Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (5)

Β΄ Έπαινος
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)

www.kaleste-pliroste-teliosate.com
του Διονύση Λεϊμονή

Από μέρες στριφογύριζα σε ελάχιστα τετραγωνικά και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. ΄Όλα μου έφταιγαν τελευταία. Το πολύ μπλα μπλα νύχτα μέρα και τα φροντιστήρια μού είχαν κουρκουτιάνει το μυαλό. ΄Ωρες ώρες με έπιανε μια μανία να αναποδογυρίσω τον κόσμο, να κόψω στα δυο τη ρουτινιασμένη καθημερινότητά μου! Τον τρόπο θα τον έβρισκα αργά ή γρήγορα. «Θέληση να υπάρχει…» αμάν πάει την ψώνισα από το πολύ πες πες… Μωρέ ένα «έτσι» ακόμη απροσδιόριστο κι ύστερα, λέει, θα χανόμουν σε ένα ταξίδεμα δίχως αφίξεις κι υγρά αγκαλιάσματα. Μια ξάστερη νύχτα θα ‘παιρνα των ομματιών μου για άλλα μέρη, άλλα λιμάνια. Κι όταν θα ‘φτανα στην ιδανική μου πολιτεία χωρίς πανελλήνιες, φροντιστήρια, χιλιοειπωμένα «πρέπει», ογκώδη «μη» και μαλακίες που ρουφούσαν το άμαθο μεδούλι μου, θα γαλήνευε η τρικυμία μέσα μου.
«Αι σιχτίρ», μονολόγησα τρελαμένος κι άνοιξα την πόρτα να την κάνω από τη χρυσή φυλακή μου.
«Ανέστη, όλα τα ‘χεις κι όλα τα θέλεις, αγόρι μου» μού τσαμπούναγε ο πατέρας μου, όταν πήγαινα να τον ανταμώσω –γνήσιο τέκνο των Σαββατοκύριακων - στη νέα του «φωλίτσα» μακριά από το πνιγηρό τριάρι μας μετά από ένα εκρηκτικότατο διαζύγιο με τη μάνα μου μπας και γλιτώσω από το μονότονο κήρυγμά της. Μετά το χωρισμό είχε ρίξει όλους τους «προβολείς» της πάνω μου κι αυτό με ακινητούσε σαν τον μπουκαδόρο που τον κολλάει στον τοίχο επιτήδειος ανακριτής.
«Τι όλα, ρε πατέρα, ξέρεις κανένα φυλακισμένο να ευχαριστιέται το κάτεργό του;» ανταπαντούσα από καθαρή άμυνα.
«Τι είναι αυτά που λες, βρε αγόρι μου. Ανάθεμα κι αν μπορώ να μπω έστω για δυο λεπτά μέσα στο μυαλό σου» παραδεχόταν εκείνος κι έστριβε τσιγάρο χωρίς να με κοιτάζει στα μάτια.
«΄Ισως με λίγη καλή προσπάθεια…» του ‘κανα με νόημα!
Φύσαγε και ξεφύσαγε αυτός κι όλο κοίταγε γύρω του να εντοπίσει την νεαρή συμβία του που ‘χε στείλει στην κουζίνα για κανένα καφεδάκι.
«Τι κορακίστικά είναι αυτά; Φυλακισμένος εσύ; Στα δικά μας τα χρόνια…»
Με έλουζε ξανά ο ορμητικός χείμαρρος πόνων, στεναγμών βασάνων που απορώ πως δε στέρευε ακόμα από τα ωχρά του χείλη. Τίποτα αυτός. Μου τον έριχνε σαδιστικά στο κορμί μου μήπως την ύστατη ώρα τσακίσει το ανασηκωμένο μπαϊράκι μου!
΄Επρεπε να αμυνθώ, όπως όπως…
«Εντάξει, μη συγχύζεσαι, δεν πρόκειται άλλωστε να πάρεις πρέφα τι εννοώ! …» τον φρέναρα μην αντέχοντας άλλο οδυνηρές παιδιάστικες θύμησες «μαύρων χρόνων και δίσεκτων» που ξυπνούσαν μέσα του, μα βασικά ξεγλιστρούσα κι απέφευγα έντεχνα όλες τις ξαναμασημένες καραμέλες του.
Μάσαγα λοιπόν στα πεταχτά πρόχειρες δικαιολογίες κι έπαιρνα των ομματιών μου μαζί με τις ανησυχίες μου να πιω τουλάχιστον κανένα καφέ με τον κολλητό μου μήπως με το πες- πες και λίγο καμάκι ξέφευγα από τη σφιχτή μου καθημερινότητα.
«Τι έχεις ρε, φυτό; Προβλήματα και η papyrus;»
«Ρε μαλάκα, εγώ σου ανοίγω την καρδιά μου κι εσύ με δουλεύεις;»
«Τι να σου πω; Να κλαίω μαζί σου που η μέρα δεν έχει περισσότερες ώρες να φυτευτείς για να περάσεις στην Ιατρική που λαχταρά ο μπαμπάκας σου; Ρε, σύνελθε. Αυτά δεν είναι προβλήματα, άλλα…άλλα…είναι τα σπουδαία, φίλε…»
Άλλα;… ποια άλλα; Υπάρχουν πιο σημαντικά από τα δικά μου; Δε μας παρατάει κι αυτός ο χλεχλές που νομίζει πως ξέρει τον κόσμο όλο και δίνει και συμβουλές; Τράβηξα νευρικά δυο τζούρες «καύσιμο» για το επόμενο ξενύχτι μου πριν χαθώ μακριά από όλους κι από όλα. Τουλάχιστον μέσα στο χώρο μου ακούω μόνο τον εαυτό μου κι όχι το κοντό και το μακρύ κάθε αποτυχημένου εξυπνάκια. Τελικά κάποιοι εκεί έξω αντί να ακούσουν τους παλμούς της καρδιάς σου, σου τη σπάνε κάνοντας τα αδύνατα δυνατά να αντιστρέψουν τους ρόλους. Το παίζουν εκείνοι τα βασανισμένα πλάσματα που πρέπει να περιθάλψεις κι ούτε που πετάνε ένα μουχλιασμένο ψίχουλο σε άλλη ψυχή ματωμένη. Αλλά κι εμένα τράβαγε ο οργανισμός μου την ταλαιπώρια. Με την αοριστία του πάθους μου τούς κόλλαγα όλους στον τοίχο δίχως να καταφέρνω να τους δώσω να καταλάβουν προς τι τόση κατήφεια κι απελπισία. «Ασυμφωνία χαρακτήρων» ή «καραμπινάτο γράψιμο»; Η πρώτη εκδοχή μού θύμισε μια άλλη αιτία, επίσημη και ισχυρή να κόψει το νήμα μιας μακρόχρονης συζυγικής σχέσης και την απόδιωξα από το μυαλό μου. Η δεύτερη με έκανε έξαλλο για την αδιαφορία ακόμα και των ομοιοπαθών κολλητών μου.
Δε μού ‘μενε άλλος τρόπος να ξαλαφρώσω και να ξεχάσω την απονιά του κόσμου απ’ την ηλεκτρονική μου απόδραση. Άνοιξα τον υπολογιστή με χίλιες προφυλάξεις μιας και αυτήν την εποχή μού είχε απαγορευθεί δια ροπάλου να τον χρησιμοποιώ πολλές ώρες της μέρας και κυρίως της νύχτας.
«Με τα internet και τα chat, πως διάολο τα λένε, πού μυαλό για Φυσική και Χημεία. Αν πεις και για την έκθεση!!! Πώς να αναπτύξεις λεξιλόγιο, όταν αποβλακώνεστε μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή τάχα για να διασκεδάσετε! Εμείς…»
«Όχι, πάλι! Έλεος, δε θα άντεχα άλλον εξάψαλμο. Προτιμούσα χίλιες φορές τα στερεότυπα του δικτύου. Από ένα μηχάνημα άλλωστε δεν περίμενα κατανόηση και ευαισθησία. Αν σε πουλάνε τα κολλητάρια… Το pc μου είχε το άλλοθι του ακαταλόγιστου και αφηνόμουν έρμαιο στα αβέβαια κανάλια του.
Ζορίστηκα λίγο να συνδεθώ εκείνο το απόγευμα. Κάποιος είχε τρυπώσει στο «ερημητήριό» μου οπωσδήποτε -συνέβαινε τουλάχιστον μια φορά στις δέκα μέρες– κι είχε αναστατώσει τη «σειρά» μου. Τα καλώδια έχασκαν στο πάτωμα στο κακό τους το μπέρδεμα κι ένα βύσμα τραβηγμένο παραπέρα σερνόταν στο πουθενά απομεινάρι οικιακής «επιχείρησης σκούπας».
«Α ρε μάνα, με τις υστερίες σου…» αναστέναξα, μα δεν είχα καμιά όρεξη για καβγά. Προτίμησα να αποκαταστήσω βουβός την «ισορροπία» του γύρω μου χώρου μπας και βρω κάποτε τη δική μου. Το πάλεψα κάμποση ώρα, το πάλεψα παλικαρίσια οφείλω να ομολογήσω. Δεν θα ‘χανα με τίποτα την ευκαιρία να σερφάρω στα αφρισμένα κύματα με κίνδυνο να με ρίξουν ναυαγό άμε γύρευε σε ποια άξενη ακτή.
Το ταξίδι λαχταρούσα μόνο, και «γαία πυρί μειχθήτω», που λέει κι ο Νικολάου ο φιλόλογος με στόμφο και ύφος περισπούδαστο!
Η μπουρού έσκουζε ήδη μέσα μου να κουρσέψω άλλες ηδονικές πολιτείες με ερεθιστικά μυρωδικά και ποθητά μαλάματα κόντρα στη μανία του αγριεμένου Ποσειδώνα μου που στημένος στο θρόνο του κράδαινε με νόημα τη διχαλωτή πιρούνα του.
Πανάκι μου έκαμα ανθεκτικό ένα χαρτί πιστοποίησης γνώσεων στην πληροφορική. Μ’ αυτό καλά τανυσμένο θα ξεπερνούσα κάθε κακοτοπιά, σκοπέλους και αγκαθερούς ύφαλους. Τι στο διάολο είχα μαζέψει τόσα χαρτιά με 90 και 95% σε κάθε ενότητα!!! Τσάμπα τα κορνιζάριζα στο δωμάτιό μου για την «κακή» την ώρα ή μάλλον για την καλή την τακτοποίηση; Μέσον δεν έπαιζε σε μένα. Με την αξία μου είχα αρματώσει την πιρόγα μου.
Κάποια στιγμή τα πράγματα πήραν την πορεία τους κι η εκκίνηση έδειξε πως οι θεοί δέχτηκαν τη θυσία μου. Έδειχναν πρόθυμοι να με ευνοήσουν επιτέλους με τον ούριο άνεμο που θα κατηύθυνε το καλοδεμένο σκαρί μου. Το εικονίδιο στο κάτω άκρο αριστερά της οθόνης διαβεβαίωνε πως είχα πια τη δυνατότητα να «περιπλανηθώ» στον άραχλο κυβερνοχώρο μου.
«Είσαι και ο πρώτος, παλικάρι μου» ψιθύρισα σκάζοντας ένα λυτρωτικό χαμόγελο. Νέες ελπίδες με συνεπήραν αναπάντεχα!!! Με δυο απλά «κλικ» φούνταρα στο email μου να ελέγξω τα απύθμενα νερά του. Ένα δυο λεπτά – η γρήγορη σύνδεση κάνει θαύματα σήμερα – αρκούσαν για να σκάσει μπρος μου το πέλαγος των εισερχόμενων και εξερχόμενων μου. Δυο μηνύματα μαυρισμένα ξεχώριζαν από τα υπόλοιπα, ως μη αναγνωσμένα. Το ένα είχε σταλεί χθες και το δεύτερο πριν μια ώρα. Πάτησα το πιο παλιό. Μια διαφημιστική εταιρία μού εκθείαζε με δυο συνημμένα, παρακαλώ, την εξαιρετική ποιότητα ανορθωτικών χαπιών που εξασφάλιζαν νύχτες μαγικές, υγρές κι ονειρεμένες ακόμα και σε «απόμαχους ναυτικούς», νευρωτικούς κοσμοπολίτες, καλωδιωμένων μούτσων με handsfree.
 «Όπου βρουν διεύθυνση, στέλνουν κάθε μαλακία…» ψιθύρισα χαμογελώντας που ακόμα είχα πολύ χρόνο για να αναζητώ την ικανοποίηση με την κατανάλωση τέτοιων χημικών παρασκευασμάτων αόριστης προέλευσης, απροσδιόριστης δυναμικής κι επικινδυνότητας!!!
Με ένα αποφασιστικό και ηχηρό «delete» έστειλα στον κάδο ανακύκλωσης την άκαιρη πρόταση και με ένα διπλό «κλικ» άφησα να μου ξεδιπλωθεί το θερμό περιεχόμενο του μέχρι τώρα κλειστού μηνύματος. Δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε όταν ένας κόμματος, μια ύπαρξη σαν τα μοντέλα – αυτά που δεν τα χτύπησε ακόμα η νευρική ανορεξία - λικνίζονταν μπρος στους εφηβικούς μου οφθαλμούς που δεν άργησαν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες τους…
«Εδώ είμαστε, μάγκα μου…» ψιθύρισα στον συντηρητικό εαυτό μου.
Ήμουν και «νηστικός» μήνες τώρα, από τότε που με άφησε μπουκάλα η Ρίτσα για έναν μπαλαδόρο της εθνικής νέων. Βλέπεις ο «ξεβγαλμένος» παιχταράς δεν της αρνιόταν νυχτερινές τσάρκες λόγω του επόμενου διαγωνίσματος στη Χημεία!!! Μου ‘δωσε κι αυτή πέντε να ‘χω δέκα κι από τότε την έβλεπα να σαλιαρίζει με τον Mister afasia στα σκαλάκια του γυμναστηρίου και μου θύμιζε πιο πολύ τη γάτα μας, την «ξετσίπωτη», που έλεγε κι η μάνα μου που κάθε Γενάρη γύρναγε με τον κάθε τυχαίο κεραμιδόγατο γυρεύοντας περιστασιακές ηδονές. Να, λοιπόν που τώρα τούτη η θεογκόμενα θα με έκανε να βρω την υγειά μου και να εκδικηθώ την άπιστη «αλανιάρα» πρώην Ρίτσα μου. Άπλωσα το χέρι να αγγίξω την γυναικάρα που με κοίταζε με λαγνεία, μα εκείνη δεν είχε σκοπό να μου παραδοθεί άνευ «όρων». Με μια χειρονομία με προέτρεψε να πατήσω ένα βελάκι κάτω αριστερά στην οθόνη μου. Ένα URL ανεξιχνίαστο από τα πρόσφατα ανανεωμένα αντιβιοτικά μου και κυρίως από την αναστατωμένη μου εφηβεία θα με έφερνε μπρος στα «σκαλοπάτια» της. Το επέλεξα σαν υπνωτισμένος.
«Sara, my baby», μού συστήθηκε κουνάμενη σεινάμενη κι εγώ ακολούθησα σαν υπάκουο παιδί τις οδηγίες της. Δεν έδινα μία για τις προϋποθέσεις αρκεί να έχω δική μου αυτήν την ξανθιά θεά με τα πράσινα μάτια που με κοίταζε σαν να μην είχε δει άλλον άντρα στη ζωή της. Ποιος λογάριαζε το «τίμημα», όταν μέσα στο πήξιμό μου μού δινόταν η ευκαιρία να έχω στα πόδια μου έναν σπαρταριστό «πειρασμό»!!! Κάθε φορά που υπέκυπτα στα «θέλω» της κι έβαζα τα «δυνατά» μου νούμερα στο πλαίσιο αριστερά, η Σάρα ερχόταν πιο κοντά μου αποκαλύπτοντας τις «χάρες» της. Το κορμί μου άρχισε να τη ζητά απεγνωσμένα. Όταν μάλιστα διαπίστωσε πως ήμουν διατεθειμένος να προβώ σε οποιαδήποτε θυσία για τη χάρη της, δεν κόλλησε να ξαλαφρώνει από τα περιττά ρούχα χαρίζοντάς αφάνταστη ηδονή ικανή να εκμηδενίσει τις αποστάσεις μας. Οι αισθήσεις μου πάλλονταν από τον πόθο για την αποψινή μου γκόμενα. Μια ιδανική συντροφιά αριβάρισε από το πουθενά ίσως για να απαλύνει την εφηβική μου πικρία για άγνωστες απολαύσεις που όλο θα έρχονταν, μα δε γευόμουν στον πραγματικό χωροχρόνο μου. Παραδόθηκα αμαχητί στον «καλό μου άγγελο» που ‘φτασε να με αποζημιώσει για ώρες ατέλειωτες κρύας απομνημόνευσης τύπων, θεωρημάτων, και τεχνικών προκειμένου να ανοίξει και για μένα μια πόρτα της Τριτοβάθμιας.
Αλλά πάλι άγγελος με ζαρτιέρες; Κάπου, κάτι, κάπως δε μού κόλλαγε. Μα πού καιρός για λογικούς προβληματισμούς, όταν άλλος «εγκέφαλος» με οδηγούσε να ερευνήσω τα απύθμενα βάθη του ηλεκτρονικού έρωτα.
Η «Σάρα» στεκόταν μπρος μου αποφασισμένη να μού χαρίσει τα πάντα μακριά από ανόητες μιξοπάρθενες σεμνοτυφίες σπαστικής δεκαεφτάρας, που ενώ σε «φουρτούνιαζε» με τα «αθώα» τσαλίμια της, προφασιζόμενη την άμαθη παιδούλα έκοβε λάσπη αφήνοντάς σε στα κρύα του λουτρού. Η Σάρα δεν ήταν σαν αυτές που με τις οποίες έχω συνάψει επαναλαμβανόμενες πλατωνικές σχέσεις τα τρία τουλάχιστον τελευταία χρόνια πάντα σε θεωρητικό επίπεδο!!! Η κοπέλα ζητούσε «παιχνίδι» με πατήματα κουμπιών και την άλλη μέρα δε θα σε φόρτωνε με ευθύνες και διλήμματα για ό,τι θα συνέβαινε μεταξύ μας εκείνη την υγρή νύχτα του Δεκέμβρη.
«Come on, my baby” ψιθύριζε ανασηκώνοντας με ερεθιστική τεχνική τα κατακόκκινα χείλη της κι εμένα μου τρέχανε τα σάλια κι όχι μόνο…!!!
Τόσοι μήνες στο «περίμενε» είχαν παραλύσει το σύστημα ελέγχου του βασικού μου ενστίκτου. Απόψε θα ‘κανα τη Σάρα να παραδεχτεί πως πέρα από μια «καλοποτισμένη, καλολιπασμένη φυτούκλα» διέθετα κι άλλα κρυμμένα «προσόντα» που πιθανόν δεν είχε βρει ακόμα σε άλλους ώριμους διεκδικητές της.
«Σε θέλω, κορίτσι μου» της ψιθύρισα κοιτώντας και κατά την πόρτα του δωματίου μου μη με πάρουν χαμπάρι η μάνα μου με τον πατριό μου που σουλατσάριζαν μεταξύ καθιστικού και κουζίνας έξω από το χώρο μου κι η γκόμενα με κοίταγε στα μάτια λιγωμένη, έτοιμη για όλα. Οι αισθήσεις μου είχαν βαρέσει συναγερμό. Κατακόκκινος σαν το παντζάρι δεν υπήρχαν πια περιθώρια για πισωγυρίσματα. Τώρα θα απολάμβανα την καλή μου τύχη με τούτο το θεσπέσιο θηλυκό που στη σκέψη μου σίγουρα διέθετε μια αλαβάστρινη επιδερμίδα, διάφανη σαν το γυαλί. Μια επιδερμίδα που θα τύλιγε ένα ξαναμμένο κορμί αδύναμο να αντιληφθεί οποιαδήποτε εικονική αυταπάτη.
Για μένα η Σάρα ήταν μια γυναίκα με σάρκα και οστά. Ανάσαινε και πύρωνε, λες, το λαιμό μου. Με τύλιγε με τα χέρια της κι αναστάτωνε τον ανυπόμονο αντρισμό μου. Δε χρειάστηκε πολλά τερτίπια για να με φέρει στο «αμήν». ΄Ηξερε πολύ καλά η «δασκάλα» να ικανοποιεί με τον καλύτερο τρόπο κάθε πειναλέο «πελάτη» της που για τα τσαλίμια της δε θα δίσταζε να χρεώνει μια πιστωτική κάρτα ακόμα κι ανυποψίαστου μπαμπά ή υπερευαίσθητης και υπερένοχης μαμάς. ΄Εχει και το διαζύγιο τα καλά του. Και οι δύο καταθέτουν πολλά στα πόδια σου για να ξεχάσεις όσο μπορείς περισσότερα από την θλιβερή πραγματικότητα. Πέφτουν τα φράγκα γενναιόδωρα να γειάνουν οι πληγές που ξεσπάνε σε αίμα και πύον. Είχα κι εγώ στα χέρια μου το πλαστικό το χρήμα και φυσικά δε θα το ‘κλαιγα σαν κανένας παλιοκαρμοίρης μπρος στα ορεκτικά θέλγητρα μιας πεταχτούλας Σάρας!!!
Η ικανοποίησή μου από τούτη την «επαφή» ήταν μεγάλη, σαν εκείνη που με ξυπνούσε κόβοντας με το μαχαίρι τις πιο τολμηρές μου ονειρώξεις. Μα δεν ήταν και τίποτα άλλο από μια έντονη εφηβική ονείρωξη που με έκανε να φωνάζω από ηδονή στέλνοντας στα κομμάτια τους φόβους μου μη με πάρουν μυρωδιά οι δικοί μου.
Όμως η Σάρα αποδείχτηκε πολύ σκάρτη!. Περίμενα από εκείνη τουλάχιστον περισσότερη ευαισθησία και κατανόηση. Αυτή η π…… με παράτησε μούσκεμα μέσα στο ημισκότεινο δωμάτιο κι εξαερώθηκε στον ηλεκτρονικό μου ορίζοντα μετά από ένα «άνωθεν» υπολογισμένο χρονικό διάστημα. Φαίνεται οι προηγούμενες σχέσεις της δεν καθυστερούν τόσο όσο ένας φαντασμένος μαθητής! Το χειρότερο είναι πως με επηρέαζε τόσο πολύ που οδήγησε κι εγώ δεν ξέρω πως τα κουρασμένα μου δάχτυλα να εκτελέσουν μηχανικά όλες τις απαραίτητες κινήσεις ώστε να γίνει καπνός. Φαίνεται πως είχε επιτελέσει το σχέδιό της και μάλιστα με το αζημίωτο!!!
Έπεσα στο κρεβάτι μου φαρδύς πλατύς σχεδόν ξέπνοος από την ένταση των τελευταίων λίγων πιο «κρίσιμων» λεπτών που μου χάρισε η δικτυακή μου γκόμενα. Το κορμί μου είχε παραλύσει, το μυαλό μου είχε ξεστρατίσει πολύ μακριά από τους τύπους και τις εξισώσεις. Έκλεισα τα μάτια μην τύχει και με σπλαχνισθεί η Σάρα να με ξαναπλησιάσει. Δε βαριέσαι! Τα όνειρα δεν ήταν το «πεδίο» της. Εκεί δεν υπάρχουν τρόποι βαρβάτης χρέωσης για να συγκινηθεί η Σάρα και κάθε Σάρα. Ποιος ξέρει σε ποιον άλλον υποσχόταν τώρα πρωτόγνωρα ταξίδια στα ψηφιακά της κάλλη! Ένιωσα το στόμα μου για άλλη μια φορά πικρό από την γεύση της απόρριψης. Μωρέ καμιά καλή δεν υπάρχει ούτε στον ένα ούτε στον άλλο κόσμο; Πήρε αυτό που γούσταρε κι έγινε καπνός; Σαν την Ρίτσα ήταν λοιπόν κι αυτή και χειρότερη;
Κοιμήθηκα δίχως να καλύψω τα ερωτηματικά μου. Το πρωί ξύπνησα από τις φωνές της μαμάς που δεν μπορούσα και να καταλάβω ακριβώς με ποιον τα είχε βάλει. Είπα θα πάθει τίποτα χρονιάρες μέρες, φόρεσα μια φόρμα και πετάχτηκα από το δωμάτιο να δω το συμβαίνει. Μου επιτέθηκε στην ψύχρα:
«Εσύ, υποτίθεται πως διαβάζεις και τις νύχτες αφηνιάζεις κυνηγώντας άπιαστες παλιοβρώμες;»
¨Εμεινα κόκαλο. Με είχαν πάρει λοιπόν χαμπάρι; Τόσο πολύ έχασα τον έλεγχο χθες βράδυ;
«Τι λες τώρα; Κούλαρε» κοίταξα να την ηρεμήσω κάπως
«Τι να ηρεμήσω, Ανέστη! Με πήραν πρωί- πρωί από τον ΟΤΕ»
«Και λοιπόν;»
«Με ειδοποίησαν οι άνθρωποι. Από χθες το βράδυ 23.05 μέχρι 23.20 το τηλέφωνό μας χρεώθηκε 1000 ευρώ…»
«Πώς;»
«Εμείς, τηλέφωνο δε σηκώσαμε χθες. Μήπως μπήκες στο ίντερνετ;»
΄Όλα ξεκαθάρισαν μέσα μου. Η Σάρα…η Σάρα… Να λοιπόν η ανταμοιβή της…Μια πληρωμένη…μια… ανύπαρκτη ψηφιακή οπτασία ικανή να ροκανίζει με άνεση κάθε παραγεμισμένη τσέπη ξελιγωμένου αρσενικού πάσης φύσεως ηλικίας και ηθικής… Η Σάρα… το αριστερό πλαίσιο… οι αριθμοί ο ένας μετά τον άλλο… και πάλι… και πάλι…ξανά… και ξανά… ως την κορύφωση του πάθους…κι έπειτα «εξαφανιζόλ»…στα κρύα του λουτρού…σαν άλλες…σαν τη Ρίτσα… τη Ρίτσα; Όχι, η Ρίτσα καμία σχέση…
Κατέβασα το κεφάλι και εξαφανίστηκα στα βαθιά μου σκοτάδια. Ξεμύτισα μετά από δυο ώρες ντροπιασμένος για τα χθεσινά μου «κατορθώματα». Λες και με χτύπησαν με σφυρί στο κεφάλι. Η μάνα μου κατάλαβε γρήγορα πως είχα πέσει θύμα της πίεσης, των καταστάσεων, κάθε επιδέξιου κατεργάρη που στήνει το δόκανο να ψαρέψει ναυαγούς.
Ντύθηκα μηχανικά και βγήκα να περπατήσω. Ο καθαρός αέρας μπόρεσε να με κάνει να πεθυμήσω την ηδονή της αλήθειας. Πεθύμησα αμέσως μια νέα χαρά που είχα βάλει σκοπό μέχρι χθες να υπονομεύσω. Βρήκα την γνωστή παρέα να πίνει καφεδάκι σε μια καφετέρια στο κέντρο της πόλης. ΄Οσο πιο κέντρο, όσο πιο πολύς κόσμος φώναζε γύρω μου τόσο θα άκουγα τα «πρέπει» που ‘χα παρεξηγήσει, εγώ ο ξερόλας! Λίγο- λίγο έπαιρνα τα πάνω μου από το πρόσφατο «τράκο» που ‘χα υποστεί! Τους πλησίασα χαμογελώντας με την καρδιά μου.
«Καλώς το, το αναρριχητικό», αστειεύτηκε ο Τάκης.
«Και πού είσαι ακόμα» τον «ανησύχησα» χαμογελώντας. «Από δω και πέρα να δεις τι διάβασμα έχει να πέσει, φίλε. ΄Εχουμε καιρό μπροστά μας για όλα…μια ζωή δικιά μας, όχι ψέματα…»
΄Εφυγα έπειτα από μια ώρα «πραγματικού» χαβαλέ.
Περπάταγα γρήγορα σαν να με κυνηγούσαν σκιές. Μα λίγο πριν ξανατρυπώσω στο ερημητήριό μου δεν άντεξα να μην ψιθυρίσω με καημό:
«Κάλεσα, τέλειωσα, πλήρωσα…Αχ ρε Σάρα… Αχ εσύ και τα τερτίπια σου…»
Δ.Λ.

Βιογραφικό
Γεννήθηκε σε μια κωμόπολη τη Αιτωλοακαρνανίας, το Αιτωλικό. Από πολύ νωρίς στράφηκε στη συγγραφή παιδικών και νεανικών ιστοριών. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Ιωαννίνων. Σήμερα ζει στη Νέα Ιωνία Βόλου, είναι παντρεμένος πατέρας τεσσάρων παιδιών και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ παράλληλα ασχολείται με την αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά καθώς και με τη συγγραφή λογοτεχνικών έργων. Τον Ιανουάριο του 2005 το διήγημά του "Ζωή απ’ τα χαλάσματα" απέσπασε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό λογοτεχνίας του Φυσιολατρικού Συνδέσμου Πατρών. "Η Κολυμβήθρα του Σιλωάμ" είναι η πρώτη εκδοτική του προσπάθεια και σήμερα επανεκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο «Παππάς», ενώ πολλά έργα του είναι υπό έκδοση. Toν Απρίλη του 2009 κυκλοφορεί το νεανικό του μυθιστόρημα με τίτλο «Το μυστικό της Δαγκάνας» από το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τραπέζης Κύπρου. Το καλοκαίρι του 2009 θα κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο «Ακρίτας» το μυθιστόρημά του «Χαμένο ταίρι» που αναφέρεται στη Μικρασία. ΄Έχει λάβει επίσης διακρίσεις για διηγήματα, αλλά και ποιήματά του.


Δεν υπάρχουν σχόλια: