά, ξέχασε και αυτόν. Αχ! Πόσο εύκολα ξεχνάει κανείς!

-Ακούστε, έλεγε όταν του μιλούσαν για το εφετινό Πάσχα. Είναι που το γιορτάζω, σαράντα χρόνια τώρα το ευλογημένο. Σαράντα μετρημένα από τα χρόνια του πατέρα και της μάνας μου. Και ξέρετε πως είναι μωρέ; Ανοιξιάτικο, γεμάτο λουλούδια, χαρούμενο και ζεστό. Ακόμα και ο ήλιος να βοηθάει να ψηθεί το αρνί στη σούβλα. Τόσο ζεστό… Μάλιστα. Παγωμένα Χριστούγεννα ναι, Πάσχα όμως ποτέ..!

Και τα έλεγε με τόση μεγάλη σιγουριά, τόση αισιοδοξία και σοβαρότητα, που ο καθένας αν τον άκουγε, θα τον πίστευε και θα δικαίωνε τα λόγια του. Άλλωστε δεν τα έλεγε και κανένα παιδί!

Όμως… για κοίταξε σήμερα. Για δες γύρω σου. Ανέπνευσε βαθιά τον μυρωμένο ανοιξιάτικο ζέφυρο. Θα αισθανθείς την αγάπη για τη ζωή.

Από σήμερα λοιπόν το Πάσχα!

Όπως όλοι μέσα στο χωριό έκαναν ετοιμασίες να υποδεχτούν την τόση μεγάλη Γιορτή, προετοιμάστηκε και αυτός. Μπορούσε να μείνει πίσω η αφεντιά του;

Αρχή από το κονάκι του. Διόρθωσε τη σκεπή, έβαλε τα κεραμίδια που έφυγαν από τον αέρα στη θέση τους και ύστερα άσπρισε μέσα και έξω τους τοίχους. Παράλληλα αντικατέστησε και κάποια από τα έπιπλα που από την πολυκαιρία, πάλιωσαν και καταστράφηκαν. Έτσι, μ’ αυτά τα λίγα το σπιτάκι του έλαμψε!

Αφού λοιπόν τακτοποίησε όλα αυτά, βάλθηκε να συγυριστεί και ο ίδιος. Έπρεπε να ψωνίσει το κουστούμι για την Ανάσταση. Αυτό το παλιό, έ δεν βαστάει άλλο! Μπαλώθηκε- ξαναμπαλώθηκε εκατόν-δύο φορές και τώρα πρέπει να πάει στη γωνιά. Όσο για τα παπούτσια, ούτε λόγος δεν αξίζει να γίνεται! Έχουν υπερβεί πέντε φορές το όριο της ηλικίας τους! 

Βέβαια θα πει κανένας πως όλα αυτά είναι έξοδα. Έλα όμως που θα κινδυνεύσει να γιορτάσει το Πάσχα χωρίς αξιοπρεπή ενδυμασία. Κάλλιο το πρώτο παρά το δεύτερο..!

Γι αυτό την άλλη μέρα, Μεγάλη Πέμπτη και πριν καλά-καλά να φέξει ο ήλιος στην Ανατολή, αφού έβαλε στην τσέπη του όλες τις οικονομίες, πήρε τον δρόμο για την πόλη.

Ανέβηκε στο τετράποδο γαϊδουράκι του-ευλογημένο ας είναι- και όταν έφτασε σ’ αυτή, τράβηξε κατ’ ευθείαν στο πρώτο κατάστημα που βρήκε μπροστά του. Βγήκε όμως πολύ σύντομα, γιατί κανένα από τα κουστούμια που δοκίμασε δεν ήταν στα μέτρα του. Το ένα φαρδύ στη μέση και στενό στα πόδια, το άλλο μακρύ και ένα σωρό άλλα κουσούρια. Δεν γίνεται. Αυτός το θέλει να είναι σαν κι αυτόν. Στα μέτρα του δηλαδή και σπιθαμή μεγαλύτερο ή μικρότερο.

Δοκίμασε έτσι και στο τέταρτο κατάστημα αλλά τα ίδια και χειρότερα από το πρώτο. Δεν απελπίστηκε όμως. Τι θα πείραζε αν δοκίμαζε και σ’ αυτό που είναι απέναντι. Η δοκιμή στο κάτω-κάτω σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι με χρήματα!

Μετά από υπομονή σχεδόν μιας ώρας και μετά από αμέτρητα «αντίο- καλό Πάσχα» και «ευχαριστώ- επίσης» των πελατών, ήρθε και η σειρά του.

-Ορίστε κύριε, του είπε κάποιος μειδιών, από αυτούς που εξυπηρετούσαν το κοινό. Τι θα σας προσφέρουμε από τα εφετινά λαμπριάτικα είδη μας, πάντα εκλεκτής ποιότητας;

Έβηξε δυο φορές και ύστερα παίρνοντας ύφος σοβαρό απάντησε

-Ε..! Θα ήθελα είπε φωναχτά, να αγοράσω ένα κουστούμι που να μου ταιριάζει, όμοιο στα μέτρα μου. Να αντέχει στα πολλά πλυσίματα, στα χρόνια και να μην ξεφτίζει. Ακόμα να είναι σκούρο ανοιχτό και λίγο φτηνό στην τιμή..!

Αυτό το τελευταίο που είπε, είναι σίγουρο πως και ο ίδιος δεν το πολύ-πίστευε. Ήξερε πόσο ακριβά πωλούνται τα πράγματα αυτή την εποχή. Το είπε όμως έτσι, επειδή το άκουσε από μια κυρία δίπλα του, που η «γαλιάντρα», λίγο-πολύ τσακώθηκε με τον υπάλληλο, γιατί το σακάκι του άντρα της, της φάνηκε πολύ ακριβό και δεν έκανε έκπτωση στην τιμή του.

Και συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο:

-Να, αυτό στη βιτρίνα σας, θα είναι καλό για μένα.

-Και βέβαια θα σας είναι καλό, του είπε εκείνος. Για να πεισθείτε όμως περισσότερο, κάντε μια δοκιμή να το φορέσετε και να το δείτε στον καθρέφτη αν σας πηγαίνει πραγματικά. Είμαι σίγουρος πως θα μείνετε ευχαριστημένος. Να ο καθρέφτης.

Αφού κοιτάχτηκε καλά μπρος-πίσω και πήρε διάφορες στάσεις και βεβαιώθηκε για την τελειότητα, είπε να το βάλλουν στο κουτί, πλήρωσε και βγήκε, συνοδευόμενος από τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και φυσικά με πολλές ευχές από όλους όσους δούλευαν εκεί, για «Καλό Πάσχα».

Περιπλανώμενος στην αγορά, βρέθηκε μπροστά και σε ένα κατάστημα με παπούτσια. Από τη βιτρίνα που κοίταξε, του φάνηκαν υπέροχα. Θέλεις καφέ χρώματος-μαύρου, με κορδόνια ή άνευ, ό,τι ήθελες είχε. Αλλά από τιμές! Φωτιά! Δεν βαριέσαι όμως. Η τσέπη του να είναι καλά. Χωρίς να πήγε ποτέ στην Αθήνα, σήμερα γιορτάζει το «Κολονάκι», έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του και γελούσε ο φουκαριάρης!

Σαν μπήκε και μέσα, το μαγαζί του φάνηκε ένα όνειρο! Μεγαλείο και πολυτέλεια! Άλλοι δοκίμαζαν παπούτσια παραπονούμενοι για στενά-μεγάλα στα πόδια τους, άλλοι έφευγαν με παπούτσια που αγόρασαν στις τσάντες τους, άλλοι έκαναν παζάρια για την αγορά τους και άλλοι… έφευγαν όπως μπήκαν, ρίχνοντας κατάρες στην ακρίβεια!

Όταν τον είδαν κι αυτόν να μπαίνει μέσα, έτσι σφιχτό και ντροπαλό, κάποιος από τους πωλητές τον πλησίασε και τον ρώτησε τι επιθυμεί. Τότε αυτός γρήγορα και ξεκάθαρα, χωρίς πολλά λόγια και ακαταλαβίστικες κουβέντες, του είπε το σκοπό της επίσκεψης και το τι ακριβώς θέλει να αγοράσει.

Αμέσως εκείνος κατέβασε από τα ράφια ένα σωρό κουτιά με παπούτσια και του τα έδωσε να τα δοκιμάσει. Φορώντας έτσι το ένα ή το άλλο ζευγάρι και εδώ διάλεξε τα καλύτερα παπούτσια που διέθετε το κατάστημα. Σκαρπίνια μαύρου χρώματος, τελευταίας μόδας και εξαιρετικής ποιότητας. Πολύ δε περισσότερο και εισαγωγής..!

Ευχαριστημένος από τις αγορές, μαζί με άλλες που έκανε, τώρα σε τρόφιμα, φορτώθηκε πάλι στο γαϊδουράκι του και από την πόλη επέστρεψε στο χωριό. Εκεί, αφού τακτοποίησε ακόμα μερικές από τις δουλειές του, αναφερόμενες κυρίως στο ασβέστωμα τοίχων και καθαρισμό αποθήκης, το βράδυ πήγε στην Εκκλησία. Ήταν τα δώδεκα Ευαγγέλια βλέπετε. 

Μαζί με τους άλλους χωριανούς τα παρακολούθησε Ένα-Ένα, μάλιστα με μεγάλη ευλάβεια, αναπολών συγχρόνως την παιδική του ηλικία και τα σχολικά του τα χρόνια, όταν ο δάσκαλος τους μίλαγε τέτοια εποχή για τα Πάθη του Χριστού και την Ανάσταση.

Την επόμενη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή, ο καιρός έβρεχε. Μαύρα σύννεφα πλάκωναν γύρω την ανοιξιάτικη φύση και έριχναν σταγόνες το δάκρυ τους, λυπημένα και αυτά για τον άδικο θάνατο Εκείνου. Του Καλόκαρδου και Αγαθού Ναζωραίου. Του ευσπλαχνικού Θεού.

Συντετριμμένος και αυτός με λυγμούς, πήγε στους τάφους του πατέρα και της μάνας του και καθάρισε τα αγκάθια και τα χορτάρια που φύτρωναν εκεί και πατούσαν το σώμα τους. Ύστερα με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση, άναψε το καντηλάκια και από ένα κερί στη μνήμη τους.

Πόσο του λείπουν, μόνο αυτός και η ψυχή του το ξέρουν! Γιατί να μην μπορεί να τους μιλήσει, να τους πλησιάσει και να τους πει, πόσο μόνος αισθάνεται χωρίς αυτούς! Γιατί να μην μπορεί να νοιώσει την απέραντη αγάπη τους! Θάνατε πόσο μεγάλες και αγιάτρευτες πληγές ανοίγεις, κάθε που πέφτεις μέσα στις οικογένειες!

Το βράδυ για τον Επιτάφιο, ο παπάς χτύπησε την καμπάνα λίγο νωρίτερα. Ήθελε να πάει ο κόσμος εκεί πιο μπροστά για να τον στολίσουν. Μπήκε λοιπόν στον μπαχτσέ του και αυτός και έκοψε μερικές από τις πασχαλιές και τα ζουμπούλια, που όλες αυτές τις μέρες, στολίζουν την πλάση. Τα έκανε δυο ματσάκια και τα πήγε πάνω στο νεκρό σώμα του Ιησού. Από μέσα του έψελνε: «Η ζωή εν τάφω…»

Και ξημέρωσε η Κυριακή. Το Πάσχα μέσα στο χωριό. Ο κρότος της κανονιάς του, γέμισε απ’ άκρη σ’ άκρη την κάθε γειτονιά και φώτισε τα πιο σκοτεινά δρομάκια. Έφερε την αγάπη στις ψυχές όλων των χωριανών και άναψε την ελπίδα για το αύριο. Παραμέρισε την κακία και το μίσος και έκανε όλοι να δώσουν τα χέρια τους και το «φιλί της Αγάπης» σαν πιστοί χριστιανοί και μιμητές του Αναστημένου Θεού.

-Χριστός Ανέστη χωριανοί-Αληθώς Ανέστη χωριανοί, έψελνε ο παπάς με τους ψαλτάδες του μέσα στην Εκκλησία. Το πλήθος χαρούμενο, κρατώντας αναμμένες λαμπάδες, που έφεγγαν σαν τον ήλιο, σταυροκοπιόταν με ευλάβεια και προσευχόταν προς τον Κύριο του Παντός.

Προσευχήθηκε και αυτός και έψαλλε μαζί με τους άλλους το μεγάλο Γεγονός. Η ψυχή του εκείνες τις ώρες, βγήκε από μέσα του και πέταξε προς τον Αναστημένο Θεό, που σκόρπισε τους εχθρούς Του και έφερε στον κόσμο το Μέγα Έλεος! Την Μεγάλη Αλήθεια! Αυτή που όλοι προ πολλού, ξεχάσανε να λένε και ζούσανε μέσα στα σκοτάδια. 

Ώσπου έφτασε η σημερινή μέρα!

Τέλος, αφού τέλειωσε ο παπάς τη Λειτουργία, επέστρεψε στο σπίτι του. Ένοιωθε τόσο ευτυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε. Κάθισε ήρεμος στο τραπέζι και έφαγε με όρεξη το αρνάκι που έτρεφε εδώ και αρκετούς μήνες. Ύστερα ήρθαν στο σπίτι του συγγενείς και φίλοι με τους οποίους τσούγκρισε το κόκκινο αυγό και ήπιαν ποτήρια κόκκινο κρασί, ώσπου κάποιος νεώτερος, όταν πια έφτασε στο κέφι, είπε το πρώτο τραγούδι. Ακολούθησαν οι πιο γέροι με παραδοσιακά τραγούδια της δικής τους εποχής, που έλεγαν για την παλληκαριά τους αλλά και για τη δύναμη της Ρωμιοσύνης.

Έτσι, αφού και το τελευταίο ποδαράκι του μικρού αμνού φαγώθηκε και εξαντλήθηκε και η τελευταία σταλαματιά από το κρασί του στο βαρέλι, αποφάσισαν να τα συμπληρώσουν στον καφενέ. Εκεί κάτω από το ψηλό και γέρικο πλατάνι του χωριού, γινόταν μεγάλος χορός. Χόρευαν τα όμορφα κορίτσια και τα αγόρια, που τα χαίρονταν οι μανάδες τους και τα καμάρωναν οι πατεράδες τους.

-Φέρε κρασί να πιούμε, φώναξαν όλοι στον καφετζή.

-Φέρε να πιούμε γρήγορα, είπε και αυτός!

Και πρώτος πιάστηκε να χορέψει έναν αθάνατο ελληνικό σκοπό!

21-4-2019 
ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Διήγημα: Το αλεξίπτωτο


Το αλεξίπτωτο


Εκεί στο καφενείο του Γιακουμή που λέτε, ακούγονταν τα πάντα. Από την απλή γεωργία και την κτηνοτροφία μέχρι την ανωτάτη γεωπονική και κτηνιατρική, από την κομπογιαννίτικη και πρακτική ιατρική μέχρι εκείνη των Παρισίων και από την κατασκευή κάρων, μέχρι εκείνη των σύγχρονων αεροπλάνων. Άμα προσθέσει κανένας ακόμα και μερικά «κακόλογα» σχετικά με ζωηρές γειτόνισσες και «πεταχτούλες» κυρίες, «θερμούς» κουμπάρους και κουμπάρες… άντε και λίγο όμορφες και χαριτωμένες δασκαλίτσες, ε τότε καλύπτει όλο το «φάσμα» των «κοινωνικών σχολίων» και γεμίζει άνετα τις στήλες της τοπικής εφημερίδας του χωριού. Και μη χειρότερα..! 

Εκείνο το βράδυ, κάπου στα μέσα του καλοκαιριού, εκεί στο βάθος του μαγαζιού την κουβέντα μεταξύ των θαμώνων, μονοπώλησε η παρέα του κυρ Γιώργη από τον μαχαλά των προσφύγων. Με τη ρετσίνα να καταναλώνεται σκέτη στα ποτήρια και την ευχή στην «υγεία μας» να ακούγεται κάθε τόσο στα τσουγκρίσματα, ο κυρ Πάνος, ο γείτονας και φίλος του με ένα μόνιμο μειδίαμα στα χείλη, μάρτυς μου ο Θεός λόγω του ποτού, έλεγε και ξανάλεγε για το γιο του που υπηρετεί στην αεροπορία και μάλιστα προς έκπληξη και απορία όλων, πως πέφτει από αυτά με αλεξίπτωτο στη γη! 

