Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Η «ΚΑΡΕΚΛΑ»


Η «ΚΑΡΕΚΛΑ»


Τρύφωνας Ούρδας

Χωριανός μου ο Νικολάκης και φίλος από μικρά παιδιά! Μαζί στο Δημοτικό, μαζί στο Γυμνάσιο, μαζί στις ανώτερες σπουδές, μαζί τέλος πάντων στο κάθε όνειρο για τη ζωή. Γνωριζόμασταν τόσο καλά, που ο καθένας μας θα έβαζε «στοίχημα» για τον χαρακτήρα και την ψυχή του άλλου! 

Κάποτε όμως οι δρόμοι μας χωρίστηκαν. Ο ένας παντρεύτηκε και τράβηξε στα μέρη της γυναίκας του. Έπιασε στην πόλη που έμεναν δουλειά, έκανε εκεί την οικογένεια του και γενικά ρίζωσε στο τόπο αυτό. Ο άλλος διάλεξε να μείνει στην επαρχία. Έτσι άπλωσε σ’ αυτή τα πλοκάμια του και έστησε σ’ αυτή που λέμε το «τσαρδί» του. Επομένως ήταν φυσικό να μειωθούν και οι επαφές μεταξύ μας. 

Κάπου-κάπου βέβαια και περισσότερο εγώ, θέλοντας να κρατήσω ζεστή τη φιλία, τον έπαιρνα στο τηλέφωνο. Αλλά και σ’ αυτό άλλοτε τον έβρισκα και άλλοτε όχι. Τις πιο πολλές φορές μου έλεγαν πως είναι απασχολημένος, δεν μπορεί να μιλήσει ή ότι συσκέπτεται με υπηρεσιακούς φορείς πάνω σε θέματα της εργασίας του. Γι αυτό μου έλεγαν να τον πάρω την επόμενη μέρα. Και αυτό κάθε τόσο..! 

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία και τον δικαιολογούσα. Ο άνθρωπος έχει δουλειά έλεγα και ξανάλεγα. Ύστερα όμως οι συνεχείς και αποτυχημένες προσπάθειες να μιλήσουμε, άρχισε να με ενοχλεί. Πολλές σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό μου και κυρίως, μήπως έκανα ή είπα κάτι που τον έκανε να θυμώσει μαζί μου. Όμως πάλι από μέσα μου σιγομουρμούριζα, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα μου το έλεγε; Τόσα χρόνια ήμασταν μαζί. Φάγαμε «ψωμί κι αλάτι» που λέει ο κοσμάκης. Οι φίλοι τα λένε όλα. Το ίδιο θα έπρεπε και εμείς! 

Έτσι μια μέρα, μέσα στον «πυρετό» των σκέψεων, εντελώς τυχαία στη Θεσσαλονίκη, εκεί κάπου κοντά στο σταθμό των λεωφορείων, συνάντησα κάποιον που τον ήξερε καλά. Έμεναν μαζί στον ίδιο τόπο. Ο άνθρωπος λοιπόν μου είπε, πως ήταν δημόσιος υπάλληλος και ότι ο Νικολάκης ήταν ο προϊστάμενός του. Δεν μου τον περιέγραψε όμως όπως θα ήθελα! 

-Άσε ρε φίλε, μου είπε. Άσε, ο φίλος σου είναι και πολύ σκάρτος! Μαζί με κάποιους άλλους, έκαναν μια «κλίκα» και εξυπηρετούνται μεταξύ τους. Εννοώ κομματική κλίκα. Ο δικός σου μάλιστα το παίζει και κομματάρχης! Ιδιαίτερα τώρα που έγινε και πρόεδρος των συνδικαλιστών, τον βλέπουν μόνο οι «ημέτεροι»! Τους υπόλοιπους, αυτός και οι άλλοι τους έχουν γραμμένους! Η εξουσία της «καρέκλας» βλέπεις! 

Κομματάρχης, πρόεδρος, «καρέκλα» ο Νικολάκης, είπα από μέσα μου. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά με τον φίλο μου. Αυτό το «καλοκάγαθο» παιδί, που όλοι το αγαπούσαν και αυτό τους αγαπούσε όλους! Είναι δυνατόν να κάνει τέτοια ο Νικολάκης. Μια τέτοια «αγαθή» ψυχή! Ειλικρινά δεν το χωρούσε ο νους μου… 

Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που άκουσα τα «θλιβερά μαντάτα» για το φίλο μου. Και επειδή στεναχωρήθηκα, ορκίστηκα να μην τον ξαναπάρω στο τηλέφωνο. Περίμενα μήπως ο ίδιος φιλοτιμηθεί και με πάρει αυτός. Μέρα τη μέρα περίμενα για να του «σύρω» βέβαια και τον «εξάψαλμο», για όλα αυτά που άκουσα. Όμως άδικα περίμενα. Ο φίλος με «αγνοούσε» σε «εγκληματικό βαθμό»! 

Ώσπου ένα απόγευμα, πού τον είδα λέτε; Στο γυαλί της τηλεόρασης και σ’ εκείνα τα δελτία των οχτώ! Τινάχτηκα μέχρις απάνω, ακούγοντάς τον να μιλάει στο παράθυρο και να «αντιπαρατίθεται» με άλλους που ήταν επίσης στα παράθυρα. «Έξω φρενών» «και μαινόμενος ταύρος», μιλούσε τόσο για θέματα της αρμοδιότητάς του, όσο και για άλλα πολιτικά θέματα, υπερασπιζόμενος μετά «πάθους» την πολιτική παράταξη που κυβερνούσε και την Κυβέρνηση. Θηρίο ανήμερο λοιπόν ο «δικός» σου, τόσο στα επιχειρήματα, όσο και τις απόψεις του, ούτε που άκουγε τους ευγενικούς συνομιλητές του, παρά τις παρεμβάσεις για ηρεμία του παρουσιαστή και συντονιστή του δελτίου. 

Μη πιστεύοντας σε ό,τι έβλεπαν τα μάτια μου, φώναξα και άλλους να μου το επιβεβαιώσουν και επιπλέον να μου πουν, αν ήμουνα ξύπνιος ή έβλεπα όνειρο. Αν αυτός ήταν ο Νικολάκης, το ήρεμο παιδί, το φιλαράκι μου… ή κανένας άλλος. Όλοι όμως μου είπαν, ξύπνιος όν, πως βλέπω καλά και πως ο «άγριος» της τηλεόρασης, ήταν ο κολλητός μου! 

Τις επόμενες μέρες, με αφορμή τη γιορτή του Νικολάκη, είπα να παραβιάσω τον όρκο μου και να τον πάρω στο τηλέφωνο. Επιτέλους μια φορά αξιώθηκε να μου μιλήσει. Τι το ήθελα όμως, με στεναχώρησε ακόμα περισσότερο! 

-Κοίταξε, άρχισε να μου λέει με βροντερή φωνή και ύφος πολλών «καρατίων». Αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε… Πρέπει να κάνουμε ριζικές αλλαγές για να πάμε μπροστά. Εγώ σαν προϊστάμενος δεν πρόκειται να «χαριστώ» σε κανένα. Ούτε θέλω να μου υποδείξει κάποιος τι θα κάνω… Συμβουλές δεν δέχομαι από κανένα επαναλάμβανε. Πρόσφατα πήρα και τη θέση του «προέδρου των συνδικαλιστών» και τώρα μιλάω απ’ ευθείας και με τον Υπουργό. Έτσι για να μην μου «κουνιούνται» και μερικοί..! 

Έκλεισα το τηλέφωνο, απογοητευμένος από την εγωιστική συμπεριφορά του καλύτερου φίλου μου. Έσπαγα όμως το κεφάλι μου για να δώσω μια εξήγηση, σ’ αυτή την αλλαγή του απέναντι την κοινωνία αλλά… δεν έβρισκα απάντηση. Πού είναι έλεγα και ξανάλεγα με παράπονο, εκείνος ο άνθρωπος με τον ήπιο χαρακτήρα, με την καλή ψυχή και τη μεγάλη καρδιά που χώραγε μέσα όλους και όλοι τον αγαπούσαν! Τώρα εκδηλώνεται σαν να είναι «τύραννος» και αδιαφορεί αν με τις πράξεις του θα πληγώσει φίλους, συναδέλφους του και ανθρώπους που τον είχαν ψηλά στα μάτια τους. Εν τέλει νά που επιβεβαιώνονται τα λόγια του ανθρώπου που βρήκα προ ημερών στη Θεσσαλονίκη και ο οποίος λίγο-πολύ μου τον περιέγραψε τότε σαν «δικτάτορα». Η θλίψη μου ήταν τόσο μεγάλη, που τώρα πλέον ορκίστηκα, στα σοβαρά πλέον, να μην έχω καμιά επαφή μαζί του! 

Έτσι πέρασαν πολλά χρόνια. Τόσα, που κινδύνευε να χαθεί η παλιά φιλία μεταξύ μας. Στο διάστημα αυτό ούτε ίδιος, ούτε βέβαια και εγώ επιχειρήσαμε να κάνουμε κάποιες επαφές. Έτσι για να ξαναζωντανέψουμε τον παλιό-καλό καιρό που ανθούσε η φιλία μας και τώρα χανόταν «άδοξα», μέρα τη μέρα στις αλλαγές των σελίδων του ημερολογίου. 

Όμως η μοίρα δεν μας ήθελε έτσι. Έγραψε να ξαναβρεθούμε και να μιλήσουμε. Έτσι ένα Σάββατο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, με χιόνι να πέφτει στα μπαλκόνια, δέχτηκα την απρόσμενη επίσκεψη του φίλου μου. Ήταν με τη γυναίκα του. Τους δεχτήκαμε «μετά χαράς» στο σπίτι μας και φυσικά τους φιλοξενήσαμε με τον καλύτερο τρόπο. Αγνώριστοι στα πρόσωπα από τα χρόνια που μας βάρυναν, πιάσαμε κουβέντα και λέγαμε για τα «παλιά μας», για ό,τι πέρασε και έφυγε και έγινε παρελθόν και πως τώρα, μονάχα εμείς μείναμε, «πάντα όμως νέοι στη ψυχή», για να τα συζητάμε και να μην τα χορταίνουμε. Με τα πολλά φτάσαμε να συζητάμε και για τον ίδιο και για την πόλη που έμενε. 

-Τι να σου πω φίλε μου, αναστέναξε κάποια στιγμή και με κοίταξε μελαγχολικά στο πρόσωπο. Στην Υπηρεσία δεν είμαι πια γιατί συνταξιοδοτήθηκα. Όπως ξέρεις ήμουνα προϊστάμενος και συνδικαλιστής. Όσο υπηρετούσα μπορεί και να ήμουνα υπερβολικός. Όλα ήθελα να τα ξέρω και σε όλα ήθελα να έχω γνώμη. Δεν ξέρω τι με έπιασε εκείνο το διάστημα. Η εξουσία ίσως που είχα και η «καρέκλα» της! Νόμιζα ότι εγώ μονάχα ήμουνα ο «αρχηγός» και όλοι οι άλλοι πως είναι κάτω από μένα. Πως όλα γυρίζουνε γύρω από εμένα. Ίσως η άτιμη η «καρέκλα» επανέλαβε… Αυτή σε κάνει αλαζόνα, σε κάνει να χάνεις την επαφή σου με τον κόσμο. Δεν ακούς τη συνείδησή σου αλλά τον εγωισμό σου. Και φυσικά να πέφτεις έτσι σε λακκούβες. Σε λακκούβες που σου έστησαν οι άλλοι εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία σου για την εξουσία. Βέβαια αυτό το καταλαβαίνεις αργότερα. Όταν «ξεκολλήσεις» από την καρέκλα. Τότε όμως είναι αργά. Δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτα. Και το χειρότερο! Στον Γολγοθά που ανεβαίνεις και ζητάς βοήθεια, όλοι σε ξεχνούν. Όπως τα «μαγείρεψες» σου λένε, έτσι τώρα κάτσε να τα απολαύσεις. Έτσι τρέχεις μόνος σου! 

-Τι εννοείς, του είπα για να κάνουμε διάλογο και να μη μιλάς μόνος σου; 

-Να, μου είπε. Στην καρέκλα δεν κάθεσαι μόνος σου. Κάποιοι σε βάζουν να καθίσεις. Τώρα μη ρωτάς αν αυτό γίνεται νόμιμα ή παράνομα. Τις πιο πολλές φορές γίνεται παράνομα. Σαν καθίσεις, όλοι αρχίζουν να σε «υμνούν». Να πλάθουν «αγγελικό» το πρόσωπό σου. Ξέρεις με εκείνα «τα όμορφα λόγια τα μεγάλα». Και συ να θεωρείς τον εαυτό σου παντοκράτορα. Καβαλάς το καλάμι και αρμενίζεις σε πελάγη… ευτυχίας. Φυσικά οι άλλοι από «πίσω» σε κοροϊδεύουν και γελάνε. Κάνουν τη δουλειά τους με σένα «υποχείριο» και «μπροστάρη», σε εκμεταλλεύονται και όταν πια τους είσαι άχρηστος, σε πετάνε σαν μεταχειρισμένη τσίχλα ή σαν τη μύγα, τρίχα, όπως θες πες το, από το ζυμάρι. 

-Και σένα ρε φίλε του είπα, τι σου κάνανε; 

-Έτσι έγινε και με εμένα συνέχισε. Μου έδωσαν μια θέση και μου είπαν πόσο «μεγάλος» είμαι. Ύστερα με μπέρδεψαν στις υποθέσεις τους, εγώ ακολούθησα τα σχέδιά τους και όταν βρέθηκα «εκτεθειμένος» με παράτησαν. Καλά να πάθω, έκανε προς στιγμή την αυτοκριτική του ο φίλος. Έναν άνθρωπο, συνέχισε να λέει, αν θέλεις να τον δοκιμάσεις για το αν είναι καλός ή κακός, δώσε του εξουσία. Ναι εξουσία! Εγώ την πήρα και τα έκανα «θάλασσα». Γιατί από εκεί πάνω, κάποιους αδίκησα. Και αυτό για να κρατήσω την «καρέκλα». Μπορεί να την πήρα σχετικά εύκολα, όμως δεν μπόρεσα να την κρατήσω όπως θα έπρεπε. Γιατί ακόμα σου λέω, πως η διαχείριση της εξουσίας είναι σαν τα χρήματα. Πολλές φορές εύκολα τα αποκτάς, δύσκολα όμως τα κρατάς και τα αξιοποιείς προς όφελός σου! 

-Και τώρα του είπα, τι κάνεις; 

-Τώρα, μου λέει είμαι στα δικαστήρια! Βούλιαξα στα λασπόνερα τα όνειρα κάποιων ανθρώπων που αδίκησα, όπως βούλιαζα κάποτε εγώ από «δόξα» στην καρέκλα που καθόμουνα. Και φυσικά πληρώνω. Στο «ειδώλιο» όμως, είμαι μόνος μου. Όλοι οι άλλοι που φταίνε, και περισσότερο από μένα, όχι μόνο δεν είναι μαζί μου αλλά έγιναν και οι καλύτεροι κατήγοροί μου! 

Σηκώθηκα και πήγα κοντά του. Έπιασα το χέρι του σαν να ήθελα να τον παρηγορήσω και του είπα. 

-Μετάνιωσες για την «καρέκλα;» 

-Τι να σου πω, μου είπε, δεν ξέρω… Γιατί πραγματικά, τώρα θα ήθελα να είχα την «καρέκλα». 

-Γιατί, του είπα έκπληκτος, τι θα έκανες; 

-Θα τους πατούσα το κεφάλι κάτω σαν το φίδι, μου είπε παγερά..! 

Τελικά κατάλαβα ότι ο φίλος μου δεν έβαλε μυαλό. Όχι! Το σώμα και η ψυχή του πήραν το σχήμα της «καρέκλας» που καθόταν τόσα χρόνια και ήταν δύσκολο να την αποχωριστεί. Ούτε και τώρα, που εξ αιτίας της υποφέρει… Τι σου είναι λοιπόν αυτή η «καρέκλα» στον κόσμο μας! Και στην Ελλάδα μας βέβαια, ακόμα περισσότερο..!
                                                                                                                                        16-7-2018 
                                                                                                                                  ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

Συγγραφείς πολυπράγμονες...


Τα δύο πρόσωπα του Χρήστου Χωμενίδη
Το «σοφό παιδί» της ελληνικής λογοτεχνίας από το 1993 φαίνεται ότι έχει μείνει 20 χρόνια στην ίδια τάξη. Παραμένει, ωστόσο, ένας μετρ της αυτοπροβολής



To σοφό παιδί
«Αισιόδοξος, ανθεκτικός, φιλήδονος, καπνιστής. Πάνω από όλα, όμως, συγγραφέας». Με αυτές τις λέξεις αυτοπροσδιορίζεται ο Χρήστος Χωμενίδης. Κάπως έτσι, αυτάρεσκα και χιουμοριστικά, περιγράφει τον εαυτό του. Ο ορισμός του φαίνεται αρχικά ακριβής. Όταν το 1993 εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το «Σοφό παιδί», πολλοί έσπευσαν να μιλήσουν για τον νέο Καραγάτση, μια κουβέντα που ο ίδιος απολαμβάνει περισσότερο και από ένα τσιγάρο. Πράγματι, οξυδερκής παρατηρητής της εποχής του, με το γκροτέσκο χιούμορ να ξεχειλίζει από τις σελίδες των βιβλίων του, ο νεαρός Χωμενίδης έμοιαζε να έχει πολλά να πει. Όμως η γενιά του 1990 δεν μπόρεσε ποτέ να αγγίξει, ούτε στο ελάχιστο, τη γενιά του 1930. Ο Χρήστος Χωμενίδης θεωρείται από πολλούς ως εκπρόσωπος μιας σειράς πεζογράφων που φημίζονται περισσότερο για τον δημόσιο παρά για τον λογοτεχνικό λόγο τους. Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν και καλύτερα αν δεν επικεντρωνόταν τόσο πολύ στον αγαπημένο του ήρωα: τον εαυτό του.

