Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Αποκριάτικο Διήγημα


Κάποτε τις Αποκριές

Στο χωριό δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους άρεσαν τα καρναβάλια. Γι αυτό κι από καιρό περίμεναν την Αποκριά. Ήξεραν πως μ’ αυτή θα διασκεδάσουν, θα χορέψουν και θα ξεφύγουν κάπως απ’ τις σκοτούρες και την καθημερινότητα. Λίγο η μεταμφίεση, λίγο τα καφενεία με τους οργανοπαίχτες, πιο πολύ οι παρέες με τα ουζάκια και τα πειράγματα, όλα διαμόρφωναν, όπως και να το κάνουμε, μια άλλη ατμόσφαιρα. Χαρούμενων ανθρώπων που ξέρουν να χαίρονται και να γλεντάν τη ζωή τους. Καλώς μας ήρθες λοιπόν και φέτος Αποκριά!
Ο κυρ Παναγιώτης και η κυρά-Σοφία, σύζυγοι ζωή να έχουν, εφέτος ήθελαν οπωσδήποτε να γίνουν καρναβάλια. Μετά απ’ εκείνο το σκληρό κλείσιμο μέσα στα σπίτια της Κατοχής και του Εμφυλίου η ψυχή τους δεν άντεχε άλλο. Γύρευαν, όπως έκαναν και παλιά, να το ρίξουν έξω και να πουν στον εαυτό τους, αμάν πια, «νισάφι», τέρμα οι συμφορές και οι κακές αναμνήσεις. Εκείνα τα «ράους» και οι φονικές σφαίρες στις αυλές και στις πλατείες με το φόβο να γίνεται κυρίαρχος και βασιλιάς στις ψυχές των ανθρώπων. Παντού τώρα υπάρχει ελευθερία.
Στο φετινό καρναβάλι, όμως, γύρευαν κάτι διαφορετικό. Κάτι που θα τους έκανε να δακρύσουν απ’ τα γέλια και στην οικογένεια θα ήταν η συζήτηση για τα επόμενα χρόνια, τέτοιες μέρες του καρναβαλιού. Έτσι, το πήραν απ’ εδώ, το πήραν απ’ εκεί, έσπασαν το κεφάλι τους, ώσπου, τελικά η πέτρα έπεσε πάνω του και τους κατέβηκε η πολυπόθητη ιδέα. Το βράδυ της Τσικνοπέμπτης να γίνουν ξεχωριστά καρναβάλια και να κάνουν επίσκεψη στο σπίτι τους! Ναι, στο δικό τους το σπίτι. Διάλεξαν αυτήν τη μέρα, γιατί συγγενείς και φίλοι, τότε συνήθιζαν να μαζεύονται στα σπίτια, αλλά και τότε να γίνονται σ’ αυτά επισκέψεις απ’ όλους όσους ντύνονταν καρναβάλι. Όμως, δε φανέρωσαν μεταξύ τους τη μέρα που θα ντύνονταν, ούτε και πως θα πήγαιναν στο σπίτι τους. Ήθελε ο ένας να κάνει έκπληξη στον άλλον!
Το πλάνο μπήκε σ’ εφαρμογή και την Πέμπτη στο παζάρι της Αριδαίας ο καθένας απ’ τους δύο προμηθεύτηκε τα απαραίτητα για το ντύσιμο. Ο κυρ Παναγιώτης αγόρασε κρυφά απ’ τη γυναίκα του μια μάσκα για το πρόσωπο και η κυρά-Σοφία κρυφά απ’ τον άντρα της μερικές μπογιές για να βάψει το πρόσωπο και τα χείλη της. Όλα τα άλλα, παλιά ρούχα και τέτοια, που πια δεν τα χρησιμοποιούσαν και χρειάζονταν για τη μεταμφίεση τα είχαν στην αποθήκη τους και χρόνια τώρα σκονίζονταν και τα έτρωγαν οι σκώροι με τα ποντίκια. Να που τώρα ήταν ευκαιρία να ξαναγίνουν χρήσιμα…
Με το καλό μπήκε και το Τριώδιο. Οι σύζυγοι, όμως, για το μελλοντικό τους σχέδιο σχετικά με το καρναβάλι, τηρούσαν «σιωπή ιχθύος». Μάλιστα, τις ώρες που ήταν σίγουροι πως ο άλλος έλλειπε απ’ το σπίτι, έμπαιναν στην αποθήκη και διάλεγαν τα ρούχα που θα φορούσαν το βράδυ. Και, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, ο άντρας θέλει να ντύνεται με τα ρούχα της γυναίκας και η γυναίκα με τα ρούχα του άντρα. Τα φορούσαν και έσκαγαν απ’ τα γέλια μόνοι τους. Δεν είναι εύκολο να μένεις σοβαρός όταν βλέπεις ότι εσύ, άντρας δυο μέτρα, φοράς μακριά πλουμιστή νυχτικιά της γιαγιάς σου, κι εσύ μια γυναίκα, μάλλινο μαύρο παντελόνι του παππού σου, με μέσα να χωράνε άλλοι δυο τρεις σαν εσένα!
Με τη σειρά ήρθε και η Τσικνοπέμπτη. Όχι πως τη μέρα αυτή ήταν καμιά γιορτή, αλλά να, όπως όλοι έλεγαν στο χωριό, σήμερα άδειαζαν οι τεντζερέδες απ’ τα κρέατα. Και φυσικά είχε και πολύ κρασί στις νταμιτζάνες. Απ’ αύριο, μέρα Παρασκευή, αρχίζει η νηστεία και δεν επιτρέπεται η κρεατοφαγία μέχρι το Πάσχα. Εξ άλλου κι από σήμερα αρχίζει και το καρναβάλι.
Γι αυτό και σήμερα οι νοσταλγοί του εθίμου έπιασαν δουλειά πολύ πριν ακόμα να βασιλέψει ο ήλιος. Φόρεσαν ό,τι περίεργο ρούχο είχαν στα σεντούκια τους, πήραν στα χέρια τους κι από ένα ματσούκι για να διώχνουν τους περίεργους και τ’ αδιάκριτα σκυλάκια και ξεχύθηκαν στις γειτονιές και τα σπίτια. Σ’ όποια οικογένεια κι αν πήγαιναν, μαζί με το ποτό, κάτι θα έτρωγαν απ’ την κότα που έβραζε στη σόμπα, τα υπόλοιπα παστά και τα τουρσιά, τη γαλατόπιτα, κι απ’ τον σιμιγδαλένιο χαλβά για γλυκό με την μυρωδάτη κανέλλα επάνω του. Κάποιοι μάλιστα, μερακλήδες στις πολλές γεύσεις των κρασιών, όταν έφευγαν κι έβγαιναν απ’ τις πόρτες, έλεγαν λαϊκά άσματα, πολύ δε περισσότερο παραπατούσαν απ’ τη ζάλη τους. Στο κατώφλι οι ιδιοκτήτες με το ζόρι τους κρατούσαν όρθιους και στο χαιρέτισμα τους εύχονταν να μην ξεχάσουν και του χρόνου τέτοια μέρα να τους επισκεφθούν και πάλι.
Αυτές τις ώρες στο σπίτι του ο κυρ Παναγιώτης κάπνιζε το τελευταίο του τσιγάρο. Μετά, όπως έλεγε, θα πήγαινε για λίγο στο καφενείο για να παίξει με τους φίλους του ξερή. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήθελε να το κουνήσει ρούπι απ’ το σπίτι του. Ήθελε να πάει στην αποθήκη για να ντυθεί καρναβάλι κι ύστερα, έτσι, να κάνει την επίσκεψη στο σπίτι του. Τελικά φόρεσε το σακάκι, έβαλε και την τραγιάσκα στο κεφάλι, άναψε πάλι τσιγάρο, έβηξε κανά-δυο φορές και βγήκε στον δρόμο. Απ’ την άλλη γωνία, όμως, ξαναμπήκε στην αυλή του κι ύστερα στην αποθήκη. Όλα ήταν καλά και το σχέδιο πήγαινε περίφημα.
Κι η κυρά-Σοφία απ’ την άλλη μεριά είχε κι αυτή το δικό της σχέδιο. Του είπε ότι θα πήγαινε για λίγο στην αδερφή της. Αλλά κι αυτή η πονηρή, μόλις είδε απ’ το παράθυρο τον άντρα της να περνάει στον δρόμο, πετάχτηκε έξω απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την άλλη την αποθήκη τους που είχαν για να ξεραίνουν τα καπνά. Δεν υπήρχε περίπτωση να συναντηθούν, γιατί μεταξύ των δυο αποθηκών που πήγαινε το ζευγάρι, έμπαινε το σπίτι. Ύστερα, ήταν και που έπεφτε το σκοτάδι και τα ‘φτιαχνε όλα μαύρα σαν να ήταν κατράμια!
Με την αναχώρηση και των δύο, ο παππούς και η γιαγιά που έμειναν στο σπίτι άναψαν τη λάμπα και τράβηξαν τις κουρτίνες στα παράθυρα. Έριξαν περισσότερα ξύλα στη σόμπα και πήραν τη θέση τους στο τραπέζι για να δειπνήσουν. Πιο μπροστά, έφεραν απ’ το κατώι τσιγαρίδες, τουρσιά και τυρί. Τ’ άπλωσαν στο μεσάλι κι έτρωγαν, χτυπώντας τα ποτηράκια με το κόκκινο κρασί. Τότε ακούστηκε να βαράνε την πόρτα.
Με την μπουκιά στο στόμα σηκώθηκε ο παππούς και τράβηξε τον σύρτη. Η πόρτα άνοιξε και τα δύο γεροντάκια είδαν να στέκεται έξω ένα καρναβάλι. Απ’ αυτά που συνήθιζαν τις Αποκριές να επισκέπτονται τέτοιες ώρες και μέρες τα σπίτια. Μάλλον το καρναβάλι έκανε τον στρατιώτη. Φορούσε άρβυλα για παπούτσια και χακί χειμωνιάτικο παντελόνι με γυρισμένα τα μπατζάκια του επάνω, σαν να ήταν ρεβέρ. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν γυρισμένο γιατί ήταν μακρύ. Πάνω απ’ το σακάκι που φορούσε, Θεός να το ‘κανε τέτοιο, γιατί απ’ τα σχισίματα μόνο σακάκι δεν ήταν, είχε μια χλαίνη. Μια στρατιωτική χλαίνη ξεθωριασμένη και τρύπια, μάλλον απ’ τον πόλεμο της Αλβανίας. Και το «άκρον άωτον» της ανθρώπινης φαντασίας. Για γραβάτα είχε περασμένο στο λαιμό του ένα συμπαθέστατο και γνώριμο κατά τα άλλα λαχανικό στο χωριό. Ένα πράσο, μισοκαθαρισμένο και με τις ρίζες του να έχουν ακόμα επάνω τους το χώμα απ’ το χωράφι.
«Έλα, πέρασε μέσα», του φώναξε ο γέρος. «Μην κρυώσεις κιόλας απ’ το κρύο», ενώ το πλατύ του χαμόγελο άφησε να φανούν στο στόμα μερικά απ’ τα χαλασμένα δόντια του.
Το καρναβάλι έβαλε τα χέρια στο κεφάλι του για να ταιριάξει την προσωπίδα και το δίκοχο κι έσκυψε στο χαμηλό κάσωμα της πόρτας. Μπήκε μέσα κι έπιασε μια θέση αναπαυτικά σαν πασάς στο τραπέζι απέναντι απ’ τη σόμπα. Ύστερα, λες και γνώριζε το σπίτι και τους ανθρώπους του, έκανε νόημα στη γιαγιά, μαζί με τ’ άλλα που είχαν, να φέρει από κάτω ελιές και τσίπουρο, καθώς και χάσκο ψωμί που το ζύμωσαν σήμερα. Ακόμα, και χαλβά σαλονικιώτικο με πετιμέζι που πήραν πάλι σήμερα απ’ το παζάρι. Όλο απορία η ηλικιωμένη, έτρεξε, τα ‘φερε και τα ‘στρωσε στο τραπέζι. Αφού τσίμπησαν μερικά απ’ αυτά σήκωσαν τα ποτηράκια και τα τσούγκρισαν. Τότε απ’ έξω ξαναχτύπησε για δεύτερη φορά η πόρτα. Ποιος θα μπορούσε να είναι, σκέφτηκαν όλοι; Σίγουρα, έδωσαν την απάντηση κανένα απ’ τα καρναβάλια που κυκλοφορούν τώρα στο χωριό! Και δεν έπεσαν έξω. Έτσι, αυτή τη φορά, την πόρτα πρόφτασε κι άνοιξε η γιαγιά. Η καλή γριούλα πραγματικά είδε να στέκεται στο μισοσκόταδο άλλο ένα καρναβάλι που ζωηρά της έκανε νόημα, πως κι αυτό θέλει να μπει μέσα. «Με μεγάλη ευχαρίστηση» του είπε αυτή και του ‘κανε νόημα να κοπιάσει. Κι όταν το καρναβάλι έκανε να μπει και το είδε στο φως καλύτερα, έβαλε τα γέλια. Γιατί δεν μπορείς να πεις. Είχε κι αυτό το… γούστο του. Αυτό πάλι έκανε τη μαγείρισσα. Και για να το πετύχει έριξε επάνω του για ποδιά κουζίνας μια άσπρη γυναικεία νυχτικιά με ξηλωμένη τη φόδρα της από κάτω, που ‘φτανε μέχρι της γάμπες. Στο κεφάλι του έβαλε κάτι που δεν ξεχώριζες αν αυτό ήταν ένα σκουφί μάγειρα ή μια απ’ εκείνη την παλιά σκελέα που φορούσε κάποτε ο Παπαγιανόπουλος στον ελληνικό κινηματογράφο, «έξω οι κλέφτες». Τώρα, μπροστά του, για δεύτερη ποδιά, έβαλε μια κουρελού υφασμένη στον αργαλειό και πιασμένη στη μέση με σπάγκο. Παπούτσια δε, για να βαδίζει στον δρόμο, προτίμησε να έχει ένα ζευγάρι γκαλέτζια χρώματος ροζ, που δεν άφηναν «καθόλου» να φαίνονται τα τρύπια και μάλλινα τσουράπια του! Μ’ αυτά τα πατούμενα, μπορεί να φανταστεί κανένας με πόση δυσκολία περπατάς στον δρόμο, πάνω στα χαλίκια και τις πέτρες και πόσο μεγάλος θόρυβος γίνεται σε κάθε βήμα!
Εκείνο, όμως, που ξεχώριζε το καρναβάλι ήταν ότι βαστούσε στα χέρα του έναν τέντζερη με μια κουτάλα ξύλινη μέσα του. Και όλο ανακάτευε το περιεχόμενο στο εσωτερικό της, κι όλο το γύριζε, που δεν ήταν τίποτα άλλο, πάλι από ένα αξιαγάπητο λαχανικό του χωριού. Το λάχανο. Τι να πεις και πάλι! Πιστό κι αυτό στις παραδόσεις του χωριού δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ την μαγειρική των παππούδων του αλλά κι απ’ τις εδώ παραγωγές των χωραφιών!
«Βέβαια», του ξαναείπε με την καλοσύνη που είχε η γιαγιά. «Πέρασε μέσα να δεις πως έχουμε κι άλλον επισκέπτη!» Και όταν το καρναβάλι μπήκε, με τα χέρια της του ‘δειξε την καρέκλα να κάτσει δίπλα ακριβώς απ’ τ’ άλλο, που το κοίταζε απ’ την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Έκατσε κι ο καινούργιος επισκέπτης κι η ατμόσφαιρα στο καμαράκι πήρε άρωμα από θέατρο σκιών. Απ’ τη μια το ένα καρναβάλι καθόταν κορδωμένο σαν λόρδος και πότε πότε ίσιωνε την πρασογραβάτα του κι απ’ την άλλη δίπλα του το άλλο έφερνε βόλτες με την κουτάλα το περιεχόμενο του τέντζερη, παριστάνοντας τον γελαστό Ηλία Μαμαλάκη ή τη Βέφα Αλεξιάδου, ο καθένας όπως το ‘βλεπε. Μέσα μέσα τράβαγαν και τα ποτηράκια τους και πολύ περισσότερο με όρεξη τσίμπαγαν τα μεζεδάκια και τα κατέβαζαν, σωστοί νοικοκυραίοι. Η μαγείρισσα μάλιστα, όταν ήρθε και στο τσακίρ κέφι, που λέμε, σηκώθηκε και πήγε στο γραμμόφωνο που ήταν πάνω σ’ ένα ντουλάπι μ’ ένα σεμεδάκι. Το κούρντισε κι έβαλε μια πλάκα του να παίζει ένα τσιφτετέλι. Ύστερα, άρχισε να λικνίζεται μπροστά σ’ όλους. Φυσικά τον ακολούθησε και τ’ άλλο καρναβάλι κι έτσι και τα δύο χόρευαν κι έπιναν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παππούδων!
Ώσπου, οι άγνωστοι επισκέπτες είπαν να κάτσουν. Πήραν πάλι τη θέση τους και προσπάθησαν να κάνουν μεταξύ τους κουβέντα. Για να συνεννοηθούν κούναγαν χέρια-πόδια, έκαναν μεταξύ τους μπερδεμένα νοήματα, μιλούσαν ψιθυριστά, φύσαγαν μέσα απ’ τις μάσκες για να μην καταλάβει το ένα το άλλο, ίδρωναν κι έπιναν κρασί για να δροσιστούν. Μετά από τόση ώρα μαζί, το καθένα πια είχε και την περιέργεια να ανακαλύψει ποιος ήταν τέλος πάντων ο χωριανός του απέναντι. Αλλά κανένα δε μαρτυρούσε τ’ όνομά του. Και τα δυο ήξεραν πολύ καλά να κρύβονται.
Το ντύσιμο, όμως, που είχαν κάτι τους θύμιζε. Τα ρούχα που φορούσαν δεν τους ήταν κι εντελώς άγνωστα. Μήπως ήταν απ’ αυτά που είχαν πεταμένα πριν από χρόνια στις αποθήκες; Εκείνη η χλαίνη που φορούσε το ένα, δεν ήταν του παππού του κυρ-Παναγιώτη, που την οικονόμησε απ’ τον στρατό και τη φορούσε για καλή στις γιορτές και τις Κυριακές στην Εκκλησία; Αλλά κι εκείνη η κουρελού μπροστά στο άλλο, δεν ήταν ένα κομμάτι απ’ εκείνη την κουρελού που είχε στο σεντούκι της η γιαγιά η Ευθαλία και την έφερε προίκα της απ’ την Πατρίδα; Αυτή δεν ήταν που την έστρωνε κάποτε στα σανίδια όταν έρχονταν μουσαφίρηδες;
«Λες», έλεγαν και τα δυο καρναβάλια από μέσα τους, «να είμαστε απ’ το ίδιο σπίτι και να δουλευόμαστε;» «Αν είναι έτσι», σκεφτόταν το ένα, «τότε αυτός είναι ο άντρας μου». Όμως, «όχι», απαντούσε «Εμένα ο άντρας μου πήγε στο καφενείο και σε λίγο θα έρθει». «Έχει γούστο», έλεγε και τ’ άλλο, «αυτή να ‘ναι η γυναίκα μου;». «Αποκλείεται», έδινε την απάντηση αλλά και με κάποια δόση αμφιβολίας. «Εμένα η γυναίκα μου πήγε στην αδερφή της κι όπου να ‘ναι έρχεται για να της κάνω και τ’ αστείο που τόσο καιρό ετοίμαζα». Και άντε πάλι απ’ τη αρχή τα ερωτηματικά κι από πίσω οι απαντήσεις τους με γέλια πνιγμένα στα στήθια και κρυμμένα πίσω απ’ τη μάσκα μην τυχόν και καταλάβει το ένα ποιο είναι τ’ άλλο.
Η ώρα περνούσε και τα μεζεδάκια στο τραπέζι έπαιρναν να τελειώνουν. Τα νόστιμα κρασιά με τα τσίπουρα στα ποτηράκια έπαιρναν κι αυτά να στεγνώνουν σε απελπιστικό βαθμό και το γραμμόφωνο με τη σειρά του σταμάτησε να παίζει τα τραγούδια του. Και τα καρναβάλια, αφού έφαγαν «σαν στο σπίτι τους» και το τελευταίο κομμάτι απ’ τον χαλβά που τους πρόσφερε η γιαγιά, έκαναν νόημα πως θέλουν να φύγουν. Σχεδόν μαζί σηκώθηκαν και τράβηξαν κατά την πόρτα. Τους σταμάτησε όμως η ευγενική φωνή του παππού.
«Ρε παιδιά», τους είπε. «Εδώ στο χωριό μας τη Δωροθέα, τέτοιες μέρες, πολλοί χωριανοί μας ντύνονται καρναβάλια και πηγαίνουν στα σπίτια των δικών τους και των φίλων για να γελάσουν και να περάσουν καλά. Προτού, όμως, να φύγουν και να πουν καληνύχτα βγάζουν από πάνω τους τη μάσκα για να δείξουν το πρόσωπό τους. Και αυτό είναι που κάνει το μεγαλύτερο τζέρτζελο. Όταν φανερώνονται μεταξύ τους και τα στόματα ανοίγουν σαν φούρνοι απ’ την έκπληξη!»
Τα δύο γουστόζικα καρναβάλια έπιασαν το υπονοούμενο του παππού και πραγματικά δαγκώθηκαν. Και τώρα τι γίνεται σκέφτηκαν; Θα φανερωθούν ή όχι; Αν ναι, τότε πως θα κάνουν την πλάκα τους στο άλλο τους το μισό; Όλη η προετοιμασία πάει χαμένη. Αν πάλι φύγουν έτσι, χωρίς να ξεσκεπαστούν, θα στενοχωρήσουν τον παππού και τη γιαγιά που τους περιποιήθηκαν. Κι είναι οι γονείς τους!
Δε χρειάστηκε όμως να έχουν συνέχεια στον προβληματισμό τους. Τη λύση έδωσε ο παππούς που βγήκε για λίγο έξω απ’ την πόρτα κι έψαξε τα παπούτσια. Βρήκε το ζευγάρι με τα γκαλέτζια και κρατώντας τα στο χέρι ξαναμπήκε.
«Ρε Παναγιώτη παιδί μου», είπε, με μεγάλη προσπάθεια για να μη σκάσει απ’ τα γέλια. «Εσύ βρε έκλεψες τα γκαλέτζια της μάνας σου και η φουκαριάρα τα ψάχνει εδώ κι ένα μήνα;» «Αλλά και συ βρε Σοφία», είπε στη νύφη του, τώρα όμως με ύφος λυπημένο, «πού βρε κορίτσι μου βρήκες αυτό το σακάκι που φοράς; Μ’ αυτό κάποτε παντρεύτηκα!»
Πριν ακόμα να τελειώσει την τελευταία λέξη του ο παππούς οι μάσκες έπεσαν κι απ’ τα καρναβάλια ανοίχτηκε μια μεγάλη αγκαλιά. Ήταν του Παναγιώτη και της Σοφίας! Ο ένας κοίταξε τον άλλον στα μάτια κι απ’ τη συγκίνηση που ένιωσαν εκείνη τη στιγμή ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό τους. Ήταν άλλο ένα δάκρυ μιας ευτυχισμένης στιγμής της ζωής τους, τώρα πάλι τις Αποκριές με τα ήθη και τα έθιμα του χωριού. Κάποτε τις Αποκριές!  
                        
-Ιδιωματισμός 
Γκαλέτζια: τσόκαρα
 ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ   14-2-2023


 

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Νέα βιβλία

   

Το τέλος της Ιστορίας ή το τέλος μιας εποχής;
Λουκάς Τσούκαλης, 5 Φεβρουαρίου 2023

Ο Φράνσις Φουκουγιάμα, γνωστός αμερικανός διανοητής προφανώς με γιαπωνέζικες ρίζες, είχε γράψει λίγα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και της σοβιετικής αυτοκρατορίας για «Το Τέλος της Ιστορίας»: ο τίτλος του βιβλίου του. Τότε ξεκινούσε μια νέα τάξη πραγμάτων στην οποία η αμερικανική ηγεμονία θα συνοδευόταν από τον θρίαμβο του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό ήταν τουλάχιστον το επίσημο αφήγημα, το οποίο εν πολλοίς υιοθετούσε και ο Φουκουγιάμα, χωρίς βεβαίως να συμμερίζεται την απλοϊκότητα των επίσημων προπαγανδιστών και των οπαδών τους.
Η παγκοσμιοποίηση στη φιλελεύθερη οικονομική της εκδοχή, που ζήσαμε τα τελευταία τριάντα και περισσότερο χρόνια, ήταν και η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού και των ελεύθερων αγορών. Ακόμη και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας υιοθέτησε το καπιταλιστικό μοντέλο της οικονομίας και από αυτό το ανορθόδοξο πάντρεμα βγήκε το μεγαλύτερο οικονομικό θαύμα της Ιστορίας.
Καμιά χώρα μέχρι τότε δεν είχε πετύχει μια τόσο γρήγορη ανάπτυξη που επέτρεψε σε εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζους να ξεφύγουν σε λίγες μόνον δεκαετίες από την απόλυτη φτώχεια, ενώ ο οικονομικός νάνος που λεγόταν Κίνα μεταμορφωνόταν σε τεχνολογικό γίγαντα. Το καθεστώς παρέμεινε βεβαίως αυταρχικό και η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας φροντίζει κάθε τόσο να θυμίζει, ενίοτε με βίαιο τρόπο, τα επιτρεπτά όρια σε όποιον τολμά να αμφισβητήσει την κυριαρχία του.
Μιας εποχής που τώρα πλέον αλλάζει
Ελεύθερες αγορές, αμερικανική παντοδυναμία και ενσωμάτωση της Κίνας στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ήταν τα τρία κύρια χαρακτηριστικά μιας εποχής που τώρα πλέον αλλάζει.
Το κράτος επιστρέφει με περισσότερο παρεμβατικό ρόλο στην οικονομία, γιατί καλείται να λειτουργήσει ως προστάτης στις μεγάλες κρίσεις που διαδέχονται η μία την άλλη. Λειτουργεί όμως και ως πάροχος κρίσιμων δημόσιων αγαθών, όπως ένα υγιές περιβάλλον σε καιρούς που η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται σε υπαρξιακή απειλή, η κοινωνική συνοχή όταν οι ανισότητες μεγαλώνουν επικίνδυνα, η δημόσια υγεία που απειλείται και αυτή από πανδημίες, καθώς και η ασφάλεια των πολιτών όσο οι γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες μετακινούνται προκαλώντας νέα ρήγματα στο διεθνές σύστημα.
Αποτελεί η Κίνα απειλή;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να είναι η ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο, αλλά όχι πια η μόνη υπερδύναμη.
Αποτελεί η ανερχόμενη κινεζική υπερδύναμη απειλή για τους γείτονες, την Ταϊβάν ειδικότερα, και την ισορροπία δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή;
Αυτό πιστεύουν και διακηρύσσουν σε υψηλούς τόνους οι αμερικανοί πολιτικοί – από τα πολύ λίγα θέματα που τους ενώνουν σήμερα σε ένα κατά τα άλλα εξαιρετικά πολωμένο πολιτικό περιβάλλον εντός της χώρας και μια βαθιά διχασμένη κοινωνία. Εκπλήσσονται δημοσίως γιατί περίμεναν, λένε, ότι η απελευθέρωση της αγοράς θα έφερνε και τη δημοκρατία στην Κίνα. Και τώρα μιλάνε για την παγκόσμια αντιπαράθεση μεταξύ δημοκρατιών και αυταρχικών καθεστώτων, αν και η πολιτική πραγματικότητα δύσκολα στριμώχνεται σε τέτοια καλούπια.
Διαστάσεις οικονομικού πολέμου
Ο ανταγωνισμός των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα παίρνει διαστάσεις οικονομικού πολέμου που μπορεί να εξελιχθεί σε έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο, επικίνδυνο όχι μόνο για τη λειτουργία των παγκόσμιων αγορών αλλά της ειρήνης γενικότερα. Στις καλές εποχές, οι ιερείς της παγκοσμιοποίησης επαναλάμβαναν μονότονα ότι η κατάργηση των οικονομικών συνόρων θα έφερνε όχι μόνον υλική ευημερία αλλά και ειρήνη. Τώρα όμως, οι πολιτικές και στρατηγικές προτεραιότητες παίρνουν ολοένα και περισσότερο το πάνω χέρι από την οικονομία.
Και οι Ευρωπαίοι ειδικότερα έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν γιατί οι δικές τους οικονομίες είναι πολύ πιο ανοικτές στις διεθνείς συναλλαγές από την αμερικανική. Ήδη τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε. Επέστρεψε έτσι ο πόλεμος στην Ευρώπη και η ευημερία απειλείται άμεσα. Το τελευταίο που χρειάζεται η Ευρώπη θα ήταν και ένας οικονομικός πόλεμος εναντίον της Κίνας.
Δύση υπό αμερικανική ηγεσία
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ένωσε τη Δύση υπό αμερικανική ηγεσία. Και η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία πετάχτηκε στα αζήτητα, τουλάχιστον προς το παρόν. Ταυτόχρονα όμως, αναδείχτηκε η αυξανόμενη αυτονόμηση άλλων περιοχών του κόσμου και κυρίως των ανερχόμενων δυνάμεων που αρνούνται να ενταχθούν στο ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Η Ινδία μαζί με άλλες χώρες του πάλαι ποτέ Τρίτου Κόσμου ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η συμπεριφορά της Σαουδικής Αραβίας που συχνά δεν απαντάει στα τηλεφωνήματα από την Ουάσιγκτον. Αλλά και η γειτονική μας Τουρκία βλέπει τον εαυτό της στον ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης που, αν και μέλος του ΝΑΤΟ, θέλει να παίζει το δικό της παιχνίδι. Ριψοκίνδυνες ακροβασίες του Ερντογάν, αλλά θα είναι άραγε η εξαίρεση σε μια αναθεωρητική Τουρκία; Όλες αυτές οι χώρες αναζητούν χώρο και ρόλο σε ένα όλο και περισσότερο πολυπολικό και άναρχο σύστημα, στο οποίο ο παγκόσμιος χωροφύλακας, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχει χάσει μέρος τουλάχιστον της προθυμίας και της ικανότητας που διέθετε να επιτελεί αυτόν το ρόλο. Δεν έκαναν οι Αμερικανοί συχνά καλή δουλειά με τη δύναμη που είχαν, αλλά αρκετοί υποστηρίζουν ότι η αναρχία είναι συνήθως χειρότερη από μια ατελή τάξη πραγμάτων. Φυσικά, όλα εξαρτώνται από το αν είσαι ο δράστης ή το θύμα, ο κερδισμένος ή ο χαμένος σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ζούμε πιθανότατα το τέλος μιας εποχής που συνοδεύεται από μεγάλες ανακατατάξεις, τεράστια αβεβαιότητα και πολλαπλούς κινδύνους. Η κλιματική αλλαγή γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Η αντιμετώπισή της απαιτεί μεταξύ άλλων διεθνή συνεργασία που όμως πολύ δύσκολα προκύπτει με τα σημερινά δεδομένα.
Στην οικονομία, οι κεντρικές τράπεζες και τα αρμόδια υπουργεία υποχρεώνονται σε επικίνδυνη πλεύση ανάμεσα στη Σκύλλα του πληθωρισμού και τη Χάρυβδη της ύφεσης. Τα μηδενικά επιτόκια αποτελούν παρελθόν και το κόστος του δανεισμού ανεβαίνει. Όσο για τα χρηματιστήρια, δεν έχουν ακόμη αρχίσει να συνέρχονται από το μεγάλο σοκ της χρονιάς που έφυγε με αποτέλεσμα να χαθεί ένα μεγάλο μέρος του άυλου πλούτου που είχε επενδυθεί σε αυτά. Άλλη μια φούσκα που έσκασε;
Τέλος, σε πολλές δημοκρατίες, οι πολιτικές ηγεσίες είναι και αυτές αδύναμες και κατώτερες των περιστάσεων. Αλλά μην ψάχνετε για τη λύση ανάμεσα σε δικτάτορες και δημαγωγούς, γιατί θα βρείτε κάτι ακόμη χειρότερο. Δύσκολοι καιροί!
Ελπίζω να έχω σύντομα καλύτερα νέα να σας πω.
Ο Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στη Sciences Po στο Παρίσι και ομότιμος καθηγητής στο ΕΚΠΑ. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου του "Η Ενηλικίωση της Ευρώπης", παρουσιάστηκε στην Παλαιά Βουλή στις 9 Φεβρουαρίου 2023