Και φυσικά όσο του επέτρεπαν οι γνώσεις και η πνευματική διαύγεια, έκανε ανάλυση στην παρέα, για τη διαδικασία που ακολουθείται και το μηχανισμό της πτώσεις και ιδιαίτερα των νόμων της φύσης που λαμβάνουν χώρα κατ’ αυτή! 

Στη βαριά και γεμάτη από τον καπνό και τα τσιγάρα ατμόσφαιρα, όλοι όσοι τον άκουγαν, «εννοούντες» και μη, είχαν το στόμα τους ανοιχτό, συλλογιζόμενοι και σκεπτόμενοι, πόσο τέλος πάντων προχωρημένη είναι σήμερα η τεχνολογία, αφού με αυτή κατόρθωσε ο άνθρωπος να πέφτει από ψηλά και να μην παθαίνει το παραμικρό, αλλά συγχρόνως και το πόσο «μεγάλη» ψυχή πρέπει να έχει κάποιος που αμολιέται στο κενό από τόσο ψηλά, από τα «ουράνια», τη στιγμή που οι ίδιοι δεν τολμούν να κάνουν ένα μικρό πηδηματάκι πάνω από το γαϊδουράκι τους και στο κατέβασμα από το σαμάρι του… 

Δεν συζητάμε βέβαια και για το «καμάρι» και την περηφάνια που πρέπει να αισθάνεται ο άνθρωπος, το παλικάρι που κάνει αυτή τη δουλειά! 

Όλα λοιπόν αυτά τα «σημαντικά» πράγματα, έδιναν και έπαιρναν απόψε εδώ στην παρέα και έτσι προχωρούσε η νύχτα και πέρναγε η ώρα, εκεί στο μαυρισμένο και σκονισμένο από τον καιρό ρολόι του τοίχου, πάνω από την πόρτα του μαγαζιού και δώστου ο καφετζής με τη κουβέντα να φέρνει κάθε τόσο και άλλες ρετσίνες, πετώντας πού και πού στους «μπερδεμένους» της παρέας και καμιά «σπόντα», όλο ειρωνεία στα λόγια του, για τις «τάχα» πολύ μεγάλες δυσκολίες που έχει η πτώση με τα αλεξίπτωτα, έτσι ο πονηρός για να διασκεδάσει την κατάσταση στο γενικό «γούρλωμα» των ματιών των συγχωριανών του από όλα αυτά που άκουγαν. 

Και εδώ που τα λέμε για τον κυρ Γιώργη της παρέας, που το κεφάλι του τώρα έγινε «νταούλι» από το αλκοόλ, ο καφετζής μπορεί να είχε και ένα δίκαιο. Ναι! Σιγά το κατόρθωμα και τη τέχνη που χρειάζεται να είσαι αλεξιπτωτιστής. Όπως πολύ καλά κατάλαβε από τον κυρ Πάνο δίπλα του, ο αέρας είναι αυτός που σε κρατάει ψηλά και δεν πέφτεις για να γίνεις «κομματάκια» στο έδαφος. Αρκεί βέβαια να έχεις αλεξίπτωτο. Αλλά… πάλι από την άλλη μεριά, που να βρεις αλεξίπτωτο. Δεν πουλάνε στα παζάρια..! Εδώ πράγματι είναι τα δύσκολα. 

Απογοητευμένος και απορροφημένος στις σκέψεις ο άνθρωπος, κάποια στιγμή κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα και βγάζοντας «ντουμάνι» τον καπνό από το σέρτικο τσιγάρο του, πίεσε όσο μπορούσε το μυαλό του, μήπως του έρθουν πάνω σε αυτό, τίποτα καινούργιες ιδέες και τον βγάλουν από τα αδιέξοδα. Και πραγματικά. Τη λύση δεν άργησε να την κατεβάσει το ασπρόμαυρο κεφάλι του. 

-Μπορεί, είπε από μέσα του, να μην μπορώ να βρω αλεξίπτωτο, μπορώ όμως να βρω πολύ εύκολα κάτι «ανάλογο». Αυτό μάλιστα μπορεί να το έχω και στο σπίτι μου και να με περιμένει να το χρησιμοποιήσω..! Ναι το έχω, σιγομουρμούρισε μην τον ακούσουν οι άλλοι και το πρόσωπό του έλαμψε από ευχαρίστηση που το βρήκε. Το έχω σίγουρα ξαναείπε και μια δοκιμή δεν βλάπτει… 

Τι τα συζητάμε όμως. Η ώρα πέρασε. Το «λουξ» κρεμασμένο στο ταβάνι, πήρε να θαμπώνει και οι περισσότεροι χωριανοί μέσα στο μαγαζί, πήραν και αυτοί το δρόμο για το φτωχικό τους. Έφτασε η ώρα για ύπνο βλέπετε. Ακόμα και ο μαγαζάτορας μέσα στον μπουφέ, άρχισε και αυτός το χασμουρητό και εδώ που τα λέμε, πάνω στα χέρια του χωρίς να το καταλάβει, πήρε και τον πρώτο του υπνάκο. Τι να έκανε και αυτός ο άμοιρος! Δεν μπορούσε να διώξει τους πελάτες και να κλείσει επειδή πέρασε η ώρα και αυτός νύσταζε. Αν έκανε κάτι τέτοιο, την άλλη μέρα κανένας πελάτης δεν θα πατούσε στο μαγαζί του. Έτσι οπλίστηκε με υπομονή και περίμενε, μέχρι να φύγει και ο τελευταίος! 

Ο τελευταίος… δηλαδή οι τελευταίοι για απόψε, μια και η παρέα που λέμε με την ενδιαφέρουσα συζήτηση για τα αλεξίπτωτα, δεν έλεγε να σηκωθεί. Μάλιστα, ακόμα και τώρα, τα περασμένα μεσάνυχτα, οι περισσότεροι στη συντροφιά συνεχίζουν ατέρμονη την «κονβερσασιόν» και δεν σταματάνε να κοιτάνε προς το μέρος του καφετζή, κάνοντας του νοήματα να φέρει και άλλες «μαλαματίνες», άσχετα και αν αυτός ο κατεργάρης, κάνει πως δεν βλέπει προς το τραπέζι τους, μόνο και μόνο μήπως τους κάνει να βαρεθούνε, να τα μαζέψουνε και να φύγουνε μια ώρα αρχύτερα. 

Ώσπου τελικά ο πονηρός με το «κόλπο» του τα κατάφερε! 

Πρώτος από τη παρέα σηκώθηκε να φύγει ο κύριος Χρήστος, τραβώντας μια τελευταία ρουφηξιά από τη ρετσίνα που απέμεινε στο ποτήρι του. «Καπνοτζής» με το όνομα, χρόνια τώρα ασχολούνταν με το εμπόριο καπνού στο χωριό, αλλά φράγκα δεν του περίσσευαν. Λίγο η «καλή» ζωή, λίγο η παραπάνω βόλτα και λίγο το ποτό, όπως τώρα που εξ αιτίας του δύσκολα μπορεί να περπατήσει, πού να έμενε «δεκάρα» στην τσέπη. Παρόλα αυτά όμως, «κύριος» σε όλα και γαλαντόμος, ακόμα και τώρα συνταξιούχος του ΟΓΑ. Άφησε στο τραπέζι τα χρήματα που αναλογούσαν για την πληρωμή του μαγαζιού και ακόμα περισσότερα και με ένα βαθύ χαμόγελο από τη ζάλη του αλλά συγχρόνως και με ένα σοβαρό ύφος, σαν να μη συνέβαινε τίποτα με το ποτό, έπαιξε δυο-τρείς φορές πάνω- κάτω τα μάτια του για να ξεκαθαρίσει το τοπίο μπροστά του, είπε μια πνιγμένη στο λαιμό του καληνύχτα στα μέλη της παρέας, βρήκε την πόρτα και βγήκε έξω για το σπίτι του. 

Από πίσω σηκώθηκε και ο κύριος Αχιλλέας. Κουτσός όπως ήταν στο ένα του το πόδι και λίγο από τη «σούρα», ίσα που κρατιόταν όρθιος. Φώναζε, έβριζε, χτύπαγε την καρέκλα που τον βάσταγε για να μην πέσει, ούτε όμως και αυτός ήξερε τι έλεγε. Όλα αυτήν την ώρα του φταίνε… Το ποτό τον χτύπησε και αυτόν κατακούτελα και αλλοίμονο σε όποιον τώρα πιαστεί σε κουβέντα μαζί του. Δεν πρόκειται να βρει άκρη. Το πολύ-πολύ να ρίξει μαζί του κανέναν τρικούβερτο και ανούσιο καυγά και την επόμενη μέρα από τα πολλά τα λόγια, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, να βραχνιάσει ο λαιμός του και να μην μπορεί να βγάλει μιλιά. 