Μεταφρασμένος και στο εξωτερικό, αυτός ο απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών (με υποτροφία) και εγγονός του γνωστού ιδρυτή του ΕΑΜ, Χρήστου Χωμενίδη, γνωρίζει, αν μη τι άλλο, την τέχνη της γοητείας, διάγοντας, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, τον πολυτραγουδισμένο ρόλο του μποέμ καλλιτέχνη. Μακριά από τον τύπο του αποστειρωμένου συγγραφέα, υπήρξε ένας εραστής της ζωής. Οπως έχει δηλώσει και ο ίδιος με το γνωστό ύφος μεταξύ ματαιοδοξίας και χιούμορ, κάποτε βγήκε γυμνός στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας για να μαζέψει τα ρούχα που του είχε πετάξει η τότε αγαπημένη του από το παράθυρο. Οι γυναίκες υπήρξαν ο ένας πόλος της ζωής του. Ο άλλος ήταν η δίψα για δημοσιότητα.

Κάπως έτσι ήρθε η τηλεόραση, με εκείνον να αναδεικνύεται ιδανικός ως αιρετικός καλεσμένος εκπομπών λόγου και πολιτικής, παίζοντας τον ρόλο του εκπροσώπου της λεγόμενης «διανοούμενης τέχνης». Επειδή «There’s no business like show business», αρχικά η κατάσταση φάνταζε μάλλον ελεγχόμενη. Ο εθισμός, όμως, τελικά επήλθε. Σήμερα, οι προβοκατόρικες απόψεις του έχουν βρει πεδίον δόξης λαμπρόν και στον χώρο των social media.

«Εάν η κόρη μου μού φερθεί όπως η Μυρσίνη Λοΐζου στον μπαμπά της, θα την καταραστώ από τον τάφο να μην ξαναχύσει ποτέ», έγραψε, για παράδειγμα, στο Τwitter, αντιδρώντας σε αντικυβερνητικά tweet της Μυρσίνης Λοΐζου και στο γεγονός ότι η κόρη του Μάνου Λοΐζου απαγόρευσε να παίζεται σε συγκεντρώσεις του ΠαΣοΚ το «Καλημέρα ήλιε». Πίσω από το χυδαίο της έκφρασης, κρύβεται και πάλι η μεγαλομανία. Γιατί, άραγε, πιστεύει ότι το έργο θα είναι τόσο σημαντικό ώστε να υπάρχει ανάγκη διαχείρισής του από το παιδί του; 

Το συντηρητικό παιδί
«Διάβασα το “Ο κόσμος στα μέτρα του”. Καλό. “Σοφό παιδί” δεν είναι βέβαια, αλλά ούτε εγώ είμαι 18 πια, ούτε εσύ μόνο συγγραφέας. Δυστυχώς». Πρόκειται για tweet αναγνώστη του κυρίου Χωμενίδη, το οποίο δημοσιεύθηκε στον λογαριασμό του τον περασμένο Αύγουστο. Προφανώς, στο χάος των social media δεν υπάρχουν μόνο αλήθειες, αλλά αυτή η βιτριολική ατάκα κρύβει μια δόση πραγματικότητας, καθώς, όπως ισχυρίζονται οι κακεντρεχείς, ο συμπαθής πεζογράφος δεν φέρει πλέον μόνο το συγγραφικό ταλέντο, αλλά, με την πάροδο του χρόνου, και την επικίνδυνη ροπή προς τη βοτανική. «Μαϊντανός γίνεσαι αν δεν έχεις γεύση. Το χαρακτηριστικό του μαϊντανού είναι ότι είναι σχετικά άγευστος», δήλωνε στο «Βήμα» πίσω στο αθώο 1997. Ισως και να έχει δίκιο.

Ο Χρήστος Χωμενίδης, μαζί και με άλλους συγγραφείς της γενιάς του (χαρακτηριστικά παραδείγματα η Λένα Διβάνη, ο Πέτρος Τατσόπουλος και ασφαλώς η Σώτη Τριανταφύλλου), διεκδικεί τον ρόλο του φωτεινού παντογνώστη-σχολιαστή της δημόσιας σφαίρας. Εκ πρώτης όψεως πράττει ορθώς, καθώς είναι καθήκον του πνευματικού κόσμου να παρεμβαίνει. 
Όμως μπορείς να ορίσεις ως πνευματικό κόσμο τους εκπροσώπους μιας λάιφσταϊλ λογοτεχνίας που πλέον φαίνεται να συγκινεί κυρίως τους μεσήλικους;

«Στενοχωριέμαι όταν διαβάζω ότι είμαι κρατικοδίαιτος ενώ δεν έχω πάρει ποτέ ούτε μια δραχμή ή ευρώ από το Δημόσιο», έχει δηλώσει. Κρατικοδίαιτος δεν είναι, απλώς φλερτάρει ασυστόλως με την εξουσία. Σήμερα αποτελεί ένα από τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου της ΝΕΡΙΤ. Σε ένα κείμενό του, που έμοιαζε περισσότερο με δημόσια απολογία, τόνιζε ότι δέχθηκε τη θέση έχοντας κατά νου τη διαφύλαξη του αρχείου της ΕΡΤ. Ωστόσο, για την ιστορία, θυμίζουμε ότι το 2004 διετέλεσε λογογράφος του Γ. Α. Παπανδρέου – έστω για 3,5 εβδομάδες και αμισθί, αφού τα σχέδια ομιλίας δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ –, στη συνέχεια δεν τον υποστήριξε στις εσωκομματικές του 2007 και τελικά πέρασε στη ΔΗΜΑΡ, από όπου παραιτήθηκε λόγω της μη ξεκάθαρης από την αρχή θέσης που κράτησε το κόμμα του Φώτη Κουβέλη τις πρώτες ημέρες μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ.

Στο μόνο κόμμα στο οποίο φαίνεται ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αναμειχθεί είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα υποτιμητικά σχόλιά του για τον Αλέξη Τσίπρα είναι πολλά και ιδιαίτερα καυστικά, ενώ το πάθος του εναντίον αυτού του κόμματος, του αφαιρεί την ιδιότητα του αντικειμενικού παρατηρητή και τον κατατάσσει στους φανατισμένους. 
«Ρε φίλε, “Frozen war”; “Frozen war”; Μα “Frozen war”; Δεν ξέρεις αγγλικά, εντάξει. Πώς πιστεύεις ότι μπορείς να μιλήσεις αγγλικά εάν δεν ξέρεις;», έχει πει για τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. 
Τότε βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη έναν Τατσόπουλο. Τι να τον έκανε και έναν δεύτερο;


*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014




Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Summer Wine


Summer Wine

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Το θυμάμαι συχνά. Εκείνο το περίεργο, λίγο θολό, κάπως αγχωτικό, φορτισμένο καλοκαίρι του 1968.

Στο σχεδόν άδειο κτήριο της «Φοιτητικής Εστίας Θεσσαλονίκης».

Μελετώντας κοπιαστικά Οργανική Χημεία, μια και κρινόταν ολόκληρη η χρονιά. Άλλα συστήματα τότε.

Λίγοι καλοί φίλοι για συντροφιά, Χρήστος Ηλ., Λουκάς Κ. και 2-3 ακόμη. Συναντιόμασταν όλοι στην τραπεζαρία καθημερινά για φαγητό και χαλάρωση. 

Μια μάγισσα, η Σόλι, από άλλη παρέα, άπλωνε μάταια τα δίχτυα της. Έκαμνα τον αδιάφορο να δω μέχρι πού θα το τραβήξει. Πειράγματα, βλέμματα, υπονοούμενα, πλακίτσες, ακούγοντας διαρκώς την μουσική επιτυχία της εποχής «Summer Wine», με το εκπληκτικό ντουέτο Nancy Sinatra & Lee Hazlewood. Το σιγοψιθύριζε και η μάγισσα:

Strawberries cherries and an angel's kiss in spring
My summer wine is really made from all these things

I walked in town on silver spurs that jingled too
A song that I had only sang to just a few
She saw my silver spurs and said let pass some time
And I will give to you summer wine…
Ohhh, Summer wine...

Η παρέα της μάγισσας και ο φίλος της (;) ενοχλήθηκαν, η ίδια μάλλον το διασκέδαζε. Ο τυπάκος ήρθε να μου ζητήσει τον λόγο, μουρμουρίζοντας κάποιες ασυναρτησίες που δεν κατάλαβα. Τον κοίταξα σαν σπάνιο έντομο και του γύρισα την πλάτη σκασμένος στα γέλια. Οι φίλοι μου είχαν ήδη σηκωθεί από το τραπέζι και απλώς περίμεναν σιωπηλοί. Το θέμα έκλεισε. Είχαν καταλάβει οι άλλοι ότι δεν τους έπαιρνε. Από τότε μας απέφευγαν…
   
Το καλοκαίρι τέλειωσε, πέρασα το μάθημα με 8. Οι φίλοι έφυγαν, η μάγισσα χάθηκε…

Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι (ακούγεται συχνά τα τελευταία χρόνια πάλι) οι μνήμες με πλημμυρίζουν, ζωντανεύοντας εκείνες τις αξέχαστες μέρες, αφήνοντας μόνιμα όμως και μια πικρή γεύση. Αναμνήσεις μιας ανήσυχης, έντονης, αλλά ανέμελης εποχής, που δυστυχώς δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγυρίσει. Και δεν έχω πια τους φίλους μου εκείνων των ημερών να τις μοιραστούμε, ενώνοντας τις κοινές μας θύμησες, μήπως και τις ξαναζωντανεύαμε. Έστω για λίγες φευγαλέες στιγμές. Τώρα πια είναι αδύνατον. Αυτές οι στιγμές χάθηκαν για πάντα…

Το είχε θέσει πολύ εύστοχα η ρέπλικα Roy Batty στην πασίγνωστη ταινία του Ρίντλεϋ Σκοττ «Blade Runner» (1982):
All those moments will be lost in time, like tears in rain…    
(...Όλες εκείνες οι στιγμές θα χαθούν στον χρόνο, 
σαν δάκρυα στην βροχή...)

Στην άσβεστη μνήμη των αξέχαστων φίλων μου Χρήστου και Λουκά, που έφυγαν πρόωρα και τόσο άδικα…

Έδεσσα, Καλοκαίρι 2018


ΔΕΕ

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

ΟΙ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΕΙΞΕΙΣ



ΟΙ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΔΕΙΞΕΙΣ

Ένα αφήγημα του Τρύφωνα Ούρδα

Στην τελευταία τάξη του Δημοτικού, όλα πήγαιναν καλά! Δηλαδή τι καλά αφού στα διαγωνίσματα των απολυτηρίων εξετάσεων, σχεδόν όλη η τάξη τα πήγε «χάλια». Στην αριθμητική δεν λύσαμε το πρόβλημα με την απλή μέθοδο των τριών, στη φυσική ιστορία μπερδέψαμε τις χώρες που βγαίνει το κακάο και σε εκείνη τη γεωγραφία, άντε να θυμηθείς τα ποτάμια και τα βουνά του Νομού Λακωνίας!
Δεν βαριέσαι όμως! Σιγά μην το βάλουμε μαράζι… Ο δάσκαλος, ο κύριος Γιάννης ο Νικάκης μας είπε, πως αν πάμε καλά στις «γυμναστικές επιδείξεις», που θα γίνουν το απόγευμα του Σαββάτου, όλους τα μας δώσει απολυτήριο για να δώσουμε εξετάσεις στο Γυμνάσιο.
Έτσι μέσα στη χαρά και την ευτυχία, επειδή θα τελειώναμε το Δημοτικό, το Σάββατο μαζευτήκαμε όλοι στην αυλή του Σχολείου. Δύο-δύο οι τάξεις θα παρουσίαζαν κάτι το δικό τους, το ξεχωριστό. Εν τω μεταξύ πιο μπροστά οι δύο σχολικοί σύμβουλοι, ο Γεώργιος ο Βαμβακίδης και ο Νικόλαος ο Καμπαδάκης, έφεραν καρέκλες από τα διπλανά καφενεία, ενώ εμείς βγάλαμε έξω από τις αίθουσες θρανία για να καθίσει ο κόσμος που θα μας έβλεπε.
Σε λίγο άρχισαν να καταφθάνουν οι χωριανοί. Μαζί και οι επίσημοι με τον πρόεδρο της Κοινότητας, τον κύριο Τάσο Φουρνατζή και τον παπα- Στέλιο. Τον Πρόεδρο συνόδευαν κάποιοι από τους συμβούλους του και τον παπά οι ψάλτες του, ο μπαρμπα-Θωμάς ο Τόκος και ο κυρ Νικόλας ο Γκιώσης.  Όλοι τους πήραν θέση και κάθισαν κάτω από τις καταπράσινες φλαμουριές, που ήταν μπροστά στο σχολείο και έριχναν τον ίσκιο τους στο ηλιόλουστο απόγευμα. Η φύση γύρω ήταν χαρά Θεού και το γέλιο περίσσευε στα χείλη όλων όσων βρίσκονταν στην εκδήλωση.
Με το καμπανάκι που χτύπησε ένας από τους συμμαθητές μας, ήδη εμείς συνταχθήκαμε στις γραμμές μας, μπροστά από τις τσιμεντένιες σκάλες στην είσοδο του Σχολείου. Μετά τις παρουσίες και την προσευχή άρχισαν τα νούμερα.
Πρώτα μέσα σε δυνατά χειροκροτήματα, βγήκε το νηπιαγωγείο. Η δασκάλα τους, η κυρία Ευγενία, έντυσε τους μαθητές της, μάλλον κλωσσόπουλα γιατί είχαν στην πλάτη τους μικρά φτερά από χαρτόνια και στο κεφάλι τους ένα κόκκινο λειράκι. Με τις άσπρες φουφούλες που φορούσαν και έπαιζαν «το μαντηλάκι», λέγοντας συγχρόνως με τη δασκάλα τους το ομώνυμο τραγούδι, σου ερχότανε ένα-ένα όλα να τα σφίξεις στην αγκαλιά σου και να τα φιλήσεις! Τα προσωπάκια τους ήταν τόσο χαρούμενα και γελαστά, που πραγματικά έλαμπαν στον απογευματινό ήλιο. Τελικά μετά και από άλλα παιχνίδια που έπαιξαν, αποχώρησαν από την «πίστα», πάλι μέσα στα χειροκροτήματα και τα μπράβο των χωριανών μας, των γονιών και των παππούδων τους.
Η πρώτη και η δευτέρα τάξη διάλεξαν να παίξουν το «μήλο» και το «σχοινάκι». Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν το παιχνίδι τους. Θα κέρδιζε η ομάδα που θα έπαιρνε περισσότερα «μήλα» και εκείνη που θα παρέμεινε περισσότερο χρόνο μέσα στο σχοινάκι, πηδώντας ενώ αυτό θα γύριζε, χωρίς να αγγίξει τα σώματα τους.
Πραγματικά ήταν ένα μεγαλείο! Κάποια από τα κορίτσια αλλά και από τα αγόρια, «έπιαναν» με τόση τέχνη και χάρη τα μήλα και απέφευγαν τόσο όμορφα να τους αγγίξει το σχοινί, που νόμιζες ότι πιο μπροστά έκαναν προπόνηση πάνω σε αυτά. Γι αυτό και ο ενθουσιασμός του κόσμου με τα παιδιά ήταν τόσο μεγάλος, που κάποιοι και κάποιες από τους θεατές χωριανούς μας, ίσως αναπολώντας και αυτοί τα παιδικά τους χρόνια, στο τέλος θέλησαν να μπουν και οι ίδιοι μέσα στο παιχνίδι και να πάρουν μέρος στο σχοινάκι. Έλα όμως που οι «άπληστοι» και οι «ταλαίπωροι» μετά από τόσα χρόνια, έπαψαν να είναι «παιδιά» και το σώμα δεν ακολουθούσε τις επιθυμίες της ψυχής τους!
Η τρίτη και η τετάρτη τάξη, είπαν να ασχοληθούν με τις «τσουβαλοδρομίες» και τις «αυγοδρομίες». Και επειδή το Σχολείο δεν διέθετε τσουβάλια, αυγά και κουτάλια, ο καθένας από τους μαθητές «υποχρεώθηκε» να τα φέρει από το σπίτι του. Μάλιστα σε ό,τι αφορά τα αυγά, πήραν εντολή να τα φέρουν πολύ καλά βρασμένα, γιατί έτσι και έπεφταν κάτω κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, ήταν ανέφικτο να τα μαζέψεις.
Έτσι λοιπόν κάτω από τον ζεστό ακόμα ήλιο, άρχισαν και αυτά τα παιχνίδια. Όλοι όσοι τα έπαιζαν, έπρεπε να είχαν τεράστια αντοχή και ιδιαίτερα αυτοσυγκέντρωση και ισορροπία. Γιατί όπως και να το κάνουμε δεν είναι εύκολο να πηδάς και να τρέχεις μέσα σε τσουβάλια για να φτάσεις πρώτος στο τέρμα. Ούτε να τρέχεις με ένα κουτάλι στο στόμα, που έχει απάνω του ένα αυγό, προσέχοντας αυτό να μη σου πέσει και φυσικά να μην πέσεις ο ίδιος!
Ωστόσο όμως και εδώ, παρά τους δύσκολους κανόνες του παιχνιδιού, οι συμμαθητές μου τα πήγαν περίφημα. Εξαίρεση βέβαια είχαμε σε μια περίπτωση, που του ενός το τσουβάλι σχίστηκε, μπερδεύτηκε στα πόδια του και τον έριξε κάτω και ενός άλλου που ξέχασε να βράσει το αυγό του με αποτέλεσμα όταν του έπεσε δεν μπόρεσε να το ξαναμαζέψει. Κατά τα άλλα και εδώ ο κόσμος με πολλά «ζήτω», επευφήμησε τους πρωταγωνιστές και έδωσε συγχαρητήρια στους δασκάλους για το θέαμα.
Και φτάνουμε στην Πέμπτη και την έκτη. Κάπου εδώ ήμουνα και εγώ! Σαν μεγαλύτεροι μαθητές του Σχολείου, ο δάσκαλος μας είπε, ότι θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτά που θα κάναμε. Θα έπρεπε να ήμασταν άψογοι, τόσο στα παιγνίδια όσο και στη γυμναστική και τους αγώνες στίβου που θα ακολουθούσαν.
Επίσης για να εντυπωσιάσουμε το κοινό, έπρεπε όλοι να έχουμε την ίδια εμφάνιση. Μαύρο κοντό παντελονάκι, άσπρο πουκάμισο και ιδίως γαλάζια πάνινα παπούτσια. Ευτυχώς λίγο-πολύ, όλοι αυτά τα βρήκε η μάνα μας στο παζάρι της Αριδαίας και τα αγοράσαμε. Για τα παπούτσια δεν το συζητάμε! Όλοι είχαμε την ίδια μάρκα, φίρμα όπως θέλετε πέστε το. Παπούτσια «Ελβιέλα-Αλυσίδα»! Βέβαια..! Ήταν τα πιο διαφημισμένα εκείνη την εποχή…
Πρώτο από τα παιχνίδια μας ήταν τα «σκλαβάκια». Το παιχνίδι απαιτούσε ετοιμότητα, παρατηρητικότητα και προπάντων γρήγορα πόδια για να μπορέσεις να «σκλαβώσεις», όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα της αντίπαλης ομάδας. Παρατηρητής εφαρμογής όλων των κανόνων του παιχνιδιού, ποιος άλλος από τον δάσκαλο, ο οποίος με σοβαρό ύφος και με ένα μειδίαμα όταν έβλεπε προς τον κόσμο, έδινε συμβουλές για να παίξουμε καλύτερα και έτσι όλοι να  απολαύσουν το θέαμα που ήρθαν να δουν με τον καλύτερο τρόπο.
Τελικά οι νικητές ζητωκραύγασαν τη νίκη τους, πέταξαν από την χαρά τους και χειροκροτήθηκαν παρατεταμένα από τους θεατές χωριανούς μας.
Το δεύτερο ήταν το «τράβηγμα του σχοινιού». Αυτό χρειαζόταν τα παιδιά της κάθε ομάδας να έχουν δύναμη! Γρήγορα ένα από αυτά έφερε μια τριχιά, από αυτές που έδεναν τα ζώα τους στο παχνί και οι δυο ομάδες που χωριστήκαμε, πιάσαμε τις άκρες της. Με το σύνθημα, όλοι με δύναμη ξεκινήσαμε να τραβάμε η μια ομάδα την άλλη με στόχο η κάθε μια να την φέρει στην πλευρά της.
