Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

1204. Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού


Γιώργος Καραμπελιάς, 1204. Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού,
«Εναλλακτικές Εκδόσεις», Αθήνα 2006, σ. 545
Βιβλιοπαρουσίασητου Απόστολου Διαμαντή*
Πυκνώνουν πλέον τα δημοσιεύματα σχετικά με την γένεση του νέου ελληνισμού, γεγονός που καταδεικνύει ένα αυξημένο επιστημονικό ενδιαφέρον για τα ζητήματα που αναφέρονται στους παράγοντες της εθνικής συνέχειας. Να θυμίσουμε εδώ την πρόσφατη έκδοση των Βερέμη και Κολιόπουλου «Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια», τις μονογραφίες του Σβορώνου, του Λιάκου και του Σβολόπουλου για το έθνος, το έργο του Παπαγεωργίου «Από το γένος στο έθνος» και πολλά σχετικά άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά.
Μέσα σ’ αυτό τον κατακλυσμό των δημοσιευμάτων, έρχεται να προστεθεί ένα έργο κάπως διαφορετικό, καθώς ο συγγραφέας του δεν ανήκει στον χώρο των κατ’ επάγγελμα ιστορικών. Πρόκειται για τον Γιώργο Καραμπελιά και το έργο του “1204. Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού”, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις».
Το ότι ο Καραμπελιάς δεν ανήκει στον χώρο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, αυτό δεν έχει να κάνει καθόλου με την εγκυρότητα των γραφομένων του, με την επιστημονική τους αξία. Το αντίθετο: αυτή η απόσταση του συγγραφέα από το métier (πεδίο δράσης ή δραστηριότητας, επάγγελμα, απασχόληση) των ελλήνων ιστορικών, του δίνει μια δυνατότητα ελευθερίας τόσο στην θεματολογία, όσο και στην έκφραση. Διότι, είναι γεγονός, ότι η σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία πάσχει από έναν ακραίο θετικισμό, που είναι καρπός της αγωνιώδους προσπάθειάς της να απομακρυνθεί από την όποια ιστοριογραφική ρητορεία των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Αυτή η κυριαρχία του ακραίου θετικισμού, που εκδηλώνεται με υπερβολικές κατατμήσεις της θεματολογίας, με μια στενή εργαλειακή χρήση των πηγών, με την απουσία αξιολογίας και τέλος με την απουσία σημαντικών συνθετικών ιστορικών έργων, έχει οδηγήσει σε μια γενικευμένη αποξήρανση του ιστοριογραφικού λόγου. Συνήθως τα έργα των σύγχρονων ελλήνων ιστορικών δεν είναι καθόλου ευχάριστα στην ανάγνωση, καθώς κατακλύζονται από πίνακες, από πληροφορίες, από υποσημειώσεις και τεχνικές, έτσι ώστε να χάνεται εντελώς η αφηγηματική τους εικόνα. Όμως η ιστορία είναι πάνω απ’ όλα αφήγηση. Πρόκειται για είδος κατεξοχήν λογοτεχνικό, ιδιόμορφα επιστημονικό, το οποίο εν τέλει προορίζεται για ανάγνωση. Και όχι μόνον: στοχεύει στην αναβίωση του ιστορικού χρόνου, διαλεγόμενη με την παράδοση και την συνείδηση – συνείδηση έθνους, γλώσσας, θρησκείας και κοινωνικής οργάνωσης. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και το δεύτερο πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας: ακολουθώντας την τελευταία μόδα της αντι-εθνικής αγγλοσαξωνικής σχολής – καρπό της πολιτικής επιρροής που ασκεί η παγκοσμιοποιημένη οικονομία πάνω στις ιστορικές σπουδές – έχει στραφεί προς μια στείρα αναθεωρητική κατεύθυνση. Ο αναθεωρητισμός αυτός, που στοχεύει κυρίως στην απαξίωση του εθνικού ιστορικού πλαισίου, πλημμυρίζει την ιστοριογραφική πρακτική με έργα προκαθορισμένης θεματολογίας, προκατασκευασμένης ερμηνείας και σαφούς πολιτικής επιδίωξης, έτσι ώστε να εισάγεται από το παράθυρο πλέον η χειρότερη μορφή ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας. Αυτή τη φορά από την ανάποδη: από την “πατριωτική” ιστοριογραφία του 19ου αιώνα, περάσαμε σήμερα στην καθαρά “αντιπατριωτική”. Και επιβεβαιώνουμε, επίσης από την ανάποδη, τον Καλλιγά, που κατηγόρησε κάποτε, άδικα φυσικά, τον Κ. Παπαρρηγόπουλο ότι γράφει ιστορία “προς δικαιολόγησιν ιδιαιτέρου θέματος”. Αυτή η κατηγορία ταιριάζει σήμερα γάντι στους “μετα-μοντέρνους” έλληνες ιστορικούς.