Για αυτό και οι άλλοι, παρά τη μεγάλη ζαλάδα που έχουν στα κεφάλια τους, επειδή γνωρίζουν πολύ καλά αυτό του το χούι και τον εριστικό του χαρακτήρα στο ποτό, έχουν το στόμα τους μανταλωμένο. Και δεν του μιλάνε. 

-Άσε καλύτερα να εξαφανιστεί ο «μέθυσος!», έλεγαν από μέσα τους και να ησυχάσουμε! Δεν υποφέρεται όταν πίνει.. 

Και φυσικά «φέσια-καραφέσια» και οι ίδιοι από το αλκοόλ, δεν είχαν άδικο! Γι αυτό και ο κυρ Αχιλλέας αφού είπε-είπε, πολλά, πάρα πολλά, όταν κατάλαβε όμως στο τέλος ότι τα έλεγε στον βρόντο και σε «ώτα μη ακουόντων», αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά τους, βρήκε και αυτός την πόρτα και έφυγε «στραβά- κουτσά», με τον καφετζή να τρέχει από πίσω του, να του δώσει την τραγιάσκα και μια ζακέτα που τα ξέχασε κρεμασμένα στην κρεμάστρα του καφενείου. 

Τρίτος στη σειρά από την παρέα, σηκώθηκε ο μπάρμπα-Γιάννης που είχε το σπίτι του δίπλα στο ποτάμι, εκεί κάτω στα «αλώνια». Τρόπος του λέγειν δηλαδή σηκώθηκε, γιατί τον βοήθησε να σηκωθεί ο καφετζής. Αυτός πάλι μια ζωή, είχε μεγάλη αγάπη για το ποτό. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες στο καφενείο. Μόνιμος θαμώνας εκεί με το ποτηράκι στη χούφτα, κατέβαζε πάντα «ξεροσφύρι» τα ουζάκια, ρίχνοντας κάθε τόσο λοξές ματιές έξω από το παράθυρο στην πλατεία, μήπως από καμιά στροφή του δρόμου φανεί η γυναίκα του η Φώτου και του βάλλει τις φωνές. Ο καλοπερασάκιας, τις περισσότερες φορές, εξ αιτίας της μεγάλης του αυτής «αδυναμίας», συνήθως την «πατούσε» και ξέχναγε τις υποχρεώσεις του στον στάβλο με τα ζώα. 

Απόψε ευτυχώς, η άπονη η «φωνακλού» δεν τον έψαξε και έτσι και αυτός, άπληστος όπως ήταν πάντα, με την ησυχία του ήπιε μέχρι «σκασμό». Τόσο που στην αρχή φάνηκε ότι είναι αδύνατον μόνος του να περπατήσει! Ύστερα όμως «ως εκ θαύματος», εντελώς ξαφνικά σταθεροποιήθηκε, αποτρέποντας μάλιστα τώρα τους άλλους να βάζουν χέρι επάνω του, προκειμένου να τον κρατήσουν όρθιο για να μη σωριαστεί στο δάπεδο του μαγαζιού και τον «γυρεύουν» ανάμεσα στα τραπέζια και τις καρέκλες που κάθονταν οι προηγούμενοι πελάτες. Με την ευγενική διάθεση που συνήθως τον κατείχε, για να είμαστε ακριβείς μόνον όταν έβλεπε «πεταλουδίτσες», ο αφιλότιμος, μόλις ένιωσε πως μπορεί να τα καταφέρει και μόνος του, κοίταξε αγέρωχος στα μάτια τον κάπελα, δίνοντάς του μάλιστα και το χέρι, είπε γλυκά «καληνύχτα» και από την ανοιχτή πόρτα εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. 

Πολύ προβληματισμένος, αν έπρεπε να σηκωθεί και να πάει σπίτι του, ήταν ο κυρ Γιώργης. Καλοντυμένος πάντα σε όλες τις εξόδους του με το μαύρο κουστούμι και το λευκό πουκάμισό του, άνθρωπος «μερακλαντάν», ακόμα και αυτή την περασμένη ώρα, δεν θα έλεγε όχι για ένα ακόμα ποτηράκι! Έλα όμως που οι άλλοι έφυγαν και τον πρόδωσαν! 

Ακόμα σαν επιστήμονας, τεχνίτης και… «ερημοσπίτης» που ήταν, μαζί με τον κόσμο που γύριζε απόψε στο κεφάλι του, όπως ακριβώς ένας τροχός αμαξιού, γύριζε και εκείνο το «αλεξίπτωτο», που ανέφερε πριν από πόση ώρα, ο γείτονάς του ο κυρ Πάνος με τον γιο που έχει τον αεροπόρο και που πέφτει με αυτό από ψηλά στη γη, πάνω από τα αεροπλάνα και δεν παθαίνει τίποτα. 

Ο «δύστυχος» από τότε που το άκουσε δεν μπορεί να αλλάξει τη σκέψη του! Το γεγονός όλο και πιο πολύ βολοδέρνει μέσα στο μυαλό του και τον κάνει να σκέφτεται, πώς θα αισθανόταν, αν και ο ίδιος έκανε το «άλμα» με τούτο το περιβόητο πράγμα που κατασκεύασε ο άνθρωπος! Τι μεγάλη χαρά θα ένιωθε, όταν θα έβλεπε κάτω τον κόσμο να τον χαιρετάει και πόσο πολύ θα ανέβαινε η δημόσια εικόνα του, ας πούμε στο χωριό! 

Έτσι σκεφτόταν από μέσα του εκείνη την ώρα ο άνθρωπος και έτσι χαμογελούσε με την ιδέα του αυτή, όταν έτσι, μέσα στην ασπρόμαυρη αυτή τη δίνη των σκέψεών του, αισθάνθηκε τον ιδιοκτήτη του καταστήματος να τον σκουντάει και να του λέει πως έμειναν οι δυο τους στο μαγαζί! 

Τελικά, μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, αφήνοντας στην άκρη όλους τους προβληματισμούς του, πείστηκε και αυτός από τον ταλαίπωρο τον καφετζή, να αφήσει κοντά σε αυτούς και την καρέκλα και σιγά-σιγά και να «οδεύσει» για την οικία του. Αλλά όμως πριν πάρει το δρόμο, έκπληκτος ο καφετζής τον άκουσε να λέει: 

-Γιακουμή μην ξεχάσω το «αλεξίπτωτο»! Απόψε λέω να «πέσω»! Για να δείτε ποιος είναι ο μπάρμπα-Γιώργος. Τι τον περνάτε, για μισή μερίδα. Κάτι ξέρουμε και εμείς από αλεξίπτωτα..! 

Ανάθεμα και αν μπορούσε να καταλάβει ο καφετζής, τι του έλεγε εκείνη την ώρα, λόγω της ομιχλώδους πνευματικής του κατάστασης, ο «φαντασμένος» καθ’ όλα άνθρωπος! Έτσι παρά την κούραση και τη νύστα που τον έτρωγε, μόλις άκουσε όλα αυτά τα παράλογα να βγαίνουν από το στόμα του, εντελώς αυθόρμητα τον έπιασαν τα γέλια. Τόσο, που ξεκαρδίστηκε! 

-Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Τώρα μιλάει το ποτό του είπε φωναχτά, χωρίς να σκεφτεί μήπως και θυμώσει ο πελάτης και χωριανός του. Επί πλέον, θέλοντας να διακωμωδήσει όσο γινόταν περισσότερο την κατάσταση και να «ικανοποιήσει» το αίτημα του μπάρμπα, του είπε ακόμα σαρκαστικά: 

-Ναι, βέβαια! Έλα πάρε και το αλεξίπτωτό σου! Και του έδωσε μια μεγάλη, μαύρη ομπρέλα, που την ξέχασε ο άνθρωπος, πριν μια εβδομάδα στο μαγαζί του, όταν ο Θεός έβρεχε καταρρακτωδώς! 

Μετά από όλα όσα συνέβησαν μέσα στο μαγαζί, ποιος ξέρει πόση ώρα βάδιζε μέσα στους δρόμους του χωριού ο κυρ Γιώργης, «ταλαντευόμενος» σαν να ήταν σε βάρκα, μέχρι να βρει το σπίτι του και με την ομπρέλα παραμάσχαλα! Μέσα στην ζάλη του και στο λίγο φως του φεγγαριού, που έμπαινε και έβγαινε στα σύννεφα, παίζοντας μαζί του τον «κρυφτούλη», όλοι οι δρόμοι του φαινόταν πως είναι ίδιοι και πως όλοι τον πάνε στο σπίτι του. Αλλά όμως κανένας δεν βρισκόταν, τόσο εύκολα και απλά, να τον πηγαίνει στον προορισμό του. 

Τελικά κάποτε, μόνο «περιπλανώμενος» και όχι «δυστυχισμένος», που λέει το άσμα, αντίθετα μάλιστα πολύ ευδιάθετος, κάποιος «καλός» δρόμος, έστω και καθυστερημένα τον έφερε μπροστά στην αυλή του. 

Ψάχνοντας στα τυφλά με το χέρι του, βρήκε το σύρτη και άνοιξε την αυλόπορτα. Το μυαλό του, συνέχιζε να είναι θολωμένο γι αυτό και όλα μέσα στην αυλή, ακόμα και το σπίτι με το υπόστεγο, συνέχιζαν να έρχονται και να φεύγουν αλλά και να περιστρέφονται γύρω του, όπως οι κούνιες στα λούνα πάρκ. Προχωρώντας με μικρά βήματα «σημειωτών», κινδύνεψε πολλές φορές να πέσει και να χτυπήσει πάνω στους τοίχους, μέχρι να φτάσει στην πόρτα του σπιτιού. Τα κατάφερε όμως και την έφτασε, πιάνοντας κάθε τόσο τις ρίζες της κληματαριάς, που φύτεψε πριν από χρόνια μπροστά στην αυλή, έχοντας για στήριγμα του και… την ομπρέλα. 

Με μεγάλη προσοχή, μήπως ξυπνήσει τη γυναίκα του που κοιμόταν στο δωμάτιο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Αποκαμωμένος κάθισε σε ένα από τα μιντέρια του σαλονιού. Εκεί πήρε μια βαθιά ανάσα ξεκούρασης και ευχαρίστησης, που επιτέλους βρέθηκε στο σπίτι του… 

Ο δόλιος εδώ που ήταν, ήθελε πολύ να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Μα αυτό φαινόταν αδύνατον. Τον «ταλάνιζε» ακόμα εκείνη η ιδέα να πετάξει με το αλεξίπτωτο! Και όταν «σφηνώνονται» τέτοιες ιδέες στο μυαλό του, είναι αδύνατον να τις βγάλει, αν αυτές δεν γίνουν πράξη. Απόψε ειδικά, που βλέπει γελαστό τον κόσμο, που αισθάνεται πως είναι ένας αφέντης, βασιλιάς, ταξιδευτής, που όλα χορεύουν και γελάνε για πάρτη του και τα δύσκολα γίνονται εύκολα, είναι ευκαιρία να κάνει το «εγχείρημα», μήπως του φύγει η περιέργεια και το μεράκι, να πετάξει και ο ίδιος σαν αλεξιπτωτιστής και να δει μέσα στη νύχτα από ψηλά τους ανθρώπους, χωρίς να περνάει από το μυαλό του ο κίνδυνος να τσακιστεί στο έδαφος, όπως συμβαίνει στις άλλες περιπτώσεις, που το κεφάλι χωρίς οινόπνευμα, τα έχει «τετρακόσια» και είναι αδύνατον να παίρνει αυτού του είδους τις αποφάσεις και γενικά «ανάποδες» στροφές! 

Με όλα λοιπόν αυτά τα όμορφα, τα «πανέμορφα» πράγματα που ευχαριστούσαν και εύφραιναν την ψυχούλα του, άπλωσε το χέρι του να πάρει από δίπλα ένα μαξιλάρι για να ακουμπήσει καλύτερα το σώμα του. Αντί όμως γι αυτό έπιασε κάτι σκληρό, κάτι σαν σίδερο να πούμε. Ήταν η ομπρέλα που του έδωσε ο καφετζής και ούτε που κατάλαβε πώς την έφερε μέχρις εδώ. Την έπιασε και την έφερε κοντά στα μάτια του, για να δει στο σκοτάδι καλύτερα. Όταν βεβαιώθηκε γι αυτή, την άνοιξε και μπήκε για λίγα λεπτά της ώρας από κάτω της. 

Και όσο ήταν έτσι, μια καινούργια ιδέα φώτισε το μυαλό του! Να κάνει την ομπρέλα «αλεξίπτωτο» και να πετάξει, και να δώσει έτσι την λύση στο πρόβλημά του. Βέβαια, η ίδια λύση πέρασε από το μυαλό του και πολύ πριν, όσο ήταν μέσα στο μαγαζί. Ωστόσο όμως την ξέχασε και την ξαναθυμήθηκε τώρα που έχει στα χέρια του την ομπρέλα. Κρίμα σκέφτηκε, γιατί και ο ίδιος ο καφετζής όταν έφευγε, του είπε ξεκάθαρα: «Να πάρε το αλεξίπτωτό σου!» 

-Κοίταξε να δεις, είπε στη συνέχεια φωναχτά και χαμογέλασε. Να έχω το εργαλείο απάνω μου και να μην το ξέρω! 

Έκλεισε την ομπρέλα και ανακουφισμένος την έσφιξε μπροστά στο στήθος του. Εκείνη την ώρα νόμιζε πως έσφιγγε πάνω του, το «ωραιότερο πράγμα του κόσμου!» 

Τώρα έμενε μια μικρή λεπτομέρεια. Τρόπος του λέγειν δηλαδή «μικρή»! Ίσως αυτή ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην όλη διαδικασία της πτώσης. Πού θα βρει αεροπλάνο να κάνει το άλμα; Πάλι λοιπόν απελπισμένος και με κομμένα τα φτερά, επειδή το όνειρό του, απόψε μια τόσο όμορφη βραδιά, φαινόταν να διαλύεται άδοξα, με την ομπρέλα στα χέρια, πήρε να ανεβαίνει τη σκάλα για τον επάνω όροφο του σπιτιού του. Γιατί; 

Μακάρι και ο ίδιος να ήξερε. Πάντα με τη γυναίκα του κοιμόντουσαν στο ισόγειο. Απόψε… 

Μόλις πάτησε το πόδι του απάνω, τράβηξε κατ’ ευθείαν σε ένα από τα παραθύρια. Μέσα από τη λευκή κουρτίνα που κρεμόταν μπροστά του, είδε το φεγγάρι να λάμπει χρυσό στον ουρανό. Την τράβηξε και άνοιξε το ένα από τα παραθυρόφυλλα για να θαυμάσει την ομορφιά του. Όρθιος εκεί, κάθισε για λίγο ακίνητος, χωρίς να χάσει για πρώτη φορά την ισορροπία του. Ύστερα πιάνοντας από το περβάζι για να μην πέσει, κοίταξε κάτω στην αυλή. Πόσα πράγματα έβλεπε κάτω, έστω και λίγο θολά! Τον μπαχτσέ, τα λουλούδια, τα δέντρα αλλά και το μικρό σπιτάκι του σκύλου, που αυτές τις ώρες έλειπε για «περιοδεία» στη γειτονιά. 

Αλήθεια! Ήταν ψηλά και κρατούσε στα χέρια του την ομπρέλα! Το «αλεξίπτωτο» με το οποίο σκέφτηκε σήμερα να πετάξει και του το έδωσε ο καφετζής πριν φύγει από το μαγαζί του. Με αυτό χρόνια τώρα, αιωρούνται στο κενό οι αεροπόροι και φτάνουν στη γη, δίχως μια γρατσουνιά στο σώμα τους. Μια δοκιμή του ίδιου, να πέσει τώρα και αυτός από το παράθυρο με ανοιχτή την ομπρέλα, δεν θα ήταν το ίδιο; Έτσι που να «σκάσει» και αυτός ο διάολος από τη ζήλεια για το κατόρθωμα του, και του λόγου του να ικανοποιήσει την μεγάλη του επιθυμία να πετάξει και αυτός και να γίνει ήρωας του εαυτού του, αλλά και… θύμα της «κραιπάλης» μέθης του, που όλη τη νύχτα τον τυραννάει και τον κρατάει ξάγρυπνο αλλά και γιατί όχι, θύμα της ανθρώπινης αδυναμίας και ματαιοδοξίας του..! 

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, η παρέα στρωμένη στο ίδιο μέρος που καθόταν εψές, μέσα στο καφενείο του Γιακουμή, περίμενε να φανεί και ο «έτερος Καππαδόκης», ο κυρ Γιώργης, για να αρχίσει η ιεροτελεστία της οινοποσίας. Ήδη παραγγέλθηκαν τα προκαταρκτικά ούζα και μεζεδάκια, αλλά ο αναμενόμενος ήταν άφαντος. Στο δεύτερο μάλιστα τσούγκρισμα, άρχισαν να ανησυχούν. Μήπως και έπαθε κάτι ο άνθρωπος; 

Η απάντηση στο ερώτημα, ήρθε «κεραυνός εν αιθρία» από τον γείτονά και ξάδερφό του τον κύριο Μήτρο. Ο ίδιος τους ενημέρωσε, πως τον βρήκε «μεστό οίνου», χτες πολύ μετά τα μεσάνυχτα, στην αυλή του σπιτιού του να έχει πέσει από το παράθυρο του πάνω ορόφου και να έχει «σκάσει» εκεί μέσα σε μια στοίβα από πέτρες και ξύλα, με πολλά από τα πλευρά του σπασμένα, ίσως και κανένα από τα πόδια του. Μέσα στη σιωπή της νύχτας συνέχισε, τον άκουσε από το δικό του το χαμηλό παράθυρό, που βογκούσε σαν τραυματισμένο αγρίμι από τους πόνους. Δίπλα του είπε, ότι ήταν και μια κομματιασμένη ομπρέλα! 

Και ο γείτονάς του συμπλήρωσε: «Τα αίτια ερευνώνται..!» 

Σύξυλη η παρέα και ο κυρ Πάνος, αλλά… και ο καφετζής!

                                                                                                 10-3-2019
                                                                                            ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Αποτελέσματα ΣΤ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού



Αποτελέσματα ΣΤ΄ Λογοτεχνικού 
Διαγωνισμού Διηγήματος

Α΄ Βραβείο: Στην Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη για το διήγημα 
"Τρεις χορδές… μια ιστορία"
Β΄ Βραβείο: Στον Δημήτρη Κολιδάκη  για το διήγημα "Φ"
Γ΄ Βραβείο: Στην Φρίντα Μήτσιου για το διήγημα "Βρωμολογίες"

Α΄ Έπαινος: Στον  Γεώργιο Δ. Αναγνωστόπουλο  για το διήγημα "Το ράκος"
Β΄ Έπαινος: Στον Ιορδάνη Κυριακίδη για το διήγημα 
"Με όνειρα γύρευε να χτίσει τον κόσμο του"
Γ΄ Έπαινος: Στην  Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου για το διήγημα "Το κάμπιγκ"

Ειδικός Έπαινος τοπικής Ιστορίας
Γιάννης Γατσούλης για το διήγημα «Γιώργης και Σουλεϊμάνογλου»

Τιμητικές Διακρίσεις (αλφαβητικά)
Αντώνης Ευθυμίου για το διήγημα "20 γρόσια αγάπης"
Τζωρτζίνα Κουριαντάκη για το διήγημα "Εκτίμηση... ευτυχίας"
Ιφιγένεια Μετόχη για το διήγημα "Η ψυχή και ο έρωτας"
Στέφανος Ντάκος για το διήγημα "Λαθρεπιβάτης σε αποκαλυπτικό ταξίδι "

Έδεσσα, 20 Φεβρουαρίου 2019




Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Κοπή βασιλόπιτας Συλλόγου


Την πρωτοχρονιάτικη πίτα του έκοψε σήμερα το απόγευμα 18-2-2019 ο Σύλλογος «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας», στο Ξενοδοχείο «Βαρόσι – 4 εποχές».





Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Νάνος Βαλαωρίτης: Καταστροφική η Συμφωνία των Πρεσπών



Ο πολυβραβευμένος ποιητής και συγγραφέας Νάνος Βαλαωρίτης εδώ και καιρό υπερασπίζεται την άποψη που θέλει την Συμφωνία των Πρεσπών καταστροφική για την Ελλάδα.

Ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη μιλώντας στο liberal.gr ανάφερε μεταξύ άλλων ότι έχουμε στην Ελλάδα μια κυβέρνηση η οποία έχει μια χροιά ψευτοαριστερή και ακολουθεί σταλινική γραμμή.

Ο ίδιος προειδοποιεί πως προσπαθούν να βρουν όλα τα δυνατά κόλπα για να υπερισχύσουν και σ’ αυτές τις εκλογές.

«Έχω παρακολουθήσει την εξέλιξη αυτής της συμφωνίας με τα Σκόπια και συμφωνώ με τον Πούτιν ότι είναι ξενόφερτη, διότι είναι επιβεβλημένη από το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Αμερική. Είναι βέβαια καταστροφική για την Ελλάδα, γιατί αυτοί που ακολουθούν τις υποδείξεις των ξένων για την ονομασία των Σκοπίων ως Μακεδονίας δεν σκέφτηκαν τα επακόλουθα, ότι σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα θα έχουμε διεκδικήσεις εδαφών, ταυτοτήτων και όλων αυτών των θεμάτων τα οποία ακολουθούν την συμφωνία» τονίζει ο συγγραφέας.

«Άκουσα με πολλή προσοχή την δήλωση του καθηγητού Κασιμάτη που αναλύει το θέμα πολύ διεξοδικά και βρίσκομαι σε απόλυτη συμφωνία μαζί του. Όμως, θέλω να προσθέσω ότι θα έχει και πολιτιστικά καταστροφική επήρεια εφόσον εμείς αναγνωρίζουμε μια ανύπαρκτη ταυτότητα αφ’ ενός, και γλώσσα αφ’ ετέρου. Αυτή η γλώσσα δεν υπάρχει, όπως το ξέρουμε και όπως έχει εκφράσει με μεγάλη έμφαση ο καθηγητής κύριος Μπαμπινιώτης που είναι και ειδικός στα γλωσσολογικά».

Για το Νάνο Βαλαωρίτη αυτή τη στιγμή «το πιο αισιόδοξο είναι πρώτα να αλλάξει η Κυβέρνηση, να φύγει ο Σύριζα απ’ την εξουσία και να έρθει μια άλλη Κυβέρνηση. Δεν μπορεί να είναι χειρότερη απ’ αυτή που έχουμε σήμερα με τα ψευτοαριστερά τους προγράμματα και την παραλλαγή της ιστορίας μας και με την συμφωνία των Πρεσπών και τώρα με τους Τούρκους δεν ξέρω τι θα κάνουν, θα δώσουν το μισό Αιγαίο σ’ αυτούς που δεν τους ανήκει;»



Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Βιβλιοκριτικές Αλ. Ζώρη



Συγγραφέας: Γιάννης Α. Μάζης (John A. Mazis)
Εκδόσεις "Μεταίχμιο", Αθήνα 2014
528 σελίδες


Το να γράψει κάποιος μια πλήρως εμπεριστατωμένη βιογραφία του Ίωνος Δραγούμη, είναι πιο δύσκολο απ' ότι φαίνεται, διότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν μια πολυσχιδής και εν μέρει αντιφατική προσωπικότητα, με ευρύ πεδίο ενδιαφερόντων και δράσεων (διπλωμάτης, πολιτικός, διανοούμενος, συγγραφέας). 
Το αποτέλεσμα που έχουμε με αυτό το βιβλίο, είναι εκπληκτικό και είναι ίσως η μοναδική βιογραφία του Δραγούμη που κυκλοφορεί στην βιβλιαγορά και που πληροί σαφώς τους κανόνες της επιστημονικής ιστοριογραφίας! 
Ο συγγραφέας εξετάζει ενδελεχώς και μας παρουσιάζει την προσωπική ζωή, την διπλωματική και πολιτική δράση και τις ιδέες του Δραγούμη χωρίς θετικές ή αρνητικές προκαταλήψεις, ενώ παράλληλα μας παρέχει ένα ικανοποιητικό ιστορικό πλαίσιο ώστε να κατανοήσουμε τις συνθήκες της εποχής που έζησε ο Δραγούμης. 
Πολύ σημαντικό και το γεγονός ότι πέρα από τα διάφορα γνωστά έργα είτε του ιδίου του Δραγούμη, είτε δημοσιευμένες πηγές σχετικά με τον Δραγούμη και την εποχή του, αξιοποιεί και το αδημοσίευτο αρχείο του βιογραφούμενου, το οποίο φυλάσσεται στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. 
Το βιβλιο συστήνεται ανεπιφύλακτα όχι μόνο σε όσους θαυμάζουν τον Δραγούμη, αλλά και σε όσους ενδιαφέρονται για την νεότερη πολιτική ιστορία μας, καθώς και την ιστορία των ιδεών και ιδεολογιών στην Ελλάδα. Πρωτίστως όμως απευθύνεται σε αδογμάτιστους ανθρώπους, διότι τέτοιος ήταν και ο Ίων Δραγούμης! Κάποιες ελάχιστες διαφωνίες που έχω με την θεώρηση του συγγραφέα σε ορισμένα ζητήματα, δεν αναιρούν το γεγονός ότι έχουμε στην διάθεσή μας ένα σπουδαίο έργο!

Αλέξης Ζώρης

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Διήγημα του Τρύφωνα Ούρδα


«ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ!» 
[Το κείμενο γράφτηκε το 1974] 

Δεν είχε σκοπό και τα φετινά Χριστούγεννα ο γέρο-Μάνθος να τα περάσει στη μαύρη ξενιτειά! Όχι.. φτάνει πια. Σ’ αυτή τη χρονιά, έβαλε σαν πρώτο, να γυρίσει στην πατρίδα του και στο χωριό του, για να γιορτάσει εκεί τη Γέννηση, μαζί με τους συγγενείς, τους φίλους του και τους πατριώτες. 

Ο πόθος αυτός του γυρισμού, κάθε μέρα του γινόταν όλο και περισσότερος, που φαινόταν σαν να του έτρωγε τα σπλάχνα και να μη βρίσκει ποτέ ησυχία. Μάλιστα τώρα που έφτανε ο Δεκέμβρης, ο Θείος αυτός μήνας, αυτή η μεγάλη ιδέα της «επιστροφής», γύριζε τόσο γρήγορα και συχνά μέσα στο μυαλό του, που του έκοβε την ανάσα, ενώ η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά στα στήθια του λες και ήθελε να σπάσει! 

Και είναι αλήθεια! Ο γέρο-Μάνθος, ξενιτεύτηκε πριν από πολλά χρόνια. Η μάγισσα η ξενιτειά τον τράβηξε κοντά της, πολύ μακριά από τον τόπο του. Τον πλάνεψε με τις ψεύτικες ομορφιές της και του άλλαξε τη ζωή. Τον έκανε άλλον άνθρωπο, ξένο από εκείνον τον πρώτο. Τον έφερε για να ζήσει μακριά από εκεί που γεννήθηκε, από εκεί που πρώτα γνώρισε τη στοργή, την αληθινή αγάπη και την αιώνια καλοσύνη! 

Επιπλέον η ξενιτειά, τον έκανε να αφήσει το φτωχό του το σπίτι, τους τάφους των παππούδων του και να πάει σε άγνωστα χώματα με καμιά ελπίδα να ξαναγυρίσει. Στο δρόμο η «πλανεύτρα» του έστρωσε «χαλιά» για να διαβεί και του έταξε πλούτη, παλάτια και λεφτά, πράγματα που μπορούν να λυγίσουν και την πιο σκληρή καρδιά και να την πάνε όπου αυτά επιθυμούν. Και αυτός σαν άνθρωπος, «χτυπημένος» από τη μοίρα, θαμπώθηκε από τα κάλλη της και φαντάστηκε μαζί της, μια «ευτυχισμένη» μέρα, χωρίς στεναχώριες και πίκρες αλλά γεμάτη από χαρές και όνειρα. Ήταν σίγουρος, πως από εδώ και μπροστά, σε όλη του τη ζωή, τα πάντα θα του ήταν ρόδινα και θα τον χαμογελούσαν! 

Όμως σ’ αυτά ο γέρος φάνηκε άτυχος. Αντί για χαρές, κάθε μέρα στη ζωή του εύρισκε λύπες. Από τότε που ξενιτεύτηκε, ποτέ του δεν μπόρεσε να δει «άσπρη μέρα»! Τα βάσανα τον έζωναν από όλες τις μεριές, όλο και περισσότερο. Ένοιωθε πάντα μοναχός. Όλα του φαινόταν γύρω του άγνωστα και θαμπά σαν εκείνο το σκοτάδι της κόλασης, χωρίς να υπάρχει ίχνος παρηγοριάς από πουθενά. Τα μάτια του δεν μπορούσαν να συνηθίσουν σε τούτο τον διαφορετικό τόπο, όπου κυριαρχεί το ξένο, κάτι το λίγο, το ελάχιστα γνωστό, που θα μπορούσε να δώσει λίγο φως στην απελπισία και να ανάψει την ελπίδα! 

Ακόμα και οι άνθρωποι γύρω του, φαινόταν άψυχοι, χωρίς αισθήματα και με ούτε μια σταγόνα καλοσύνης, για να μπορέσεις ελεύθερα να μιλήσεις μαζί τους και σαν καλόκαρδοι να νοιώσουν τον πόνο σου. 

Πού είναι εκείνος ο φωτεινός ήλιος, που με το μύρο της δροσερής αυγής, χαιρέτιζε τη φύση και μοίραζε παντού το φως και στους ανθρώπους το θάρρος; Χάθηκε εκείνο το ατέλειωτο πράσινο στη γη και στα δένδρα, που ευχαριστούσε την ψυχή, έσβησε το γαλάζιο του ουρανού και γέμισε παντού ο ορίζοντας σύννεφα μαύρα και φοβερά που προμηνύουν τον όλεθρο και την καταστροφή. Δεν υπάρχουν πια εκείνοι οι φτωχοί αλλά γεμάτοι με συμπόνια και πονόκαρδοι χριστιανοί, που στον πεινασμένο πρόσφεραν φαγητό και στον κουρασμένο έδιναν τόπο να ξαποστάσει! 

Θεέ μου, εξαφανίστηκαν όλα! Τα σήκωσε γρήγορα ο άνεμος και έμειναν μονάχα οι αναμνήσεις, που και αυτές το πέρασμα του χρόνου κοντεύει να τις παρασύρει μέσα από το κεφάλι του, για να πάψει να θυμάται μια Πατρίδα μακρινή, ξεχασμένη και νοσταλγική που τόσο «άδικα» την άφησε κάποτε..! 

Τον γέρο-Μάνθο, δεν τον χωρούσε άλλο πια αυτός ο καταραμένος τόπος! Κάθε μέρα του φαινόταν να τον πνίγει στο λαιμό με σκοπό να τον ξεκάνει. Τον γέρασε, τον έκανε άνθρωπο μισό με άσπρα τα μαλλιά, ενώ στην καρδιά του, έριξε χωρίς να λυπάται στεναγμούς και πίκρες. Έπρεπε λοιπόν να φύγει, να πάει μακριά από αυτόν, ρίχνοντας «μαύρη πέτρα» πίσω του και όρκο μεγάλο να κάνει στο Θεό που τον γέννησε, μήτε ποτέ να τον σκεφτεί, ούτε να ακούσει στα αυτιά του το αναθεματισμένο το όνομά του! 

Και η απόφασή του είναι μία: Να γυρίσει στο χωριό του. Να επιστρέψει κοντά στους τάφους των γονιών και των παππούδων του και εκεί δίπλα τους να «στρώσει» και αυτός κρεβάτι και να κοιμηθεί για πάντα. Εκεί πλάι τους, να αφήσει και αυτός την τελευταία του πνοή και να σκεπαστεί με τα γλυκά χώματα του τόπου του! 

Δεν τον ένοιαζε τι θα έλεγε ο κόσμος, που θα τον έβλεπε να επιστρέφει με «αδειανά» τα χέρια του, χωρίς τις «ασήκωτες» βαλίτσες και τα «πουγκιά» γεμάτα λεφτά. Ναι, ξέρουν όλοι πολύ καλά, πως πολλά χρόνια λείπει στα ξένα και ότι όλο αυτό το διάστημα πλουτίζει, αποκτά περιουσία, γίνεται του…«χρήματος»! 

Δεν ξέρουν όμως ότι για να τα πάρει κανένας αυτά, θα πρέπει να ανεβεί χιλιάδες φορές τον Γολγοθά, να ρίξει σταγόνα-σταγόνα το αίμα του και να χύσει ποτάμι το δάκρυ και μάλιστα πικρό! 

Γιατί στ’ αλήθεια ο άνθρωπος δούλεψε. Δούλεψε και μάλιστα σκληρά. Πάλεψε νύχτα και μέρα με τη φτώχεια και την ορφάνια. Έκανε αρκετά λεφτά, όσα του έφταναν να ζήσει ακόμα δυο ζωές! Ήταν όμως αδύνατον να τα κρατήσει, γιατί η μαύρη η μοίρα, του φύλαγε και άλλα φαρμακερά βέλη για να τον πληγώσει! 

Και έτσι μια μέρα, χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει, βρέθηκε στο κρεβάτι της αρρώστιας. Οι στερήσεις, οι κακουχίες, ο «ξυλοδαρμός της ψυχής», εξάντλησαν το σώμα του αλλά και το πνεύμα και τον κατάντησαν ερείπιο σωστό, ένα πανί ξεσκισμένο από τις θύελλες και τους βοριάδες! 

Μέσα λοιπόν σε αυτό το χρόνο της απελπισίας και του «ανείπωτου» χαλασμού που πέρναγε, ξόδεψε όλα τα χρήματα που απόκτησε στους γιατρούς και τα νοσοκομεία για να γιάνει το κακό που τον πλάκωσε. Ένα κακό που δεν το περίμενε και τόσο άδικα ήρθε να σφραγίσει τη ζωή και το μέλλον του! 

Προς Θεού! Τι έπρεπε να κάνει ο άνθρωπος! Να αφήσει να πεθάνει για να κρατήσει ακέραιο το βιος του; Ποτέ. Από τα δύο κακά, καλύτερο είναι εκείνο, που δεν είναι τόσο φοβερό και ολέθριο και αυτό είναι τα χρήματα τα οποία από «τούδε» και στο εξής, όπως ήρθαν τα πράγματα, αν δεν τα ξόδευε για να γίνει καλά, δεν θα ήταν τίποτα άλλο, παρά μια ανόητη υπερηφάνεια πλούτου στη ζωή του γέρου-Μάνθου! 

Όχι, δεν τον κρατούσε άλλο πια αυτός ο αναθεματισμένος και τρισκατάρατος χώρος! Πολλά χρόνια τώρα ύπουλα του έτρωγε τα σωθικά και ώρα την ώρα τον έφερνε πιο κοντά στο θάνατο. Φτάνουν πια τα βάσανα. Τώρα έπρεπε να πάρει το «γλυκό» δρόμο της επιστροφής για την Πατρίδα, κοντά στους ανθρώπους που άφησε κάποτε χωρίς να το θέλει. Συνέχεια του ερχόταν στο νου, ότι χωρίς τους παλιούς του φίλους, τα «άγια» χώματα της γης που τον «έβγαλε» είναι ανάξιο και ανώφελο να υπάρχει στον κόσμο. 

-Στον τόπο μου ας γεράσω, έλεγε και ξανάλεγε και αναστέναζε βαθειά. Να πιω μια στάλα από το νεράκι του, να αναπνεύσω λίγο από τον αέρα του και ύστερα δεν με νοιάζει, ας δώσει ο Θεός να με πάρει μαζί Του! 

Τι δεν θα έδινε ο «φτωχός» γέροντας γι αυτά τα δύο πράγματα! Τα νόμιζε σαν το απαλό αεράκι, να ταράζουν τα φύλλα της καρδιάς του, να δροσίζουν το πυρωμένο μέτωπό του και ύστερα να του λένε τραγούδια «κρυφής» ελπίδας και «γλυκιάς» παρηγοριάς… 

Έβλεπε την όμορφη μέρα του γυρισμού σαν μια μέρα απολύτρωσης και όλο παρακαλούσε τον Πανάγαθο, να δώσει η Χάρις Του, αυτή η μέρα, να είναι όσο πιο γρήγορα γινόταν, γιατί όσο αργούσε τόσο πιο πολύ ένοιωθε τα γόνατά του να παραλύουν, να μην τον βαστάνε πια όρθιο, ενώ αυτή η καρδιά του, να χτυπάει με κόπο και αργά μέσα στα πονεμένα στήθη του, λες και μετρούσε τα χτυπήματα μέχρι το μοιραίο! 

Και δεν έπεφτε έξω. Ο θάνατος ολοένα γινόταν κοντύτερος στη ζωή του. Αισθανόταν να τον πλησιάζει με αργά βήματα και τόσο δυνατά που τράνταζαν το σώμα του και τον οδηγούσαν εκεί, «κατ’ ευθεία» στα μαύρα σκοτάδια του Άδη! 

Μα όμως πόσο να αντέξει η ψυχή! Η δύστυχη, με όση δύναμη της απέμεινε, πάλευε χρόνια, μήνες, ώρες μαζί του και κάθε τόσο κατόρθωνε να τον διώχνει και να κάνει κομμάτια το «κοφτερό» δρεπάνι του και έτσι να του δίνει παράταση στο «φως» της ζωής. Μέχρι πότε όμως; Μέχρι πότε θα νικά; 

Δεν μπόρεσε τελικά ο γέρο-Μάνθος να γυρίσει στο χωριό του! Τα όνειρα, οι επιθυμίες, οι φιλοδοξίες του για την πατρίδα, χώθηκαν βαθιά μέσα στον τάφο μαζί με το σώμα του και δεν έμεινε τίποτα. Τίποτα από εκείνο τον αγνό άνθρωπο της ξενιτειάς, που τόσο καιρό τον κράταγε μαζί της, δεμένο με τις αλυσίδες της! 

Ίσως όμως, ίσως, κάποιος εκεί στη μαύρη γη, στα καταραμένα τα ξένα, να έκλαψε γι αυτόν και ίσως, πάνω στο χώμα που βαρύ τον σκεπάζει, να του ανάβει τώρα ένα άσπρο κεράκι και έτσι να δείχνει την καλοσύνη του σαν άνθρωπος προς άνθρωπο, που αν και ποτέ δεν γνώρισε, προσπαθεί τώρα να τον δει με τα μάτια της ψυχής του… 

Θεέ μου, και να ευλογείται από Σένα! 

19-12-2018
ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Χριστουγεννιάτικη εκδήλωση


Ένα υπέροχο και διασκεδαστικό απογευματινό πέρασαν την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018 στο Παρθεναγωγείο Έδεσσας στο Βαρόσι, τα παιδιά, αλλά και οι γονείς και φίλοι, με την διαδραστική παρουσίαση του χριστουγεννιάτικου παραμυθιού της συγγραφέως Μαρίας Ποπκιώση: "Ποιός έκρυψε τον σάκο του Αϊ Βασίλη;".


Ένα μεγάλο ευχαριστώ στα κορίτσια του "Εδεσσαϊκού Θεάτρου" που στήριξαν την εκδήλωση με την απόλυτα πετυχημένη συμμετοχή τους.
Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από τους "Βιβλιόφιλους Έδεσσας" και τον "Σύλλογο Φίλων Βιβλίου Ν. Πέλλας".




Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Εκδήλωση για τα παιδιά κάθε ηλικίας!



Εκδήλωση για τα παιδιά κάθε ηλικίας!

Την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου και ώρα 6.00 μ.μ. στο Παλιό Παρθεναγωγείο Έδεσσας στο Βαρόσι, σας προσκαλούμε στην διαδραστική παρουσίαση του χριστουγεννιάτικου παραμυθιού της συγγραφέως Μαρίας Ποπκιώση με τίτλο: "Ποιός έκρυψε τον σάκο του Αϊ Βασίλη;" από τις εκδόσεις Ανάτυπο. 
Συμμετέχουν ξωτικά, καλικάντζαροι και φυσικά ο Αϊ Βασίλης! ΜΗΝ ΤΟ ΧΑΣΕΤΕ!

Περίληψη Παραμυθιού:
Τα ξωτικά τρέχουν πανικοβλημένα πάνω-κάτω. Εδώ και ώρα είναι σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Πού είναι ο σάκος του Αϊ Βασίλη; Ποιος πήρε τον σάκο του Αϊ Βασίλη; Ποιος έκρυψε τον σάκο του Αϊ Βασίλη;


Διοργάνωση: 
Βιβλιόφιλοι Έδεσσας σε συνεργασία με τον Σύλλογο Φίλων Βιβλίου Ν. Πέλλας

Από το Δ.Σ.