Εδώ δεν είναι δυνατόν να θυμηθεί κανείς μετά από τόσα χρόνια ποιος νίκησε!  Θυμάμαι όμως την «πλάκα» που μας έκανε η αντίπαλη ομάδα, όταν στην αρχή δεν κράτησε «κόντρα» το σχοινί και εμείς τραβώντας το, πέσαμε όλοι μαζί στο έδαφος σαν τα στάχυα που τα θερίζει ο θεριστής. Για το αστείο, σίγουρα έβαλε το χέρι του και ο δάσκαλος!
Στη συνέχεια ακολούθησε η «σουηδική γυμναστική». Το κομμάτι αυτό των εκδηλώσεων για να είχε καλά αποτελέσματα, το «δουλεύαμε» από πολύ καιρό πριν. Καταβάλλαμε μεγάλες προσπάθειες και πολύ κόπο. Γίνονταν πρόβες πρωί και απόγευμα. Αξιοθαύμαστη η υπομονή μας τότε αλλά και των δασκάλων, που στα αληθινά αγαπούσαν τα παιδιά και αγωνιούσαν μαζί τους αν το θέαμα που θα παρουσίαζαν θα ήταν καλό ή κακό!
Τα παραγγέλματα έδινε προσωπικά ο δάσκαλος με στρατιωτική χροιά:
-Πρόταση των χειρών, ανατάσεις, ημιανατάσεις, διατάσεις-εκτάσεις, στροφή κεφαλής δεξιά-αριστερά, επί τόπου αναπηδήσεις, πρηνηδόν…
Και όταν σε κάποια στιγμή σταμάτησαν  τα παραγγέλματα του δασκάλου, εμείς συνεχίσαμε να εκτελούμε καινούργιες ασκήσεις, τραγουδώντας και χορεύοντας με εκείνο το γνωστό θαλασσινό τραγούδι του Δροσίνη:
«Γλυκά φυσά ο μπάτης η θάλασσα δροσίζεται, στα γαλανά νερά της ο ήλιος καθρεφτίζεται…»
Όλα μέσα στα συνεχή επιφωνήματα θαυμασμού των χωριανών μας, που μας παρακολουθούσαν και τους άρεσε το θέαμα και εμείς ήμασταν ικανοποιημένοι για την επιβράβευση των κόπων μας στις προετοιμασίες!
Στα αγωνίσματα μετά τη γυμναστική, τον λόγο πήραν η «σκυταλοδρομία» και τα «εκατό» μέτρα. Αν και δεν υπήρχε αρκετός χώρος να πραγματοποιηθούν τα αγωνίσματα στην ιδανική τους μορφή, «εν τούτοις» αυτά έγιναν τέλεια και μάλιστα με καλούς χρόνους. Τα πάνινα παπούτσια «ελβιέλα-αλυσίδα», έβαλαν «φτερά» στα πόδια μας και μας έκαναν στο τρέξιμο να πετάμε! Ευτυχώς που στο τέρμα της διαδρομής, υπήρχαν γειτονικά με το Σχολείο σπίτια και έτσι οι τοίχοι τους γίνονταν φυσικό εμπόδιο για να σταματήσουμε. Διαφορετικά… ακόμα θα τρέχαμε που λέει ο λόγος!
Ωστόσο αγαπημένο μας άθλημα, μάλιστα όλο το χρόνο, ήταν το «άλμα εις μήκος». Το αγώνισμα αυτό το είχαμε και σαν παιγνίδι κάθε μέρα στην αυλή του Σχολείου. Εκείνο το «σκάμμα» που υπήρχε μόνιμα στη μια πλευρά της, ήταν συνεχής πρόκληση για μας να οργανώνουμε το πρωί και το απόγευμα, «τρικούβερτους» αγώνες, κυρίως για επίδειξη ικανοτήτων στο «ωραίο φύλο», τις συμμαθήτριές μας! Επομένως το γνωρίζαμε καλά και είχαμε μεγάλη πείρα στην εκτέλεσή του.
Σήμερα ο δάσκαλος, κρατώντας στο χέρι του χαρτί και μολύβι, μας έβαλε στη σειρά για να κάνουμε πιο επίσημα τα άλματα μέσα σε αυτό. Ύστερα πήρε θέση δίπλα του και έβλεπε αν αυτά ήταν έγκυρα, άκυρα, ανάλογα αν πατούσαμε σωστά ή όχι τη «γραμμή εκτίναξης». Παράλληλα πάνω στο χαρτί, σημείωνε και το μήκος του άλματος, έχοντας σαν βοηθό του την κυρία Νίκη, μια δασκάλα από τις μικρότερες τάξεις.
Ειλικρινά εδώ ο συναγωνισμός ήταν μεγάλος! Νομίζαμε ότι παίρναμε μέρος σε Ολυμπιακούς αγώνες. Ο καθένας μας ζητούσε οπωσδήποτε να νικήσει, μια και αυτό ήταν ένα ατομικό άθλημα. Ήθελε να είναι πρώτος για να φανεί η υπεροχή του «έναντι των άλλων», που αυτοί δεν ήταν άλλοι από τους συγχωριανούς του, τους φίλους, τους συμμαθητές του. Και βέβαια αυτό, όχι με την έννοια της ζήλειας, ή μιας κακώς νοούμενης υπερηφάνειας ή μιας κακίας. Όχι! Όλα αυτά τότε ήταν άγνωστα σε μας. Οι αγώνες γίνονταν καθαρά μέσα στα πλαίσια της «ευγενούς άμιλλας», η οποία δυστυχώς δεν υπάρχει στις μέρες μας, ακόμα και σε μαθητικούς αγώνες!
Τα ίδια περίπου έγιναν και με το «άλμα εις ύψος», με το σχοινί που τεντώθηκε μπροστά από το σκάμμα. Μόνο που εδώ «έπεφτε» πολύ αλλά καλοπροαίρετο γέλιο από τους θεατές, κάθε φορά που κάποιος από μας τους αθλητές, μη μπορώντας να περάσει πάνω από το σχοινί, περνούσε από κάτω του και εκνευριζόταν. Ο δάσκαλος όμως που τον έβλεπε έτσι, μάλιστα πολλές φορές και να «βουρκώνει», όλο καλοσύνη τον χτυπούσε στον ώμο και του έλεγε την «επόμενη φορά…»
Όταν τελείωσαν όλα τα αγωνίσματα, ανακοινώθηκαν οι νικήτριες ομάδες και τα ονόματα των νικητών στα ατομικά αθλήματα, πάλι μέσα στα χειροκροτήματα των χωριανών μας. Όλοι τους είχαν ένα παιδί, ένα εγγόνι, ή ένα γειτονάκι που το αγαπούσαν για να το χειροκροτήσουν!
Αναμνηστικά διπλώματα δεν δόθηκαν.  Ο καθένας όμως που πήρε μέρος στις γυμναστικές επιδείξεις, κράτησε τις αναμνήσεις του γι αυτές, μέσα στην ψυχή του! Και αυτό ήταν το κέρδος του. Να μην τις ξεχάσει ποτέ και κάθε τέτοια εποχή να τις αναπολεί μαζί με άλλα παρόμοια γεγονότα των σχολικών του χρόνων, που δεν μπόρεσε ο «καιρός» να τα ξεθωριάσει..!
Λίγο πριν το τέλος των εκδηλώσεων, παίχτηκαν ακόμα και δυο μικρά ξεκαρδιστικά «σκετσάκια», από μια συμμαθήτριά μας τη Δήμητρα και ένα συμμαθητή μας το Λευτέρη. Καί τα δυο παιδιά στο «μονόπρακτο» που έκαναν, ήταν τόσο «φυσικοί» στην παρουσίαση και τόσο πολύ μπήκαν στο «πετσί» του ρόλου τους, που θα έλεγε κανείς ότι σπούδαζαν θέατρο.
Το πρώτο είχε θέμα, μια φαντασμένη νοικοκυρά, τη κυρά-Κουσκούσο, που έβαλε τηλέφωνο στο σπίτι της και μιλούσε με αυτό ώρες ολόκληρες, με μια άλλη φίλη της που… δεν είχε τηλέφωνο! Επίσης με τηλεφωνήματα που έκανε η ίδια και μίλαγε με Βασιλιάδες, Πρωθυπουργούς και βουλευτές, δίνοντας σε αυτούς συνταγές, πώς να «μαγειρεύουν» κιμάδες, τουρλού φαγητά και να κάνουν υπέροχες σαλάτες. Όλο υπονοούμενα τα λόγια της για τους πολιτικούς, πραγματικά δεν υπήρχε περίπτωση να μην «σκάσει» κανείς από τα γέλια. Το χωριό φάνηκε να διασκεδάζει τόσο πολύ μαζί της, που στο τέλος όλοι πέρασαν να δώσουν στην ίδια και στη δασκάλα της  συγχαρητήρια!
Το δεύτερο με τον Λευτέρη, είχε να κάνει με ένα τραγούδι που μίλαγε για ένα «ψύλλο» και τον οποίο έπιασε η Αστυνομία γιατί ο άμοιρος δεν είχε «τα χαρτιά του»! Έτσι τον δίκασαν και πήγαν να τον βάλουν στη φυλακή. Έλα όμως που αυτός, τόσο «μεγάλος» που ήταν, δεν χωρούσε μέσα σε αυτή! Γι αυτό και τον «έκοψαν» κομματάκια προκειμένου να χωρέσει. Όταν όμως αυτός πάλι δεν χωρούσε μέσα στα «κάγκελα», τότε αναγκάστηκαν να τον βγάλουν έξω από την πόλη και να τον πετάξουν. Εκεί το πτώμα του βρώμησε και εξ αιτίας αυτής της μυρωδιάς του, οι άνθρωποι εγκατέλειψαν την πόλη..!
Το απόγευμα προχώρησε και οι εκδηλώσεις με τις γυμναστικές επιδείξεις στην αυλή του Σχολείου μας, μετά και από τους χορούς και τον Εθνικό Ύμνο, πήγαιναν προς το τέλος . Ο ήλιος κατέβηκε αρκετά στον ορίζοντα, σχεδόν δεν τον βλέπαμε, καλυπτόμενος πίσω από το κτήριο. Οι χωριανοί μας, με το κέρασμα του «λουκουμιού» στα χέρια, άρχισαν σιγά-σιγά να σηκώνονται από τις θέσεις και να ετοιμάζονται για το σπίτι τους. Φεύγοντας, όλοι τους είχαν να πουν ένα καλό λόγο για μας τους «πρωταγωνιστές». Γι αυτό και όλοι τους έσφιξαν τα χέρια μας και μας ευχήθηκαν υγεία και πρόοδο στις σπουδές μας…
Εκεί, στη «Δωροθέα των αναμνήσεων», μέσα στην αυλή του Δημοτικού Σχολείου, κάποια μέρα των γυμναστικών επιδείξεων..!

29-5-2018
ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ




Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Διηγήματα Ε΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (4)


Α΄ έπαινος
Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος   
   


Φ Ω Σ  Α Π Ο  Τ Η Ν  Π Α Τ Ρ Ι Δ Α 

Απρίλης του 1906.Το ξεροβόρι που κατέβαινε απ΄ τα βουνά, έδερνε τα χωριά του Τριγώνου της Πρέσπας. Κι ας είχαν εδώ κι εκεί ανθίσει οι πρώτες πασχαλιές. Το μήνυμα της καλοκαιρίας δεν έφτανε όμως ως την καρδιά. Οι χωρικοί ωστόσο δεν τρόμαζαν από το ξεροβόρι. Κάτι άλλο τους βασάνιζε και τους έκανε σκυθρωπούς: Η κομιτατζήδικη απειλή. 

Οι πιέσεις των Βουλγαρικών παραγόντων προς τον ορθόδοξο πληθυσμό στο Ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εντείνονταν προκειμένου να ενσωματωθούν, παρά την θέλησή τους, στην αυθαίρετα ανακηρυχθείσα αυτοκέφαλη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία, που αποσχίσθηκε το 1870 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

Πέρυσι σαν τέτοιες μέρες είχαν ειπεί: «Ακόμα τούτη η άνοιξη». Κι είχαν ελπίσει. Μα ένας χρόνος από τότε είχε περάσει, ένας χρόνος γεμάτος φωτιά και καταστροφή. Το Βουλγαρικό κομιτάτο συνέχιζε να σκορπίζει τον τρόμο. Και η απόμερη εκείνη γωνιά της Ελληνικής γης, που αιώνες είχε ζεστάνει τον σπόρο της λευτεριάς στις καρδιές των ανθρώπων της και από γενιά σε γενιά είχε ονειρευτεί να ιδεί τον σπόρο αυτόν κάποτε να φυτρώνει και να καρπίζει, γνώριζε τώρα μαρτύρια, που γίνονταν, έτσι έλεγαν οι κομιτατζήδες, ‘’για χατίρι της λευτεριάς’’. Μα η λευτεριά αυτή που έταζαν οι κομιτατζήδες ήταν το ‘’σάβανο’’, που ερχόταν κάθε μέρα να σκεπάσει κι από έναν Έλληνα. Η λευτεριά αυτή σκόρπιζε, αντί την χαρά, τα δάκρυα, γέμιζε με σκοτάδι απελπισίας την ψυχή τους. 

Οι Βούλγαροι πράκτορες και τα αδρά αμοιβόμενα εγκληματικά όργανά τους, με την ανοχή και των Τουρκικών Αρχών, ένα και μόνον πρόγραμμα είχαν: Να τρομοκρατήσουν και να εξοντώσουν, όσο περισσότερο μπορούσαν, τον Ελληνικό πληθυσμό της περιοχής για να αλλοιώσουν την δημογραφική της διάρθρωση με βίαιο εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, όπως πρόβλεπαν τα σχέδια του πανσλαβισμού. 

Οι δολοφονίες ελλήνων πολιτών από Βουλγάρους κομιτατζήδες είναι κάτι το πολύ συνηθισμένο. Μόνο το 1903 δολοφονούνται 283 Έλληνες. Φυσικά άρχισαν από εκείνα τα Ελληνικά στοιχεία, που γνώριζαν ως πλέον δυναμικά και πλέον αφοσιωμένα στην εθνική υπόθεση. Έτσι δολοφονήθηκαν κατά εκατοντάδες Έλληνες ιερείς, καθηγητές, δάσκαλοι, οπλαρχηγοί του Μακεδονικού Αγώνα και τα παιδιά τους, πυρπόλησαν ολόκληρα Ελληνικά χωριά, άρπαξαν περιουσίες, έκλεισαν σχολεία κι εκκλησίες και με την ανοχή και την βοήθεια των Τούρκων κατόρθωσαν να επιβάλουν αληθινή τρομοκρατία. 

Η επίσημη στάση της Ελλάδας, ιδιαίτερα μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ήταν χαλαρή και αυτό βοήθησε στην επιτυχία της βουλγαρικής προπαγάνδας. Όμως, αυτή η τακτική των βουλγάρων αφύπνισε τους Έλληνες και πολλοί απ΄ όλα τα μέρη της ελεύθερης Ελλάδας, έτρεξαν εθελοντές, να βοηθήσουν τους Έλληνες Μακεδόνες σ΄αυτόν τον σκληρό και άνισο αγώνα τους. Τα Ελληνικά ανταρτικά σώματα πληθαίνουν και ξαπλώνονται σε ολόκληρη την έκταση της Μακεδονίας, στην προσπάθεια να την σώσουν από τα νύχια του βουλγαρισμού. Τι κι αν η λύσσα των δολοφόνων αυξάνει, αφού μόνο στα 1905 έπεσαν κάτω από βουλγαρικό μαχαίρι 365 Έλληνες. Θεριεύει παράλληλα το Ελληνικό πείσμα και το πνεύμα της επιθετικής Αντίστασης και τελικά η Ελληνική Μακεδονία σώζεται! - -Σε λίγες ημέρες ήταν το Πάσχα. Θάπρεπε σαν καλοί χριστιανοί να γιορτάσουνε κι αυτοί την Ανάσταση. Όμως σε ποιά εκκλησιά; Με ποιόν παπά να τους λειτουργήσει και να τους δώσει απ΄ την Ωραία Πύλη το Φως το Ιλαρό; Τους είχαν κλείσει τις εκκλησιές. Τους παπάδες τους, τους είχαν σκοτώσει. Κι είχαν τάξει σκληρό θάνατο σ΄ όποιον τολμούσε να ψάλει τα Ορθόδοξα αναστάσιμα. Αν ήθελαν να γιορτάσουν την Ανάσταση, ο σχισματικός παπάς ήταν έτοιμος να τους δώσει το Φως. Ας τον προσκυνούσαν και θα δέχονταν τις ευλογίες του. 

Τι περίμεναν κι αρνιόνταν τόσο πεισματικά τα Ελληνικά χωριά του Τριγώνου; Η αλήθεια ήταν, πως δεν περίμεναν παρά ένα θαύμα. Γιατί, μ΄ όλο που ο Μακεδονικός αγώνας είχε 

αρχίσει, ποιος θάφτανε ως τα απόμακρα χωριουδάκια τους για να τους φέρει βοήθεια και υποστήριξη; Κι αν έφτανε, πώς πάλι θα μπορούσε να σταθεί, αφού όλα τριγύρω τα βουνά τα γέμιζαν ταμπουρωμένοι πάνοπλοι οι κομιτατζήδες; Και το θαύμα, λοιπόν, αν γινόταν, δεν θα βάσταγε για πολύ. 

Η Μεγάλη Πέμπτη διάβηκε έτσι δίχως ν΄ακουστούν τα Ευαγγέλια και τη Μεγάλη Παρασκευή η καμπάνα δεν τολμούσε να χτυπήσει λυπητερά, είχε απομείνει και κείνη βουβή. Οπότε, κατά το βραδάκι, πριν να πέσει το σκοτάδι, ήρθε λαχανιασμένο ένα τσοπανόπουλο στο Τρίγωνο και είπε στους προεστούς, πως λίγη ώρα έξω από το χωριό στάθηκαν Μακεδονομάχοι, Έλληνες. Στην αρχή δεν ήθελαν να το πιστέψουν, ώσπου ο μικρός άρχισε ν΄ αραδιάζει σημάδια και ονόματα, που δεν μπορούσαν νάναι της φαντασίας του. Τότε ξάφνου το μάτι τους γέλασε: «Δε θες νάταν αλήθεια»; 

Πήραν απόφαση, λοιπόν, να τους πάει ως το λημέρι να δούνε. Και άμα έβλεπαν, τότε μονάχα θα πίστευαν. Έτσι είπαν. Κι έτσι έγινε. 

Όταν έφτασαν εκεί, είχε νυχτώσει για καλά. Μα από τον σκοπό που τους σταμάτησε, αμέσως κατάλαβαν πως το θαύμα είχε γίνει. Κι άρχισαν ν΄ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, αναμεταξύ τους, άλλοι πάλι δόξαζαν τον Θεό κι άλλοι σταυροκοπιούνταν. Απ΄ τη χαρά τους έκαναν όλοι σαν τρελοί. Οι Μακεδονομάχοι που είχαν γύρει για να ξαποστάσουν , όταν άκουσαν τις φωνές πετάχτηκαν κι έτρεξαν στο καραούλι με τ΄ όπλο στο χέρι. Είδαν και με την πρώτη ματιά αμέσως κατάλαβαν κι αυτοί. 

Κατέβασαν τα όπλα, έδωσαν τα χέρια, κι ύστερα όλοι μαζί τράβηξαν για το χωριό. Καθώς διάβαιναν από τους σκοτεινούς δρόμους, άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα κι ακούγονταν καλωσορίσματα, που και που και κανένας γυναικείος λυγμός. Θαρρείς και το ξεροβόρι σταμάτησε, η νύχτα έγινε ξάφνου φιλόξενη, η ελπίδα έφεγγε στις καρδιές τους, όπως όταν γυρνάς από την Λιτανεία του Επιτάφιου. 

- Το Μεγάλο Σάββατο ξημερώνοντας βρήκε το χωριό όλο στο πόδι. Ήθελαν να καμαρώσουν τα παλληκάρια, που ο ερχομός τους είχε διώξει μακριά τον εφιάλτη. Ήθελαν να τους παρακαλέσουν να μείνουν κοντά τους την άγια εκείνη ημέρα, να γιορτάσουν την Ανάσταση και το Πάσχα μαζί. Και τους καμάρωναν. Δώδεκα ήταν όλοι κι όλοι. Μα στους χωρικούς του Τριγώνου φάνταζαν για στρατός ολόκληρος. Κι ύστερα τους είπαν: «Να μείνετε εδώ μαζί μας. Να κάμουμε το Πάσχα μαζί». 

Μα ο αρχηγός του σώματος, αφού κοίταξε τα παλληκάρια του ένα προς ένα, αποκρίθηκε: 

-Καλή η πρόσκλησή σας και για μας μεγάλη χαρά. Μα, αν ήρθαμε ως εδώ, δεν ήρθαμε για να γιορτάσουμε. Ήρθαμε για να φέρουμε, όχι μόνο στο χωριό σας, μα και στ΄άλλα τριγύρω χωριά, το μεγάλο μήνυμα της Πατρίδας. Γι΄αυτό έχω απόφαση να τραβήξω ως το πιο βασανισμένο χωριό, φέρνοντας το μήνυμα αυτό. Πέστε μου πού έχουν μαζευτεί οι πιο πολλοί κομιτατζήδες, να πάμε εκεί να αναστήσουμε. 

Οι χωρικοί, αν και παραξενεύτηκαν με την παράτολμη εκείνη απόφαση, μετρώντας όμως τη χαρά που είχαν νιώσει οι ίδιοι, δεν θέλησαν να την στερήσουν κι απ΄τους άλλους πατριώτες της περιοχής. Και αφού ο αρχηγός του σώματος ζητούσε να του ονομάσουν το πιο βασανισμένο χωριό, δεν ήταν δύσκολο να του το πούνε. Πετροχώρι τόλεγαν. 

- Τρείς ώρες δρόμο από κει, τριγυρισμένο από βουνά, θαρρείς αποκλεισμένο απ΄τον κόσμο, βρισκόταν το χωριό που ζητούσε. Από παντού το είχαν ζωσμένο οι κομήτες, κόβοντάς του την ίδια την ανάσα του. Τόσο πολύ, που τώρα για το Πάσχα είχαν 

διατάξει να μην ανάψουν οι χωριάτες τους φούρνους να ψήσουν το ψωμί τους. Κι άμα έβλεπαν έστω κι από ένα σπίτι καπνό, θα κατέβαιναν να τους κάψουν. 

-Κι αν φτάσετε ως εκεί, είπαν οι προεστοί του Τριγώνου, μπορεί και να μην βρείτε παρά έρημο τόπο και ρημαγμένο. Και θάχετε και μεγάλο κίνδυνο να χαθείτε και σεις. 

-Τον κίνδυνο δεν τον λογαριάζουμε, αποκρίθηκε ξανακοιτάζοντας τα παλληκάρια του ο αρχηγός. Γιατί αν λογαριάζαμε τον κίνδυνο, θα είμαστε στα σπίτια μας και θ΄ανασταίναμε με τους δικούς μας ήσυχοι. Τώρα η Πατρίδα μας έταξε σε έργο δύσκολο. Θα προχωρήσουμε… 

Έτσι ξεκίνησε το μικρό σώμα κι αφού βάδισε ως το απομεσήμερο έφτασε σ΄ένα ύψωμα. Κάτω σε μια ρεματιά διακρινόταν το χωριό. Απ΄τα γύρω υψώματα οι κομιτατζήδες δεν φρόντιζαν να κρύβονται, αφού δεν πήγαινε ο νους τους πως είχαν κανέναν να φοβηθούν. Τόσο δεν πήγαινε ο νους τους, που πήραν το Ελληνικό σώμα για δικό τους και τόβλεπαν που κατηφόριζε προς το χωριό αδιάφοροι. 

Οι δικοί μας πάλι, που τους άρεσε το χωρατό, χαιρετούσαν από μακριά με γνεψίματα τους κομήτες. Μα ο αρχηγός τους πρόσταξε να ταχύνουν και να σταθούν σ΄ένα σύδεντρο, ώσπου να βραδιάσει. Κουρασμένοι πλάγιασαν πάνω στο χώμα. Το κρύο τους πιρούνιαζε, άρχισε σε λίγο να βρέχει. Και τότε τους είπε ο αρχηγός τους: 

-«Έτσι ήταν πάντα σε κάθε αγώνα του Έθνους μας, έτσι είναι και τώρα, έτσι θάναι και πάντα. Ο Έλληνας βάνει πάν΄ απ΄όλα, μαζί με τον Θεό, την Πατρίδα του. Κι απέ, μηδέ πείνα τον νοιάζει, μηδέ κρύο, μηδέ τίποτα. Σκάφτει και την πέτρα, τρώει και τα σίδερα και εις το τέλος πετυχαίνει την απόφασή του. Με την βοήθεια του Θεού και της Πατρίδας φτάνει εις την καλοκαιριά». 

Ήρθε μια μπόρα ανοιξιάτικη. Το απογευματάκι ανάμεσα στα χαμηλωμένα σύννεφα, φάνηκε ο ουρανός. Μα κάτω στη ρεματιά το χωριό τόβλεπαν έρημο, με τα σπίτια του κλειστά, σαν πεθαμένο. ΚΙ ένα από τα παλληκάρια κοιτάζοντάς το: Λέτε, παιδιά, να το αναστήσουμε;. Και ο αρχηγός που κατάλαβε το πείραγμα, αποκρίθηκε, χωρίς να θυμώσει: Άμα ήταν ζωντανό, άμα δεν τόχαν αφανίσει, τότε δεν θάχε την ανάγκη μας. 

Όταν πέρασε η ώρα κι άρχισε να βραδιάζει, κατηφόρισαν ανάμεσα στα βράχια με προφύλαξη. Πήραν το μικρό μονοπάτι κι έφτασαν στα πρώτα σπίτια. Παντού ήταν κλειστά, τα ξύλινα πατζούρια σφαλισμένα, στους στενούς λασπωμένους δρόμους ερημιά, ούτε σκυλί δεν τους γαύγισε. 

Χτύπησαν σε κάμποσες πόρτες. Απόκριση καμιά. Όταν έφτασαν στην πλατεία, στάθηκαν σχεδόν τρομαγμένοι, τους έπνιγε οι σιωπή. 

- Θα μας περνάνε για κομήτες. Γι αυτό δεν ανοίγουν, μουρμούρισε κάποιος. 

-Ποιος ξέρει τι θάχουν τραβήξει, είπε ένας άλλος. - Άντε βρες τρόπο να τους ξεθαρρέψεις, συλλογίστηκε ο αρχηγός. 

Να κτυπήσουμε την καμπάνα; Ήταν κίνδυνος ν΄ακούσουν οι κομιτατζήδες, που φύλαγαν τριγύρω και ν΄αρχίσουμε το τουφεκίδι πασχαλιάτικα. Θα γινόταν το ίδιο κι αν έριχναν με το ντουφέκι. Και θάπαιρναν μεν τότε το μάθημά τους οι κομιτατζήδες, αλλά θα χάλαγε ο 

γιορτασμός της Πασχαλιάς και θάχανε ο σκοπός του ερχομού τους. Στέκονταν, λοιπόν, εκεί καταμεσής στην έρημη πλατεία και δεν ήξεραν κι αυτοί τι να κάμουν. Το σκοτάδι έπεσε σε λίγο κατεβαίνοντας βαρύ από την ρεματιά. 

Πέρασε έτσι ακόμη κάμποση ώρα. Πίσω από τα κλειστά παράθυρα δεν άναψε ούτε ένα φως. Και η σιωπή ολοένα και τους βασάνιζε. Είχαν χάσει την διάθεσή τους. 

-«Ακόμη κι αν τους φωνάξουμε πως είμαστε Έλληνες, δεν θα το πιστέψουν», συλλογιζόντουσαν. 

Ώσπου σε μια στιγμή, άθελά του, άρχισε κάποιος να σιγοψέλνει το «Χριστός Ανέστη». Τον ακολούθησαν και οι άλλοι. Σιγαλός ψαλμός αντήχησε μέσα στην ερημιά. 

Και τότε, κάτι έτριξε πίσω τους. Το παντζούρι μισάνοιξε, το λυχνάρι θαμπόφεξε σ΄ένα άλλο παράθυρο που άνοιγε αντίκρυ. Σιγανές οι φωνές, τρομαγμένες, ρωτούσαν: «Ποιοί είσαστε;». 

Σταμάτησαν τον ψαλμό και κοίταζαν τον αρχηγό τους. Αυτός έπρεπε να απαντήσει, μα καταλάβαιναν πως δυσκολευόταν, δεν έβρισκε τις λέξεις που χρειαζόταν και δίσταζε. 

Τώρα όμως το ερώτημα σιγανό ξανακούστηκε από παντού. Τα λυχνάρια φώτιζαν στα παράθυρα, τριγύρω πρόσωπα αδύνατα, κατάχλωμα, απελπισμένα. 

-Για κοίτα, μοιάζουνε με εικονίσματα, πήγε να ειπεί κάποιος. Μα ο αρχηγός δεν τον άφησε να συνεχίσει. Η φωνή του έτρεμε, καθώς ακούστηκε μες στη σιωπή να απαντά: 

-Είμαστε απ΄την Πατρίδα. Μας έστειλε για να αναστήσουμε μαζί σας. 

Δεν άναψαν περισσότερα λυχνάρια. Δεν αντήχησαν ζητωκραυγές. Σιγά μονάχα ακούστηκαν πόρτες ν΄ανοίγουν τρίζοντας. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ήρθαν και στάθηκαν κοντά τους. Οι σκιές μες στο σκοτάδι πλήθυναν. Χωρίς ν΄ακούγονται πάνω στο νοτισμένο χώμα τα βήματα τους, ένα ολόκληρο χωριό που το βάραινε ως τώρα ο τρόμος συγκεντρώθηκε στην πλατεία. Κι εκεί, δίχως άλλη λέξη, από στόματα γεροντικά και παιδιάστικα ξανακούστηκε σιγανό μα σταθερό και αποφασιστικό το «Χριστός Ανέστη». 

Πάνω από τα βουνά, όπου ενέδρευε ο εχθρός, ο ουρανός είχε ξαστερώσει και έλαμπαν τ’αστέρια. 

Όσο κι αν αργούσε, θά 'λαμπε σε λίγο η αυγή του Πάσχα, η μεγάλη Αναστάσιμη Εθνική Αυγή.- 

***



 Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος

Γεννήθηκε στο χωριό Αγία Ευθυμία του Νομού Φωκίδας και κατοικεί στον Βύρωνα Αττικής. 

Είναι Αξιωματικός ε. α. της Ελληνικής Αστυνομίας, Πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών του ιδίου Πανεπιστημίου. 

Είναι μέλος της Εταιρείας Φωκικών Μελετών, της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων. 

Είναι τακτικός συνεργάτης διαφόρων έντυπων, εφημερίδων και περιοδικών, με άρθρα ποικίλης ύλης και συμμετέχει σε Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς όπου έχει τύχει αρκετών διακρίσεων.-


                              

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Ο γύρος του κόσμου σε 60 ταξίδια


Ο γύρος του κόσμου 
σε 60 ταξίδια

Λένε ότι ακόμη και το μεγαλύτερο ταξίδι αρχίζει πάντα με ένα πρώτο βήμα. Αυτό όμως δεν είναι η απόλυτη αλήθεια γιατί το οποιοδήποτε ταξίδι αρχίζει πάντα από το μυαλό και την καρδιά του μελλοντικού ταξιδιώτη, καθώς η λαχτάρα και το όνειρο γι’ αυτό που πρόκειται να κάνει, είναι το θεμέλιο του αληθινού ταξιδιού.

Μέχρι σήμερα 175 ταξίδια μικρά και μεγάλα, 2172 ημέρες, 1042 πτήσεις και αμέτρητα χιλιόμετρα μας έφεραν σε 195 χώρες της γης και μας γέμισαν με μοναδικές εικόνες, από όλες σχεδόν τις γνωστές και άγνωστες γωνιές του πλανήτη. Ψήγματα από αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε στους επίδοξους ταξιδιώτες, που θέλουν να γευτούν εμπειρίες, που πραγματικά αλλάζουν ολόκληρο το νόημα της ζωής.

Με γνώμονα λοιπόν το ότι «η ζωή είναι ένα ταξίδι» αλλά και ότι «το ταξίδι είναι ένα εργαλείο για την ειρήνη, τη γνώση και τον πολιτισμό», τα βήματά μας, μας έφεραν σε τόπους μακρινούς και εδραίωσαν την πεποίθησή μας ότι οτιδήποτε και αν έχει δει ή ακούσει ο επίδοξος ταξιδιώτης, δεν υποκαθιστά το ίδιο το ταξίδι, τη συγκίνηση της άμεσης επαφής με το μεγαλείο της φύσης, με πρωτόγονες ακόμη φυλές ή με την τελειότητα μεγαλόπρεπων μνημείων.

Και είναι γεγονός ότι το ταξίδι φέρνει τους ανθρώπους τόσο κοντά ώστε η λεπτή γραμμή που χωρίζει τον κάθε ταξιδιώτη από τον υπόλοιπο κόσμο παύει ουσιαστικά να υπάρχει.

Συγγραφέας: Αριστείδης Λάμπρου

Πολυτελής έγχρωμη έκδοση με εκτενές φωτογραφικό υλικό τυπωμένη σε illustration χαρτί και δεμένη με σκληρό εξώφυλλο

Σελίδες: 364

Έκδοση: 







Για το βιβλίο θα μιλήσει ο Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης στην εκδήλωση που οργανώνει το βιβλιοπωλείο "Κράλλη" και θα πραγματοποιηθεί στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Έδεσσας (Βαρόσι) την Δευτέρα 14 Μαΐου 2018 και ώρα 7.00 μμ