Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Διηγήματα Ε΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (4)


Α΄ έπαινος
Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος   
   


Φ Ω Σ  Α Π Ο  Τ Η Ν  Π Α Τ Ρ Ι Δ Α 

Απρίλης του 1906.Το ξεροβόρι που κατέβαινε απ΄ τα βουνά, έδερνε τα χωριά του Τριγώνου της Πρέσπας. Κι ας είχαν εδώ κι εκεί ανθίσει οι πρώτες πασχαλιές. Το μήνυμα της καλοκαιρίας δεν έφτανε όμως ως την καρδιά. Οι χωρικοί ωστόσο δεν τρόμαζαν από το ξεροβόρι. Κάτι άλλο τους βασάνιζε και τους έκανε σκυθρωπούς: Η κομιτατζήδικη απειλή. 

Οι πιέσεις των Βουλγαρικών παραγόντων προς τον ορθόδοξο πληθυσμό στο Ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εντείνονταν προκειμένου να ενσωματωθούν, παρά την θέλησή τους, στην αυθαίρετα ανακηρυχθείσα αυτοκέφαλη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία, που αποσχίσθηκε το 1870 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

Πέρυσι σαν τέτοιες μέρες είχαν ειπεί: «Ακόμα τούτη η άνοιξη». Κι είχαν ελπίσει. Μα ένας χρόνος από τότε είχε περάσει, ένας χρόνος γεμάτος φωτιά και καταστροφή. Το Βουλγαρικό κομιτάτο συνέχιζε να σκορπίζει τον τρόμο. Και η απόμερη εκείνη γωνιά της Ελληνικής γης, που αιώνες είχε ζεστάνει τον σπόρο της λευτεριάς στις καρδιές των ανθρώπων της και από γενιά σε γενιά είχε ονειρευτεί να ιδεί τον σπόρο αυτόν κάποτε να φυτρώνει και να καρπίζει, γνώριζε τώρα μαρτύρια, που γίνονταν, έτσι έλεγαν οι κομιτατζήδες, ‘’για χατίρι της λευτεριάς’’. Μα η λευτεριά αυτή που έταζαν οι κομιτατζήδες ήταν το ‘’σάβανο’’, που ερχόταν κάθε μέρα να σκεπάσει κι από έναν Έλληνα. Η λευτεριά αυτή σκόρπιζε, αντί την χαρά, τα δάκρυα, γέμιζε με σκοτάδι απελπισίας την ψυχή τους. 

Οι Βούλγαροι πράκτορες και τα αδρά αμοιβόμενα εγκληματικά όργανά τους, με την ανοχή και των Τουρκικών Αρχών, ένα και μόνον πρόγραμμα είχαν: Να τρομοκρατήσουν και να εξοντώσουν, όσο περισσότερο μπορούσαν, τον Ελληνικό πληθυσμό της περιοχής για να αλλοιώσουν την δημογραφική της διάρθρωση με βίαιο εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, όπως πρόβλεπαν τα σχέδια του πανσλαβισμού. 

Οι δολοφονίες ελλήνων πολιτών από Βουλγάρους κομιτατζήδες είναι κάτι το πολύ συνηθισμένο. Μόνο το 1903 δολοφονούνται 283 Έλληνες. Φυσικά άρχισαν από εκείνα τα Ελληνικά στοιχεία, που γνώριζαν ως πλέον δυναμικά και πλέον αφοσιωμένα στην εθνική υπόθεση. Έτσι δολοφονήθηκαν κατά εκατοντάδες Έλληνες ιερείς, καθηγητές, δάσκαλοι, οπλαρχηγοί του Μακεδονικού Αγώνα και τα παιδιά τους, πυρπόλησαν ολόκληρα Ελληνικά χωριά, άρπαξαν περιουσίες, έκλεισαν σχολεία κι εκκλησίες και με την ανοχή και την βοήθεια των Τούρκων κατόρθωσαν να επιβάλουν αληθινή τρομοκρατία. 

Η επίσημη στάση της Ελλάδας, ιδιαίτερα μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ήταν χαλαρή και αυτό βοήθησε στην επιτυχία της βουλγαρικής προπαγάνδας. Όμως, αυτή η τακτική των βουλγάρων αφύπνισε τους Έλληνες και πολλοί απ΄ όλα τα μέρη της ελεύθερης Ελλάδας, έτρεξαν εθελοντές, να βοηθήσουν τους Έλληνες Μακεδόνες σ΄αυτόν τον σκληρό και άνισο αγώνα τους. Τα Ελληνικά ανταρτικά σώματα πληθαίνουν και ξαπλώνονται σε ολόκληρη την έκταση της Μακεδονίας, στην προσπάθεια να την σώσουν από τα νύχια του βουλγαρισμού. Τι κι αν η λύσσα των δολοφόνων αυξάνει, αφού μόνο στα 1905 έπεσαν κάτω από βουλγαρικό μαχαίρι 365 Έλληνες. Θεριεύει παράλληλα το Ελληνικό πείσμα και το πνεύμα της επιθετικής Αντίστασης και τελικά η Ελληνική Μακεδονία σώζεται! - -Σε λίγες ημέρες ήταν το Πάσχα. Θάπρεπε σαν καλοί χριστιανοί να γιορτάσουνε κι αυτοί την Ανάσταση. Όμως σε ποιά εκκλησιά; Με ποιόν παπά να τους λειτουργήσει και να τους δώσει απ΄ την Ωραία Πύλη το Φως το Ιλαρό; Τους είχαν κλείσει τις εκκλησιές. Τους παπάδες τους, τους είχαν σκοτώσει. Κι είχαν τάξει σκληρό θάνατο σ΄ όποιον τολμούσε να ψάλει τα Ορθόδοξα αναστάσιμα. Αν ήθελαν να γιορτάσουν την Ανάσταση, ο σχισματικός παπάς ήταν έτοιμος να τους δώσει το Φως. Ας τον προσκυνούσαν και θα δέχονταν τις ευλογίες του. 

Τι περίμεναν κι αρνιόνταν τόσο πεισματικά τα Ελληνικά χωριά του Τριγώνου; Η αλήθεια ήταν, πως δεν περίμεναν παρά ένα θαύμα. Γιατί, μ΄ όλο που ο Μακεδονικός αγώνας είχε 

αρχίσει, ποιος θάφτανε ως τα απόμακρα χωριουδάκια τους για να τους φέρει βοήθεια και υποστήριξη; Κι αν έφτανε, πώς πάλι θα μπορούσε να σταθεί, αφού όλα τριγύρω τα βουνά τα γέμιζαν ταμπουρωμένοι πάνοπλοι οι κομιτατζήδες; Και το θαύμα, λοιπόν, αν γινόταν, δεν θα βάσταγε για πολύ. 

Η Μεγάλη Πέμπτη διάβηκε έτσι δίχως ν΄ακουστούν τα Ευαγγέλια και τη Μεγάλη Παρασκευή η καμπάνα δεν τολμούσε να χτυπήσει λυπητερά, είχε απομείνει και κείνη βουβή. Οπότε, κατά το βραδάκι, πριν να πέσει το σκοτάδι, ήρθε λαχανιασμένο ένα τσοπανόπουλο στο Τρίγωνο και είπε στους προεστούς, πως λίγη ώρα έξω από το χωριό στάθηκαν Μακεδονομάχοι, Έλληνες. Στην αρχή δεν ήθελαν να το πιστέψουν, ώσπου ο μικρός άρχισε ν΄ αραδιάζει σημάδια και ονόματα, που δεν μπορούσαν νάναι της φαντασίας του. Τότε ξάφνου το μάτι τους γέλασε: «Δε θες νάταν αλήθεια»; 

Πήραν απόφαση, λοιπόν, να τους πάει ως το λημέρι να δούνε. Και άμα έβλεπαν, τότε μονάχα θα πίστευαν. Έτσι είπαν. Κι έτσι έγινε. 

Όταν έφτασαν εκεί, είχε νυχτώσει για καλά. Μα από τον σκοπό που τους σταμάτησε, αμέσως κατάλαβαν πως το θαύμα είχε γίνει. Κι άρχισαν ν΄ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, αναμεταξύ τους, άλλοι πάλι δόξαζαν τον Θεό κι άλλοι σταυροκοπιούνταν. Απ΄ τη χαρά τους έκαναν όλοι σαν τρελοί. Οι Μακεδονομάχοι που είχαν γύρει για να ξαποστάσουν , όταν άκουσαν τις φωνές πετάχτηκαν κι έτρεξαν στο καραούλι με τ΄ όπλο στο χέρι. Είδαν και με την πρώτη ματιά αμέσως κατάλαβαν κι αυτοί. 

Κατέβασαν τα όπλα, έδωσαν τα χέρια, κι ύστερα όλοι μαζί τράβηξαν για το χωριό. Καθώς διάβαιναν από τους σκοτεινούς δρόμους, άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα κι ακούγονταν καλωσορίσματα, που και που και κανένας γυναικείος λυγμός. Θαρρείς και το ξεροβόρι σταμάτησε, η νύχτα έγινε ξάφνου φιλόξενη, η ελπίδα έφεγγε στις καρδιές τους, όπως όταν γυρνάς από την Λιτανεία του Επιτάφιου. 

- Το Μεγάλο Σάββατο ξημερώνοντας βρήκε το χωριό όλο στο πόδι. Ήθελαν να καμαρώσουν τα παλληκάρια, που ο ερχομός τους είχε διώξει μακριά τον εφιάλτη. Ήθελαν να τους παρακαλέσουν να μείνουν κοντά τους την άγια εκείνη ημέρα, να γιορτάσουν την Ανάσταση και το Πάσχα μαζί. Και τους καμάρωναν. Δώδεκα ήταν όλοι κι όλοι. Μα στους χωρικούς του Τριγώνου φάνταζαν για στρατός ολόκληρος. Κι ύστερα τους είπαν: «Να μείνετε εδώ μαζί μας. Να κάμουμε το Πάσχα μαζί». 

Μα ο αρχηγός του σώματος, αφού κοίταξε τα παλληκάρια του ένα προς ένα, αποκρίθηκε: 

-Καλή η πρόσκλησή σας και για μας μεγάλη χαρά. Μα, αν ήρθαμε ως εδώ, δεν ήρθαμε για να γιορτάσουμε. Ήρθαμε για να φέρουμε, όχι μόνο στο χωριό σας, μα και στ΄άλλα τριγύρω χωριά, το μεγάλο μήνυμα της Πατρίδας. Γι΄αυτό έχω απόφαση να τραβήξω ως το πιο βασανισμένο χωριό, φέρνοντας το μήνυμα αυτό. Πέστε μου πού έχουν μαζευτεί οι πιο πολλοί κομιτατζήδες, να πάμε εκεί να αναστήσουμε. 

Οι χωρικοί, αν και παραξενεύτηκαν με την παράτολμη εκείνη απόφαση, μετρώντας όμως τη χαρά που είχαν νιώσει οι ίδιοι, δεν θέλησαν να την στερήσουν κι απ΄τους άλλους πατριώτες της περιοχής. Και αφού ο αρχηγός του σώματος ζητούσε να του ονομάσουν το πιο βασανισμένο χωριό, δεν ήταν δύσκολο να του το πούνε. Πετροχώρι τόλεγαν. 

- Τρείς ώρες δρόμο από κει, τριγυρισμένο από βουνά, θαρρείς αποκλεισμένο απ΄τον κόσμο, βρισκόταν το χωριό που ζητούσε. Από παντού το είχαν ζωσμένο οι κομήτες, κόβοντάς του την ίδια την ανάσα του. Τόσο πολύ, που τώρα για το Πάσχα είχαν 

διατάξει να μην ανάψουν οι χωριάτες τους φούρνους να ψήσουν το ψωμί τους. Κι άμα έβλεπαν έστω κι από ένα σπίτι καπνό, θα κατέβαιναν να τους κάψουν. 

-Κι αν φτάσετε ως εκεί, είπαν οι προεστοί του Τριγώνου, μπορεί και να μην βρείτε παρά έρημο τόπο και ρημαγμένο. Και θάχετε και μεγάλο κίνδυνο να χαθείτε και σεις. 

-Τον κίνδυνο δεν τον λογαριάζουμε, αποκρίθηκε ξανακοιτάζοντας τα παλληκάρια του ο αρχηγός. Γιατί αν λογαριάζαμε τον κίνδυνο, θα είμαστε στα σπίτια μας και θ΄ανασταίναμε με τους δικούς μας ήσυχοι. Τώρα η Πατρίδα μας έταξε σε έργο δύσκολο. Θα προχωρήσουμε… 

Έτσι ξεκίνησε το μικρό σώμα κι αφού βάδισε ως το απομεσήμερο έφτασε σ΄ένα ύψωμα. Κάτω σε μια ρεματιά διακρινόταν το χωριό. Απ΄τα γύρω υψώματα οι κομιτατζήδες δεν φρόντιζαν να κρύβονται, αφού δεν πήγαινε ο νους τους πως είχαν κανέναν να φοβηθούν. Τόσο δεν πήγαινε ο νους τους, που πήραν το Ελληνικό σώμα για δικό τους και τόβλεπαν που κατηφόριζε προς το χωριό αδιάφοροι. 

Οι δικοί μας πάλι, που τους άρεσε το χωρατό, χαιρετούσαν από μακριά με γνεψίματα τους κομήτες. Μα ο αρχηγός τους πρόσταξε να ταχύνουν και να σταθούν σ΄ένα σύδεντρο, ώσπου να βραδιάσει. Κουρασμένοι πλάγιασαν πάνω στο χώμα. Το κρύο τους πιρούνιαζε, άρχισε σε λίγο να βρέχει. Και τότε τους είπε ο αρχηγός τους: 

-«Έτσι ήταν πάντα σε κάθε αγώνα του Έθνους μας, έτσι είναι και τώρα, έτσι θάναι και πάντα. Ο Έλληνας βάνει πάν΄ απ΄όλα, μαζί με τον Θεό, την Πατρίδα του. Κι απέ, μηδέ πείνα τον νοιάζει, μηδέ κρύο, μηδέ τίποτα. Σκάφτει και την πέτρα, τρώει και τα σίδερα και εις το τέλος πετυχαίνει την απόφασή του. Με την βοήθεια του Θεού και της Πατρίδας φτάνει εις την καλοκαιριά». 

Ήρθε μια μπόρα ανοιξιάτικη. Το απογευματάκι ανάμεσα στα χαμηλωμένα σύννεφα, φάνηκε ο ουρανός. Μα κάτω στη ρεματιά το χωριό τόβλεπαν έρημο, με τα σπίτια του κλειστά, σαν πεθαμένο. ΚΙ ένα από τα παλληκάρια κοιτάζοντάς το: Λέτε, παιδιά, να το αναστήσουμε;. Και ο αρχηγός που κατάλαβε το πείραγμα, αποκρίθηκε, χωρίς να θυμώσει: Άμα ήταν ζωντανό, άμα δεν τόχαν αφανίσει, τότε δεν θάχε την ανάγκη μας. 

Όταν πέρασε η ώρα κι άρχισε να βραδιάζει, κατηφόρισαν ανάμεσα στα βράχια με προφύλαξη. Πήραν το μικρό μονοπάτι κι έφτασαν στα πρώτα σπίτια. Παντού ήταν κλειστά, τα ξύλινα πατζούρια σφαλισμένα, στους στενούς λασπωμένους δρόμους ερημιά, ούτε σκυλί δεν τους γαύγισε. 

Χτύπησαν σε κάμποσες πόρτες. Απόκριση καμιά. Όταν έφτασαν στην πλατεία, στάθηκαν σχεδόν τρομαγμένοι, τους έπνιγε οι σιωπή. 

- Θα μας περνάνε για κομήτες. Γι αυτό δεν ανοίγουν, μουρμούρισε κάποιος. 

-Ποιος ξέρει τι θάχουν τραβήξει, είπε ένας άλλος. - Άντε βρες τρόπο να τους ξεθαρρέψεις, συλλογίστηκε ο αρχηγός. 

Να κτυπήσουμε την καμπάνα; Ήταν κίνδυνος ν΄ακούσουν οι κομιτατζήδες, που φύλαγαν τριγύρω και ν΄αρχίσουμε το τουφεκίδι πασχαλιάτικα. Θα γινόταν το ίδιο κι αν έριχναν με το ντουφέκι. Και θάπαιρναν μεν τότε το μάθημά τους οι κομιτατζήδες, αλλά θα χάλαγε ο 

γιορτασμός της Πασχαλιάς και θάχανε ο σκοπός του ερχομού τους. Στέκονταν, λοιπόν, εκεί καταμεσής στην έρημη πλατεία και δεν ήξεραν κι αυτοί τι να κάμουν. Το σκοτάδι έπεσε σε λίγο κατεβαίνοντας βαρύ από την ρεματιά. 

Πέρασε έτσι ακόμη κάμποση ώρα. Πίσω από τα κλειστά παράθυρα δεν άναψε ούτε ένα φως. Και η σιωπή ολοένα και τους βασάνιζε. Είχαν χάσει την διάθεσή τους. 

-«Ακόμη κι αν τους φωνάξουμε πως είμαστε Έλληνες, δεν θα το πιστέψουν», συλλογιζόντουσαν. 

Ώσπου σε μια στιγμή, άθελά του, άρχισε κάποιος να σιγοψέλνει το «Χριστός Ανέστη». Τον ακολούθησαν και οι άλλοι. Σιγαλός ψαλμός αντήχησε μέσα στην ερημιά. 

Και τότε, κάτι έτριξε πίσω τους. Το παντζούρι μισάνοιξε, το λυχνάρι θαμπόφεξε σ΄ένα άλλο παράθυρο που άνοιγε αντίκρυ. Σιγανές οι φωνές, τρομαγμένες, ρωτούσαν: «Ποιοί είσαστε;». 

Σταμάτησαν τον ψαλμό και κοίταζαν τον αρχηγό τους. Αυτός έπρεπε να απαντήσει, μα καταλάβαιναν πως δυσκολευόταν, δεν έβρισκε τις λέξεις που χρειαζόταν και δίσταζε. 

Τώρα όμως το ερώτημα σιγανό ξανακούστηκε από παντού. Τα λυχνάρια φώτιζαν στα παράθυρα, τριγύρω πρόσωπα αδύνατα, κατάχλωμα, απελπισμένα. 

-Για κοίτα, μοιάζουνε με εικονίσματα, πήγε να ειπεί κάποιος. Μα ο αρχηγός δεν τον άφησε να συνεχίσει. Η φωνή του έτρεμε, καθώς ακούστηκε μες στη σιωπή να απαντά: 

-Είμαστε απ΄την Πατρίδα. Μας έστειλε για να αναστήσουμε μαζί σας. 

Δεν άναψαν περισσότερα λυχνάρια. Δεν αντήχησαν ζητωκραυγές. Σιγά μονάχα ακούστηκαν πόρτες ν΄ανοίγουν τρίζοντας. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ήρθαν και στάθηκαν κοντά τους. Οι σκιές μες στο σκοτάδι πλήθυναν. Χωρίς ν΄ακούγονται πάνω στο νοτισμένο χώμα τα βήματα τους, ένα ολόκληρο χωριό που το βάραινε ως τώρα ο τρόμος συγκεντρώθηκε στην πλατεία. Κι εκεί, δίχως άλλη λέξη, από στόματα γεροντικά και παιδιάστικα ξανακούστηκε σιγανό μα σταθερό και αποφασιστικό το «Χριστός Ανέστη». 

Πάνω από τα βουνά, όπου ενέδρευε ο εχθρός, ο ουρανός είχε ξαστερώσει και έλαμπαν τ’αστέρια. 

Όσο κι αν αργούσε, θά 'λαμπε σε λίγο η αυγή του Πάσχα, η μεγάλη Αναστάσιμη Εθνική Αυγή.- 

***



 Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος

Γεννήθηκε στο χωριό Αγία Ευθυμία του Νομού Φωκίδας και κατοικεί στον Βύρωνα Αττικής. 

Είναι Αξιωματικός ε. α. της Ελληνικής Αστυνομίας, Πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών του ιδίου Πανεπιστημίου. 

Είναι μέλος της Εταιρείας Φωκικών Μελετών, της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων. 

Είναι τακτικός συνεργάτης διαφόρων έντυπων, εφημερίδων και περιοδικών, με άρθρα ποικίλης ύλης και συμμετέχει σε Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς όπου έχει τύχει αρκετών διακρίσεων.-


                              

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Ο γύρος του κόσμου σε 60 ταξίδια


Ο γύρος του κόσμου 
σε 60 ταξίδια

Λένε ότι ακόμη και το μεγαλύτερο ταξίδι αρχίζει πάντα με ένα πρώτο βήμα. Αυτό όμως δεν είναι η απόλυτη αλήθεια γιατί το οποιοδήποτε ταξίδι αρχίζει πάντα από το μυαλό και την καρδιά του μελλοντικού ταξιδιώτη, καθώς η λαχτάρα και το όνειρο γι’ αυτό που πρόκειται να κάνει, είναι το θεμέλιο του αληθινού ταξιδιού.

Μέχρι σήμερα 175 ταξίδια μικρά και μεγάλα, 2172 ημέρες, 1042 πτήσεις και αμέτρητα χιλιόμετρα μας έφεραν σε 195 χώρες της γης και μας γέμισαν με μοναδικές εικόνες, από όλες σχεδόν τις γνωστές και άγνωστες γωνιές του πλανήτη. Ψήγματα από αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε στους επίδοξους ταξιδιώτες, που θέλουν να γευτούν εμπειρίες, που πραγματικά αλλάζουν ολόκληρο το νόημα της ζωής.

Με γνώμονα λοιπόν το ότι «η ζωή είναι ένα ταξίδι» αλλά και ότι «το ταξίδι είναι ένα εργαλείο για την ειρήνη, τη γνώση και τον πολιτισμό», τα βήματά μας, μας έφεραν σε τόπους μακρινούς και εδραίωσαν την πεποίθησή μας ότι οτιδήποτε και αν έχει δει ή ακούσει ο επίδοξος ταξιδιώτης, δεν υποκαθιστά το ίδιο το ταξίδι, τη συγκίνηση της άμεσης επαφής με το μεγαλείο της φύσης, με πρωτόγονες ακόμη φυλές ή με την τελειότητα μεγαλόπρεπων μνημείων.

Και είναι γεγονός ότι το ταξίδι φέρνει τους ανθρώπους τόσο κοντά ώστε η λεπτή γραμμή που χωρίζει τον κάθε ταξιδιώτη από τον υπόλοιπο κόσμο παύει ουσιαστικά να υπάρχει.

Συγγραφέας: Αριστείδης Λάμπρου

Πολυτελής έγχρωμη έκδοση με εκτενές φωτογραφικό υλικό τυπωμένη σε illustration χαρτί και δεμένη με σκληρό εξώφυλλο

Σελίδες: 364

Έκδοση: 







Για το βιβλίο θα μιλήσει ο Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης στην εκδήλωση που οργανώνει το βιβλιοπωλείο "Κράλλη" και θα πραγματοποιηθεί στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Έδεσσας (Βαρόσι) την Δευτέρα 14 Μαΐου 2018 και ώρα 7.00 μμ


Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΟΥ ΕΛΛΑΣ…


                                 ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΟΥ ΕΛΛΑΣ…                                          
Του Τρύφωνα Ούρδα

Ο «έρμος» ο ξένος, άκουσε και διάβασε τα πάντα για την Ελλάδα. Ιδιαίτερα των τελευταίων ετών. Για απάτες, καταχρήσεις, σπατάλες του δημοσίου χρήματος, για «μπαρμπάδες στην Κορώνη» που βολεύουν και βολεύονται, για «ψεύτικα λόγια και μεγάλα» πολιτικών και άλλων, για λίστες Λαγκάρντ φοροφυγάδων, σκάνδαλα Κοσκοτά, Βατοπέδια, Ζήμενς, Νοβάρτις και ένα σωρό άλλα.
Δεν μπορούσε όμως να χωρέσει ο νους του, πώς έγιναν τόσα μεγάλα «κατορθώματα» από κάποιους ανθρώπους, που έλεγαν ότι επινόησαν τη Δημοκρατία, καλλιέργησαν την αρετή και τη γενναιότητα, την ανδρεία και το φιλότιμο, ήρωες νίκησαν στους Μαραθώνες στις Θερμοπύλες και στις Σαλαμίνες, είπαν ΟΧΙ το 1940 και με  άλλα τέτοια τέλος πάντων να λάμπουν σαν διαμάντια στην ένδοξη ιστορία του Έθνους τους! 
-Λοιπόν, είπε μια μέρα από μέσα του. Τέρμα οι αμφιβολίες! Αύριο ξεκινάω για το Κράτος αυτό. Να μάθω επιτέλους από κοντά τι συμβαίνει σήμερα. Και σαν κοινωνιολόγος- αναλυτής επιστήμονας που ήταν, άρπαξε την τσάντα του, έβαλε μέσα τις σημειώσεις του, πήρε το αεροπλάνο και πέταξε την άλλη μέρα για την Αθήνα. Την «κατ εξοχήν» όπως την έφεραν πρωτεύουσα «όλων των κακώς κειμένων και απανταχού της Ελλάδος, αθλίως και ανορθοδόξως τεκταινομένων»!
Όταν έφτασε, σκέφτηκε την πρώτη μέρα να πάει στο Υπουργείο Προστασίας του πολίτη. Τον έτρωγε η περιέργεια, πώς αυτό σαν εκτελεστική εξουσία που ήταν, προστατεύει τους πολίτες, στην εργασία τους, στις μετακινήσεις τους και γενικά στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους... Όμως έπεσε από τα σύννεφα όταν άκουσε:
-Δεν μπορείς φίλε να πας στο Υπουργείο. Αποκλείστηκε από απεργούς δημοσίους υπαλλήλους, που ζητάνε αύξηση του μισθού τους. Παρά δίπλα και άλλοι απεργοί, έκλεισαν τους δρόμους και ζητάνε «σώνει και καλά» από αυτό να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι, από προσωρινοί που εργάζονται τώρα στις Υπηρεσίες τους Μαζί και πίσω από αυτούς αναρχικοί, χωρίς λόγο σπάζουν, ρημάζουν, καταστρέφουν, σπίτια, καταστήματα, δημόσια κτίρια, τράπεζες και…αμέριμνους περαστικούς!
-Ναι αλλά εγώ, διαμαρτυρήθηκε ο ξένος, θέλω να πάω στον προορισμό μου. Δεν έχω σχέση με ό,τι γίνεται!
-Άντε άνθρωπέ μου, του ξαναείπαν. Άντε τράβα και κάτσε στο ξενοδοχείο σου, μη σου έρθει καμιά αδέσποτη σφαίρα ή πέτρα στο κεφάλι και αντί για το Υπουργείο που θέλεις να πας, βρεθείς το λιγότερο σε… κανένα Νοσοκομείο! Πήγαινε άλλη μέρα στο Υπουργείο…
Δαγκώθηκε ο φουκαράς ο «περιηγητής», σαν άκουσε όλα όσα τον συμβούλεψαν. Τι να κάνει τα μάζεψε και επέστρεψε στο ξενοδοχείο για να προετοιμάσει την περιήγησή του την επόμενη μέρα.
Πράγματι την επόμενη μέρα, αφού βεβαιώθηκε πως οι δρόμοι ήταν ανοιχτοί, σκέφτηκε να πάει να δει πώς λειτουργούν οι Δημόσιες Υπηρεσίες. Να διαπιστώσει το βαθμό που εξυπηρετούνται οι πολίτες και φυσικά να μάθει για το επίπεδο μόρφωσης-εκπαίδευσης και προσφοράς, όλων εκείνων των ανθρώπων που τάχτηκαν να τους υπηρετούν!
Όταν επιτέλους βρήκε μια Δημόσια Υπηρεσία, μπήκε μέσα και ζήτησε να δει τον Προϊστάμενό, για να πάρει από  τον ίδιο τις πληροφορίες που ήθελε. Αφού περίμενε αρκετή ώρα έξω από την πόρτα του, γιατί ο Προϊστάμενος είχε άλλους στο Γραφείο, ήρθε και η δική του η σειρά και μπήκε.
Εκεί, προς νέα έκπληξή του, έμαθε πως αυτός δεν είχε και καμιά ιδιαίτερη μόρφωση. Με τις βασικές του σπουδές, νυχτοφύλακας δούλευε πρώτα ο άνθρωπος σε ένα Ίδρυμα και ύστερα, μετά από συνδικαλιστική δράση και «θρίαμβο» του κόμματος που υποστήριζε στις εκλογές, έγινε «κανονικά και με το νόμο» δημόσιος υπάλληλος και με τη «βούλα» του Κράτους. Ακολούθως δε, με τα χρόνια υπηρεσίας και με την «εύνοια» των εκάστοτε κυβερνώντων, πήρε «επάξια»  τη θέση αυτή που κατέχει και φυσικά μετά από την «εξόντωση» όλων των άλλων ομοίων του που τη διεκδικούσαν!
Τώρα μάλιστα, μετά από τόσα χρόνια είπε, πως περιμένει και τη σύνταξή του. Γι αυτό δεν χρειάζεται πολύ να δουλεύει! Έτσι γίνεται εδώ τόνισε του ξένου. Όποιος βγαίνει στη σύνταξη, για δυο-τρία χρόνια πριν το τέλος δεν εργάζεται. Φτάνει που δούλεψε σκληρά τα προηγούμενα χρόνια!
Πολύ προβληματισμένος και με ένα σωρό ερωτηματικά, τα ξαναμάζεψε ο «θρασύτατος» σε τέτοιου είδους περιηγήσεις και μάλιστα σε τέτοιες Χώρες ξένος περιηγητής και επέστρεψε στο ξενοδοχείο του. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και κοιτάζοντας το ταβάνι του ήρθε μια ιδέα. Το επόμενο διάστημα να βγει έξω από την πρωτεύουσα και να πάει να δει, τι γίνεται και εκεί έξω στην επαρχία, που δεν υπάρχει τόση βαβούρα.
Έτσι την άλλη μέρα πήρε το τρένο και σταμάτησε στον πρώτο Δήμο που αυτό έκανε τη στάση του. Μπήκε στο κτήριο και χωρίς χρονοτριβή, ζήτησε να δει το Δήμαρχο και να του πει το σκοπό της επίσκεψής του.
-Αδύνατον του είπαν! Ο Δήμαρχος δεν ασκεί πια τα καθήκοντά του. Κατηγορήθηκε ότι «έκλεψε» το Δήμο! Γι αυτό τώρα μαζί με το διαχειριστή και ταμία του, βρίσκονται στα δικαστήρια. Εδώ και τόσα χρόνια προσπαθούν οι δικαστές να τους βάλουν «μέσα», όμως αυτοί ξεφεύγουν με νομικίστικα τερτίπια και άλλα «παραθυράκια» της Δικαιοσύνης! Δεν μπορεί όμως τον διαβεβαίωσαν... Κάποια μέρα με τους «υψηλά ισταμένους» που έχει, κυρίως ο Δήμαρχος, θα τους απαλλάξουν από κάθε κατηγορία και «ήρωας» πια, θα ζητήσει την επανεκλογή του ο  «καλός» μας Δήμαρχος στο Δήμο!
Τα «έχασε» ο ξένος επισκέπτης με όλα αυτά που άκουσε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και περισσότερο του έγιναν «κάγκελο» οι τρίχες στο κεφάλι του, όταν άκουσε ότι ο Δήμαρχος, σαν «γατόνι» που ήταν, έβγαινε εκεί για τριάντα χρόνια και κανένας άλλος δεν μπορούσε να του φάει τη θέση. Έσκυψε το κεφάλι  και πάνω στη σαστιμάρα του μπόρεσε να κάνει μια τελευταία ερώτηση:
-Τι επαγγέλλεται ο Δήμαρχος;
-Α! του είπαν. Τίποτα! Από μικρός «σπούδασε» και τον «σπούδαζε» το Κόμμα. Μάλιστα ήταν τόσο καλός στις σπουδές του εδώ, που ο Αρχηγός και Ιδρυτής του Κόμματος, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες ικανότητές του, του βάφτισε και το ένα από τα παιδιά του!
Βγαίνοντας και από αυτό το κατάστημα, σχεδόν με πυρετό από όσα άκουσε και έμαθε ο «ταλαίπωρος» ξένος, πετάχτηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου ήταν ένα άλλο Γραφείο. Εκείνο του βουλευτού του Νομού. Η ταμπέλα από έξω, έγραφε με κεφαλαία γράμματα το όνομά του.
Από την ανοιχτή πόρτα μπήκε μέσα και πριν προλάβει να μιλήσει και να πει το σκοπό της επίσκεψής του, τον πρόλαβε κάποιος που βγήκε από ένα μικρό χολ. Ο τύπος αυτός, γελαστός και με κάποια δόση υπερηφάνειας άρχισε να του λέει:
-Φίλε και σύντροφε. Η υπόθεσή σας που τέθηκε υπόψη του κυρίου «Βολευτού», έλαβε τέλος! Το παιδί σου και «δικό μας» παιδί βέβαια, «βολεύτηκε» εκεί που πρέπει. Τακτοποιήθηκε πια και μην ανησυχείτε καθόλου!
Γουάτ, απάντησε ο ξένος. Άι ντόντ  νόου!
-Αμάν, τσίριξε εμβρόντητος ο άλλος, που προφανώς ήταν κάποιος κολλητός του βουλευτή και καταλαβαίνοντας πως έπεσε σε γκάφα, μιλώντας σε άσχετο άνθρωπο. Ποιος είσαι εσύ ρε χριστιανέ μου που μπήκες μέσα άρχισε να του φωνάζει αναψοκοκκινισμένος και σε πέρασα για τον… τον πιστό ψηφοφόρο μας..!
Μέχρι να συνεννοηθούν, για το τι ακριβώς ζητούσε ο ένας που μπήκε στο γραφείο του βουλευτή και ο άλλος που έπεσε σε «λακκούβα», περνώντας τον ξένο για Έλληνα ψηφοφόρο του βουλευτή, που μάλλον του υποσχέθηκαν «ανταλλάγματα» για προηγούμενη προεκλογική του βοήθεια, έφτασε και το βράδυ.
Η νύχτα που ακολούθησε, θολή και συννεφιασμένη στην καρδιά του περιπλανώμενου αλλοδαπού επιστήμονα, για όλο αυτό το ταξίδι του στη Χώρα του «Περικλή» και του «Καραγκιόζη», τον βρήκε πάλι στο ξενοδοχείο που έμενε.
Πήρε χαρτί και μολύβι για να γράψει τις εντυπώσεις του. Μπερδεύτηκε, προβληματίστηκε, απελπίστηκε, άκρη δεν βρήκε! Τόσο, που στο τέλος δεν ήθελε να γράψει τίποτα! Ωστόσο όμως έκανε κουράγιο και με το τρεμάμενο χέρι του έγραψε:
«Δυστυχία σου Ελλάς με τα τέκνα που γεννάς..!»
-Ε! του φώναξαν τότε κάποιοι από «μέσα». Μην κλέβεις τις «δόξες» μας! Αυτά μας τα είπαν άλλοι πιο μπροστά. Και μάλιστα δικοί μας. Εσύ έρχεσαι τελευταίος και καταϊδρωμένος!
                                                                                                                                         
1-5-2018                                                          
ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ



Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Τα οφέλη του διαβάσματος για τα παιδιά


Τα οφέλη του διαβάσματος 
για τα παιδιά

Στην εποχή της τεχνολογίας, θεωρείται θαύμα όταν τα παιδιά διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία και το αγαπούν ως δραστηριότητα
Τα οφέλη όμως που αποκομίζει από αυτό το χόμπι προετοιμάζουν το παιδί που είναι στην προεφηβεία και εφηβεία, για ένα πλούσιο μέλλον με πνευματική αναζήτηση και καλλιέργεια, έτσι ακριβώς όπως λειτουργεί και με τους ενήλικες. Μερικά από τα παρακάτω οφέλη είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το παιδί πρέπει να ξεκινά από νωρίς το διάβασμα. 

1. Μειώνει το στρες. Καταρχάς, αποσπά ευχάριστα το μαθητή από όλα τα προβλήματα και τις έγνοιες της καθημερινότητες. Το μυαλό συγκεντρώνεται μόνο στο διάβασμα, χαλαρώνει την καρδιά αλλά και την ένταση στους μυς. 

2. Είναι ο καλλίτερος δάσκαλος. Είναι ο πιο έξυπνος τρόπος για να μάθει καινούριες λέξεις και τη χρησιμότητά τους. Αν μάλιστα έχει σε μόνιμη θέση ένα λεξικό στο κομοδίνο του, τότε θα μπει στη διαδικασία να το ψάξει χωρίς να του το έχει υποδείξει κάποιος ενήλικος. 

3. Ίσως του ξυπνήσει ένα λογοτεχνικό ταλέντο. Μπορεί να είναι ο αυριανός Stephen King αλλά να μην το ξέρει ακόμα. Και αν όντως σκοπεύει να γίνει συγγραφέας ή αρθρογράφος, θα πρέπει να αναπτύξει τις γλωσσικές και λογοτεχνικές του δεξιότητες. 

4. Γίνεται εξυπνότερο. Όσο πιο ευρεία είναι η γκάμα των βιβλίων που διαβάζει, τόσο πιο πολλά ανακαλύπτει για τον κόσμο στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. 

5. Βελτιώνει τη μνήμη και την ικανότητα απομνημόνευσης. Το διάβασμα ‘αναγκάζει’ το παιδί να θυμάται ονόματα και λεπτομέρειες προκειμένου να κατανοήσει το τι διαβάζει. 

6. Προλαμβάνει ασθένειες όπως η άνοια. Μπορεί να είναι πολύ νωρίς για ένα παιδί, αλλά το διάβασμα είναι μία συνήθεια που μένει για πάντα. Εξασκεί το μυαλό, το ‘ερεθίζει’ και προλαμβάνει τις ασθένειες που αφορούν στον εγκεφαλικό εκφυλισμό. 

7. Διευρύνει τη φαντασία του. Είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για ένα παιδί. Ανοίγει το μυαλό του και του επιτρέπει να πάει προς όποια κατεύθυνση επιθυμεί. Επίσης, φτιάχνει εικόνες τόσο έντονες σαν να παρακολουθεί ταινία.