Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Βιβλία


ΜΑΚΡΙΑ, ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ

Συγγραφέας: Sebastian Barry
Εκδοτικός Οίκος: ΠΟΛΙΣ
Μετάφραση: Κίκα Κραμβουσάνου
Κατηγορία: Ξένη Λογοτεχνία
Σελίδες 404
ISBN 978-960-435-132-9

Δύο βιβλιοκριτικές


Μακριά, πολύ μακριά:

Λυπημένη ιρλανδέζικη μπαλάντα

του Χρήστου Ζαρίφη

Η ιστορία της Ιρλανδίας είναι από τις πλέον ταραγμένες, σχεδόν αρχαία ελληνική τραγωδία: καταπίεση, εμφύλιοι, αγώνες για την ανεξαρτησία, μάρτυρες και προδότες, έχουν αφήσει τον αντίκτυπό τους μέχρι τις μέρες μας, αν και τα πάθη πια δείχνουν να έχουν καταλαγιάσει πια. Ο Σεμπάστιαν Μπάρι στο βιβλίο του «Μακριά, πολύ μακριά» αφορμάται από μια από τις πιο άγριες όψεις της μέσα από το βλέμμα ενός νεαρού που ενηλικιώνεται βίαια, για να διηγηθεί την πικρή, μοναχική, προσωπική του ιστορία.
Ο Γουίλι Νταν, 18χρονος γιος ενός αστυνομικού (άρα νομιμόφρονος στο βρετανικό στέμμα) στο Δουβλίνο, κατατάσσεται μαζί με τους υπόλοιπους της γενιάς του στο βρετανικό στρατό για να υπερασπιστεί «το δίκαιο και την ελευθερία» στα πεδία της Φλάνδρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί ζει με μια ιρλανδική μεραρχία την αδυσώπητη σκληρότητα του πολέμου στην πιο άγρια μορφή του: τα χαρακώματα, οι επιθέσεις με δηλητηριώδη αέρια, οι μάχες σώμα με σώμα, οι συμπολεμιστές που χάνονται ένας ένας σε μια τεράστια κρεατομηχανή.
Όταν επιστρέφει με άδεια, ένα χρόνο μετά, στο Δουβλίνο συμμετέχει, ως στρατιώτης της βρετανικής αυτοκρατορίας, στα γεγονότα αυτού που αργότερα ονομάστηκε Ματωμένο Πάσχα και ουσιαστικά ήταν η αρχή του ιρλανδικού εμφυλίου πολέμου, αλλά και των μεγάλων συγκρούσεων στο εσωτερικό των δύο παρατάξεων. Η επιστροφή του στα πεδία των μαχών τον αλλάζει πλέον καταλυτικά, καθώς τα γεγονότα στην Ιρλανδία έχουν τον δικό τους αντίκτυπο στις ιρλανδικές μονάδες του μετώπου. Οι σκέψεις και η οπτική του νεαρού αλλάζουν. Όταν διατυπώνει τις νέες του αμφιβολίες στον πατέρα του, εισπράττει την απόρριψη απ’ αυτόν που αγαπούσε περισσότερο και τις απόψεις του οποίου ενστερνιζόταν πάντα. Στην επόμενη άδειά του ανακαλύπτει ότι είναι ξένος στο ίδιο του το σπίτι. Η επιστροφή του στο μέτωπο πια τον βάζει σ’ έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, όπου τα πάντα πλέον τα αντιμετωπίζει μόνος του, χωρίς αγαπημένους (ακόμη και η κοπελιά του τον έχει εγκαταλείψει), χωρίς συμπολεμιστές (σχεδόν όλοι οι παλιοί συμπολεμιστές του είναι νεκροί), χωρίς ένα στήριγμα. Μέχρι του σημείου ο θάνατος να φαντάζει σαν λύτρωση…
Το μυθιστόρημα του Μπάρι δεν είναι ιστορικό, ούτε φιλοδοξεί να διδάξει ιρλανδική ιστορία, απλώς κινείται σε ιστορικό πλαίσιο. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ο αγώνας ενός ανθρώπου να κατανοήσει τα μεγάλα γεγονότα που τον συνθλίβουν (ο ιρλανδικός εμφύλιος, ο παγκόσμιος πόλεμος) και ζητώντας σταθερά σημεία αναφοράς σε μια εποχή που οι αρχές και οι ιδέες αυτοαναιρούνται και καθορίζονται μόνο από το χρώμα μιας στολής. Ο 18χρονος Γουίλι Νταν ανακαλύπτει την τραγική δύναμη της κινέζικης κατάρας «Να ζεις σε ενδιαφέροντες καιρούς…»
Ο Σεμπάστιαν Μπάρι έχει δώσει ένα πολύ δυνατό βιβλίο. Μόνο και μόνο λόγω ύφους (επιτυγχάνει μια υψηλή λυρικότητα με γλώσσα απλή, νευρική και ρέουσα) θα μπορούσε να το ισχυριστεί κανείς αυτό. Όμως, έχει φτιάξει και έναν εκπληκτικό χαρακτήρα, έναν άνθρωπο που νιώθεις ότι μπορείς να αγγίξεις, που προβληματίζεσαι μαζί του, φοβάσαι μαζί του, κινδυνεύεις μαζί του, έναν ήρωα με τον οποίο ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί σε σημαντικό βαθμό. Και, τελικά, έχει δημιουργήσει έναν ήρωα που μπορεί κάποιος εύκολα να ακολουθήσει στην κόλαση που ζει…

(Σεμπάστιαν Μπάρι, «Μακριά, πολύ μακριά», εκδόσεις «Πόλις», σελίδες 412, τιμή 20 ευρώ)


«Για ένα πουκάμισο αδειανό»
Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ γεννήθηκε το 1955 στο Δουβλίνο και σπούδασε αγγλική και λατινική φιλολογία στο Trinity College. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, νουβέλες, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Το «Μακριά, πολύ μακριά» (2005) ήταν στην τελική λίστα υποψηφιοτήτων για τα βραβεία Booker και Impac.

Ο 19χρονος Γουίλι Νταν από το Δουβλίνο κατατάσσεται εθελοντής στο βρετανικό στρατό που μάχεται εναντίον των Γερμανών κατακτητών στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918). Υπηρετεί σε μια καθαρά ιρλανδική διμοιρία σε διάφορα μέτωπα του Βελγίου και της Γαλλίας. Συμμετέχει στις μάχες, οι περισσότερες χαμένες, που αποδεκατίζουν τους Ιρλανδούς, αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τους άλλους στρατιώτες και κάνει όνειρα για το μέλλον που τον περιμένει με την Γκρέτα, το κορίτσι του πίσω στην πατρίδα. Έχει μόλις τελειώσει η πρώτη του άδεια και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο πλοίο που θα τον μεταφέρει μαζί με τους συμπολεμιστές του στην πρώτη γραμμή, όταν ξεσπά η Πασχαλινή Εξέγερση (1916). Ιρλανδοί που εγκατέλειψαν την ελπίδα ότι η Βρετανία θα τους ανταμείψει για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο δίνοντας αυτοδιάθεση στην Ιρλανδία και στράφηκαν για βοήθεια στους Γερμανούς, γιατί «κάθε δοκιμασία για την Αγγλία είναι μια ευκαιρία για την Ιρλανδία», μάχονται στους δρόμους του Δουβλίνου με τις βρετανικές δυνάμεις, στις οποίες υπηρετούν επίσης Ιρλανδοί, όπως ο Γουίλι. Η συμπάθεια που δείχνει ο τελευταίος για τους εξεγερμένους σε ένα γράμμα που στέλνει αργότερα προς τον αστυνομικό (και οπαδό του βασιλιά) πατέρα του, θα ψυχράνει τις σχέσεις τους. Η καταστολή της εξέγερσης από τους Βρετανούς και η εκτέλεση των ηγετών της θα αυξήσει τους οπαδούς του κινήματος της ανεξαρτησίας. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια και ο Γουίλι θα αντιμετωπιστεί ως μίασμα από τους συμπατριώτες του.

Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ προσεγγίζει με γνώση και ειλικρίνεια το θέμα της συμμετοχής των Ιρλανδών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που «ξεχάστηκε» στη δεκαετία του ’20, όταν ξεκίνησε η νέα ιστορία της ανεξάρτητης πλέον Ιρλανδίας. Ο Γουίλι πηγαίνει στον πόλεμο γιατί αισθάνεται ότι είναι υποχρέωσή του, αλλά και για να ικανοποιήσει τον πατέρα του που θα ήθελε πολύ να γίνει ο γιος του αστυνομικός, αν είχε τα σωματικά προσόντα και κυρίως το δικό του ύψος. Είναι ένα απλό, ανυποψίαστο παιδί που προσλαμβάνει τον κόσμο μέσω των αισθήσεων και οι σκληρές συνθήκες που αντιμετωπίζει τον ωριμάζουν «μακριά, πολύ μακριά» από οποιαδήποτε πατρίδα. Οι συμπατριώτες του τον θεωρούν προδότη και ο βρετανικός στρατός, τον οποίο δεν έχει πάψει να υπηρετεί, ανάξιο εμπιστοσύνης, γιατί ανέκαθεν οι Ιρλανδοί «ήταν περίεργη φάρα». Ο πόλεμος θα τελειώσει και η Ιρλανδία θα αποκτήσει την ανεξαρτησία της λίγα χρόνια μετά, αλλά ο Γουίλι θα έχει θυσιαστεί «για ένα πουκάμισο αδειανό» που σημαίνει περισσότερο αίμα στον αιώνα τον άπαντα.

Ο συγγραφέας δεν ταυτίζεται με τον ήρωά του, αν και «βλέπει» τον πόλεμο μέσα από τα δικά του «μάτια». Μοιάζει με ένα είδος χρονικογράφου που τον ακολουθεί σαν σκιά στα χαρακώματα, παρακολουθεί τη διάταξη των στρατευμάτων, παρίσταται στις μάχες εκ του συστάδην και καταγράφει την εικόνα των χιλιάδων νεκρών που κείτονται στην καμένη γη. Αλλά, σε αντίθεση με εκείνον, γνωρίζει τις συνέπειες των πράξεών του και την τραγική του μοίρα. Η γλώσσα του διακρίνεται από ποιητικό λυρισμό, αλλά και ρεαλισμό και ειρωνεία, ακόμη και χιούμορ, όταν χρειάζεται. Η μετάφραση της Κίκας Κραμβουσάνου και η θεώρησή της από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου αποδίδουν το ύφος του συγγραφέα. Οι σημειώσεις της μετάφρασης στο τέλος του βιβλίου βοηθούν στην κατανόηση των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών στην Ιρλανδία της εποχής.
Βασιλική Χρίστη



Βιογραφικά
Ο Σεμπάστιαν Μπάρρυ (Sebastian Barry) γεννήθηκε το 1955 στο Δουβλίνο. Σπούδασε λατινική και αγγλική φιλολογία στο Trinity College του Δουβλίνου.
Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, τις νουβέλες "Macker's Garden" (1982) και "Strappado Square" (1983) καθώς και τα μυθιστορήματα "The Engine of Owl-Light" (1986) και "Annie Dunne" (2002). Ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή θεατρικών έργων και το "The Steward of Christendom" (1995) έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία. Άλλα θεατρικά του έργα: "Boss Grady's Boys", "Prayers of Sherkin", "White Woman Street", "The Only True History of Lizzie Finn", "Our Lady of Sligo", "Hinterland".
Στα ελληνικά κυκλοφορούν :
• (2009) Η μυστική γραφή, Καστανιώτη
• (2007) Μακριά, πολύ μακριά, Πόλις
• (2003) Η οδύσσεια του Ινίας ΜακΝάλτυ, Πόλις

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: