Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

Βιβλιοπαρουσίαση

Αναστασία Μαχαιρίδου, Δημήτρης Ευαγγελίδης, Κοσμάς Τσίναλης


Ιδιαίτερα επιτυχημένη ήταν η εκδήλωση παρουσίασης του μυθιστορήματος του Αντώνη Παυλίδη «Χαλαμονή», που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018 στις 11.00 πμ στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Έδεσσας στην παλιά πόλη (Βαρόσι), από τον Σύλλογο "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας".

Για το βιβλίο μίλησαν οι εκπαιδευτικοί και πιστοποιημένοι εκπαιδευτές της ποντιακής διαλέκτου: Τσίναλης Κοσμάς, δάσκαλος, η Μαχαιρίδου Αναστασία, Φιλόλογος και ο συγγραφέας Αντώνης Παυλίδης. Την εκδήλωση συντόνισε ο Δημήτρης Ευαγγελίδης.

Την εκδήλωση ξεκίνησε με το καθιερωμένο καλωσόρισμα ο Πρόεδρος του Συλλόγου Τρύφων Ούρδας, ενώ χαιρετισμό απηύθηνε και ο Δήμαρχος Έδεσσας Δημήτρης Γιάννου.


Το καλλιτεχνικό μέρος της εκδήλωσης περιλάμβανε ένα δρώμενο εμπνευσμένο από ένα περιστατικό που περιγράφεται στο βιβλίο και απέδωσαν οι:
Νανόπουλος Παναγιώτης
Χατζής Χρήστος και
Λαζαρίδης Δημήτρης.




Ανάγνωση αποσπασμάτων από το βιβλίο έγινε από την Ροζαλία Γαβριηλίδου, η οποία επιμελήθηκε και οργάνωσε και το καλλιτεχνικό μέρος, ενώ τραγούδησε και έπαιξε λύρα η ταλαντούχος Ελένη Γότση.


Τα θερμά χειροκροτήματα του κοινού που ακούγονταν στην διάρκεια του καλλιτεχνικού μέρους ήταν μια ειλικρινής επιβράβευση των παραπάνω.  


  

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΙΚΟ



ΤΟ  ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΙΚΟ


Σκυμμένος όλη μέρα πάνω στον μπάγκο, στη μηχανή και τα παπούτσια του ο κύριος Τάκος ο τσαγκάρης στην Αριδαία, δεν σήκωνε το βλέμμα του να κοιτάξει και λίγο πιο πέρα τη δουλειά του. Έραβε, μπάλωνε, ξήλωνε, διόρθωνε τα δέρματα και τις σόλες από τα παπούτσια, τέλειωνε το ένα ζευγάρι έπιανε το άλλο και άντε πάλι από την αρχή μέχρι να πλακώσει το σούρουπο και να ανάψει τη λάμπα. Τότε σιγά-σιγά ανέβαινε για το σπίτι του.

Βέβαια σίγουρο είναι, ότι ενώ δούλευε, έριχνε κάποιες γρήγορες και λοξές ματιές στους πελάτες του και τους χαμογελούσε κάτω από το γείσο της τραγιάσκας του, κάθε φορά που αυτοί, μέσα στο μαγαζί, «γκρίνιαζαν» για την αργοπορία στη διόρθωση των υποδημάτων τους. Όμως αυτός με ήρεμη φωνή και με ένα ύφος «άκρως» αφοπλιστικό και με λόγια που θα έλεγε κανένας πως δεν σήκωναν αντίλογο, τους έλεγε:

-Παιδιά αυτοί είμαστε και έτσι μένουμε! Το κατάστημα μπορεί να αργεί αλλά δεν λησμονεί! Κάνει ντόμπρα δουλειά! Όλοι να είναι ευχαριστημένοι! Και από κάτω με «περηφάνια» και με μια δόση χιούμορ συμπλήρωνε: 

-Και πού είστε! Εδώ δεν χωράει και «μέσον..!» Με τη σειρά σας όλοι θα πάρετε, εννοώντας φυσικά, ότι όλοι θα εξυπηρετηθούν με τη σειρά που του πηγαίνουν τα «πατούμενα».

Έτσι πέρναγαν οι καιροί και τα χρόνια, οι χειμώνες και τα καλοκαίρια με τον μάστορα καθισμένο στην ίδια ψάθινη καρέκλα, μπροστά στην ίδια μηχανή και με το ίδιο μεράκι να φτιάχνει και να επιδιορθώνει, «τριζάτα» σκαρπίνια κυρίων, κομψές γόβες και τακούνια γυναικών, μοντέρνα και φανταχτερά πέδιλα κοριτσιών, πού και πού παπουτσάκια για μικρά παιδιά, μέχρι και…«τσόκαρα» που του έφερναν από τα χωριά! 

Ωστόσο να μη φανταστεί κανένας, ότι ο περισσότερος κόσμος, είχε την πολυτέλεια να του φέρνει και πολλά ζευγάρια . Όχι φυσικά! Παπούτσια να φορέσουν δεν είχαν όλοι! Και αυτοί που είχαν, άντε να είχαν μονάχα ένα ζευγάρι. Και φυσικά αυτά ήταν τα «καλά» τους τα παπούτσια, που τα φορούσαν στις γιορτές, τα πανηγύρια και τους γάμους. Τις άλλες μέρες για το σπίτι, τα χωράφια και τις υπόλοιπες μετακινήσεις από τον ένα τόπο στον άλλο, τις έκαναν με τα τσαρούχια και στην καλύτερη περίπτωση με εκείνα τα «λαστιχένια» τα παπούτσια. Εδώ βέβαια δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε, πως υπήρχαν και περιπτώσεις που κάποιοι, ήθελαν να περπατάνε και «ξυπόλυτοι», μόνο και μόνο για να μη χαλάνε τα παπούτσια τους και έτσι να μη χρειάζεται να αγοράσουν καινούργια. Διότι τότε, πού να τρέχουν να βρούνε τα μαγαζιά να τα αγοράσουν και πάνω από όλα πού να βρούνε τα λεφτά!

Σάββατο το απόγευμα και το αφεντικό του μαγαζιού, ο κύριος Τάκος, ο αγαπητός σε όλους τεχνίτης παπουτσιών, είπε να κλείσει νωρίς σήμερα το κατάστημα. Αύριο ξημερώνει Κυριακή, μια μέρα ξεκούρασης και ησυχίας με την Εκκλησία το πρωί και ύστερα κανα-καφέ στο εστιατόριο του Καπερνίδη, δίπλα στο ποτάμι! Γι αυτό καλύτερα να πάει τώρα, νωρίς στο σπίτι του, προκειμένου να ετοιμαστεί και να το ρίξει στον ύπνο. 

Αρκετά από την Ανατολή δούλεψε με εκείνα τα λουστρίνια της κυρά-Φανής, της χοντρής της γειτόνισσας που κάθεται απέναντι και που κάθε τόσο τα χαλάει σε μια βόλτα που κάνει μέχρι το «τσιφλίκι» για να τα δείξει, «ασορτί» με το κλαδωτό της το φουστάνι, στη φιλενάδα της τη κυρά-Λιούνγκαινα. Ασχολήθηκε βέβαια για λίγο και με εκείνα τα παλιοτσάρουχα του Γιορδάνη του ταχυδρόμου, που και αυτός ο φουκαράς, όλη τη μέρα περπατάει, μοιράζοντας γράμματα για έναν ψευτομισθό που παίρνει από τον Οργανισμό και έτσι ζει την οικογένειά του. Ακόμα κάπου το μεσημέρι, πέρασαν «σφήνα» και ο Δήμαρχος ο Τυμπανίδης με τον Φρούραρχο τον Πετρόπουλο, ζητώντας επίμονα να τους καρφώσει καινούργια «πεταλάκια» κάτω από τις σόλες των παπουτσιών τους και έτσι έφτασε το βραδάκι χωρίς να το καταλάβει. Καιρός ήταν λοιπόν τώρα να εγκαταλείψει το μαγαζί! 

Έτσι κατέβασε τα κουρτινάκια στα παράθυρα, συμμάζεψε λίγο τα εργαλεία, φύσηξε και τη λάμπα να σβήσει και βγήκε έξω από την πόρτα. Την ώρα όμως που γύριζε το κλειδί για να κλειδώσει, από μακριά και πίσω του, μέσα στο σκοτάδι άκουσε κάποιους να τον φωνάζουν:

-Μάστορα μην κλείνεις, κάτσε πρώτα να σου πούμε!

Ξαφνιασμένος γύρισε και είδε δυο άτομα, όσο μπορούσε να τα διακρίνει δηλαδή μέσα στη μαυρίλα, λαχανιασμένα και ιδρωμένα, να τρέχουν προς το μέρος του και με κόμπους στο λαιμό εξ αιτίας της κούρασης, να του λένε και να του ξαναλένε να περιμένει:

-Μάστορα μην κλείνεις, τελικά πήρε το λόγο και είπε ο ένας από αυτούς, που φαινόταν και μεγαλύτερος στην ηλικία. Θέλουμε να σου πούμε για μια ζημιά που πάθαμε σήμερα το μεσημέρι από ένα σκυλί εκεί στη γειτονιά μας στο χωριό. Που λες, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, το παλιόσκυλο άρπαξε από τη μέσα πόρτα του σπιτιού μας, τα «ολοκαίνουργια» παπούτσια του παιδιού μου, και έδειξε το συνοδό του, και με τα άλλα σκυλιά τα κάνανε κομμάτια..! Μετά ο άνθρωπος, αφού πήρε κάμποσες αναπνοές, συνέχισε:

-Και το παιδί αύριο μάστορα παντρεύεται! Δεν έχει άλλα να φορέσει για το γάμο. Πού να παραγγείλουμε και καινούργια! Μαγαζιά που πουλάνε έτοιμα, έχει μόνο στη Θεσσαλονίκη. Όμως… πότε να πάμε τώρα να τα πάρουμε. Δυο-τρεις που ρωτήσαμε στο χωριό να μας δανείσουν προσωρινά τα δικά τους δεν ταιριάζανε στα πόδια! Το ένα ζευγάρι ήταν μικρό το άλλο μεγάλο! Σε παρακαλούμε, πάρε τα αυτά τα κομματιασμένα και διόρθωσέ τα ή κάνε μας καινούργια. Πάντως αύριο Κυριακή, μέχρι το μεσημέρι που θα γίνει η στέψη πρέπει να τα έχουμε!

Στη τελευταία του λέξη, μέσα από έναν ντορβά που τον είχε κρεμασμένο στον ώμο του, έβγαλε τα κατεστραμμένα παπούτσια και τα έδειξε στον τσαγκάρη, που όση ώρα του μίλαγε τον κοίταζε έκπληκτος στο πρόσωπο.

Ο κύριος Τάκος με μια γρήγορη κίνηση τα πήρε στα χέρια του και πραγματικά του ήρθε να γελάσει. Αυτά δεν ήταν παπούτσια! Κάποτε βέβαια μπορεί να ήταν. Τώρα όμως, έμοιαζαν περισσότερο με ξεσκισμένα κουρέλια! Όπως τα έβλεπε, ούτε λόγος για επιδιόρθωση, αφού στο ένα από το ζευγάρι έλλειπε η μισή η σόλα και η μπροστινή η μύτη του και το άλλο δεν είχε απάνω του δέρμα να δέσουν τα κορδόνια. Χώρια που από τις πολλές δαγκωματιές τα καημένα, έχασαν το μαύρο το χρώμα τους που ήταν βαμμένα και φάνηκε σκέτο το άσπρο χρώμα του δέρματος, εκείνου του ζώου που προέρχονταν! Έτσι λοιπόν, αφού τα έριξε ακόμα μια τελευταία ματιά στο μισοσκόταδο, με ήρεμη φωνή τους είπε: 

-Ρε παιδιά, αυτά δεν είναι παπούτσια για να φτιαχτούν! Καταστράφηκαν τελείως…

-Τι λες μάστορα, τον διέκοψε πάλι απότομα ο άλλος που του μίλαγε και με την αγωνία τώρα περισσότερο ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Τότε αν είναι, σχεδόν του φώναζε, να του φτιάξεις άλλα. Καινούργια παπούτσια του παιδιού. Πώς θα πάει αύριο στην Εκκλησία για να παντρευτεί! Ξυπόλυτος με γραβάτα και κουστούμι δεν γίνεται! Σε παρακαλώ, πληρώνουμε όσα-όσα. Εγώ που σου μιλάω είμαι ο πατέρας αυτού του παιδιού! Σε παρακαλώ..! 

Σε μεγάλη δυσκολία ήρθε ο μάστορας έξω από την πόρτα του μαγαζιού του, απόψε Σαββατόβραδο με το σκοτάδι να πέφτει τώρα για τα καλά στην πόλη της Αριδαίας και με τα δυο άτομα να τον παρακαλάνε όλο και περισσότερο, σχεδόν να τον ικετεύουν, έτοιμοι αν χρειασθεί να πέσουν και στα πόδια του, προκειμένου να τους τελειώσει τη δουλειά, αυτόν τον «νταλκά» που είχαν στο κεφάλι τους. Και ο ίδιος! Αύριο Κυριακή μέρα, θέλει από τώρα να πάει στο σπίτι του, να πέσει για ύπνο και να ξεκουραστεί μετά την ταλαιπωρία της μέρας πάνω στην καρέκλα, δουλεύοντας τα παπούτσια των πελατών του, τη μια με τη μηχανή και την άλλη με τα χέρια.

Αλλά όμως στους ανθρώπους, εδώ και τώρα πρέπει να δώσει μια απάντηση. Θετική ή αρνητική! Θα κάτσει να φτιάξει τα παπούτσια στο παιδί, που με τον πατέρα του τον κοιτάνε στα μάτια ή θα τους πει πως αυτό είναι αδύνατο να γίνει μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και έτσι να ψάξουν να βρούνε άλλη λύση! Γιατί εδώ που τα λέμε, τα παπούτσια δεν τα φτιάχνει όλα η μηχανή. Περισσότερο τα φτιάχνουν τα χέρια και αυτό θέλει χρόνο! 

Ωστόσο πριν απαντήσει, πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη του, πως το παιδί που είναι απέναντί του παντρεύεται. Πώς θα το δει ο κόσμος! Πώς θα εμφανιστεί στην Εκκλησία, μπροστά στον παπά χωρίς παπούτσια και «εν τέλει» πώς θα «πατήσει», αν προλάβει φυσικά, το πόδι της νύφης στο άκουσμα της επιστολής εκείνης του Αποστόλου « η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα !» Βρε κακό που τον βρήκε απόψε τον άμοιρο και μάλιστα χωρίς να φταίει!

Με κατεβασμένο το κεφάλι, ξανάβαλε το κλειδί στην πόρτα και μπήκε στο μαγαζί. Από κοντά τον ακολούθησαν και οι άλλοι. Με αργές κινήσεις και με το τσακμάκι που είχε στην τσέπη του, άναψε τη σβησμένη λάμπα και έκατσε πάλι στην καρέκλα. Έτριψε τα μάτια του με τα χέρια, τίναξε το κεφάλι του προς τα πίσω και έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό. Πήρε από το συρτάρι ένα μολύβι, μαζί με ένα χοντρό πετσί και απευθυνόμενος προς το παιδί, του είπε:

-Φέρε τα πόδια σου εδώ να πάρουμε τα μέτρα για τα παπούτσια..! 

Τελικά ο μάστορας είχε πάρει την απόφασή του. Θα έφτιαχνε τα καινούργια παπούτσια, όπως του ζήτησαν οι απρόσμενοι βραδινοί πελάτες του. Όχι πως είχε τόσο μεγάλη ανάγκη τα λεφτά που θα έπαιρνε από αυτή τη δουλειά, όσο γιατί σαν άνθρωπος ήθελε να εξυπηρετήσει τους δυο συνανθρώπους του, που ήρθαν στην πόρτα του σπιτιού του και με την ψυχή στο στόμα, ζήταγαν να τους βοηθήσει!

Έτσι, σαν είπανε και για τα λεφτά, ο φιλότιμος παπουτσής έπιασε αμέσως δουλειά. Δεν ήταν εύκολη η απόφαση που πήρε, να φτιάξει τα παπούτσια μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα! Αν και νύσταζε τρομερά και τα μάτια του έπεφταν στο πάτωμα για να τα κλείσει, πολύ γρήγορα ετοίμασε τα δέρματα, τις σόλες, τα καρφιά, τις κόλλες, το χρώμα και άρχιζε να τα δοκιμάζει πάνω στο «καλαπόδι». Έπρεπε να βιαστεί και δεν είχε καιρό για χάσιμο..!

Με τη «φτουρά» της δουλειάς, στο μεγάλο ρολόι του τοίχου μέσα στο μαγαζί , η ώρα πήγε δώδεκα τα μεσάνυχτα, τρεις το πρωί, εφτά το χάραμα, ώσπου λίγη ώρα μετά άκουσε και την καμπάνα να χτυπάει για την Εκκλησία. Εδώ ο τσαγκάρης σταμάτησε και έκανε το σταυρό του. Ύστερα με αρκετή δυσκολία, εξ αιτίας της πολύωρης εργασίας, ανέβηκε πάνω στο σπίτι του για να πλυθεί και να αλλάξει, προκειμένου να πάει στη Θεία Λειτουργία και να ανάψει ένα κεράκι. Μετά την Εκκλησία αντί για την καθιερωμένη βόλτα, θα στρωνόταν και πάλι στη δουλειά, έτσι ώστε μέχρι το απόγευμα, τα παπούτσια να ήταν έτοιμα, όπως το υποσχέθηκε!

Πραγματικά έτσι και έγινε! Μέχρι λίγο πριν το μεσημέρι, τα παπούτσια ήταν έτοιμα. Περιποιημένα, λουστραρισμένα, φιγουράτα, φτιαγμένα με την τελευταία λέξη της μόδας, έτοιμα να φορεθούν! Με περηφάνια ο μάστορας, που τα τέλειωσε τόσο γρήγορα αλλά και που έγιναν τόσο όμορφα, τα ακούμπησε πάνω στον πάγκο και τα χάζευε από μακριά, περιμένοντας από λεπτό σε λεπτό να χτυπήσει η πόρτα και να έρθουν να τα πάρουν για τον γάμο.

Η ώρα όμως περνούσε και κανένας δεν φαινόταν να έρχεται. Άρχισε να ανησυχεί. Το απόγευμα είπαν πως θα έρχονταν και τώρα ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψει! Ούτε φωνή ούτε ακρόαση από τους ενδιαφερόμενους. Τι μπορεί να έγινε άραγε; Και να σκεφτεί κανείς, πως για να είναι συνεπής στο λόγο του, δούλευε ασταμάτητα όλη τη νύχτα!

Με την απορία και την απογοήτευση πλημμύρα στην ψυχή του μήπως τον κορόιδεψαν, ο τσαγκάρης αργά το σούρουπο, έκλεισε το μαγαζί και όπως ήταν πολύ κουρασμένος, ανέβηκε πάνω στο σπίτι του για να κοιμηθεί! 

Φθινόπωρο στην Αριδαία του έτους 1923. Η Πέμπτη που ξημέρωνε δεν θα ήταν βροχερή, όπως έδειχνε από το βράδυ της προηγούμενης μέρας. Ο ήλιος πετάχτηκε λαμπερός από πολύ νωρίς πάνω από τα βουνά και όσο ανέβαινε έκανε τη μέρα καλοκαιριάτικη και την ατμόσφαιρα γύρω καθαρή και χαρούμενη. Ευκαιρία να κατέβει στο παζάρι ο κόσμος από τα χωριά και να ψωνίσει, ό,τι έχει ανάγκη για το νοικοκυριό του από τους παζαρτζήδες, που έστησαν από το πρωί τα σεργιά τους στους δρόμους γύρω από την πλατεία και στις γέφυρες πάνω από τα ποτάμια. Ευκαιρία ακόμα, να γεμίσουν και τα καφενεία με κόσμο, σερβίροντας καλοψημένους καφέδες και ιδιαίτερα για τους περισσότερο μερακλήδες, ουζάκια και κρασιά, συνοδευόμενα με κλαρίνο ή γκάιντα. Ακόμα τέλος να δουλέψουν, οι σαμαρτζήδες, οι καροποιοί, οι γανωτές, οι ακονιστές ψαλιδιών και μαχαιριών αλλά και εκείνοι οι ταλαίπωροι οι πεταλωτές , που κάθε τέτοια μέρα τους ψήνει ο ήλιος, πέρα εκεί στην άκρη του παζαριού, στο «χαιβάν παζάρ» όπως το λένε, «περιποιούμενοι» τα πόδια των αλόγων. Τι να πει κανείς!

Ένα παζάρι που τα έχει όλα! Από βελόνι μέχρι και…νύφες για όσους τη μέρα αυτοί, ντύνονται γαμπροί και στο πίσω μέρος του μυαλού τους, γυρεύουν γυναίκα για να παντρευτούν και έτσι «πονηρά» και υπομονετικά, παρατηρούν μέσα από τις τέντες των πάγκων, τις κόρες που συνοδεύονται από τις μανάδες τους, στολισμένες από πάνω μέχρι και κάτω, φορώντας, πολύχρωμα φουστάνια με κεντημένες ποδιές στη μέση και κάλτσες στα πόδια καθώς και κάτασπρη μαντήλα στο κεφάλι με εκείνο το χαρακτηριστικό κόκκινο τριαντάφυλλο στο αυτί! 

Σήμερα λοιπόν Πέμπτη και στο τσαγκαράδικο του κυρίου Τάκου, μπήκε και βγήκε αρκετός κόσμος για τα παπούτσια του. Ήτανε όπως είπαμε, αγαπητό πρόσωπο στην κοινωνία και καλός μάστορας, γι αυτό και ο καθένας από τους πελάτες του, μπορούσε να τον εμπιστευθεί στο φτιάξιμο των παπουτσιών του! Μα σε κάποια στιγμή προς το μεσημέρι, το κατάστημα άδειασε από όλους τους πελάτες του και ο ίδιος έμεινε μόνος του, απερίσπαστος στη δουλειά του. Ήθελε σήμερα τουλάχιστον να επιδιορθώσει ένα ζευγάρι παπούτσια, που του έστειλε ένας ξάδερφος, ζωέμπορας από το χωριό, εξαιρετικής ποιότητας πράμα που λέμε, αμερικανικής κατασκευής, που τα φόραγε ο άνθρωπος, σαν καλά που ήτανε μονάχα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα και τώρα τελευταία, καθημερινά στις μετακινήσεις του για τις αγορές ζώων. 

Έτσι ενώ έφτανε προς το τέλος της εργασίας, είδε να μπαίνει στο μαγαζί, κάποιος που δεν θα έλεγε με βεβαιότητα ότι του ήταν άγνωστος! Ήταν ένας άνδρας αρκετά νέος, ψηλός με αραιό μουστάκι και με μικρά μαύρα χτενισμένα μαλλιά. Φορούσε άσπρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι, ενώ στα πόδια του είχε καφέ στρατιωτικά άρβυλα. Μόλις ο μάστορας τον είδε όρθιο να στέκεται απέναντί του, έτοιμος να του μιλήσει, το κεφάλι του πήγε να σπάσει καθώς με τη μνήμη του έψαχνε να βρει, αν τέλος πάντων τον γνωρίζει ή μήπως αυτό ήταν απλώς μια πλάνη! Όμως όσο και αν προσπαθούσε δεν γινόταν τίποτα! Τίποτα δεν μπορούσε να θυμηθεί από αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν μαζί του μέσα στο μαγαζί..!

-Κύριε… άρχισε να του λέει ο «γνωστός» και συγχρόνως ο «άγνωστος», κοιτάζοντας πιο πολύ το πάτωμα σαν να ντρεπόταν. Κύριε επανέλαβε, βλέποντάς τον όμως αυτή τη δεύτερη φορά στα μάτια, λες και από κάπου πήρε κουράγιο. Ήρθα να πάρω εκείνα τα παπούτσια που τα παρήγγειλα πριν από τέσσερα χρόνια, εδώ ένα βράδυ με τον πατέρα μου, επειδή όπως σου είπαμε την ίδια μέρα μου τα φάγανε τα σκυλιά και έτσι δεν είχα να φορέσω την επόμενη μέρα, Κυριακή του γάμου μου. Εσύ βέβαια είναι σίγουρο ότι τα έφτιαξες! Εγώ όμως δυστυχώς δεν μπόρεσα τότε να έρθω να τα πάρω για να τα φορέσω και να παντρευτώ, γιατί το ίδιο βράδυ έγινε επιστράτευση! Τρεις χωροφύλακες ήρθαν στο σπίτι μας και με πήραν, για να πάμε μαζί με δυο άλλους χωριανούς μας στην Αθήνα και από εκεί στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Εκεί δώσαμε πολλές μάχες και νικήσαμε. Μα είναι θαύμα που ζούμε. Τώρα όμως που τελείωσε ο πόλεμος, ήρθα να τα πάρω. Συγνώμη που άργησα τόσα χρόνια. Αλλά τόσο χρειάστηκε να είμαι στρατιώτης και ο πατέρας μου δεν ζει πια. Πόσο κάνουν και για την καθυστέρηση να πληρώσω παραπάνω..!

Μέχρις απάνω τινάχτηκε ο μάστορας ο τσαγκάρης, σαν άκουσε τι του έλεγε ο άνθρωπος που μπήκε μεσημεριάτικα στο μαγαζί του. Καλά λοιπόν του ερχότανε στο κεφάλι, πως κάπου τον ξαναείδε. Δεν μπορούσε όμως να πιστέψει σε αυτά που έβλεπε και σε αυτά που άκουγε. Όχι πως ξέχασε το βράδυ εκείνο, που πατέρας και γιος τον παρακαλούσαν να φτιάξει τα παπούτσια αλλά να, μετά από τόσα χρόνια είχε ξεγράψει πως θα έρθουν να τα πάρουν! 

Βέβαια από την άλλη μεριά και αυτός δεν έψαξε τους ανθρώπους αυτούς, ούτε και ρώτησε για την τύχη τους! Αλλά και πάλι είχε δίκαιο. Δεν γνώριζε τα ονόματά τους, ακόμα και αυτόν τον τόπο καταγωγής τους. Ποιόν να ρωτήσει για να μάθει. Τόσα χωριά έχει η Αριδαία γύρω της! Έτσι μια και αυτοί δεν ξαναφάνηκαν, τα πήρε και αυτός και τα έβαλε σε μια θέση βαθιά μέσα στα ράφια, κυριολεκτικά τα εγκατέλειψε εκεί, μέρα με τη μέρα να σκονίζονται και από τότε ούτε που νοιάστηκε ποτέ γι αυτά. Ωστόσο όμως, κάθε φορά που τα καθάριζε , θυμόταν αυτούς που τα παρήγγειλαν και προς στιγμή τον έτρωγε η περιέργεια, γιατί τόσα χρόνια δεν πέρασαν να τον δουν και να τα πάρουν. Ύστερα πάλι με τη δουλειά τα ξεχνούσε και άντε πάλι από την αρχή… 

Και τώρα να πως λύνεται το μυστήριο! Το παιδί απέναντί του στάθηκε πολύ άτυχο στη ζωή, γιατί όπως τώρα πληροφορήθηκε, μια ανάσα πριν από το γάμο του, έφυγε στρατιώτης για να πολεμήσει. Πού να είχε καιρό για παντρειές και για…καινούργια παπούτσια! Πού να φανταζόταν το άμοιρο τι έκπληξη του φύλαγε η τύχη, μια μέρα πριν από τον γάμο του! Δυστυχώς πολλές φορές η μοίρα των ανθρώπων, παίζει μαζί τους πολλά και άσχημα παιχνίδια. Γι αυτό και ποτέ κανένας να μην μιλάει με σιγουριά για το μέλλον του. Ούτε καν και για την «επόμενη» μέρα!

Με πολύ κόπο, από το μεγάλο σόκ που έπαθε ο μάστορας ακούγοντας την ιστορία, τράβηξε την καρέκλα από τον πάγκο που καθόταν και σηκώθηκε πάνω. Πλησίασε το παλικάρι και άνοιξε τα χέρια του για να το αγκαλιάσει. Συγκινημένος από όλα όσα άκουσε με δάκρυα στα μάτια και με χείλη που έτρεμαν, του είπε:

-Παιδί μου με έκανες να κλάψω για όλα όσα άκουσα πως τράβηξες. Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσω, το βράδυ εκείνο που ήρθες στο μαγαζί με τον πατέρα σου! Και πώς είναι δυνατόν να ξεχάσω όλη τη νύχτα, που δούλευα για να σου φτιάξω τα παπούτσια! Όμως, έτσι που έγιναν τα πράγματα, χαλάλι σου που δεν ήρθες τόσα χρόνια να τα πάρεις! Τώρα δεν ξέρω αν παντρεύτηκες, μα σου αξίζουν καινούργια παπούτσια. Να ξεκουραστούνε τα πόδια σου από τα άρβυλα που φοράς. Αύριο κιόλας αρχίζω δουλειά για σένα! Πες μου μονάχα αυτή τη φορά, ποιος είσαι και από πού κατάγεσαι;

-Πέτρο με λένε είπε το παιδί, λίγο σαστισμένο από τα λόγια του μάστορα! Πέτρο και είμαι από τη Δωροθέα. Και αν το θέλει ο Θεός, λέω να παντρευτώ την Άνοιξη μετά το Πάσχα..!

Κάπου στο κέντρο της Αριδαίας, ανάμεσα σε παλιές και καινούργιες πολυκατοικίες, ένα μικρό και ανήλιο ισόγειο κατάστημα, όπου μέσα του στριμώχνονται να χωρέσουν ασφυκτικά, ένας σαρακοφαγωμένος πάγκος και δυο κιτρινισμένα από το χρόνο ράφια με σκονισμένα παπούτσια, καθώς και μια φθαρμένη από τη χρήση μηχανή και εργαλεία, φτάνουν μελαγχολικά στο σήμερα και μιλάνε για το παρελθόν τους. Του δίνουν χαρτί και μολύβι να γράψει, ό,τι στο διάβα του χρόνου που λειτούργησαν, τα συγκίνησε περισσότερο.

Είναι το «τσαγκαράδικο» του διηγήματός μας..!                         

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ       8-9-2017




                                                                                                      

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

H «Xαλαμονή» του ποντιακού ελληνισμού την Κυριακή 11/11 στην Έδεσσα



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

H «Xαλαμονή» του ποντιακού ελληνισμού
την Κυριακή 11 Νοεμβρίου στην Έδεσσα.

Την Κυριακή 11 Νοεμβρίου στις 11.00  στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Έδεσσας στην παλιά πόλη (Βαρόσι), ο Σύλλογος Βιβλιοφίλων Έδεσσας και οι εκδόσεις Λιβάνη παρουσιάζουν το μυθιστόρημα του Αντώνη Παυλίδη «Χαλαμονή». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι εκπαιδευτικοί και πιστοποιημένοι εκπαιδευτές της ποντιακής διαλέκτου: Τσίναλης Κοσμάς, δάσκαλος, η Μαχαιρίδου Αναστασία, Φιλόλογος και ο Συγγραφέας Αντώνης Παυλίδης. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Συγγραφέας Δημήτρης Ευαγγελίδης.
      Η «Χαλαμονή» (ποντιακή λέξη που σημαίνει «χαλασμός», «καταστροφή») είναι μια πρωτότυπη ιστορία θαυμάτων,  ανθρωπιάς,   χαράς, πόνου και διεκδίκησης. Μια απόπειρα καταγραφής της ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας. Μια νοσταλγική κατάδυση  στον   μυστηριακό   κόσμο της Ανατολής, ένα μοναδικό ταξίδι στη μαγεία των γεύσεων,  των χρωμάτων,  των  αρωμάτων, των τόπων, των ανθρώπων.
      Ο παππούς του βασικού ήρωα ταξιδεύει στα τέλη του 19ου αιώνα  στην  Τραπεζούντα και στη   συνέχεια   στη  γη των προγόνων  του, το  Σταυρί, την καρδιά των Κρυπτοχριστιανών της ποντιακής ενδοχώρας.  Οι εμπειρίες    αυτού   του  ταξιδιού αυτογνωσίας, σ’ έναν συναρπαστικό κόσμο χαμένο στην αχλή του χρόνου, τον σημαδεύουν ανεξίτηλα.
      Ο κεντρικός ήρωας γεννιέται σ’ ένα χωριό κοντά στη Σαμψούντα και μετά τα πρώτα ξένοιαστα χρόνια βιώνει τη φρίκη, τις εξορίες, τη διάσωσή του μ’ έναν απίστευτο τρόπο.  Έρχεται   στην  Ελλάδα,  παντρεύεται με  μια Μικρασιάτισσα και  τη δεκαετία του ’50 επιστρέφει στον γενέθλιο  τόπο, όπου τα συναπαντήματα και οι  συγκινήσεις του είναι πρωτόγνωρες.   
      Ο  εγγονός του  κεντρικού  ήρωα επισκέπτεται το 2000 την Κωνσταντινούπολη, για ν’ αποκτήσει τους τίτλους ιδιοκτησίας της περιουσίας που εκείνος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει στην Ανατολή. Μέσα απ’ αυτό το ταξίδι παρατηρούμε όχι μόνο εικόνες της εμβληματικής πρωτεύουσας της Ρωμιοσύνης, της «ομορφότερης πόλης του κόσμου», αλλά και την πορεία της ομογένειας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, καθώς και άκρως ενδιαφέρουσες όψεις της σύγχρονης Τουρκικής κοινωνίας, που προέρχονται από την ιστορία της περιοχής.-

«Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα του Αντώνη Παυλίδη, που καταγράφει, με τρόπο εξαιρετικά συγκλονιστικό την πορεία του ποντιακού ελληνισμού δια μέσου των αιώνων, μας αγγίζει ψυχικά όλους μας με την ευαισθησία του και μας δονεί με το συγκινησιακό του ρίγος. Συγχαίρουμε ολόθερμα το συγγραφέα, γιατί προσφέρει ένα υπέροχο δώρο προς τον ελληνισμό, προστιθέμενο επάξια στη σχετική ποντιακή βιβλιογραφία. Είμαστε απόλυτα σίγουροι, ότι θα διαβαστεί όχι μόνο από τους ποντιακής καταγωγής συμπατριώτες μας, αλλά και από το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό και τη σπουδάζουσα νεολαία και θα εμπλουτίσει τις σχολικές και δημόσιες βιβλιοθήκες της χώρας μας, αλλά και από τον απόδημο ελληνισμό, ευχόμενοι ολόψυχα και εκ βάθους καρδιάς, το ιστορικό αυτό επίτευγμα - άθλος του Αντώνη Παυλίδη να είναι καλοτάξιδο και η συγγραφική του παραγωγή να είναι αειφόρα, ελπιδοφόρα και δημιουργική».

Δρ Αναστάσιος  Στέφος, Συγγραφέας, Επ. Σχολ. Σύμβουλος Φιλολόγων,  πρ. Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων.


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

Βιβλιοπαρουσίαση: ΡΟΥΠΕΛ


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Δ.Σ. του Συλλόγου «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας»

σας προσκαλεί

την Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018 και ώρα 18.30΄ 

στην Αίθουσα του Πολιτιστικού κέντρου του Δήμου Έδεσσας

στην παρουσίαση του βιβλίου του Ηλία Κοτρίδη:

«ΡΟΥΠΕΛ - αναμνήσεις των πρωταγωνιστών»

Ομιλητές: 

Δημήτρης Ευαγγελίδης και ο συγγραφέας

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος 
Χρήστος Δημητριάδης 

Θα γίνει προβολή αυθεντικών στιγμιοτύπων 
από τα Γερμανικά αρχεία.



Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

Οι «χιλμπίληδες» της Ευρώπης και της Ελλάδας...



Τον περασμένο Μάιο κυκλοφόρησε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Δώμα το βιβλίο του Αμερικανού Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς, με τον ξεχωριστό τίτλο «Το τραγούδι του Χιλμπίλη».

Εκεί, ο μόλις 34 ετών συγγραφέας, που έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια, κινδύνευσε να εγκαταλείψει το Λύκειο, αλλά κατάφερε να ξεφύγει και να αποφοιτήσει αργότερα από την ξεχωριστή Νομική Σχολή του Γέιλ,  καταγράφει τις προσωπικές του εμπειρίες από την κατεστραμμένη επαρχιακή ζώνη των άλλοτε ανεπτυγμένων βιομηχανικών μεσοδυτικών Πολιτειών.

Οι «χιλμπίληδες», κάτοικοι των λόφων νοτίως της οροσειράς των Απαλαχίων, ιρλανδοσκωτσέζικης καταγωγής, διακριτοί από τους χαρακτηριστικούς κόκκινους σβέρκους, την πίστη στις παραδόσεις της καταγωγής τους και την εμμονή τους στον τόπο των πρώτων αποίκων προγόνων τους, έζησαν όλες τις μεταπτώσεις της αμερικανικής Ιστορίας και ζωής.

Ξεκίνησαν ως κολλήγοι στα μεγάλα κτήματα των γαιοκτημόνων του Οχάιο και του Κεντάκι, μεταπήδησαν αργότερα στα ανθρακωρυχεία της περιοχής και μετέπειτα διακρίθηκαν ως εργάτες στις χαλυβουργίες και στις βαριές βιομηχανίες που εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη ζώνη των Απαλαχίων. Και τώρα με την κατάρρευση της βιομηχανίας, άνεργοι, περιθωριοποιημένοι, ανεκπαίδευτοι, πνιγμένοι στη φτώχεια των επιδομάτων και στη δίνη της μειωμένης αυτοεκτίμησης που γεννά η μακροχρόνια χρήση των ναρκωτικών.

Οι άλλοτε περήφανοι και για πολλούς ιδιόμορφοι «χιλμπίληδες» είναι σήμερα συνώνυμοι των «λευκών σκουπιδιών», από τις ταχύτερα φτωχοποιημένες ομάδες της Αμερικής, με το μικρότερο προσδόκιμο, σε δυσμενέστερη θέση ακόμη και από τους καταφρονεμένους μαύρους και τους παράνομους ισπανόφωνους που μεταναστεύουν μαζικά στις ΗΠΑ από το γειτονικό Μεξικό.

Ο συγγραφέας περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τη μετάπτωση των «χιλμπίληδων» με τα αμάνικα πουκάμισα στην αμορφωσιά και στην αυτοκαταστροφική περιθωριοποίηση, φανερώνοντας ταυτόχρονα το προνομιακό πεδίο πολιτικής δράσης του λαϊκιστή Ντόναλντ Τραμπ.


Όπως σχολίασε ο βρετανικός «Εconomist», ο Ντέιβιντ Βανς έδωσε στον κόσμο ό,τι καλύτερο για την τρέχουσα αμερικανική εξέλιξη και κρίση.

Το δυστύχημα είναι ότι το εξελισσόμενο κοινωνικό φαινόμενο καθυστέρησης και οπισθοχώρησης στους λόφους των Απαλαχίων δεν είναι μοναδικό στη Δύση. Συναντάται και στην Ευρώπη. Επίσης τέτοιοι θύλακοι υποβάθμισης και περιθωριοποίησης τείνουν να καταγραφούν και στην Ελλάδα. Στην Αθήνα πέρα από το ποτάμι, στο Πέραμα, στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης και αλλού καταγράφονται ανάλογες τάσεις, με ευκρινέστερα συμπτώματα την πρόωρη εγκατάλειψη της βασικής εκπαίδευσης, την ταυτόχρονη άνθηση της μικροεγκληματικότητας και της χρήσης των ναρκωτικών.

Κατά σύμπτωση, όπως και στις ΗΠΑ από την ίδια περιθωριακή κοινωνική ζώνη αλιεύουν ψηφοφόρους και υποστηρικτές οι κάθε λογής λαϊκιστές της Ακροδεξιάς και της αντιπολιτικής.

Κακά τα ψέματα, η κρίση και η μονομέρεια των ασύδοτων ελεύθερων αγορών ενισχύουν τις τάσεις συγκέντρωσης οικονομικής ισχύος, μεταφέρουν δύναμη στους ισχυρότερους ομίλους, αφαιρώντας αντιστοίχως διαπραγματευτική ισχύ και δικαιώματα από τους εργαζομένους και τη μεσαία τάξη, συγκρατούν τις αμοιβές και τον πληθωρισμό και βεβαίως περιορίζουν δια της ανισοκατανομής τους κοινωνικούς πόρους στην κρίσιμη για την κοινωνική κινητικότητα Παιδεία και στην επίσης καθοριστική για τη ζωή των ανθρώπων Υγεία.  

Ηδη σε ολόκληρη την Ευρώπη καταγράφεται ταχεία ανάπτυξη των δυνάμεων του λαϊκισμού και της αντιπολιτικής, σε σημείο που ορισμένοι προβλέπουν ότι οι Βρυξέλλες το βράδυ των ευρωεκλογών του προσεχούς Μαΐου θα ζήσουν μια άλλη «νύχτα κρυστάλλων».

Υπάρχει δυστυχώς βάση ανάπτυξης «χιλμπίληδων» στη Γηραιά Ήπειρο και στην Ελλάδα βεβαίως. Γεγονός που απαιτεί τάχιστα γενναίες αναθεωρήσεις της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Πριν να είναι αργά... 






Καρακούσης Αντώνης







Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Η Μικρασιατική τραγωδία "υπ' αυτόπτου μάρτυρος"



Η καταγεγραμμένη μνήμη του Μιχαήλ Αγγέλου ανήκει στην κατηγορία εκείνη των κειμένων με τα οποία τα θύματα μια μεγάλης καταστροφής προσπαθούν να αποτρέψουν τον αφανισμό της από τη μνήμη της ανθρωπότητας. Ο Αγγέλου ήταν ένας διανοούμενος Μικρασιάτης, γεννημένος στην κωμόπολη Κιουπλιά της Βιθυνίας, ο οποίος βρέθηκε μέσα στη δίνη των γεγονότων έχοντας τη δυνατότητα ερμηνείας της ιστορικής στιγμής. Το κείμενό του βρίσκεται κάπου μεταξύ των μονογραφιών των διανοουμένων και των προσωπικών αφηγήσεων της πρώτης γενιάς των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, όπως του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη ("Τα τελευταία έτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας"), του Γεωργίου Κ. Βαλαβάνη ("Σύγχρονος γενική ιστορία του Πόντου"), του Ηλία Βενέζη ("Το νούμερο 31328"), κ.ά. [...]


Ο Μιχαήλ Αγγέλου (1882-1968) γεννήθηκε στα Κιουπλιά της επαρχίας Βιθυνίας στη Μικρά Ασία, γιος του Άγγελου Κιοσέογλου (που άλλαξε το όνομά του σε Αγγέλου, για να ξεχωρίζει από τους πολλούς συνωνύμους του) και της Αγλαΐας. Σπούδασε φαρμακευτική στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια άνοιξε φαρμακείο στο χωριό του, τα Κιουπλιά. Διετέλεσε βουλευτής στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας. Παντρεύτηκε την Αργυρώ Γούναρη και απέκτησε δύο παιδιά, τον Άγγελο και τον Θεόφιλο. Το 1921 στρατολογήθηκε στον κεμαλικό στρατό ως μεταφορέας τραυματιών. Με ενέργειές του κατάφερε να διασώσει περισσότερους από 35.000 Έλληνες ομογενείς, αλλά και Αρμένιους, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όταν έμαθε ότι ο κεμαλικός στρατός θα έκαιγε τα Κιουπλιά, ειδοποίησε τους χωρικούς να το εγκαταλείψουν. Επίσης, κατάφερε να διασώσει και να μεταφέρει στην Ελλάδα το υγειονομικό υλικό επτά νοσοκομείων, μέσω του θείου της γυναίκας του και φίλου του Μποδοσάκη, Γούναρη, ο οποίος αγόρασε ένα πλοίο και μετέφερε το υλικό μαζί με πρόσφυγες από το λιμάνι της Σμύρνης, παραδίδοντάς το στο Γ' Σώμα Στρατού. 
Ο ίδιος ο Μιχαήλ Αγγέλου εγκαταστάθηκε στην Έδεσσα, όπου άνοιξε φαρμακείο και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του, διατελώντας και πρόεδρος του φαρμακευτικού συλλόγου Έδεσσας, Πέλλας και Φλώρινας. Η τουρκική κυβέρνηση τον επικήρυξε, μεταξύ 300 ατόμων, για εσχάτη προδοσία και δεν μπόρεσε να ξαναεπισκεφθεί τη γενέτειρά του. Αυτός ήταν και ο λόγος που προτίμησε η μαρτυρία του για τη Μικρασιατική Καταστροφή να μην δημοσιευθεί, όσο ζούσε. Πέθανε στην Έδεσσα το 1968, σε ηλικία 86 ετών.



Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Καβάφης-Ιθάκη και σημερινή πραγματικότητα...



Ένα εξαιρετικό πόνημα Ανωνύμου που αναφέρεται στην σημερινή πραγματικότητα και μιμείται πολύ πετυχημένα το ποιητικό ύφος του Καβάφη...


Τσίπρας στην Ιθάκη

Μη βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
γιατί είναι μακρύς ο δρόμος
γεμάτος άγριες φωνές, γεμάτος χλεύη.
Το διάγγελμα, που με περίσσιο θράσος έγραψες,
αλλού να πας να το διαβάσεις.
Κι ακόμη καλύτερα θα ήταν να το σκίσεις.
Τουλάχιστον έτσι θα καταφέρεις και συ
να σκίσεις κάτι στη ζωή σου.
Τους Προδομένους και τους Αγριεμένους,
τον θυμωμένο Έλληνα, να τους φοβάσαι.
Τέτοιους στο δρόμο σου θα βρεις πολλούς
γιατί η σκέψη σου είναι ποταπή, γιατί με
ψεύτικες ελπίδες τους έχεις γεμίσει.
Τους Προδομένους και τους Αγριεμένους,
τον θυμωμένο Έλληνα όταν θα συναντήσεις,
το κεφάλι σου να σκύψεις και να απομακρυνθείς.
Αφού έδωσες μερικούς συντρόφους σου στον Κύκλωπα,
για να γλυτώσεις,
αφού ξέφυγες από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη,
αφού σε πόλεις Αιγυπτιακές δεν πήγες
να μάθεις από τους σπουδασμένους,
έπρεπε στων Σειρήνων το νησί να μείνεις,
που έχει καλές πραμάτειες,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
που τόσο σου αρέσουν.
Βγάλε από το νου σου την Ιθάκη.
Το φτάσιμο εκεί δεν είναι ο προορισμός σου.
Και τέλειωνε επιτέλους μ’ αυτό το ταξίδι.
Ήδη κράτησε πολύ.
Φτάνουν όσα μάζεψες μέχρι τώρα στο δρόμο.
Μη προσδοκάς και άλλα πλούτη.
Άφησε την πτωχική Ιθάκη στην ησυχία της.
Μην πας να την γελάσεις άλλη μια φορά.
Ακόμη και συ, μετά από τόσα που είδες, μετά από τόσα που γνώρισες,
ελπίζω να κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Ελπίζω να κατάλαβες ότι οι Ιθάκες δεν είναι για τα μούτρα σου.

Ανωνύμου
22-8-2018

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Η «ΚΑΡΕΚΛΑ»


Η «ΚΑΡΕΚΛΑ»


Τρύφωνας Ούρδας

Χωριανός μου ο Νικολάκης και φίλος από μικρά παιδιά! Μαζί στο Δημοτικό, μαζί στο Γυμνάσιο, μαζί στις ανώτερες σπουδές, μαζί τέλος πάντων στο κάθε όνειρο για τη ζωή. Γνωριζόμασταν τόσο καλά, που ο καθένας μας θα έβαζε «στοίχημα» για τον χαρακτήρα και την ψυχή του άλλου! 

Κάποτε όμως οι δρόμοι μας χωρίστηκαν. Ο ένας παντρεύτηκε και τράβηξε στα μέρη της γυναίκας του. Έπιασε στην πόλη που έμεναν δουλειά, έκανε εκεί την οικογένεια του και γενικά ρίζωσε στο τόπο αυτό. Ο άλλος διάλεξε να μείνει στην επαρχία. Έτσι άπλωσε σ’ αυτή τα πλοκάμια του και έστησε σ’ αυτή που λέμε το «τσαρδί» του. Επομένως ήταν φυσικό να μειωθούν και οι επαφές μεταξύ μας. 

Κάπου-κάπου βέβαια και περισσότερο εγώ, θέλοντας να κρατήσω ζεστή τη φιλία, τον έπαιρνα στο τηλέφωνο. Αλλά και σ’ αυτό άλλοτε τον έβρισκα και άλλοτε όχι. Τις πιο πολλές φορές μου έλεγαν πως είναι απασχολημένος, δεν μπορεί να μιλήσει ή ότι συσκέπτεται με υπηρεσιακούς φορείς πάνω σε θέματα της εργασίας του. Γι αυτό μου έλεγαν να τον πάρω την επόμενη μέρα. Και αυτό κάθε τόσο..! 

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία και τον δικαιολογούσα. Ο άνθρωπος έχει δουλειά έλεγα και ξανάλεγα. Ύστερα όμως οι συνεχείς και αποτυχημένες προσπάθειες να μιλήσουμε, άρχισε να με ενοχλεί. Πολλές σκέψεις πέρναγαν από το μυαλό μου και κυρίως, μήπως έκανα ή είπα κάτι που τον έκανε να θυμώσει μαζί μου. Όμως πάλι από μέσα μου σιγομουρμούριζα, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα μου το έλεγε; Τόσα χρόνια ήμασταν μαζί. Φάγαμε «ψωμί κι αλάτι» που λέει ο κοσμάκης. Οι φίλοι τα λένε όλα. Το ίδιο θα έπρεπε και εμείς! 

Έτσι μια μέρα, μέσα στον «πυρετό» των σκέψεων, εντελώς τυχαία στη Θεσσαλονίκη, εκεί κάπου κοντά στο σταθμό των λεωφορείων, συνάντησα κάποιον που τον ήξερε καλά. Έμεναν μαζί στον ίδιο τόπο. Ο άνθρωπος λοιπόν μου είπε, πως ήταν δημόσιος υπάλληλος και ότι ο Νικολάκης ήταν ο προϊστάμενός του. Δεν μου τον περιέγραψε όμως όπως θα ήθελα! 

-Άσε ρε φίλε, μου είπε. Άσε, ο φίλος σου είναι και πολύ σκάρτος! Μαζί με κάποιους άλλους, έκαναν μια «κλίκα» και εξυπηρετούνται μεταξύ τους. Εννοώ κομματική κλίκα. Ο δικός σου μάλιστα το παίζει και κομματάρχης! Ιδιαίτερα τώρα που έγινε και πρόεδρος των συνδικαλιστών, τον βλέπουν μόνο οι «ημέτεροι»! Τους υπόλοιπους, αυτός και οι άλλοι τους έχουν γραμμένους! Η εξουσία της «καρέκλας» βλέπεις! 

Κομματάρχης, πρόεδρος, «καρέκλα» ο Νικολάκης, είπα από μέσα μου. Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά με τον φίλο μου. Αυτό το «καλοκάγαθο» παιδί, που όλοι το αγαπούσαν και αυτό τους αγαπούσε όλους! Είναι δυνατόν να κάνει τέτοια ο Νικολάκης. Μια τέτοια «αγαθή» ψυχή! Ειλικρινά δεν το χωρούσε ο νους μου… 

Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που άκουσα τα «θλιβερά μαντάτα» για το φίλο μου. Και επειδή στεναχωρήθηκα, ορκίστηκα να μην τον ξαναπάρω στο τηλέφωνο. Περίμενα μήπως ο ίδιος φιλοτιμηθεί και με πάρει αυτός. Μέρα τη μέρα περίμενα για να του «σύρω» βέβαια και τον «εξάψαλμο», για όλα αυτά που άκουσα. Όμως άδικα περίμενα. Ο φίλος με «αγνοούσε» σε «εγκληματικό βαθμό»! 

Ώσπου ένα απόγευμα, πού τον είδα λέτε; Στο γυαλί της τηλεόρασης και σ’ εκείνα τα δελτία των οχτώ! Τινάχτηκα μέχρις απάνω, ακούγοντάς τον να μιλάει στο παράθυρο και να «αντιπαρατίθεται» με άλλους που ήταν επίσης στα παράθυρα. «Έξω φρενών» «και μαινόμενος ταύρος», μιλούσε τόσο για θέματα της αρμοδιότητάς του, όσο και για άλλα πολιτικά θέματα, υπερασπιζόμενος μετά «πάθους» την πολιτική παράταξη που κυβερνούσε και την Κυβέρνηση. Θηρίο ανήμερο λοιπόν ο «δικός» σου, τόσο στα επιχειρήματα, όσο και τις απόψεις του, ούτε που άκουγε τους ευγενικούς συνομιλητές του, παρά τις παρεμβάσεις για ηρεμία του παρουσιαστή και συντονιστή του δελτίου. 

Μη πιστεύοντας σε ό,τι έβλεπαν τα μάτια μου, φώναξα και άλλους να μου το επιβεβαιώσουν και επιπλέον να μου πουν, αν ήμουνα ξύπνιος ή έβλεπα όνειρο. Αν αυτός ήταν ο Νικολάκης, το ήρεμο παιδί, το φιλαράκι μου… ή κανένας άλλος. Όλοι όμως μου είπαν, ξύπνιος όν, πως βλέπω καλά και πως ο «άγριος» της τηλεόρασης, ήταν ο κολλητός μου! 

Τις επόμενες μέρες, με αφορμή τη γιορτή του Νικολάκη, είπα να παραβιάσω τον όρκο μου και να τον πάρω στο τηλέφωνο. Επιτέλους μια φορά αξιώθηκε να μου μιλήσει. Τι το ήθελα όμως, με στεναχώρησε ακόμα περισσότερο! 

-Κοίταξε, άρχισε να μου λέει με βροντερή φωνή και ύφος πολλών «καρατίων». Αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε… Πρέπει να κάνουμε ριζικές αλλαγές για να πάμε μπροστά. Εγώ σαν προϊστάμενος δεν πρόκειται να «χαριστώ» σε κανένα. Ούτε θέλω να μου υποδείξει κάποιος τι θα κάνω… Συμβουλές δεν δέχομαι από κανένα επαναλάμβανε. Πρόσφατα πήρα και τη θέση του «προέδρου των συνδικαλιστών» και τώρα μιλάω απ’ ευθείας και με τον Υπουργό. Έτσι για να μην μου «κουνιούνται» και μερικοί..! 

Έκλεισα το τηλέφωνο, απογοητευμένος από την εγωιστική συμπεριφορά του καλύτερου φίλου μου. Έσπαγα όμως το κεφάλι μου για να δώσω μια εξήγηση, σ’ αυτή την αλλαγή του απέναντι την κοινωνία αλλά… δεν έβρισκα απάντηση. Πού είναι έλεγα και ξανάλεγα με παράπονο, εκείνος ο άνθρωπος με τον ήπιο χαρακτήρα, με την καλή ψυχή και τη μεγάλη καρδιά που χώραγε μέσα όλους και όλοι τον αγαπούσαν! Τώρα εκδηλώνεται σαν να είναι «τύραννος» και αδιαφορεί αν με τις πράξεις του θα πληγώσει φίλους, συναδέλφους του και ανθρώπους που τον είχαν ψηλά στα μάτια τους. Εν τέλει νά που επιβεβαιώνονται τα λόγια του ανθρώπου που βρήκα προ ημερών στη Θεσσαλονίκη και ο οποίος λίγο-πολύ μου τον περιέγραψε τότε σαν «δικτάτορα». Η θλίψη μου ήταν τόσο μεγάλη, που τώρα πλέον ορκίστηκα, στα σοβαρά πλέον, να μην έχω καμιά επαφή μαζί του! 

Έτσι πέρασαν πολλά χρόνια. Τόσα, που κινδύνευε να χαθεί η παλιά φιλία μεταξύ μας. Στο διάστημα αυτό ούτε ίδιος, ούτε βέβαια και εγώ επιχειρήσαμε να κάνουμε κάποιες επαφές. Έτσι για να ξαναζωντανέψουμε τον παλιό-καλό καιρό που ανθούσε η φιλία μας και τώρα χανόταν «άδοξα», μέρα τη μέρα στις αλλαγές των σελίδων του ημερολογίου. 

Όμως η μοίρα δεν μας ήθελε έτσι. Έγραψε να ξαναβρεθούμε και να μιλήσουμε. Έτσι ένα Σάββατο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, με χιόνι να πέφτει στα μπαλκόνια, δέχτηκα την απρόσμενη επίσκεψη του φίλου μου. Ήταν με τη γυναίκα του. Τους δεχτήκαμε «μετά χαράς» στο σπίτι μας και φυσικά τους φιλοξενήσαμε με τον καλύτερο τρόπο. Αγνώριστοι στα πρόσωπα από τα χρόνια που μας βάρυναν, πιάσαμε κουβέντα και λέγαμε για τα «παλιά μας», για ό,τι πέρασε και έφυγε και έγινε παρελθόν και πως τώρα, μονάχα εμείς μείναμε, «πάντα όμως νέοι στη ψυχή», για να τα συζητάμε και να μην τα χορταίνουμε. Με τα πολλά φτάσαμε να συζητάμε και για τον ίδιο και για την πόλη που έμενε. 

-Τι να σου πω φίλε μου, αναστέναξε κάποια στιγμή και με κοίταξε μελαγχολικά στο πρόσωπο. Στην Υπηρεσία δεν είμαι πια γιατί συνταξιοδοτήθηκα. Όπως ξέρεις ήμουνα προϊστάμενος και συνδικαλιστής. Όσο υπηρετούσα μπορεί και να ήμουνα υπερβολικός. Όλα ήθελα να τα ξέρω και σε όλα ήθελα να έχω γνώμη. Δεν ξέρω τι με έπιασε εκείνο το διάστημα. Η εξουσία ίσως που είχα και η «καρέκλα» της! Νόμιζα ότι εγώ μονάχα ήμουνα ο «αρχηγός» και όλοι οι άλλοι πως είναι κάτω από μένα. Πως όλα γυρίζουνε γύρω από εμένα. Ίσως η άτιμη η «καρέκλα» επανέλαβε… Αυτή σε κάνει αλαζόνα, σε κάνει να χάνεις την επαφή σου με τον κόσμο. Δεν ακούς τη συνείδησή σου αλλά τον εγωισμό σου. Και φυσικά να πέφτεις έτσι σε λακκούβες. Σε λακκούβες που σου έστησαν οι άλλοι εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία σου για την εξουσία. Βέβαια αυτό το καταλαβαίνεις αργότερα. Όταν «ξεκολλήσεις» από την καρέκλα. Τότε όμως είναι αργά. Δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτα. Και το χειρότερο! Στον Γολγοθά που ανεβαίνεις και ζητάς βοήθεια, όλοι σε ξεχνούν. Όπως τα «μαγείρεψες» σου λένε, έτσι τώρα κάτσε να τα απολαύσεις. Έτσι τρέχεις μόνος σου! 

-Τι εννοείς, του είπα για να κάνουμε διάλογο και να μη μιλάς μόνος σου; 

-Να, μου είπε. Στην καρέκλα δεν κάθεσαι μόνος σου. Κάποιοι σε βάζουν να καθίσεις. Τώρα μη ρωτάς αν αυτό γίνεται νόμιμα ή παράνομα. Τις πιο πολλές φορές γίνεται παράνομα. Σαν καθίσεις, όλοι αρχίζουν να σε «υμνούν». Να πλάθουν «αγγελικό» το πρόσωπό σου. Ξέρεις με εκείνα «τα όμορφα λόγια τα μεγάλα». Και συ να θεωρείς τον εαυτό σου παντοκράτορα. Καβαλάς το καλάμι και αρμενίζεις σε πελάγη… ευτυχίας. Φυσικά οι άλλοι από «πίσω» σε κοροϊδεύουν και γελάνε. Κάνουν τη δουλειά τους με σένα «υποχείριο» και «μπροστάρη», σε εκμεταλλεύονται και όταν πια τους είσαι άχρηστος, σε πετάνε σαν μεταχειρισμένη τσίχλα ή σαν τη μύγα, τρίχα, όπως θες πες το, από το ζυμάρι. 

-Και σένα ρε φίλε του είπα, τι σου κάνανε; 

-Έτσι έγινε και με εμένα συνέχισε. Μου έδωσαν μια θέση και μου είπαν πόσο «μεγάλος» είμαι. Ύστερα με μπέρδεψαν στις υποθέσεις τους, εγώ ακολούθησα τα σχέδιά τους και όταν βρέθηκα «εκτεθειμένος» με παράτησαν. Καλά να πάθω, έκανε προς στιγμή την αυτοκριτική του ο φίλος. Έναν άνθρωπο, συνέχισε να λέει, αν θέλεις να τον δοκιμάσεις για το αν είναι καλός ή κακός, δώσε του εξουσία. Ναι εξουσία! Εγώ την πήρα και τα έκανα «θάλασσα». Γιατί από εκεί πάνω, κάποιους αδίκησα. Και αυτό για να κρατήσω την «καρέκλα». Μπορεί να την πήρα σχετικά εύκολα, όμως δεν μπόρεσα να την κρατήσω όπως θα έπρεπε. Γιατί ακόμα σου λέω, πως η διαχείριση της εξουσίας είναι σαν τα χρήματα. Πολλές φορές εύκολα τα αποκτάς, δύσκολα όμως τα κρατάς και τα αξιοποιείς προς όφελός σου! 

-Και τώρα του είπα, τι κάνεις; 

-Τώρα, μου λέει είμαι στα δικαστήρια! Βούλιαξα στα λασπόνερα τα όνειρα κάποιων ανθρώπων που αδίκησα, όπως βούλιαζα κάποτε εγώ από «δόξα» στην καρέκλα που καθόμουνα. Και φυσικά πληρώνω. Στο «ειδώλιο» όμως, είμαι μόνος μου. Όλοι οι άλλοι που φταίνε, και περισσότερο από μένα, όχι μόνο δεν είναι μαζί μου αλλά έγιναν και οι καλύτεροι κατήγοροί μου! 

Σηκώθηκα και πήγα κοντά του. Έπιασα το χέρι του σαν να ήθελα να τον παρηγορήσω και του είπα. 

-Μετάνιωσες για την «καρέκλα;» 

-Τι να σου πω, μου είπε, δεν ξέρω… Γιατί πραγματικά, τώρα θα ήθελα να είχα την «καρέκλα». 

-Γιατί, του είπα έκπληκτος, τι θα έκανες; 

-Θα τους πατούσα το κεφάλι κάτω σαν το φίδι, μου είπε παγερά..! 

Τελικά κατάλαβα ότι ο φίλος μου δεν έβαλε μυαλό. Όχι! Το σώμα και η ψυχή του πήραν το σχήμα της «καρέκλας» που καθόταν τόσα χρόνια και ήταν δύσκολο να την αποχωριστεί. Ούτε και τώρα, που εξ αιτίας της υποφέρει… Τι σου είναι λοιπόν αυτή η «καρέκλα» στον κόσμο μας! Και στην Ελλάδα μας βέβαια, ακόμα περισσότερο..!
                                                                                                                                        16-7-2018 
                                                                                                                                  ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

Συγγραφείς πολυπράγμονες...


Τα δύο πρόσωπα του Χρήστου Χωμενίδη
Το «σοφό παιδί» της ελληνικής λογοτεχνίας από το 1993 φαίνεται ότι έχει μείνει 20 χρόνια στην ίδια τάξη. Παραμένει, ωστόσο, ένας μετρ της αυτοπροβολής



To σοφό παιδί
«Αισιόδοξος, ανθεκτικός, φιλήδονος, καπνιστής. Πάνω από όλα, όμως, συγγραφέας». Με αυτές τις λέξεις αυτοπροσδιορίζεται ο Χρήστος Χωμενίδης. Κάπως έτσι, αυτάρεσκα και χιουμοριστικά, περιγράφει τον εαυτό του. Ο ορισμός του φαίνεται αρχικά ακριβής. Όταν το 1993 εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με το «Σοφό παιδί», πολλοί έσπευσαν να μιλήσουν για τον νέο Καραγάτση, μια κουβέντα που ο ίδιος απολαμβάνει περισσότερο και από ένα τσιγάρο. Πράγματι, οξυδερκής παρατηρητής της εποχής του, με το γκροτέσκο χιούμορ να ξεχειλίζει από τις σελίδες των βιβλίων του, ο νεαρός Χωμενίδης έμοιαζε να έχει πολλά να πει. Όμως η γενιά του 1990 δεν μπόρεσε ποτέ να αγγίξει, ούτε στο ελάχιστο, τη γενιά του 1930. Ο Χρήστος Χωμενίδης θεωρείται από πολλούς ως εκπρόσωπος μιας σειράς πεζογράφων που φημίζονται περισσότερο για τον δημόσιο παρά για τον λογοτεχνικό λόγο τους. Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν και καλύτερα αν δεν επικεντρωνόταν τόσο πολύ στον αγαπημένο του ήρωα: τον εαυτό του.

Μεταφρασμένος και στο εξωτερικό, αυτός ο απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών (με υποτροφία) και εγγονός του γνωστού ιδρυτή του ΕΑΜ, Χρήστου Χωμενίδη, γνωρίζει, αν μη τι άλλο, την τέχνη της γοητείας, διάγοντας, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, τον πολυτραγουδισμένο ρόλο του μποέμ καλλιτέχνη. Μακριά από τον τύπο του αποστειρωμένου συγγραφέα, υπήρξε ένας εραστής της ζωής. Οπως έχει δηλώσει και ο ίδιος με το γνωστό ύφος μεταξύ ματαιοδοξίας και χιούμορ, κάποτε βγήκε γυμνός στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας για να μαζέψει τα ρούχα που του είχε πετάξει η τότε αγαπημένη του από το παράθυρο. Οι γυναίκες υπήρξαν ο ένας πόλος της ζωής του. Ο άλλος ήταν η δίψα για δημοσιότητα.

Κάπως έτσι ήρθε η τηλεόραση, με εκείνον να αναδεικνύεται ιδανικός ως αιρετικός καλεσμένος εκπομπών λόγου και πολιτικής, παίζοντας τον ρόλο του εκπροσώπου της λεγόμενης «διανοούμενης τέχνης». Επειδή «There’s no business like show business», αρχικά η κατάσταση φάνταζε μάλλον ελεγχόμενη. Ο εθισμός, όμως, τελικά επήλθε. Σήμερα, οι προβοκατόρικες απόψεις του έχουν βρει πεδίον δόξης λαμπρόν και στον χώρο των social media.

«Εάν η κόρη μου μού φερθεί όπως η Μυρσίνη Λοΐζου στον μπαμπά της, θα την καταραστώ από τον τάφο να μην ξαναχύσει ποτέ», έγραψε, για παράδειγμα, στο Τwitter, αντιδρώντας σε αντικυβερνητικά tweet της Μυρσίνης Λοΐζου και στο γεγονός ότι η κόρη του Μάνου Λοΐζου απαγόρευσε να παίζεται σε συγκεντρώσεις του ΠαΣοΚ το «Καλημέρα ήλιε». Πίσω από το χυδαίο της έκφρασης, κρύβεται και πάλι η μεγαλομανία. Γιατί, άραγε, πιστεύει ότι το έργο θα είναι τόσο σημαντικό ώστε να υπάρχει ανάγκη διαχείρισής του από το παιδί του; 

Το συντηρητικό παιδί
«Διάβασα το “Ο κόσμος στα μέτρα του”. Καλό. “Σοφό παιδί” δεν είναι βέβαια, αλλά ούτε εγώ είμαι 18 πια, ούτε εσύ μόνο συγγραφέας. Δυστυχώς». Πρόκειται για tweet αναγνώστη του κυρίου Χωμενίδη, το οποίο δημοσιεύθηκε στον λογαριασμό του τον περασμένο Αύγουστο. Προφανώς, στο χάος των social media δεν υπάρχουν μόνο αλήθειες, αλλά αυτή η βιτριολική ατάκα κρύβει μια δόση πραγματικότητας, καθώς, όπως ισχυρίζονται οι κακεντρεχείς, ο συμπαθής πεζογράφος δεν φέρει πλέον μόνο το συγγραφικό ταλέντο, αλλά, με την πάροδο του χρόνου, και την επικίνδυνη ροπή προς τη βοτανική. «Μαϊντανός γίνεσαι αν δεν έχεις γεύση. Το χαρακτηριστικό του μαϊντανού είναι ότι είναι σχετικά άγευστος», δήλωνε στο «Βήμα» πίσω στο αθώο 1997. Ισως και να έχει δίκιο.

Ο Χρήστος Χωμενίδης, μαζί και με άλλους συγγραφείς της γενιάς του (χαρακτηριστικά παραδείγματα η Λένα Διβάνη, ο Πέτρος Τατσόπουλος και ασφαλώς η Σώτη Τριανταφύλλου), διεκδικεί τον ρόλο του φωτεινού παντογνώστη-σχολιαστή της δημόσιας σφαίρας. Εκ πρώτης όψεως πράττει ορθώς, καθώς είναι καθήκον του πνευματικού κόσμου να παρεμβαίνει. 
Όμως μπορείς να ορίσεις ως πνευματικό κόσμο τους εκπροσώπους μιας λάιφσταϊλ λογοτεχνίας που πλέον φαίνεται να συγκινεί κυρίως τους μεσήλικους;

«Στενοχωριέμαι όταν διαβάζω ότι είμαι κρατικοδίαιτος ενώ δεν έχω πάρει ποτέ ούτε μια δραχμή ή ευρώ από το Δημόσιο», έχει δηλώσει. Κρατικοδίαιτος δεν είναι, απλώς φλερτάρει ασυστόλως με την εξουσία. Σήμερα αποτελεί ένα από τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου της ΝΕΡΙΤ. Σε ένα κείμενό του, που έμοιαζε περισσότερο με δημόσια απολογία, τόνιζε ότι δέχθηκε τη θέση έχοντας κατά νου τη διαφύλαξη του αρχείου της ΕΡΤ. Ωστόσο, για την ιστορία, θυμίζουμε ότι το 2004 διετέλεσε λογογράφος του Γ. Α. Παπανδρέου – έστω για 3,5 εβδομάδες και αμισθί, αφού τα σχέδια ομιλίας δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ –, στη συνέχεια δεν τον υποστήριξε στις εσωκομματικές του 2007 και τελικά πέρασε στη ΔΗΜΑΡ, από όπου παραιτήθηκε λόγω της μη ξεκάθαρης από την αρχή θέσης που κράτησε το κόμμα του Φώτη Κουβέλη τις πρώτες ημέρες μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ.

Στο μόνο κόμμα στο οποίο φαίνεται ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αναμειχθεί είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα υποτιμητικά σχόλιά του για τον Αλέξη Τσίπρα είναι πολλά και ιδιαίτερα καυστικά, ενώ το πάθος του εναντίον αυτού του κόμματος, του αφαιρεί την ιδιότητα του αντικειμενικού παρατηρητή και τον κατατάσσει στους φανατισμένους. 
«Ρε φίλε, “Frozen war”; “Frozen war”; Μα “Frozen war”; Δεν ξέρεις αγγλικά, εντάξει. Πώς πιστεύεις ότι μπορείς να μιλήσεις αγγλικά εάν δεν ξέρεις;», έχει πει για τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. 
Τότε βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη έναν Τατσόπουλο. Τι να τον έκανε και έναν δεύτερο;


*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014