Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Διήγημα: Η ντιζέζ


Η Ντιζέζ

Ένα διήγημα του Τρύφωνα Ούρδα

Το νέο στο χωριό έφερε μεγάλη αναστάτωση. Διαδόθηκε στα σπίτια πολύ γρήγορα και δίχασε τους κατοίκους. Ανήμερα στο πανηγύρι της Ανάληψης, το κεντρικό καφενείο του χωριού μαζί με τα μπουζούκια θα έφερνε και μια «ντιζέζ» από την πόλη της Θεσσαλονίκης. Έτσι για την καλλίτερη διασκέδαση!
Πρώτος σ’ αυτήν την ιδέα για την άφιξη της «κυρίας», έφερε τις αντιρρήσεις του ο παπάς. Είναι δυνατόν έλεγε και ξανάλεγε από τον Άμβωνα, ένα χωριό να γίνει ρεζίλι για μια ξετσίπωτη. Για μια γυναίκα που μέσα της δεν έχει κανένα ίχνος ηθικής! Επιπλέον ο αγαθός Γέροντας που λίγο-πολύ κάτι γνώριζε για το θέμα, υποστήριζε πως αυτές εκτός του ότι τραγουδάνε και χορεύουνε σχεδόν γυμνές, ανεβαίνουν ακόμα πάνω στα τραπέζια, κάνουν τσαλίμια, χαμογελάνε, χαϊδεύουν και φιλάνε δημόσια τους άντρες μόνο και μόνο για να τους παίρνουν τα λεφτά και ύστερα… «μην τις είδατε».
-Όχι, όχι, όχι χριστιανοί φώναζε στο εκκλησίασμα. Δεν θα το επιτρέψουμε αυτό στο χωριό μας. Σκεφτείτε τι θα πούνε οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας. Αφήστε να λένε μερικοί που πήραν τα μυαλά τους αέρα και θέλουν διασκέδαση με μια ξένη γυναίκα δίπλα τους…
Ύστερα γυρνώντας προς τον Πρόεδρο του χωριού σε αυστηρό τόνο του είπε:
-Κύριε Πρόεδρε, είσαι υπεύθυνος για την τάξη και την ασφάλεια εδώ και για τα ρεζιλέματα που θα γίνουν. Τώρα, αμέσως να καλέσεις τον καφετζή και να του κάνεις συστάσεις για να μην πατήσει το πόδι της εδώ αυτή η ξεδιάντροπη. Και αν εσύ δεν κάνεις τίποτα, εμείς θα πάμε παραπάνω στις Αρχές και στη Μητρόπολη για να παραπονεθούμε.
Τι να κάνει και ο Πρόεδρος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Από τη μια δεν ήθελε να μαλώσει με τον καφετζή γιατί ήταν συγγενής του και βέβαια με όλους τους άλλους που φλέγονταν να δούνε την ντιζέζ. Εξάλλου όλοι τους ήταν και ψηφοφόροι του! Και από την άλλη έπρεπε να μην δυσαρεστήσει και τους αντίθετους, αυτούς που δεν την ήθελαν μαζί με τον παπά και οι οποίοι ούτε λόγο ήθελαν να κάνουν γι αυτήν τη γυναίκα. Φυσικά και αυτοί ή τουλάχιστον οι περισσότεροι καλοί ψηφοφόροι του και μάλιστα φανατικοί!
Έτσι, μετά από ολονύκτιες βασανιστικές σκέψεις και ξαγρύπνιες, βρήκε μια προσωρινή λύση. Κάλεσε στο Γραφείο του στην Κοινότητα τον καφετζή και μερικούς από τους ομοϊδεάτες του και με παρακλητικό ύφος και δάκρυα στα μάτια τους είπε:
-Βρε παιδιά. Ντέρτι έχω μεγάλο εδώ και πολύ καιρό με σας! Αμάν πια μπιζέρισα! Τι μωρέ θέλετε τώρα να φέρετε στο πανηγύρι να τραγουδήσει και να χορέψει μια ξεβράκωτη. Τραγουδιστάδες εμείς δεν έχουμε; Και αράδιασε δυο-τρεις από το χωριό που ήταν καλοί στη μουσική και άλλους τόσους καλλιτέχνες της κακιάς ώρας από τα γύρω χωριά, που μπορούσαν δεν μπορούσαν να βγάλουν μια νότα από τον λαιμό τους.
Μετά, αφού ξεροκατάπιε μια δυο φορές με γλυκιά φωνή πρόσθεσε:
- Μην την φέρνετε τώρα, σ’ αυτό το πανηγύρι της Ανάληψης. Φέρτε την στο άλλο, της Αγίας Παρασκευής που θα το ξεχάσει και θα έχει ηρεμήσει ο κόσμος...
Δυστυχώς όμως με τα λόγια του ο Πρόεδρος δεν έπεισε κανέναν. Όλοι τους ήθελαν, «σώνει και καλά» σ’ αυτό το πανηγύρι να έρθει η ντιζέζ, να τραγουδήσει και να χορέψει, έστω όπως έλεγε και ο Πρόεδρος με «αδαμιαία περιβολή», αρκεί να διασκεδάσει το χωριό μαζί της. Και πρώτος από την παρέα ο καφετζής, αδιαφορώντας για τη συγγένεια μαζί του, με περίσσια θρασύτητα χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι τού είπε:
-Α! Πρόεδρε ως εδώ και μη παρέκει. Το κορίτσι θα έρθει και θα μας πει κι «ένα τραγούδι». Εσύ άμα θέλεις μην έρχεσαι στο μαγαζί.
Τα λόγια στεναχώρησαν ακόμη περισσότερο τον Πρόεδρο. Δεν περίμενε τόσο μεγάλη αντίδραση. Έτσι πάνω στον εκνευρισμό και την απελπισία του, άφησε την πονηρή πολιτική του, άλλαξε τροπάριο και άρχισε τις απειλές:
-Αφού δεν καταλαβαίνετε με το καλό, θα καταλάβετε με το άγριο, τους είπε. Θα πάμε να σας καταγγείλουμε στις Αρχές και στη Μητρόπολη…
Και σαν ξημέρωσε η μαγιάτικη μέρα ξεκίνησαν. Μπροστά πήγαινε ο παπάς με το ράσο του άσπρο από τη σκόνη του δρόμου και πίσω ο Προεστός με δύο μόνο από τους συμβούλους του, γιατί οι άλλοι δεν έβρισκαν σωστή την ιδέα για τέτοια παράπονα και έτσι αρνήθηκαν να τους ακολουθήσουν!
Όπου κι αν πήγαν όμως δεν έμειναν ευχαριστημένοι. Στη Μητρόπολη ο Δεσπότης τους είπε να αφήσουν τον καφετζή και τους άλλους να κάνουν ότι θέλουν και οι τυχόν αμαρτίες που θα πάρουν, όσοι θα πάνε στο βδελυρό θέαμα, ας βαρύνουν τους ίδιους, ενώ ο Αστυνόμος από τη μεριά του Κράτους, πως δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διασκέδαση με τη ντιζέζ επειδή τέτοιες εκδηλώσεις στα χορευτικά κέντρα, σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι νόμιμες.
Έτσι όλοι μαζί επέστρεψαν πάλι αμίλητοι στο χωριό και ο καθένας, αρκετά στεναχωρημένος που δεν πέτυχε ο σκοπός τους, τράβηξε για το σπίτι του.
Ανήμερα της Ανάληψης και του πανηγυριού. Η πλατεία από το βράδυ της προηγούμενης μέρας, στολίστηκε από τον κλητήρα με μικρές σημαιούλες του Έθνους και της Ορθοδοξίας. Κρεμάστηκαν στο Ηρώο και στο Γραφείο της Κοινότητας, τονίζοντας έτσι περισσότερο τον πανηγυρικό χαρακτήρα της μεγάλης Εορτής.
Οι νέοι και οι νέες στο χωριό με τα καλά τους τα ρούχα, ήδη από το απόγευμα πήραν τη θέση τους στη βόλτα πάνω-κάτω, ενώ οι κινητοί «ψιλικατζήδες» με τα σπόρια, τα γλειφιτζούρια, τα σουσάμια, τις τουλούμπες, τα σουβλάκια και τα παιχνίδια, άρχισαν να κάνουν χρυσές δουλειές με τους πελάτες τους. Αν και ο ήλιος ακόμα ψηλά το πανηγύρι ξεκίνησε με όλο του το μεγαλείο!
Στο καφενείο του χωριού, μέσα στην πλατεία όπου θα εμφανιστεί η ντιζέζ, οι προετοιμασίες άρχισαν και αυτές από πολύ νωρίς. Πλύθηκε κάτω το δάπεδο με το τσιμέντο, φρεσκαρίστηκαν και γυαλίστηκαν τα τραπέζια και οι ψάθινες καρέκλες, ετοιμάστηκαν οι κάσες με τα ποτά και τα αναψυκτικά, ενώ στη ψησταριά δίπλα από το μαγαζί, στριφογύριζαν πάνω στα κάρβουνα ροδοκόκκινες οι κότες για όσους θα έρθουν εδώ να φάνε και θα πάρουν μέρος στη διασκέδαση.
Ωστόσο μαζί, ετοιμαζόταν και η ορχήστρα της μουσικής. Έξω, πάνω στα πλατάνια κρεμάστηκαν τα μεγάφωνα, οι δε καλλιτέχνες τακτοποίησαν τα όργανα μπροστά από το μαγαζί και άρχισαν να τα κουρντίζουν, επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο το «ένα», «ένα», «ένα δύο». Πάνω στην ετοιμασία, τραβούσαν συγχρόνως και κανένα ποτηράκι ρετσίνα ή ούζο προκειμένου να φτιάξει το κέφι τους.
Και αφού έγιναν όλα αυτά και απλώθηκαν γύρω από την πίστα τα τραπέζια με τις καρέκλες και κάθισε ο κόσμος, άρχισε το τρικούβερτο γλέντι.
Πρώτο το μπουζούκι του χωριανού μας του Τάκη, ξεκίνησε με τα τραγούδια του Μανώλη του Χιώτη. Ύστερα έπαιξε τα τραγούδια της αγάπης και της ξενιτιάς του Καζαντζίδη. Συνέχισε με εκείνα τα τσιφτετέλια του Αγγελόπουλου, χωρίς βέβαια να παραλείψει και εκείνα τα ζεϊμπέκικα του Πάνου του Ιωαννίδη και του Γαβαλά. Τέλος, διπλές και τριπλές έγιναν οι σειρές στον χορό πάνω στην πίστα με τα συρτά του Μητσάκη και τα μάμπο της Γιώτα Λύδιας. Τραγουδιστής και ακορντεόν ο Κρυστάλλης με την εξαίσια φωνή του!
Γλεντζέδες οι χωριανοί και μερακλήδες στο χορό! Νέοι, γέροι, μεσήλικες, γυναίκες, ακόμα και γιαγιάδες πιάνονται και χορεύουν και μάλιστα πρώτες, αψηφώντας τα πονάκια στη μέση και στους αστραγάλους τους, ακόμα και στους γοφούς τους. Τι να γίνει! Έτσι πλάστηκε ο άνθρωπος! Μπορεί η «σαρξ να ασθενεί» η ψυχή όμως αισθάνεται πάντα υγιής και προπάντων δεν γερνάει με τίποτα..! Απόψε λοιπόν, ας πάει και το παλιάμπελο..!
Όλοι όμως περιμένουν τη μεγάλη έκπληξη! Πότε θα βγει να τραγουδήσει και να χορέψει η ντιζέζ! Αυτό το πλάσμα που με τον ερχομό του στο χωριό, δίχασε κάπως τη γνώμη των κατοίκων και  τους χώρισε σε προοδευτικούς και συντηρητικούς ή αν θέλετε σε Χριστιανούς Ορθόδοξους και ειδωλολάτρες! Και περισσότερο, έκανε μερικούς με πρώτο τον Πρόεδρο να κοιτάνε αμήχανα από τα διπλανά καφενεία, εδώ σ’ αυτό το μαγαζί που θα εμφανιστεί η καλλιτέχνιδα. Όσο για τον καλοκάγαθο και σεμνό ιερέα που με την αγνή του την ψυχή πίστευε ότι η κοπέλα θα έφερνε την αμαρτία και θα μόλυνε την Ενορία του, αυτός κλείστηκε ερμητικά στο σπίτι του και δεν ήθελε να ακούσει ούτε τον ήχο από τα μεγάφωνα του μαγαζιού. Παρά «ταύτα» όμως με τις προτροπές και τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, έριξε νερό στο κρασί του και ήταν έτοιμος να συγχωρέσει από τα βάθη της καρδιάς του, όλους εκείνους που σκέφτηκαν να φέρουν την ντιζέζ στο πανηγύρι καθώς και εκείνους που απόψε θα γλεντούσαν μαζί της και θα ξεφάντωναν στο γοβάκι της.
Και η μεγάλη στιγμή ήρθε! Χορεύοντας ένα «ουράνιο» τσιφτετέλι, υπό τους ήχους του μπουζουκιού, «να τη πετιέται» έξω από τις μεγάλες πόρτες του μαγαζιού η πανέμορφη θεά και μπαίνει στην πίστα. Εντελώς «πτωχά ενδεδυμένη» για ευνόητους λόγους, αφήνει ακάλυπτα «καίρια» σημεία του σώματός της, ενώ σε κάθε πενιά κουνάει με τέχνη χέρια, πόδια, γοφούς και κεφάλι με τα μαλλιά της να πέφτουν πλούσια στους ώμους της, να ανακατεύονται και να ανεμίζονται σε κάθε απότομη στροφή γύρω από το σώμα της.
Όλο χάρη λικνίζεται πάνω στην πίστα και με βλέμμα προκλητικό και με ένα χαμόγελο γλυκό που σε κάνει να νομίζεις ότι χορεύει μόνο για σένα, περιφέρεται στα μπροστινά τραπέζια της πίστας και κάθεται απαλά πάνω στα γόνατα των θαμώνων, αφήνοντας με την παλάμη της ένα βελούδινο χάδι στα μάγουλά τους. Και αυτοί ξεσηκώνονται ψυχικά! Αφήνουν τη φαντασία τους ελεύθερη να τρέχει και να πλανιέται μαζί της σε τόπους παραδεισένιους, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι με αυτόν τον άγγελο στο πλευρό τους, να τους ανεβάζει στον έβδομο ουρανό προς μεγάλη λύπη βέβαια και σφοδρή απογοήτευση των συζύγων τους, που αν και βρίσκονται δίπλα τους, απόψε οι αφιλότιμοι τις ξέχασαν τελείως μπροστά στη θέα του θηλυκού αυτού διαβόλου και του μεθυστικού αρώματός του.
Όλο ζήλεια λοιπόν αυτές, αισθανόμενες απατημένες και συναισθηματικά εγκαταλελειμμένες από τους άντρες τους και με τη «μοιχεία» πλέον να είναι πολύ φανερή  στο βλέμμα τους και στην καρδιά, τους κοιτάνε στα μάτια, τη μια φορά άγρια, έτοιμες να χυμήξουν απάνω τους και να τους τα βγάλουν με ‘κείνα τα περιποιημένα κόκκινα νυχάκια τους, και την άλλη με ένα εντελώς ξαφνικό για απόψε ερωτικό πάθος, μήπως οι ξιπασμένοι τις δούνε και αυτές και επιτέλους  συνέλθουν από το ψυχικό ταράκουλο που έπαθαν.
Αλλά τα «έτερα ημίσεα» ούτε που τις δίνουν σημασία! Τώρα ζούνε σε άλλους κόσμους, πολύ μακριά από αυτές και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που τους δίνεται να ζήσουν έξω από την καθημερινότητα, τη ρουτίνα των εργασιών του σπιτιού, της πρέφας και … τη συζυγική γκρίνια..!
Και η ντιζέζ δεν σταματά να τους τροφοδοτεί με αισθησιακά αγγίσματα, έξαλλα τινάγματα των γοφών και του στήθους της, μέχρι που κάποιοι σκέφτονται να αμαρτήσουν και να γίνουν «μοιχοί» δημόσια, όχι μόνο με τη φαντασία τους αλλά και με άσεμνες πράξεις. Έτσι λοιπόν τους περνάει από το μυαλό να απλώσουν το χέρι τους και να αγγίξουν, εντελώς φιλικά βέβαια για τον κόσμο και χωρίς πονηριά, ένα μέρος από το αλαβάστρινο κορμί της κοπέλας που ξεχύνεται σαν χείμαρρος ηδονής στα πόδια τους αλλά στο τέλος το μετανιώνουν, σκεπτόμενοι πιο λογικά μήπως εκτεθούν στο χωριό και ιδιαίτερα μπροστά στις συζύγους τους, των οποίων η υπομονή βλέπουν να εξαντλείται με απρόβλεπτες συνέπειες όταν γυρίσουν πίσω στη συζυγική στέγη!
Βασανίζοντας όμως το μυαλό τους, βρίσκουν έναν τρόπο να πλησιάσουν το κορίτσι, να αγγίξουν το σώμα του και να εκτονωθούν. Έτσι, μέσα από τις τσέπες τους βγάζουν όσα χαρτονομίσματα έχουν, τα διπλώνουν και τα τοποθετούν μέσα στο όποιο τέλος πάντων αποκαλυπτικό του ένδυμα, έχοντας την εντύπωση πως το εξουσιάζουν, πως είναι Αλή-πασάδες σε χαρέμια με χανούμισσες, και χανουμάκια. Παράλληλα ενθουσιασμένοι και συνεπαρμένοι από το όλο θέαμα, παραγγέλνουν στους σερβιτόρους και δωδεκάδες πιατάκια, που τα σπάζουν χαλάλι στα πόδια της νεαρής «ντίβας», η οποία απόψε χορεύει και τραγουδάει για την μαγκιά και την αφεντιά τους. Και τα γκαρσόνια δεν προλαβαίνουν να κουβαλάνε τα πιατάκια. Πιατάκια όμως, όχι ειδικά που υπάρχουν σήμερα για σπάσιμο αλλά κανονικά που χρησιμοποιούνται για το σερβίρισμα του μενού. Έτσι στο τέλος το κατάστημα «μένει» από πιάτα γιατί όλα θυσιάστηκαν «θρυμματιζόμενα» στον βωμό της διασκέδασης απόψε με την ντιζέζ. Απελπισμένα λοιπόν τα γκαρσόν, βλέποντας  βουνά τις σωρούς από τα σπασμένα πιάτα, όλο αγανάκτηση φωνάζουν σε όσους ζητάνε να σπάσουν και άλλα.
-Φέρε-φέρε δεν υπάρχουν άλλα πιατάκια..!   
Αλλά και εδώ δεν σταματάει το θέαμα. Το πρόγραμμα με την «μαγευτική ύπαρξη» περιλαμβάνει και άλλα νούμερα με καινούργιες εκπλήξεις.
Και αυτό γιατί η καλλιτέχνιδα δεν θέλει να χορεύει και να τραγουδάει μόνο στην πίστα κάτω στη γη. Θέλει να δείξει το ταλέντο της και «εναέρια» προκειμένου να εντυπωσιάσει περισσότερο και να προκαλέσει στο «έπακρο» τον θαυμασμό των πρωτάρηδων σε τέτοια θεάματα και γούστα χωριανών!
Γι αυτό και ζητάει να ανέβει πάνω σε τραπέζι. Και μάλιστα σε δύο τραπέζια, το ένα πάνω στο άλλο για να είναι ψηλότερα και να φαίνονται από κάτω καλλίτερα οι ομορφιές της.
Με ένα νεύμα της τα γκαρσόν, φέρνουν πολύ γρήγορα τα τραπέζια και αφού τα στερεώνουν την βοηθάνε να ανέβει στο πάνω. Και όταν ανεβαίνει και κάνει τα νούμερα της με περίσσια χάρη, τώρα πλέον από ψηλά, από τα «πλανεμένα ύψη», κάτω στη γη γίνεται ο χαμός. Ακούγονται ιαχές τύπου «μπράβο», «ζήτω», «άλα», «είσαι φίνα», «δεν πάω σπίτι μου απόψε», ενώ τα χειροκροτήματα σπάνε τις παλάμες των χεριών, παίρνουν φωτιά και ακούγονται μέχρι τα άλλα καφενεία της πλατείας, των οποίων οι θαμώνες από «ηθική ευθιξία» μην κηλιδωθεί το όνομά τους δεν κόντεψαν μέχρις εδώ για να απολαύσουν και αυτοί την «γλυκιά αμαρτία» που τους προσφέρει με τα κάλλη και τις καλλιτεχνικές επιδόσεις της η ντιζέζ! Γι αυτό και προβληματίζονται. Έκαναν καλά που δεν ήρθαν ως εδώ σήμερα ή όχι; Ιδού το ερώτημα! Τέλος πάντων η ψυχή τους το ξέρει..!
Τελικά και αυτό το νούμερο της κοπέλας μέσα από παρατεταμένα χειροκροτήματα και αλαλαγμούς, που φανερώνουν την τέλεια ευχαρίστηση έλαβε τέλος. Δυστυχώς απόψε τα τόσο ευχάριστα πράγματα θα ήταν καλλίτερο να κρατούσαν περισσότερο!
Έτσι η πρωταγωνίστρια του σώου τώρα κατεβαίνει από τα τραπέζια, πάντοτε με την πρόθυμη βοήθεια των πιο «τζέντλεμαν» χωριανών και αφού αυτή τους ευχαριστεί με ένα «θανατηφόρο» χαμόγελο, χωρίς καθυστέρηση τρέχει προς την ορχήστρα και κάθεται στην καρέκλα, εδώ μόνο για να τραγουδήσει. Με τη συνοδεία του υπέροχου μπουζουκιού και των άλλων μουσικών οργάνων, λέει τραγούδια που χορεύονται, κυρίως τσιφτετέλια και μάμπο.
Σηκώνονται τότε στην πίστα για να χορέψουν με τα ωραία «συνολάκια» τους οι γυναίκες των παρεών, όλες γλυκύτατες χωριανές για να δείξουν και αυτές το ταλέντο τους στο χορό, μια και τόσο πολύ αδικήθηκαν, σχεδόν απαξιώθηκαν απόψε από τους άντρες τους, όταν προηγουμένως τους έβλεπαν να δίνουν τα ρέστα τους στον «χορό της κοιλιάς» με την ντιζέζ.
Οι παραπονιάρες οι κυρίες, γοργόνες της θάλασσας, χορεύουν και αυτές τόσο ωραία, τόσο θηλυκά και τόσο αισθησιακά πάνω στην πίστα, που καθόλου δεν διαφέρουν από την προηγούμενη «κυρία». Και τώρα το μόνο που μένει, για να δείξουν και του λόγου τους πόσο αξίζουν, είναι να ανέβουν και οι ίδιες πάνω στα τραπέζια και να μιμηθούν την ντιζέζ. Δεν το επιχειρούν όμως επειδή δεν τους το επιτρέπουν οι φούστες τους που είναι κοντές, καθώς και λίγο οι άγριες διαθέσεις των ανδρών τους, οι οποίοι μόλις και έσπευσαν, «επιτέλους» να τις δούνε και αυτές «κομμάτι» συναισθηματικά έως και ερωτικά!
Και ενώ το γλέντι συνεχίζεται και η διασκέδαση βρίσκεται στο αποκορύφωμα, στα διπλανά τραπέζια άναψε ένα καυγαδάκι. Στην αρχή λεκτικά αργότερα όμως με αναποδογυρίσματα καρεκλών και τραπεζιών, σπάσιμο ποτηριών και μερικών γρονθοκοπημάτων στα κεφάλια, ευτυχώς όμως χωρίς τραυματισμούς λόγω της παρέμβασης των ψυχραιμότερων.
 Δυο νεαροί «κάργα ντε μαγκιέ», που ήπιαν λίγο περισσότερο από το κανονικό, έπεσαν φρικτά θύματα του ωραίου κάλλους της ντιζέζ, η οποία κατά την διάρκεια που τραγουδούσε και χόρευε τους χαμογέλασε και τους έκλεισε «πονηρά» το μάτι! Σε ποιον όμως από τους δύο; Ιδού η απορία! Έτσι λοιπόν, χωρίς να ρωτήσουν την ίδια για την προτίμησή της, αποφάσισαν παρουσία θεατών να μονομαχήσουν για πάρτη της και να λύσουν το μυστήριο. Έπεσαν όμως από τα σύννεφα και δεν ήξεραν πού να κρυφτούν, όταν άκουσαν από το στόμα της έμπειρης σε αυτού του είδους τις κοκορομαχίες  κυρία, να τους λέει:
-Μάγκες, πιάστε τα μπόσικα και από τούδε ψιλοκομμένο τουμπεκί. Του λόγου της η μόρτισσα συνοδεύεται από γράντε μεσιέ. Τουτ’ έστιν άντρα, φουλ ντερβίσι και νταή. Το λοιπόν κουβαδάκια και ξου κατ εκείθε. Αντεστέν;
Στοίχημα, πως λίγοι από τις παρέες των χωριανών κατάλαβαν, τι έλεγε εκείνη την ώρα με την αργκό της στην ελληνική, γαλλική και αγγλική διάλεκτο η «μόρτισσα», όπως αποκάλεσε τον εαυτό της η ντιζέζ. Δεν έχει όμως σημασία. Το κατάλαβαν και το «εμπέδωσαν» αρκετά οι δύο νεαροί που πήρανε φόρα για να σφαχτούν στην ποδιά της! Γι αυτό και ήρεμα τραβήχτηκαν πίσω, προς τη μεριά των πλατανιών και εξαφανίστηκαν στη νύχτα μη γίνουν και άλλο ρεζίλι στους χωριανούς τους.
Μετά το περιστατικό το γλέντι συνεχίστηκε και πάλι. Συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα και λίγο παραπάνω, ως την ώρα που η ντιζέζ πήρε τα «φράγκα» για τις «εκλεκτές» της υπηρεσίες, ανέβηκε γρήγορα πάνω σε ένα ταξί από την Αριδαία και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι και στις στροφές του δρόμου, αφήνοντας πίσω της ζωηρές τις αναμνήσεις από το κέφι της.
Την άλλη μέρα το πρωί, οι συζητήσεις στο χωριό μας τη Δωροθέα για την «μεγάλη» βραδιά του πανηγυριού, έδιναν και έπαιρναν. Σε ένα από τα καφενεία μας, του Γιώργου του Φουρνατζή, ο Πρόεδρος, ο παπάς και αρκετοί χωριανοί, άλλοι από αυτούς που πήραν μέρος στη διασκέδαση με την ντιζέζ και άλλοι όχι, ο καθένας από τη μεριά του έλεγε τις εντυπώσεις του.
Ενδιαφέρουσα ήταν εκείνη του Προέδρου:
-Δεν βαριέστε ρε παιδιά, έλεγε. Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε… Εγώ αν ξαναρχότανε η ντιζέζ στο χωριό, σίγουρα αυτήν τη φορά θα πήγαινα να την δω και δεν θα έχανα τέτοιες στιγμές μαζί της..!
Και ο ιερέας που ξαφνιάστηκε με τα λόγια του, τον κοίταξε λίγο στραβά με την άκρη του ματιού του μα δεν του απάντησε…

18/1/2017


Ο Τρύφων Ούρδας γεννήθηκε στη Δωροθέα Αλμωπίας Ν. Πέλλας το 1957. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας . Υπηρέτησε στην Ελληνική Αστυνομία επί 32 έτη σε διευθυντικές θέσεις στους νομούς Πέλλας, Φλώρινας, Κοζάνης, Δράμας και Χαλκιδικής. Αποστρατεύτηκε το 2009 με τον βαθμό του Υποστράτηγου ε.α. Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με συγγραφικό έργο. Είναι παντρεμένος με τη Γιαμαλή Ευαγγελία και έχει δυο παιδιά, την Ελένη και τον Γιώργο.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Αποτελέσματα Ε΄ Διαγωνισμού Διηγήματος


Αποτελέσματα Ε΄ Διαγωνισμού 
Διηγήματος


Φίλες και Φίλοι Βιβλιόφιλοι,
Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε τα αποτελέσματα του Ε΄ Πανελλήνιου Διαγωνισμού Διηγήματος που έληξε στις 31 Οκτωβρίου 2016.
Η Κριτική Επιτροπή είχε ομολογουμένως δύσκολο έργο στην επιλογή, όχι τόσο από την μεγάλη συμμετοχή, όσο από τα πολλά ισάξια διηγήματα που ξεπερνούσαν τον αριθμό των 30 διηγημάτων που είναι το όριο αυτών που θα συμπεριληφθούν στον υπό έκδοση 5ο τόμο των διηγημάτων που εκδίδει ο Σύλλογος μετά από κάθε Διαγωνισμό. Καταλήξαμε στην επιλογή των διηγημάτων με αυστηρά φιλολογικά κριτήρια, όπως η πλοκή, η πρωτοτυπία, η μορφή, ο προβληματισμός των κειμένων, αλλά στο τέλος και πάλι έμειναν εκτός αρκετά αξιόλογα διηγήματα.  
Οφείλουμε πάντως να ευχαριστήσουμε όλες και όλους που μας τίμησαν με την συμμετοχή τους και ευχόμαστε στον επόμενο διαγωνισμό το κείμενό τους, που με προσπάθεια, χρόνο και πολλή αγάπη δημιούργησαν, να συμπεριληφθεί και να διακριθεί.
Αξίζει επίσης να αναφερθούμε στην αξιέπαινη πρωτοβουλία των μαθητών του Λυκείου Μεγαλόπολης, αλλά και της Καθηγήτριάς τους, που μας έστειλαν ομαδικά τα διηγήματά τους στον Διαγωνισμό. Το ΔΣ του Συλλόγου μας, συγχαίρει όλα τα παιδιά που συμμετείχαν και βεβαίως την φιλόλογό τους για την εξαιρετική δουλειά της, με την οποία επικοινωνήσαμε και συμφωνήσαμε να τιμήσουμε ΟΛΑ τα παιδιά που συμμετείχαν με έναν Ειδικό Έπαινο Συμμετοχής, δεδομένου ότι η Κατηγορία Εφηβικού Διηγήματος είχε καταργηθεί ήδη από τον προηγούμενο Διαγωνισμό.

Τα αποτελέσματα έχουν ως εξής:

1. Χ"Μιχαήλ Ελένη - (Ακανθούς) Λευκωσία ΚΥΠΡΟΣ
Α΄ Βραβείο

2. Πολίτη Τριαντάφυλλη Newcastle-Upon-Tyne UK
Β΄Βραβείο

3. Κουτάντου Καλλιόπη - Χολαργός ΑΘΗΝΑ
Γ΄ Βραβείο

4. Αναγνωστόπουλος Γεώργιος - Βύρωνας ΑΘΗΝΑ
Α΄ Έπαινος

5. Κατσουλάρη Παναγιώτα – Λάρισα
Β΄ Έπαινος

6. Μαρινάκης Γιώργος – Π. Φάληρο
Γ΄ Έπαινος

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΑ

7. Ανετάκης Κωστής – Θεσσαλονίκη
Τιμητική Διάκριση

8. Μπαχάς Γιάννης - Θεσσαλονίκη
Τιμητική Διάκριση

9. Πάστρας Πλούταρχος - ΑΘΗΝΑ
Τιμητική Διάκριση

10. Ψωμαδέλλη Αγγελική-Μαρία
Τιμητική Διάκριση


11. Αθανασοπούλου Μαρία – Θεσσαλονίκη

12. Αυγερίδης Πασχάλης – Ωραιόκαστρο

13. Βαφόπουλος Χάρης – Καλαμαριά

14. Δεουδέ Αναστασία – Γαλάτσι ΑΘΗΝΑ

15. Καβαλιέρος Ελευθέριος – Αθήνα

16. Κανάκη Μαρία – Σαλαμίνα

17. Κουτσουμπού Κων/τίνα – Καλαμάτα

18. Κυριακίδης Ιορδάνης - Γιαννιτσά

19. Λούλου Μαρία – Λιβαδειά

20. Μαππούρα Μυρούλα – Λάρνακα

21. Μετόχη Ιφιγένεια - Λεμεσός

22. Μούσσας Κων/τίνος – Πειραιάς

23. Μπεάζογλου Ευαγγελία - Χαλκίδα

24. Ντάκος Στέφανος - Τρίκαλα

25. Νικολαράκη Ελένη – Παλλήνη

26. Παζαροπούλου Φωτεινή – Θεσσαλονίκη

27. Παπαϊωάννου Κώστας – Λευκωσία

28. Σακελλαρόπουλος Νίκος – Πάτρα

29. Συμεωνίδου Χρύσα-Μαρία Θεσσαλονίκη

30. Χριστοφοράτου Ελένη – Ν. Ερυθραία


Παρακαλούμε το συντομότερο δυνατόν να μας αποσταλούν σε ηλεκτρονική μορφή στην διεύθυνση antioch1@otenet.gr:
α. Το κείμενο του διηγήματος 
β. Σύντομο Βιογραφικό
γ. Φωτογραφία

Παρακαλούμε επίσης να ελεγχθεί προσεκτικά το κείμενο για τυχόν λάθη, αβλεψίες κλπ διότι αδυνατούμε να κάνουμε συστηματική διόρθωση λόγω ελλείψεως χρόνου. Για τυχόν διευκρινήσεις στο 6970 995041

Η εκδήλωση απονομής των διακρίσεων θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017 στην Έδεσσα, που θα συμπέσει με το 3μερο εκδηλώσεων εορτασμού για τα 10 χρόνια λειτουργίας του Πολιτιστικού Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" 1-3 Σεπτεμβρίου 2017.
Περισσότερες πληροφορίες για τις εκδηλώσεις και το πρόγραμμα σε επόμενες αναρτήσεις.
Ο τόμος διηγημάτων υπολογίζουμε ότι θα είναι έτοιμος μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2017.

Από το ΔΣ


Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Η μικρή βιβλιοφάγος!


Η τετράχρονη που έχει διαβάσει 
πάνω από 1.000 βιβλία


Βιβλιοφάγος από…κούνια. Τεσσάρων ετών και όμως έχει καταφέρει να διαβάσει πάνω από χίλια βιβλία, να γνωρίσει εμπειρίες και συγγραφικές περιπέτειες που άλλα παιδιά στην ηλικία της αγνοούν. Προτού γεννηθεί η Νταλιάχ Μαρί Αράνα, από την Τζόρτζια, είχε έρθει σε επαφή με τον κόσμο των βιβλίων. 

Το διάστημα που την κυοφορούσε η μητέρα της, άκουγε την τελευταία να διαβάζει κείμενα στα μικρότερα αδέρφια της. Όταν ήρθε στον κόσμο, άνοιξε τα αυτιά και τα μάτια της και αντίκρισε τον μεγαλύτερο αδερφό της να διαβάζει δυνατά ιστορίες. 

Μπορούσε να διαβάζει λέξεις από την ηλικία των δύο ετών. Όσο περισσότερο ερχόταν σε επαφή με την εμπειρία της ανάγνωσης, με τη βοήθεια της μητέρας της, τόσο περισσότερες λέξεις μάθαινε ώσπου έκλεψε τις εντυπώσεις. 

Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι σε ηλικία τριών ετών, σε μια ηλικία που τα περισσότερα παιδιά αδυνατούν να καταλάβουν το νόημα ενός κειμένου, η Νταλιάχ διάβασε ολομόναχη το πρώτο της βιβλίο. Μετά από αυτή την απόπειρα, όχι μόνο δεν εγκατέλειψε το διάβασμα, αλλά συνέχισε να ανακαλύπτει τον κόσμο των βιβλίων με έναν παιδικό αυθορμητισμό. 

Πλέον, με την χαριτωμένη και γεμάτο ενθουσιασμό φωνή της, δικαίως μπορεί να λέει, με ικανοποίηση, ότι έχει διαβάσει πάνω από χίλια βιβλία. Έχει διαβάσει ακόμη και κείμενα πανεπιστημιακού επιπέδου. 

Μέχρι και στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου

Οι εντυπωσιακές προσχολικές επιδόσεις της μικρής μαγνήτισαν ακόμη και την υπεύθυνη της βιβλιοθήκης του Αμερικανικού Κογκρέσου, Κάρλα Χάϊντεν, η οποία προσκάλεσε την Νταλιάχ στη βιβλιοθήκη δίνοντάς της την ευκαιρία να της «κλέψει» τη δουλειά για μια ημέρα, ως βιβλιοθηκάριος. 

Ντυμένη στα ροζ, με έναν φιόγκο στο ίδιο χρώμα, κατσαρά μαλλιά και χαριτωμένα γυαλιά, η τετράχρονη περπάτησε στις διαδρόμους της μεγαλύτερης βιβλιοθήκης του κόσμου και παρακολούθησε συζητήσεις σε στρογγυλά τραπέζια. Την πρωτοβουλία ανέλαβε η μητέρα της, η οποία θέλησε να οδηγήσει την αγαπημένη συνήθεια της Νταλιάχ σε νέα μονοπάτια. Από τη Βιβλιοθήκη, η τελευταία δεν έφυγε χωρίς να αφήσει κάποιο στοιχείο του ενθουσιασμού της. 

Πρότεινε να τοποθετηθούν στους διαδρόμους λευκοί πίνακες ώστε παιδιά της ηλικίας της να μπορούν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον γραπτό λόγο. 

Στη Τζόρτζια, όπου διαμένει, η μικρή επισκέπτεται τακτικά τη βιβλιοθήκη της περιοχής για να ελέγχει σε καθημερινή βάση τις νέες αφίξεις τίτλων. 

Δεν έχει περάσει το κατώφλι της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχει όμως εκφράσει την επιθυμία να διδάξει και σε άλλα μικρά παιδιά, που δεν έχουν συμπληρώσει τα έξι χρόνια, πώς να διαβάζουν. 

Ακόμη περισσότερα βιβλία καταβρόχθισε η Νταλιάχ συμμετέχοντας στο πρόγραμμα προσχολικής ανάγνωσης 1000 βιβλίων. Στόχος της μικρής αποτελεί η ανάγνωση άλλων 1500 βιβλίων, στο πλαίσιο του προγράμματος. Μετά από την συγκεκριμένη εμπειρία, ανυπομονεί να εγγραφεί στον παιδικό σταθμό για να βοηθήσει τη δασκάλα της να διδάξει.

Αγαπημένος συγγραφέας της Νταλιάχ, η οποία έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για μελλοντική ενασχόληση με τους δεινοσαύρους ως παλαιοντολόγος, ο Μο Ουίλεμς,. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι αν και τεσσάρων, μόλις, ετών γνωρίζει τη λέξη «παλαιοντολόγος». 


Μέχρι και λόγο του Ουίλιαμ Λιόν Φέλπς έχει διαβάσει γνωρίζοντας νέες γλωσσολογικές εμπειρίες. Η μητέρα της ανάρτησε, στο Youtube, βίντεο από αυτή την προσπάθεια της μικρής ενθαρρύνοντας έτσι και άλλους γονείς να επενδύσουν στη φιλομάθεια και να μυήσουν τα παιδιά τους, από νωρίς, στον κόσμο των βιβλίων.

Ελισάβετ Σταμοπούλου
Newsroom ΔΟΛ




Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Βασιλόπιτα 2017


Κοπή Βασιλόπιτας 2017

Πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017 η κοπή της Βασιλόπιτας του Πολιτιστικού Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" στο Κέντρο "Καταρράκτες", με την παρουσία του Δημάρχου Έδεσσας κ. Δημ. Γιάννου, εκπροσώπων άλλων Πολιτιστικών Συλλόγων της πόλης μας (Εδεσσαϊκό Θέατρο, Μ. Αλέξανδρος, Σύλλογος Ποντίων, Σύλλογος Ηπειρωτών, Σύλλογος Μικρασιατών, Λαογραφική Εταιρεία) μελών και φίλων του Συλλόγου, που αψήφησαν τις εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Το πολικό ψύχος που επικρατούσε έξω δεν εμπόδισε την δημιουργία μιας εξαιρετικά θερμής ατμόσφαιρας μέσα στην αίθουσα με συζητήσεις, ανταλλαγή απόψεων και προγραμματισμό μελλοντικών συνεργασιών μεταξύ Συλλόγων.
Ο Πρόεδρος των "Βιβλιόφιλων" Δημ. Ευαγγελίδης αναφέρθηκε στην ομιλία του στις πολυάριθμες εκδηλώσεις και στους 2 Διαγωνισμούς που υλοποιεί ο Σύλλογος και οι οποίοι βρίσκονται σε εξέλιξη: Ο 5ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Διηγήματος και ο 2ος Μαθητικός Διαγωνισμός Ποίησης, ο οποίος πραγματοποιείται με την συνεργασία της Δνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πέλλας. 
Ακολούθησε η πραγματοποίηση της ετήσιας ενημερωτικής Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου και η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την κοπή της Βασιλόπιτας του ΔΣ και την διανομή των ατομικών πιτών σε όλους τους παρευρισκόμενους.
Τυχερός της πίτας του ΔΣ ήταν ο Γραμματέας του Συλλόγου Χρήστος Μπιμπίτσος, ενώ το νόμισμα από τις ατομικές πίτες έπεσε στο μέλος του ΔΣ Γιάννη Γατσούλη. Τα σχετικά πειράγματα έδωσαν και πήραν ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο το κέφι και την φιλική ατμόσφαιρα που επικράτησε στην εκδήλωση. 
Ευχόμαστε να είμαστε όλοι γεροί και να ξανασυναντηθούμε και πάλι του χρόνου!  

  

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Κοπή πίτας και όχι μόνον!


Κοπή πίτας Βιβλιόφιλων Έδεσσας

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Σας προσκαλούμε να μας τιμήσετε 
με την παρουσία σας
 στην κοπή πίτας του Συλλόγου μας 
την Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017 
και ώρα 6.30 μ.μ. 
στο Κέντρο "Καταρράκτες".
Θα πραγματοποιηθεί και Γενική Συνέλευση.

Από το ΔΣ



Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Ε' Διαγωνισμός Διηγήματος: Στατιστικά στοιχεία


Ε' Διαγωνισμός Διηγήματος: 
Στατιστικά στοιχεία


ΣΥΝΟΛΟ    ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ     108
Κατά χώρα
ΕΛΛΑΣ                       88
ΚΥΠΡΟΣ                    11

Άλλες χώρες
ΓΕΡΜΑΝΙΑ                 5
ΑΓΓΛΙΑ                        1
ΤΟΥΡΚΙΑ                    1
ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ               1
ΑΜΠΟΥ-ΝΤΑΜΠΙ    1
_________________________________

Κατά περιοχή
ΑΘΗΝΑ                        23
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ        15
ΠΕΙΡΑΙΑΣ                     3
Υπόλ. Αττικής             6      
Σαλαμίνα                      1

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ             8
Γιαννιτσά                    2
Κιλκίς                          1
Αριδαία                       1
Βέροια                          2
Κατερίνη                     1
Πτολεμαΐδα                1

ΘΡΑΚΗ                        2
Ξάνθη
Διδυμότειχο

ΘΕΣΣΑΛΙΑ                 6
Τρίκαλα                      2
Λάρισα                        1
Καρδίτσα                    1
Σοφάδες                      1
Βόλος                           1

ΗΠΕΙΡΟΣ                    2
Πρέβεζα                       2

ΣΤΕΡΕΑ                       4
Λαμία
Λιβαδειά
Χαλκίδα
Βόνιτσα

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ     3 (11)
(Μεγαλόπολη                 8)
Πάτρα                              2
Καλαμάτα                      1

ΚΡΗΤΗ                        3
Ηράκλειο                    2
Χανιά                           1

ΛΕΣΒΟΣ                      1
ΚΕΡΚΥΡΑ                   1
ΣΥΡΟΣ                         1

ΡΟΔΟΣ                         1

Υπολογίζουμε ότι τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν 
το 2ο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου 2017

Από το Δ.Σ.


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Καλές γιορτές!


Ευχές  

Το ΔΣ του Πολιτιστικού Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" εύχεται σε όλες και σε όλους ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ και Ευτυχές το Νέον Έτος 2017...

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Ένα διήγημα


Φθινοπωρινός περίπατος

Γράφει ο Τρύφων Ούρδας

Από βραδύς που έπεσα για ύπνο, η βροχή έξω έπεφτε ασταμάτητα. Γινόταν χαλασμός Κυρίου! Μάλιστα, το νερό συνέχισε να πέφτει και όλη τη νύχτα, γιατί σε τακτά χρονικά διαστήματα, όταν άλλαζα πλευρό στον ύπνο μου, άκουγα τη βροχή να πέφτει δριμύτερη πάνω στις λαμαρίνες της αποθήκης του γείτονά μας, του Νικόλα. Φθινόπωρο βλέπετε και αυτού του είδους τα καιρικά φαινόμενα, είχαν την τιμητική τους!
Όμως κοίταξε διαφορά το πρωί! Από τις χαραμάδες των παντζουριών, μπαίνουν κρυφά στο δωμάτιο, χρυσές δέσμες φωτός του ήλιου και τραβάνε φωτεινές χαρακιές πάνω στους τοίχους, τα έπιπλα και τα σκεπάσματα. Είναι σαν να σου λένε:
-Άντε σήκω υπναρά, Καλημέρα. Η φύση έξω άλλαξε και έγινε χαρά Θεού!
Ένα τέτοιο λοιπόν φθινοπωριάτικο πρωινό, με λίγο ψωμί στα χέρια, είπα να κάνω μοναχός μου, έναν περίπατο στη φύση, γύρω από το χωριό στα χωράφια και στα τσαΐρια, μακριά από τα τσιμέντα και τα μπετά και τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Δεν ξέρω, το είχα ανάγκη! Ήθελα τα μάτια μου να αλλάξουν παραστάσεις!
Έτσι, ξεκίνησα από το πατρικό μου, παίρνοντας τον δρόμο που περνάει μπροστά από αυτό. Βγαίνοντας από την αυλή, κοντοστάθηκα στον φράχτη για να θαυμάσω τις ροζ τριανταφυλλιές μας. Λίγο παράξενο για την εποχή βέβαια, όμως ήταν πραγματικότητα!  Μεγάλα, ζωηρά, φανταχτερά τριαντάφυλλα ξεπεταγόταν έξω από τα σύρματα, έξω από τα ξεραμένα βάτα και τα άλλα αγριόχορτα, που "κακόβουλα" νόμιζαν ότι μπορούσαν να τα κρύψουν και να σβήσουν την ομορφιά τους. Πόσο όμως εξαπατήθηκαν! Η μάνα τριανταφυλλιά δεν αφήνει έτσι τα παιδιά της, και τα προστατεύει! Θέλει να τα βγάλει στον κόσμο και να δείξει την ομορφιά τους. Γι αυτό περνώντας τα κλωνάρια της μέσα από απίθανους διόδους που αφήνουν τα άλλα φυτά, κάνει τα πάντα να βγάλουν πρόσωπο και να φανούν τα σπλάχνα της τα τριαντάφυλλα, τα πανέμορφα τριαντάφυλλα, τα δροσερά, με τις σταγόνες της βροχής σαν πολύχρωμα ρουμπίνια πάνω τους, να αλλάζουν χρώματα με τον ήλιο, μαζί με εκείνα τα χρώματα που τα έδωσε η ίδια από τη ρίζα της.
Προκλητικό το κάλλος τους και η παρουσία τους εκεί, γι αυτό κι εγώ, πάνω στον θαυμασμό μου, άπλωσα το χέρι μου να τα χαϊδέψω και ύστερα ένα από αυτά να το κόψω, προκειμένου να το μυρίσω και να το κρεμάσω «περήφανος και ωραίος» στο πέτο μου. Ο ασυλλόγιστος! Το μετάνιωσα "οικτρά". Τα αγκάθια μπήκαν στα δάχτυλά μου και εγώ φαρμακώθηκα από τον πόνο!
-"Βρε άνθρωπε, μουρμούρισα από μέσα μου. Τα τριαντάφυλλα είναι για να τα βλέπουν οι άνθρωποι και να τα χαίρονται και όχι να τα κόβουν!"
Γέλασα με αυτό το πάθημά μου και τράβηξα τον δρόμο μου παρακάτω.
Σε πολύ μικρή απόσταση ήταν ο μπαχτσές του ξαδέρφου μου του Γιάννη. Ήθελα πολύ να τον δω τώρα το φθινόπωρο. Έτσι όταν έφτασα κοντά, έσπρωξα την ξύλινη πόρτα και μπήκα μέσα.
Και τι δεν είχε μέσα σ' αυτόν ο πατέρας του! Ήθελες μηλιές, ροδακινιές, ήθελες αχλαδιές, συκιές, ήθελες κυδωνιές, ροδιές, κληματαριά... Τα πάντα είχε αυτός ο Παράδεισος με τους καρπούς ακόμα πάνω σε κάποια από τα δέντρα, ώριμους, έτοιμους να μαζευτούν.
Στην είσοδο πρώτα με υποδέχτηκε γαυγίζοντας το σκυλάκι τους, o “κούτης", όπως τον φώναζαν και από πίσω η “παρδάλω" η γάτα τους, που ήταν τόσο καλομαθημένη στο φαγητό, ώστε το τελευταίο καιρό, είχε ξεχάσει να τρώει ποντικάκια. Ήθελε να τρώει μόνο μαγειρεμένο φαγητό, όπως αυτό που έτρωγε η οικογένεια!
Προχωρώντας προς τα μέσα, στο βάθος του κήπου, δίπλα στη κόκκινη τουλούμπα, βρήκα τη θεία μου τη Μαρίκα και το θείο μου τον Γιώργο. Και οι δύο μ' ένα μαχαίρι στο χέρι, μάζευαν τα τελευταία σταφύλια από την κληματαριά και τα έβαζαν μέσα στα βαρέλια, για να τα κάνουν αργότερα τσίπουρο και κρασί. Παράλληλα η θεία μου, καθάριζε ροδάκινα και μήλα για να τα κάνει μαρμελάδα και κομπόστα. Στο πλάι της, πάνω σε τριγωνικές πυροστιές, ήδη έβραζαν μέσα σε κατσαρόλες, κάποια από αυτά τα φρούτα.
-Κάτσε μου είπαν και μου πρόσφεραν ένα σκαμνάκι. Το πήρα και έκατσα σ' έναν καλό ίσκιο, κάτω από τα μισοξεραμένα φύλλα της κληματαριάς. Σε λίγο μου έφεραν μέσα σε ένα μπρούτζινο ταψάκι να φάω, αρκετά από τα φρούτα του κήπου τους. Τα δοκίμασα όλα! Αγνά φρούτα και νόστιμα, όπως τα έκανε η γη, κομμένα εκείνη την ώρα, χωρίς φάρμακα και τη μεσολάβηση ψυγείων που χαλάνε τη γεύση τους. Στο τέλος, πίνοντας κρύο νερό από το «χέρι» της τουλούμπας, τους χαιρέτησα για να φύγω, αφού βέβαια τους ευχαρίστησα για τη φιλοξενία.
Σαν βγήκα από τον μπαχτσέ, το βλέμμα μου έπεσε ακριβώς απέναντι σ' ένα πολύ γνωστό τόπο με τρία πλατάνια, φυτρωμένα εκεί σε σχήμα τριγώνου, δίπλα στο ποτάμι μας. Έτσι τα βρήκα εγώ εκεί να στέκονται, έτσι τα θυμούνται και οι γονείς μου. Πανύψηλα, με τα πράσινα και τα κίτρινα φύλλα τώρα το φθινόπωρο στα κλωνάρια, είχαν απάνω τους, πολλές φωλιές από τα πουλιά. Τα μικρούλικα αυτά πετούμενα, τσίριζαν και φώναζαν, πετώντας δεξιά και αριστερά πάνω στα δέντρα, λες και είχαν πανηγύρι. Ώρες-ώρες τα κοίταζα να κατεβαίνουν μαζεμένα στην άκρη στο ποτάμι για να πιούνε νερό. Ύστερα πάλι μ' ένα θόρυβο που έκανε το πέταγμά τους, να ανεβαίνουν ψηλά για να συνεχίσουν το τραγούδι τους. Και στο βάθος που κύλαγε το ποτάμι μέσα από τις ιτιές, οι οποίες έσκυβαν σαν ευλαβείς προσκυνήτριες πάνω στο νερό του, ακουγόταν η "θεϊκή φωνή", το κελάηδισμα του αηδονιού, σε εντελώς βέβαια διαφορετικές νότες από εκείνες των άλλων πουλιών..!
Αυτό το μέρος εδώ, πολύ κοντά στο σπίτι μας, είναι αλήθεια ότι πάντοτε μου άρεσε. Από πολύ μικρό παιδί, με ένα τραντζιστοράκι στο χέρι, κάθε τόσο ερχόμουνα εδώ και άκουγα τραγούδια ή διάβαζα τα μαθήματά μου, ξαπλωμένος στο γρασίδι ή καθισμένος στις ρίζες των πλατανιών. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που ερχόμουνα εδώ, μόνο και μόνο για να ρεμβάσω ή να ξεκουράσω το κεφάλι μου από τα διαβάσματα και τις αγροτικές εργασίες ή και να γράψω σε ένα χαρτί ποιήματα και ό,τι άλλο με απασχολούσε εκείνες τις στιγμές, εμπνεόμενος βέβαια από τη φύση!
Ξαπλωμένος λοιπόν και τώρα στο χορτάρι και ρεμβάζοντας όπως τότε, χωρίς να το θέλω, έπεσα σε ένα λήθαργο σκέψεων και αναμνήσεων. Ξύπνησα, όταν με φύσηξε ένα απαλό ζεστό αεράκι και με χάιδεψε στα μάγουλα και τίναξε τα μαλλιά μου, ρίχνοντας παράλληλα στο έδαφος μερικά από τα ξεραμένα φύλλα των πλατανιών.
Και τότε με την καρδιά μου πλημμυρισμένη από συναισθήματα γι αυτό που ζούσα, είπα να εγκαταλείψω τον όμορφο αυτό χώρο και συνεχίζοντας τον περίπατο να περάσω απέναντι από το ποτάμι, στον άλλο δρόμο που σε πήγαινε στην περιοχή, όπου ήταν το Παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Της Αγίας των Αγίων του χωριού μας!
Πραγματικά, ανέβηκα πάνω στη ξύλινη γεφυρούλα. Μα πριν πατήσω το πόδι μου στην άλλη πλευρά του ποταμιού, κοίταξα κάτω από τη γέφυρα μέσα στο γάργαρο νερό που έτρεχε, μήπως δω κανένα ψαράκι. Πάντοτε μου άρεσε να βλέπω τα ψάρια να κολυμπάνε στο νερό. Και είδα πολλά να κολυμπάνε και να παίζουν με τον ήλιο, γυρίζοντας μάλιστα και ανάποδα, ώστε η κοιλιά τους να φαίνεται χρυσή από τις αχτίνες του ήλιου. Πόση εντύπωση μου έκανε αυτό το παιχνίδι τους! Αυτή η φύση σκέφτηκα!
Λίγο πριν φτάσω στο Παρεκκλήσι, ακριβώς πάνω στο δρόμο, ήταν και το αμπέλι του φίλου μου του Αγαθάγγελου. Το κτήμα απλωνόταν εκεί σε αρκετά μεγάλη έκταση και ήταν περιφραγμένο με αγκαθωτά σύρματα. Μπροστά είχε και μια σιδερένια πόρτα για να μπαίνουν μέσα τα ζώα και το κάρο. Ο πατέρας του φίλου μου, ο κυρ-Κώτσος, ήταν πολύ καλός νοικοκύρης και άριστος στην καλλιέργεια των σταφυλιών. Το αμπέλι του το είχε πολύ περιποιημένο. Και γι αυτό το λόγο το ευλογημένο φυτό, περίσσια του ανταπόδωσε τους κόπους που έκανε να το μεγαλώσει. Λευκά, ροζέ και κόκκινα λαχταριστά τσαμπιά σταφύλια κρέμονταν πάνω του, που δεν χόρταινε το μάτι σου να τα βλέπει και η γλώσσα σου να γεύεται την γλύκα τους!
Περνώντας λοιπόν από εδώ, έπεσα πάνω στον τρύγο. Ο ίδιος ο κυρ-Κώτσος, μαζί με τον μπατζανάκι του, τον κυρ-Μήτσο και τον αδερφό του τον Μιχάλη τον αγροφύλακα, τρυγούσαν τον καρπό και ύστερα με τα κοφίνια στην πλάτη τους, τον κουβαλούσαν δίπλα σε μια αποθήκη, όπου μέσα υπήρχε πατητήρι.
Στάθηκα λίγο και εκεί, απολαμβάνοντας "το μεγαλείο" αυτής της εργασίας, που γινόταν από τα αρχαία χρόνια με χαρές και τραγούδια, υμνολογώντας οι άνθρωποι και ευχαριστώντας τον Θεό, για την πλούσια σοδειά του αμπελιού τους και για τη μεγάλη ευεργεσία του Θεού προς αυτούς, που τους χάριζε τον οίνον, ο οποίος όπως έλεγαν τότε αλλά λέμε και εμείς σήμερα
"Οίνος ευφραίνει καρδίαν".
Στο τέλος, με ένα κόκκινο τσαμπί στο χέρι, τις ρόγες του οποίου μαδούσα και έτρωγα λαίμαργα γιατί ήταν γλυκό και μυρωδάτο, έφυγα και από εκεί για να συνεχίσω τον περίπατο μου στην όμορφη αυτή περιοχή του χωριού μας.
Σε πολύ λίγα βήματα ήταν το Εκκλησάκι. Έσυρα την πόρτα και μπήκα στον ιερότατο χώρο. Άναψα το καντηλάκι της Αγίας και ήπια από το νεράκι της, που έβγαινε σαν αγίασμα στις ρίζες ενός από τα πλατάνια της. Δεν παρέλειψα να ρίξω με τη χούφτα μου και λίγο από αυτό στο κεφάλι μου, όπως έβλεπα τότε να κάνουν οι μεγαλύτεροι. Έτσι... όπως έλεγαν για να το έχουν γερό και φωτισμένο! «Ας με έχει κι εμένα έτσι, έκανα την ευχή από μέσα μου κι έφυγα. Τώρα ο τόπος, ανοιγόταν άδειος μπροστά μου από δέντρα. Είχε όμως παντού, πολύ και μεγάλο πράσινο χορτάρι, βρεγμένο, τριζάτο από την αποψινή βροχή. Γι αυτό και πολλοί χωριανοί, έφερναν εδώ τα ζώα τους να τα βοσκήσουν. Κρατώντας οι περισσότεροι ένα ξύλο στο χέρι για γκλίτσα, κάθονταν παρέες-παρέες στον ίσκιο μερικών θάμνων, που λες και βγήκαν εκεί επίτηδες ,μόνο και μόνο για να προσφέρουν τη δροσιά τους σε όσους ήταν στον τόπο και φύλαγαν κατά τη βοσκή τα ζώα τους.
Πήγα κι εγώ και κάθισα δίπλα στην πρώτη παρέα, που έτυχε να βρίσκεται μπροστά μου.
-Καλώς το παιδί, μου είπαν όλοι γελαστοί. Βοσκάς μωρέ εδώ και εσύ κανένα ζώο ή κάνεις βόλτες, με ρώτησαν
Σαν τους χαιρέτησα κι εγώ, τους είπα πως κάνω μόνο βόλτες. Μετά πήραμε όλοι από μια πέτρα και καθίσαμε, για να μην στεκόμαστε όρθιοι. Εγώ αν και λίγο πιο μικρός στην ηλικία, έπιασα άνετα κουβέντα μαζί τους πάνω στις δουλειές που έκαναν, τις οικογένειες που είχαν και σε άλλα θέματα προσωπικά ή του χωριού μας. Φυσικά και αυτοί με ρώτησαν για το Γυμνάσιο που πήγαινα και τις σπουδές μου εκεί, για το τι σκέφτομαι να γίνω όταν μεγαλώσω, καθώς και για άλλα πολλά τέτοια, που εδώ που τα λέμε δεν ήθελα και πολύ να τα συζητάω, επειδή μου δημιουργούσαν άγχος. Τι να τους έλεγα δηλαδή; Πως θα γίνω δάσκαλος, καθηγητής, δικηγόρος, αστυνομικός; Μα για να φτάσω εκεί, θα έπρεπε να περάσω ακόμα πολλές δοκιμασίες στις εξετάσεις και να φάω αρκετά χρόνια στα θρανία! Έτσι έδινα την πιο διπλωματική απάντηση: "Θα δούμε". Και ήμουνα σε όλα μέσα..!
Σαν πέρασε αρκετή ώρα και άκουσα πολλά με τις κουβέντες τους, ίσως και περισσότερα από όσα έπρεπε για την ηλικία μου, κάποιοι από την παρέα με ρώτησαν αν πεινάω. Παραξενεύτηκα με την ερώτηση, ωστόσο όμως τους είπα πως είμαι χορτάτος. Αλλά αυτοί επέμεναν, κάτι να φάω. Μάλιστα μου είπαν, πως έχουν έτοιμα ψημένα σπουργίτια. Και για να πειστώ, μου έδειξαν λίγα πούπουλα που ήταν σκορπισμένα κοντά σε μια φωτιά, η οποία μόλις πήγαινε να σβήσει. Τελικά παρά του ότι επέμενα στην άρνησή μου να μην φάω, πείστηκα και έβαλα στο στόμα μου μερικά από τα ποδαράκια των πουλιών, όπως μου είπαν. Το κρέας τους μου φάνηκε μάλλον ξινό και κάπως περίεργο, διαφορετικό από τα κρέατα που είχαμε συνηθίσει να τρώμε. Όμως εγώ για να μην προσβάλλω τη "φιλοξενία" τους, έκανα πως μου άρεσε. Και έτρωγα όσο και ό,τι μου έδιναν...
Δεν είχα προφτάσει να καταπιώ και το τελευταίο "κοψίδι" από το κρέας που μου πρόσφεραν, όταν άκουσα κάποια φωνή από μακριά να φωνάζει και να λέει στην παρέα:
-Ρε σεις βατράχια του δίνετε του παιδιού να φάει;
Καταλαβαίνετε εκείνη τη στιγμή τι έπαθα! Τι βαρύ τούβλο ήταν στο κεφάλι μου τα λόγια που άκουσα και ποια θα έπρεπε να είναι η αντίδρασή μου! Παρόλα αυτά όμως κρατήθηκα, δεν μίλησα και χαμογέλασα πικραμένος με το κακόγουστο αστείο των χωριανών μου. Εκμεταλλευόμενοι οι "πονηροί" την παιδική μου αθωότητα και την εμπιστοσύνη, με κορόιδεψαν και μου έδωσαν "χάριν αστεϊσμού", να φάω βατράχια αντί σπουργίτια όπως μου είπαν!
Τώρα βέβαια θα μου πείτε, πως αυτά τρώγονται και μάλιστα στα μεγαλύτερα και καλλίτερα εστιατόρια των Παρισίων και των άλλων μεγαλουπόλεων της Ευρώπης! Στην Ελλάδα όμως και το χωριό μας τη Δωροθέα, τέτοιο μενού δεν συνηθίζεται... Κι αφού αυτή η διατροφική συνήθεια δεν ήταν μέσα στις παραδόσεις μας, εγώ ήταν αδύνατον να τη δεχθώ και να φάω κάτι που δεν ήθελα.
Μετά λοιπόν από όλα αυτά, χωρίς να δείχνω και τόσο τη στεναχώρια μου για το ατυχές περιστατικό, ξεκίνησα να φύγω. Πριν να κάνω όμως δύο βήματα, όλοι όσοι με ξεγέλασαν με το φαγητό, ίσως επειδή το έφεραν "βαρέως", έπεσαν επάνω μου και προσπαθούσαν να μου πουν, πως ο φίλος έλεγε ψέματα για τα βατράχια και ότι αυτοί στ’  αλήθεια μου έδωσαν σπουργίτια. Δεν τους απάντησα και απομακρύνθηκα σιωπηλός. Εύχομαι να ήταν ειλικρινείς μαζί μου. Ακόμα και σήμερα όμως με τρώει η αμφιβολία!
Για να ξεχάσω "τελείως" αυτή την περιπέτεια με τους χωριανούς μου, συνέχισα τον περίπατο και πήρα τον δρόμο για τον νερόμυλο του χωριού μας. Γνώριζα καλά τη διαδρομή μέχρις εκεί, γιατί πήγαινα τακτικά με το γαϊδούρι του παππού μου, που με έπαιρνε κάθε τόσο μαζί του σαν ήθελε να αλέσει σιτάρι. Άλλωστε εκεί κοντά, είχαμε και εμείς χωράφι σπαρμένο με καλαμπόκι και μποστάνι με γλυκά καρπούζια και πεπόνια.
Ο χώρος γύρω από τον μύλο ήταν μαγευτικός! Ένα μεγαλείο! Η βλάστηση, όπου κι αν γύριζες εκεί, ήταν άφθονη εξαιτίας των δύο ποταμιών, που τον είχαν στη μέση με το πράσινο να κυριαρχεί στη φύση, λες και το φθινόπωρο δεν είχε πατήσει ακόμα το πόδι του σε αυτόν τον τόπο. Δέντρα παντού, πλατάνια, καραγάτσια και καρυδιές με τόσο ψηλές κορυφές, που νόμιζες ότι ήθελαν να ανέβουν στον ουρανό. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Υπήρχαν ακόμα ακακίες, γάβροι, κέδρα και πυξάρια, που συμπλήρωναν το όλο σκηνικό σ' αυτό το μικρό και πανέμορφο δάσος. Και βέβαια δεν συζητάμε ακόμα και για τις μηλιές, τις αχλαδιές και τις στολισμένες με τα ρόδια τους ροδιές, τις οποίες δεν χόρταιναν να τις βλέπουν τα μάτια σου και εσύ με πάθος να θέλεις να κόψεις τον καρπό τους, να τον τσακίσεις, να τον σπάσεις στη μέση και ύστερα να ρουφήξεις τη γλύκα από το χυμό τους!
Επιπλέον κατά παράξενο τρόπο, τα περισσότερα από τα δέντρα, τα τύλιγαν με τα πράσινα φύλλα τους κισσοί, θέλοντας και αυτοί οι πλάνοι "σε ξένα αναστυλώματα δεμένοι" κατά τον ποιητή, να δείξουν πόσο δυνατοί είναι και πόσο ψηλά μπορούνε να πάνε!
Φυσικά όπως συμβαίνει πάντοτε, πάνω στα δέντρα και σε κάθε κλωνάρι, αμέτρητες φωλιές από τα πουλιά, που πετούσαν με τέχνη από κλαδάκι σε κλαδάκι, βγάζοντας με το κελάηδισμα τους απίθανες μελωδίες! Θέαμα φανταστικό και ανεπανάληπτο. Ένας ακόμα παράδεισος στην περιοχή μας!
Έτσι στον κατήφορο του δρόμου και λίγο πριν φτάσω στο πρώτο βαθύ ποτάμι για να το περάσω, έβγαλα τα παπούτσια μου μη τα βρέξω και συγχρόνως σήκωσα το παντελόνι μου μέχρι τα γόνατα. Μπήκα στο νερό και όταν έφτασα μέχρι τη μέση, πήρα με τα χέρια μου νερό για να δροσίσω το πρόσωπό μου. Τόσο κρύο νερό! Λες και ερχόταν από χιόνια που έλιωναν εκεί κοντά!
Σαν βγήκα απέναντι στην όχθη, κάθισα πάνω σε ένα κούτσουρο. Δεν ξέρω! Ήθελα όσο το δυνατόν περισσότερο να σταθώ και σ' αυτό το μέρος, μέσα στη δροσιά, την υγρασία από τα ποτάμια, όπως θέλετε πέστε το, μέσα στα τόσα δέντρα, που μου προξενούσαν μεγάλη εντύπωση, γιατί όπως είπα πιο μπροστά, κράταγαν ακόμα ζωντανά τα περισσότερα από τα φύλλα τους, παρά το προχωρημένο της εποχής. Και ακόμα, να απολαύσω και να χαρώ, όσο το δυνατόν περισσότερο το πανηγύρι των πουλιών, που ξεφάντωναν χαρούμενα με τα τραγούδια τους. Να απολαύσω ακόμα, ο "άπληστος περιηγητής" τις μεθυστικές ομορφιές και τα αρώματα των άλλων φυτών και των λουλουδιών.!
Δεν θυμάμαι πόση ώρα καθόμουνα εκεί πάνω στο κούτσουρο, απορροφημένος στις σκέψεις μου μ’ αυτά που έβλεπα και ζώντας στον ιδανικό κόσμο, που έφτιαξε εκείνη την ώρα το μυαλό και η φαντασία μου, όταν άκουσα πίσω μου βήματα. Στην αρχή δεν μπόρεσα να δω ποιος ήταν γιατί βάδιζε μέσα σε ένα στενό δρομάκι και τον έκρυβαν τα φυλλώματα. Μα σαν πλησίασε και είδα το πρόσωπό του, τον γνώρισα αμέσως. Ήταν ο ιδιοκτήτης του μύλου. Ο μπάρμπα-Τριαντάφυλλος! Γελαστός με τη μαύρη τραγιάσκα στο κεφάλι του, τη μελιτζανιά μπλούζα και το "μάλτα" παντελόνι, όλα απάνω τους με αρκετό αλεύρι, με πλησίασε και σαν να ήμουνα κάποιο επίσημο πρόσωπο, έβγαλε "ευλαβικά" το καπέλο του και απλώνοντας το χέρι, μου είπε:
-Καλώς τον κύριο! Χαίρομαι που σας βλέπω! Πώς από τα μέρη μας; Τι λέει έξω η πρωτεύουσα που ζείτε εσείς οι πλούσιοι και οι πολιτισμένοι;
Ύστερα πάλι, γυρίζοντας την κουβέντα στο εντελώς φιλικό μου είπε:
-Μήπως φίλε μου, ήρθες εδώ να αλέσεις το σιτάρι ή το καλαμπόκι σου;
Γελάσαμε και οι δύο με τα αστεία, γιατί εγώ ούτε κύριος ήμουνα ακόμα αλλά ούτε και σιτάρι ή καλαμπόκι είχα για άλεσμα. Φθινοπωρινή βόλτα έκανα και πέρασα από εκεί για να δω την ομορφιά της φύσης στην περιοχή του.
Αφού λοιπόν είπαμε ακόμα κανά δυο αστεία, ο μπάρμπας πολύ απαλά, με έπιασε από τον ώμο και μου πρότεινε να πάμε μέσα για να μου δείξει τον μύλο και να με κεράσει. Το δέχτηκα με μεγάλη ευχαρίστηση! Πήραμε λοιπόν το στενάκι που πέρναγε μέσα από τα δέντρα και τα χορτάρια, και μπροστά αυτός πίσω εγώ, φτάσαμε στον μύλο που ήταν και το σπίτι του.
Ένα κτίσμα, ας πούμε διώροφο με το παλιό τούρκικο στυλ. Με μια ξύλινη κεντρική είσοδο στη μέση και δύο επίσης ξύλινα παράθυρα δεξιά και αριστερά της. Η πρόσοψη μπροστά ήταν βαμμένη με ώχρα μπλε, όπως ήταν βαμμένα τα περισσότερα παλιά τούρκικα σπίτια στο χωριό, την εποχή που τα κατοικούσαν οι Τούρκοι και λίγο μετά την ανταλλαγή.
Στην εξωτερική πόρτα που μπήκαμε, μας περίμενε η γυναίκα του μπάρμπα-Τριαντάφυλλου, η Νικολέττα και όλοι μαζί βρεθήκαμε στον εσωτερικό χώρο όπου λειτουργούσε ο μύλος. Πριν περάσουμε όμως την πόρτα γι αυτόν μου είπαν να καθίσουμε για λίγο προσωρινά σε ένα καμαράκι, θα έλεγα με αρχοντική διακόσμηση. Εγώ σαν μουσαφίρης, έπιασα θέση πάνω σε ένα μεγάλο μιντέρι, στρωμένο με πολύχρωμες κουρελούδες και μαξιλάρες και περίμενα ανυπόμονα το κέρασμα!
Και τι δεν μου πρόσφεραν οι άνθρωποι! Από πίτες μέχρι ξινόγαλα! Και από γλυκά του κουταλιού μέχρι μέλι παραγωγής τους! Τα κεράσματα, μας τα έφερνε πάνω σε έναν επίχρυσο δίσκο η Αναστασία, που ήταν αδερφή της Νικολέττας. Μια γυναίκα αρκετά μεγάλη στην ηλικία, σχεδόν γιαγιά, που φορούσε σκούρο τσόχινο σαλβάρι και μεταξωτή σταχτιά μαντήλα στο κεφάλι της. Απ' ότι κατάλαβα δεν μιλούσε καλά τα ελληνικά. Ήταν πρόσφυγας και αυτή από την Τουρκία, όπως ήταν πολλοί στο χωριό μας και φυσικά πρόσφυγας και όλη η οικογένειά της. Πόσο καλός άνθρωπος ήταν αλήθεια θυμάμαι; Και αυτή η καλοσύνη φαινόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπο, στο βλέμμα της και στο χαμόγελο της όταν με κερνούσε!
Στο καμαράκι τελικά καθίσαμε αρκετή ώρα. Και αφού ήπιαμε μέσα στους μαστραπάδες το τελευταίο κρύο νερό, ο μπάρμπα-Τριαντάφυλλος, σηκώθηκε να μου δείξει τον μύλο και τη λειτουργία του.
Και πραγματικά μικρό παιδί, είδα και θαύμασα με πόσο απλό τρόπο εκείνη την εποχή οι άνθρωποι, άλεθαν το αλεύρι για το ψωμί τους, χρησιμοποιώντας τη φυσική ενέργεια, το νερό! Πάνω λοιπόν σε αυτό είδα, πώς μέσα από τα αυλάκια έφθανε το νερό στο μύλο και ύστερα πώς έπεφτε μέσα σε χοντρές σωλήνες τα "κιούνια". Πώς έπαιρνε την κίνηση η φτερωτή για να γυρίσει τις μυλόπετρες και πώς ριχνόταν χύμα το σιτάρι και το καλαμπόκι πάνω σε αυτές, μέχρι να γίνει το αλεύρι. Ειλικρινά ξανά θα το πω. Έμεινα κατάπληκτος!
Στο τέλος, αφού με φόρτωσαν και πάλι με μερικά από τα καλά που με κέρασαν, με ξεπροβόδισαν μέχρι το ποτάμι και μου ευχήθηκαν κατευόδιο για το σπίτι.
Έτσι λοιπόν τελείωσε, με τις καλύτερες τότε αλλά και σήμερα αναμνήσεις, ένας φθινοπωρινός μου περίπατος έξω από το χωριό, στα χωράφια μας, πιο κοντά στη φύση. Εκεί στη Δωροθέα! Με ό,τι έζησα εκείνη τη μέρα, ποιος είπε ότι το φθινόπωρο δεν ήταν και δεν είναι και τώρα όμορφο; Με τον συννεφιασμένο ουρανό του, με τις ξαφνικές του μπόρες, με τα κιτρινισμένα φύλλα του να πέφτουν στρώμα στη γη και με τις γλυκές μελαγχολίες της ψυχής μας; Έτσι για να ταιριάζουν αυτές απόλυτα με τη Φύση, που μπαίνει στο χειμώνα για να ξαναγεννηθεί πάλι την Άνοιξη, δίνοντας και σε μας την ευκαιρία για την "Άνοιξη" της δικής μας ψυχής…
Η ζωή είναι όμορφη σε όλες τις εποχές, όταν θέλουμε να τη δούμε τέτοια!

14 Νοεμβρίου 2016
     ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