Το θέμα που αγωνιωδώς θέλουν να δικαιολογήσουν εκ των προτέρων, είναι η μη συνεχής πορεία του ελληνισμού, από την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα και μέχρι τη νεώτερη εποχή. Ως εάν ο ελληνισμός να ξεφύτρωσε αιφνιδίως το 1821, υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.Αυτές οι δύο σύγχρονες πληγές της ελληνικής ιστοριογραφίας, ο χυδαίος θετικισμός και εμπειρισμός δηλαδή από τη μία και ο ακραίος αντι-εθνικός της λόγος από την άλλη, είναι πολύ δύσκολο να θεραπευθούν στο εσωτερικό τηs, καθώς έχουν καταστεί κυρίαρχες στον ακαδημαϊκό χώρο και καθορίζουν αυστηρά τα επιτρεπτά επιστημονικά πλαίσια. Είναι τα πλαίσια που ο κάθε ιστορικός θα πρέπει να λάβει υπόψη του, εάν θέλει να έχει μια αποδεκτή καριέρα στο χώρο αυτό. Επιστημονικά προγράμματα, χρηματοδοτήσεις ερευνών, ιδρύματα και σχολές, όλα σήμερα είναι προσανατολισμένα σ’ αυτήν την κατεύθυνση, μέσες - άκρες.Επομένως εραστές της ιστορίας, σαν τον Γιώργο Καραμπελιά, που γράφουν αποκλειστικά από έντονη συνειδησιακή παρόρμηση, υπό το βάρος της ιστορικής αίσθησης, υπό το βάρος του παρόντος και του μέλλοντος του ελληνισμού, πρέπει να τύχουν της μεγαλύτερης προσοχής μας. Πολύ περισσότερο που η θεματολογία του Καραμπελιά επαναφέρει στο προσκήνιο το κρισιμότατο ιστορικό ζήτημα της βυζαντινής περιόδου. Διότι οι βυζαντινές σπουδές διεθνώς, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, έχασαν τα αμερικανικά κονδύλια που δίνονταν τότε αφειδώς για την ενίσχυση του αντισοβιετικού πόλου και έχουν περιπέσει σήμερα σε μια ένδεια χρημάτων και ιδεών, παραδομένες και αυτές στον ακραίο θετικισμό.
Θέματα όπως η βυζαντινή λογοτεχνία και τέχνη, όπως η ελληνική πατερική γραμματεία- η οποία είναι η βάση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, τόσο στο χώρο των ιδεών, όσο και στο χώρο των νοοτροπιών-και η βυζαντινή πολιτειακή οργάνωση, βρίσκονται κυριολεκτικά στο ερευνητικό σκοτάδι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ελάχιστοι έλληνες πανεπιστημιακοί ασχολούνται σήμερα συστηματικά με τα ελληνικά κείμενα της περιόδου αυτής, κείμενα 12 αιώνων που σφράγισαν τον ελληνικό λόγο και τη δυτική σκέψη. Ο Φώτιος, ο Ψελλός, ο Παλαμάς, οι Καππαδόκες Πατέρες, ο Καβάσιλας- όλη η βυζαντινή πνευματικότητα είναι κυριολεκτικά εξαφανισμένη από την ελληνική εκπαίδευση και όποιος θέλει σοβαρά να ασχοληθεί μ’ αυτά τα ζητήματα είναι υποχρεωμένος να προστρέξει στις σχολές της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας.
Ο Γιώργος Καραμπελιάς, δημοσιεύοντας σήμερα αυτό το συνθετικό έργο για το ύστερο βυζάντιο, για τις τελευταίες στιγμές του μεσαιωνικού και τις πρώτες του νέου ελληνισμού, δίνει ένα μάθημα ιστοριογραφικού ήθους, ένα μάθημα ερμηνευτικής οξύνοιας, ένα μάθημα επίσης επιστημονικής ακρίβειας στο ύφος και την τεκμηρίωση, τέτοιας εμβέλειας που κανονικά θα έπρεπε να προκαλέσει αισθήματα ενοχής στην ελληνική ιστοριογραφική κοινότητα, που μοιάζει να παραδέρνει μέσα στις κοινωνιολογίζουσες εργαλειακές της κατευθύνσεις. Πιάνοντας το ερμηνευτικό νήμα του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, για την γένεση του νέου ελληνισμού κατά τον 11ο αιώνα, εποχή κατά την οποία το δημώδες νεοελληνικό πνεύμα δημιουργείται υπό την σκέπη του μοναχισμού και στην αντιπαλότητά του με τον αττικισμό και την βυζαντινή εξουσία γενικώς, ο Καραμπελιάς κάνει εκτεταμένη χρήση των βυζαντινών πηγών, ώστε να μας δώσει μια επανερμηνεία αυτού του σχήματος. Η επανερμηνεία αυτή τοποθετεί την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους στα 1204 σαν συμβατική ημερομηνία γένεσης του νέου ελληνισμού, ο οποίος έκτοτε θα ζήσει, υπό το βάρος μιας συνειδητοποιημένης εξάρτησης.
Ο Καραμπελιάς θα δείξει ευφυώς την συσσώρευση κεφαλαίου που πραγματοποιείται εκείνη την εποχή, σε όφελος της Βενετίας και των δυτικών εμπόρων, γεγονός που θα καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στο ελληνικό βυζαντινό κράτος. Οι κοινωνικές δυνατότητες της σημαντικότατης βυζαντινής αναγέννησης του 12ου αιώνα ήταν έτσι ιδιαίτερα περιορισμένες μετά τις σταυροφορίες, αλλά παρόλα αυτά ήταν αυτή ακριβώς η αναγέννηση, μαζί με την τεράστια πνευματική βυζαντινή παράδοση, που έδωσαν στον ελληνισμό τη δυνατότητα να επιβιώσει στους επόμενους σκληρούς αιώνες.
Διερχόμενος με άνεση από το οικονομικό, στο πολιτικό και το θεολογικό πεδίο, ο Καραμπελιάς καταφέρνει, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, να συγκροτήσει ένα έγκυρο ερμηνευτικό σχήμα για την ιστορική συνέχεια του ελληνισμού και να επαναφέρει επίσης τη συζήτηση για την βυζαντινή πνευματικότητα, από το σημείο που την είχε αφήσει ο Βασίλειος Τατάκης πριν πολλές δεκαετίες. Δίνει δηλαδή ένα αποφασιστικό χτύπημα στον μονομερή προσανατολισμό της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας προς το φαινόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, υποδεικνύοντας όχι μόνον τις πηγές της νεοελληνικής συνείδησης, αλλά υπενθυμίζοντας την πραγματικά οικουμενική διάσταση του ελληνικού πατερικού και φιλοσοφικού λόγου. Ο Καραμπελιάς αποδεικνύει ότι οι ιστορικές πηγές του νέου ελληνισμού, η γλώσσα του, η φιλοσοφία του και η τέχνη του, δεν βρίσκονται καθόλου στο ισχνό φαινόμενο του νεοελληνικού διαφωτισμού, αλλά στην αναβλύζουσα πηγή της βυζαντινής πνευματικότητας.Παρά την χαλαρή μερικές φορές συνοχή του κειμένου, γεγονός που οφείλεται στην τεράστια προσπάθεια σύνθεσης τεκμηρίων διαφορετικού τύπου, ο αναγνώστης, εντυπωσιασμένος από το εύρος των πληροφοριών και την συνθετική ικανότητα, μπορεί άφοβα να αναφωνήσει με το πέρας της ανάγνωσης το λεχθέν υπό του Ιωάννου Βατάτζη: “Ουδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι και πολεμούντες. Ην γαρ αδικοίημεν και φύσεως νόμους και πατρίδος θεσμούς και πατέρων τάφους και τεμένη θεία και ιερά, ει μη εκ πάσης της ισχύος τούτων ένεκα διαγωνιζόμεθα”.

* Ο Απόστολος Διαμαντής είναι διδάκτωρ της Ιστορίας, πανεπιστημιακός
(Σημ. Δ.Ε.Ε.: Οι επισημάνσεις δικές μου).

Δεν υπάρχουν σχόλια: