Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Επιλεγμένα Διηγήματα Α΄ ΛΔΔ (3)

Το Κυνήγι
Πλάτωνας Λασούρια

Το πιο δύσκολο είναι να ξεκινήσεις. Κάτι που παλιότερα ήταν γνώριμο και φυσικό, τώρα μοιάζει άθλος που πρέπει να υπερπηδηθεί. Σίγουρα θα γίνουν λάθη, ίσως έχουν γίνει ήδη, αλλά να τον πάρει και να τον σηκώσει – ένιωθε ωραία. Ο άντρας στους θάμνους κινήθηκε λίγο. Κάποτε μπορούσε να περνά μέρες χωρίς να κουνήσει ούτε έναν μυ. Είχε σκουριάσει. Μετά από τόσα χρόνια αδράνειας ήταν ξανά στο κυνήγι. Όχι από δικιά του επιλογή. Τουλάχιστον στην αρχή. Τώρα είχε ξαναρχίσει να νιώθει την έξαψη, τον παλιό του γνώριμο σ’ όλα τα καρτέρια.
Μέσα απ’ το σκόπευτρο παρακολουθούσε την όχθη του ποταμού. Ήταν ένας καλοκαιρινός ποταμός που κυλούσε τον χειμώνα, οτι μπορεί να σημαίνει αυτό. Όχι ότι είχε σημασία –σ’αυτά τα μέρη ο χειμώνας ελάχιστα διέφερε από τις υπόλοιπες εποχές. Απ’την πλευρά του άντρα, πάνω σε στρώμα με χαλίκια, ήταν ένα πέτρινο θυσιαστήριο, τουλάχιστον έτσι πίστευε ότι λεγόταν. Ήταν ένα μέρος στο όποιο έρχονταν και έκαναν θυσίες και προσφορές σ’έναν συγκεκριμένο θεό. Ίσως κάποτε ο τόπος αυτός να είχε γνωρίσει κάποιες δόξες, όταν όμως ο κυνηγός έφτασε η πέτρα ήταν στεγνή από αίμα και η οποιαδήποτε θυσία ήταν μακρινή ανάμνηση.
Τώρα, πάνω στη πέτρα ένα μοσχάρι αιμορραγούσε. Ένα δόλωμα. Δεν ήξερε πόσο θα έπρεπε να περιμένει, κρίνοντας από την κατάντια του βωμού ίσως πάρα πολύ. Είχε χρόνο.
Το όνομα του ήταν Τζον Στεπ. Καθόταν στην πιο απομακρυσμένη άκρη του δικού του μπαρ. Ίσως όχι ολοκληρωτικά δικού του, αλλά το 49% του έδινε ένα δικαίωμα να το αποκαλεί έτσι. Ήταν μια επένδυση, ήταν το μέλλον του. Είχε ξεχάσει ή καμωνόταν πως είχε ξεχάσει τις εντάσεις και τις χάρες του κυνηγιού. Σίγουρα είχε ξεχάσει τις παλιές του επαγγελματικές κάρτες, όσες του είχαν μείνει είχαν πεταχτεί, και ξαφνικά βρέθηκε να κοιτάει μια που έπεσε πάνω στο τραπέζι του. Ο Τζον χαμήλωσε την εφημερίδα που διάβαζε.
Η κάρτα είχε μια περίεργη γκρίζα απόχρωση.
Έγραφε: Τζον Στεπ. Κυνηγός –έκπτωτοι άγγελοι –δαίμονες – μικροί θεοί
Το τηλέφωνο είχε αλλάξει.
Ο Τζον έβαλε τα γυαλιά του και κοίταξε τον άντρα που είχε μπροστά του. Δεν ήταν τόσο χοντρός, όσο ασουλούπωτος. Έμοιαζε αδέξιος, σαν τα χεριά και τα πόδια του να ήταν έτοιμα να παρασύρουν στο πέρασμα τους καρέκλες, κατσαρόλες σκούπες και οτιδήποτε άλλο σταθεί εμπόδιο τους.
«Να καθίσω;» πρότεινε ο άγνωστος. Ο Τζον δεν απάντησε αλλά ο άντρας εξέλαβε την κίνηση του κεφαλιού του σαν πρόσκληση. Κάθησε βαριά, αλλά δεν έριξε την καρέκλα.
«Είσαι αυτός.» είπε δείχνοντας την κάρτα. Η φωνή του δεν είχε ερωτηματικό τόνο.
Ο Τζον ξαναφόρεσε τα γυαλιά του και σήκωσε την εφημερίδα. «Όχι» είπε από πίσω της.
«Το ξέρω ότι είσαι εσύ Τζον. Κύριε Στεπ…Πως προτιμάς…μάτε…»
«Τζον. Το όνομα είναι δικό μου, όλα τα άλλα στοιχεία στην κάρτα δεν ισχύουν πια.» Τον κοιτούσε και πάλι. Ο χοντρός φαινόταν ενδιαφέρον άτομο. Ο Τζον είχε ένστικτο σ’αυτά τα πράγματα.
«Γιάννης Κολτ το όνομα μου.» έτεινε το ιδρωμένο χέρι του. Μετά από δυο δευτερόλεπτα ο Τζον το έσφιξε.
«Θα ήθελα να σου μιλήσω. Αν δεν έχεις αντίρρηση ή δεν είσαι απασχολημένος.» ο Γιάννης έριξε μια μάτια γύρω. Τέτοια ώρα το μπαρ ήταν άδειο, ο μπάρμαν θα ερχόταν σε καμιά ώρα.
«Γιατί όχι; Μ’ αρέσουν οι συζητήσεις.»
«Θέλω την βοήθεια σου. Θέλω να μισθώσω τις υπηρεσίες σου και είμαι πεπεισμένος να σε βγάλω από την σύνταξη σου.»
«Σύνταξη; Ωραία ακούγεται. Γιατί να θέλω να ξανακάνω κάτι τόσο επίπονο και επικίνδυνο όταν έχω βολευτεί. Δεν είναι ο παράδεισος, αλλά έχω την επιχείρηση μου και τα χρήματα μου, τους φίλους και έρωτες μου, την ησυχία μου τέλος πάντων. Έχω καταργήσει τα ξυπνητήρια, μια από τις πιο διαβολικές εφευρέσεις του ανθρώπου. Είμαι ελεύθερος να κάνω ότι θέλω. Να πιω ένα μοχίτο στο ηλιοβασίλεμα. Να πάω ταξίδι στο Παρίσι. Ένα βήμα πριν την απόλυτη ευτυχία, Γιάννη.»
«Και όμως.» ο Γιάννης έγειρε το αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο πιο κοντά «Τώρα που σε βλέπω από κοντά, είμαι σίγουρος πια. Δεν είσαι ευτυχισμένος, ούτε κατά διάνοια. Βαριέσαι –όχι, δεν είναι η σωστή λέξη, μιζεριάζεις –ούτε… Τελματώνεις, αυτό είναι, είσαι σ’ένα τέλμα και νομίζεις ότι είσαι ευχαριστημένος επειδή δεν βουλιάζεις. Αλλά αυτό ακριβώς είναι ένα τέλμα, μια αδράνεια, μια αδήφαγη αδράνεια που κάποτε, όχι ακόμα αλλά κάποτε, θα σε καταβροχθίσει ολόκληρο. Είμαι σίγουρος ότι αυτή είναι η σωστή λέξη και μόλις μ’ένα γράμμα διαφορά από το τέρμα. Το τέλος. Το τέλος είναι για τους νεκρούς. Εσύ δεν είσαι νεκρός. Όχι ακόμα.»
Ο Γιάννης σταμάτησε και ξεροκάταπιε. Τα μάτια του έκαιγαν. Ο Τζον δεν μιλούσε για αρκετή ώρα. Επιτέλους άνοιξε το στόμα του.
«Όχι, δεν είμαι νεκρός. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους. Έχεις πολύ θράσος να έρχεσαι εδώ και να μου μιλάς μ’ αυτόν τον τρόπο. Επειδή ξεκίνησες θέλω να ολοκληρώσεις. Τι είναι αυτό που θέλεις από μένα;»
«Θέλω να αγκαλιάσεις την φύση σου. Θέλω να κυνηγήσεις ξανά. Μια τελευταία φορά, αν αυτό σε ηρεμεί, αν και εγώ πιστεύω πως θα είναι μια καινούρια αρχή. Σίγουρα χρειάζεσαι ένα μεγαλύτερο κίνητρο και οι τιμές έχουν αλλάξει από τότε που ήσουν εν’ ενεργεία, με τον πληθωρισμό και όλα αυτά.»
Ο Γιάννης πήρε την κάρτα και στην πίσω πλευρά έγραψε ένα ποσό. Ο Τζον το κοίταξε σκυθρωπά. Άνθρωποι είχαν σκοτωθεί και αυτοκρατορίες είχαν γκρεμιστεί για μικρότερα ποσά.
«Προτού απαντήσεις, μαθέ ότι δεν είναι όλη η προσφορά. Αγόρασα το άλλο μισό του μπαρ. Θα είναι ολοκληρωτικά δικό σου. Έχεις δείξει ότι το αγαπάς.»
Ο Γιάννης έβγαλε το χαρτί της μεταβίβασης. Όλα νόμιμα. ΄΄Γαμώτο, Απόλλωνα!΄΄ έβρισε νοητικά τον πρώην συνέταιρο του.
Μπορούσε να συνεχίσει να διαπραγματεύεται και να αραδιάζει επιχειρήματα, αλλά μέσα του ήξερε ότι είχε λυγίσει, είχε δεχτεί. Ένα μεγάλο σφάλμα για τα χρήματα ή … Ο Τζον σκέφτηκε όλα τα καταθλιπτικά ηλιοβασιλέματα μεθυσμένος από τα μοχίτος, όλα τα βαρετά απογεύματα και ανυπόφορα πρωινά που πέρασε στο Παρίσι. Ίσως το ήθελε, ίσως το είχε ανάγκη πιο πολύ από τον χοντρό ιδρωμένο τύπο μπροστά του.
«Δείξε μου»
Ο Γιάννης χαμογέλασε και έβγαλε έναν φάκελο.

Ως μικρός θεός, και η λέξη κλειδί εδώ είναι ΄΄μικρός΄΄, ο Αζούρ δεν ήταν δημοφιλής. Πλήθη ανθρώπων δεν μαζεύονταν στις πλατειές, μικρά παιδάκια δεν του απεύθυναν προσευχές πριν πάνε να πλαγιάσουν, εγκλήματα και αποτρόπαιες πράξεις δεν διαπράττονταν εις το όνομα του. Καμία σχέση με την αναγνώριση του πολεμοχαρή Άρη, το κύρος του Βούδα ή έστω την συμπάθεια που έτρεφαν για τον Λόκι. Αλλά ούτε μισητός και κατάπτυστος ήταν. Το όνομα του δεν αναφερόταν στο Νεκρονόμικον, δεν είχε φανατικούς οπαδούς σαν τον Βελζεβούλ, ούτε το άκουσμα του ονόματος του προκαλούσε τρόμο, όπως της Κάλι, ή έστω μια ανησυχία, μια οποιαδήποτε αντίδραση πέραν του χασμουρητού. Και όντας μη δημοφιλής θεός αυτό συνεπαγόταν απουσία προσφορών. Χωρίς ναούς, τόπους λατρείας και ανθρώπους που του έκαναν θυσίες. Ναι, σ’αυτόν τον κόσμο ένας αφανής θεός πεινούσε. Χρειαζόταν να κατέβει από τον οποιονδήποτε Όλυμπο ή Άσγκαρντ και να κυνηγήσει. Κάποιοι άλλοι μπορεί να το έβρισκαν απαξιωτικό. Όχι ο Αζούρ. Είχε να δεχτεί θυσία για εκατόν δυο χρόνια. Ο τόπος που επέλεξε να κυνηγάει ήταν ένα δάσος στο όποιο βρισκόταν ο μοναδικός βωμός που είχε χτιστεί προς τιμήν του. Μια οικογένεια ξυλοκόπων ή υλοτόμων, πολύ πιθανόν τα δυο να σήμαιναν το ίδιο πράγμα –σκεφτόταν, το είχε χτίσει και τον λάτρευε. Όχι με ζήλο, βέβαια, αλλά του Αζούρ του αρκούσε. Μέχρι να πεθάνουν όλοι από μια μαζική αυτοκτονία, ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες του. Ένιωθε επιθυμητός, ένιωθε την αγάπη.
Τώρα με ανάλαφρα άλματα κινιόταν από δέντρο σε δέντρο, στο έδαφος και πάλι στα δέντρα, αναζητώντας την λεία του. Που και που, περισσότερο συχνά οπόσο ήθελε να παραδεχτεί στον εαυτό του, ερχόταν να ελέγξει τον βωμό, με ελπίδα να βρει καινούριους προσκυνητές. Μετά από τόσα χρόνια είχε καταντήσει ρουτίνα. Απλώς μια μηχανική κίνηση.
Αλλά όχι σήμερα. Εκεί που έτρεχε, ξαφνικά σταμάτησε και σηκώθηκε όρθιος. Μπορούσε να το μυρίσει από μισό χιλιόμετρο, ακόμα και αν δεν το έβλεπε. Φρέσκο αίμα. Εκεί που ήταν ο βωμός.
«Σταμάτα, βλάκα» σύριξε στον εαυτό του. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. «Μάλλον μια αντιλόπη, σκόνταψε και έσπασε το κεφάλι της. Ή μπορεί λύκοι να κατασπάραξαν μια γίδα. Ηρέμησε, μπορεί να μην είναι τίποτα.» προσπαθούσε να καταλαγιάσει τις ελπίδες του. Πολύ αργά. Είχαν ήδη αναπτερωθεί και πετούσαν ψηλά.
Ο Αζούρ μισόκλεισε τα μάτια του, μετατόπισε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο και μη μπορώντας να περιμένει άλλο όρμησε για τον βωμό.
Ο Τζον κοιμόταν έχοντας ανοιχτά τα μάτια του. Ένα κόλπο, ο ίδιος θα το ονόμαζε τέχνη, που του είχε φανεί απαραίτητο στη δουλειά που έκανε. Ξύπνησε αμέσως, μόλις είδε κίνηση γύρω απ’ τον βωμό. Τον πήρε δυο δευτερόλεπτα να περάσει από την αποχαύνωση σε κατάσταση απόλυτης εγρήγορσης. Κάποτε θα χρειαζόταν μόνο μισό.
Το πλάσμα, που διέσχισε το ποτάμι και στάθηκε μπροστά στο κουφάρι, μόνο σε κάποια παρακμιακή μυθολογία θα μπορούσε να ονομαστεί θεός. Ήταν χρυσαφί, είχε κέρατα και μια τεράστια κοιλιά. Στάθηκε μπροστά στον βωμό σε στάση κατάπληξης σαν να μην μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ξαφνικά άρχισε να χοροπηδεί πάνω-κάτω.
Ο Τζον χαμογέλασε πικρά. Έσφιξε απαλά την σκανδάλη. Το βελάκι έφυγε από την καραμπίνα και καρφώθηκε κατευθείαν στον ποπό του. Το πλάσμα σταμάτησε να χοροπηδάει, τράβηξε το βελάκι και το κοίταξε με απορία. Την επόμενη στιγμή έπεσε στο έδαφος. Το βελάκι δεν είχε ηρεμιστικό, που έτσι και αλλιώς δεν θα έπιανε σε κανέναν θεό, αλλά απλό νερό. Με την ίδια επιτυχία θα μπορούσε να το γεμίσει με κρασί ή γκαζόζα. Δεν είχε σημασία το όπλο ή τα πυρομαχικά, αλλά το χέρι που τα χειριζόταν.
Ο Τζον βγήκε από την κρυψώνα του και ζύγωσε τον μικρό, χρυσό θεό. Στάθηκε από πάνω του, αναστενάζοντας. Ήταν γυμνός. Το κουσούρι με τους θεούς ήταν πως νόμιζαν ότι δεν χρειάζονταν ρούχα.
Ονειρευόταν χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες πιστών να συρρέουν. Να πέφτουν μπροστά του στα γόνατα, να τον προσκυνούν. Να απορρίπτουν τον Χριστό, τον Μωάμεθ, τον Γιογκ-Σογκόθ. Αυτός και μόνο αυτός στα μυαλά και καρδιές εκατομμυρίων, εκατοντάδων εκατομμύριων. Ονειρευόταν ψαλμούς και λιτανείες.
Σιγά-σιγά όρχησε να συνέρχεται. Το πρώτο που αντιλήφθηκε ήταν το σκοτάδι, ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια. Το δεύτερο ήταν η κίνηση, τρανταζόταν ολόκληρος. Τρίτο, τον περιορισμένο χώρο στον οποίον, βρισκόταν, μικρός σαν ντουλάπα. Τελικά κατάλαβε ότι ήταν δεμένος.
Τι χαζό. Έκανε να σπάσει τα δεσμά του. Περιέργως τα σκοινιά τον κρατούσαν καλά. Πολύ χαζό. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Τσάτισε κάποιον θεό, κάποιον από τους μεγάλους; Τον έπιασαν αιχμάλωτο; Που τον πήγαιναν;
Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Η μηχανή έσβησε, η πόρτα άνοιξε και έκλεισε, βήματα πλησίασαν και επιτέλους φως μπήκε μέσα στο πορτμπαγκάζ. Ο Αζούρ κοίταξε πάνω για να δει για πρώτη φορά τον Τζον Στεπ. Ήταν ένας απλός άνθρωπος, είχε δει εκατό άλλους σαν αυτόν. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει;
Ο Τζον τον βούτηξε σαν ένα σακί με πατάτες. Ο Αζούρ έμεινε άφωνος από αυτήν την αναίδεια. Αγκομαχώντας ο Τζον τον μετέφερε μέσα στο σπίτι και τον κατέβασε στο κελάρι. Τον απίθωσε σε μια γωνιά. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του και είπε «Χρειάζομαι κάτι να πιω.» Κοίταξε τον Αζούρ και του κούνησε το δάχτυλο. «Εσύ μείνε εδώ.»
Ο Τζον ξαναγύρισε μετά από δέκα λεπτά. Κρατούσε ένα ποτήρι με χυμό στο ένα χέρι, έναν φάκελο στο άλλο. Από μια γωνιά πήρε μια καρέκλα και την έβαλε με την ράχη μπροστά, προτού κάτσει, ακριβώς απέναντι από τον Αζούρ.
Ο Αζούρ, στον χρόνο που έλειπε ο απαγωγέας, είχε ανακαθίσει , δοκίμασε ξανά και ξανά να σπάσει τα δεσμά του, χωρίς αποτέλεσμα. Η αρχική σαστιμάρα είχε περάσει. Αγριοκοίταξε τον Τζον και βρυχήθηκε:
«Πως τολμάς, θνητέ!! Εγώ είμαι ο ΑΖΟΥΡ!! Ο Άρχοντας των-…»
Στην μέση της πρότασης του και χωρίς καμιά προειδοποίηση ο Τζον μισόσκυψε και του έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι.
«Άσε τις υστερίες.» του είπε κοφτά.
Ο Αζούρ γούρλωσε τα μάτια του. Ούρλιαξε:
«ΕΙΜΑΙ ΘΕΟΣ!! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ-…»
Το δεύτερο χαστούκι ήταν ακόμα πιο δυνατό. Τώρα και τα δυο του μάγουλα έγιναν πορτοκαλί.
«Βούλωσε το, αν δεν θέλεις άλλη μια σφαλιάρα.»
Ο Αζούρ πήγε να ανοίξει το στόμα του, είδε το χέρι του Τζον να υψώνεται, και το ξανάκλεισε.
«Λοιπόν.» είπε σκεφτικά ο Τζον, ανοίγοντας τον φάκελο. «Τι έχουμε εδώ; Αζούρ ο Χρυσοστόλιστος ή Αζούρ ο Χρυσός. Μια μικρή θεότητα, τόσο μικρή που το ευρύ κοινό δεν σε έχει ακουστά. Ακόμα και οι πιο κρυφοί κύκλοι πρέπει να το ψάξουν πάρα πολύ για να μάθουν κάτι για σένα. Πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά βρίσκουμε στα τέλη του 19ου αιώνα. Από ένα ημερολόγιο που κρατούσε ένας ξυλοκόπος. Αν και το ημερολόγιο αναφέρει δυο πηγές από τις οποίες είσαι γνωστός: πρώτο είναι το Μάγκνα Μιράκουλους, γνωστό βιβλίο μυστικιστών και όμως το όνομα σου δεν αναφέρεται εκεί. Και εγώ είχα την τύχη να διαβάσω ένα από τα δυο εναπομείναντα πρωτότυπα. Όποτε ή είναι λάθος ή ψέμα. Η δεύτερη πηγή είναι ένα υποτιθέμενο βιβλίο που ονομάζεται ΄΄Αζούρ Ενούμ Μα΄΄ Λέω υποτιθέμενο γιατί κανένα ποτέ δεν το έχει ακούσει, πόσο μάλλον δει. Ένα βιβλίο που να αναφέρεται αποκλειστικά σε σένα; Ευσεβείς πόθοι.
Ξέρεις τι νομίζω εγώ; Ο Ξυλοκόπος τα σκαρφίστηκε όλα. Είναι μύθευμα -όχι, εσύ είσαι μύθευμα. Ένας ψεύτικος θεός, ο οποίος υπήρξε μόνο στις σελίδες ενός ημερολογίου κάποιου που πελεκούσε δέντρα για να ζήσει και τώρα ακόμα και οι απόγονοι των σκουληκιών, των οποίων έγινε τροφή, έχουν πεθάνει.»
Έκλεισε τον φάκελο και τον πέταξε περιφρονητικά στο έδαφος. Ο Αζούρ που έτρεμε από οργή, τον κοιτούσε με μίσος.
«Ψέματα.» σύριξε μέσα από τα δόντια του.
«Α, ναι;» χαμογέλασε ο Τζον. Είχε να νιώσει τόσο καλά εδώ και παρά πολύ καιρό. Το μούδιασμα, που τον είχε καταβάλλει μετά από βδομάδες και μήνες αδράνειας, ήταν μια ανάμνηση τώρα.
«Και που είναι τώρα οι πιστοί σου; Ποιοι προσεύχονται σε σένα;» Με μια κλοουνίστικη γκριμάτσα κοίταξε γύρω-γύρω το κελάρι «Εγώ δεν βλέπω κανέναν. Και για να έχουμε καλό ρώτημα, τίνος ακριβώς θεός είσαι; Του πολέμου, της φωτιάς, τον ναυτικών, του δάσους, της τουαλέτας;»
«Είμαι ο Χρυσός Άρχοντας. Ο Φιλεύσπλαχνος Θεός. Ο Σοφός και…»
«Μαλακίες.» τον έκοψε ο Τζον. «Δεν κάνεις τίποτα. Απλώς κάθεσαι μέσα στο δάσος σου και τρως τα γίδια και τα πρόβατα ή τέλος πάντων τι είναι αυτά που τρως. Έχω άδικο; Πες μου; Εκτός από το να τρως και να κοιμάσαι, και να χέζεις προφανώς, τι είναι αυτό που κάνεις;»
Ο Αζούρ άνοιξε το στόμα του «Είμαι … Κάνω … Όταν…»
Ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπο του. Κουλουριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να κλαίει.
«Τώρα φτάνουμε κάπου.» είπε ο Τζον.
Ο Κολτ ξύπνησε και με το χέρι του έριξε το τηλέφωνο στο πάτωμα. Αυτό δεν σταμάτησε να χτυπά. Ήταν ο Στεπ.
«Τον έχω. Έλα να τον πάρεις.»
Ο Κολτ χαμογέλασε. Το ήξερε ότι ήταν καλή ιδέα να προσλάβει τον κυνηγό. Όπως συνήθως οι ιδέες του ήταν καλές. Για ένα ή δυο λεπτά χουζούρεψε στο κρεβάτι και μετά σηκώθηκε. Φόρεσε το κοστούμι του, τη γραβάτα και το καπέλο, που τον έκανε να φαίνεται εκπρόσωπος άλλης εποχής. Έκανε ένα τηλέφωνο. Όσο περίμενε έφτιαξε μια ομελέτα. Όταν ήρθε το μπεζ βαν, βγήκε και κάθησε στην θέση του συνοδηγού.
Ο Κολτ ήταν ένα μυστήριο για του περισσότερους ανθρώπους, εξαίρεση ίσως την πρώην γυναίκα του για την οποία ήταν ένα γουρούνι. Έτσι τον χαρακτήρισε, έλεγε ότι πηρέ ένα γουρούνι στο σακί –το σακί βέβαια είχε λεφτά, αλλά αυτό το ξεχνούσε. Ενώ φαινόταν αδέξιος, έμοιαζε να ξέρει τα πάντα για ό,τι τον ενδιέφερε και τις περισσότερες φορές ήταν στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή.
Η απόσταση ως το σπίτι του Τζον δεν ήταν μεγάλη. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Ο Στεπ του άνοιξε. Φορούσε παντόφλες.
Μαζί κατέβηκαν στο κελάρι. Και εκεί ήταν. Δεμένος χειροπόδαρα, κίτρινος σαν λεμόνι. Αυτός, μάλιστα, έμοιαζε όντως με γουρούνι.
«Είσαι πράγματι καλός.» είπε στον Τζον «Και δεν χρειάζεται να μου πεις ότι νοιώθεις ωραία. Το βλέπω στα μάτια σου. Για σένα.» Του έτεινε έναν μεγάλο φάκελο. «Αν ενδιαφέρεσαι μπορούμε να κάνουμε την συνεργασία μας πιο μόνιμη.» Ύψωσε το χέρι του, προλαβαίνοντας την αντίρρηση του. «Σκέψου, προτού απαντήσεις. Προς το παρόν ας τον κανονίσουμε αυτόν.»
Ο Αζούρ, που παρέμεινε αμίλητος, γύμνωσε τα δόντια του σε μια τρομακτική γκριμάτσα.
«Κάνε φάτσες όσο θέλεις» του κούνησε το δάχτυλο ο Γιάννης «Θα έρθεις μαζί μου.»
Φώναξε τον μπράβο του από πάνω και μαζί τον έβαλαν στο φορτηγάκι.
Ο Αζούρ βρισκόταν μέσα σ’ένα κλουβί φτιαγμένο στα μέτρα του. Τον είχαν λύσει, αλλά τα κάγκελα αποδείχτηκαν σκληρότερα από αυτόν. Το κλουβί βρισκόταν στο πίσω μέρος ενός μισοσκότεινου δωματίου, γεμάτου με έπιπλα, πίνακες και διάφορα μπιχλιμπίδια. Όλα έμοιαζαν σκονισμένα, ακόμα και αν ήταν πεντακάθαρα.
Άκουγε φωνές από την μεγάλη αίθουσα. Όταν τον είχαν φέρει εδώ, η αίθουσα ήταν άδεια. Τώρα άκουσε κάποιον να μιλάει, αλλά ένιωθε ότι ήταν πιο πολλοί εκεί. Κάθε πέντε λεπτά δυο χοντροκέφαλοι μπαμπουίνοι με στολές έρχονταν μέσα και έπαιρναν και από ένα αντικείμενο. Στο τέλος το μόνο που είχε απομείνει ήταν το κλουβί του Αζούρ.
Ξαφνικά η φωνή του ομιλητή έγινε δυνατότερη. Ο Αζούρ άκουσε το όνομα του. Οι γορίλες ήρθαν και στάθηκαν στις δυο πλευρές του κλουβιού. Σήκωσαν δυο σκοινιά από το πάτωμα και όρχησαν να τραβάνε. Το κλουβί είχε ρόδες και κύλησε πολύ εύκολα.
Μέσα από τις διπλές πόρτες τον έβγαλαν στην μεγάλη αίθουσα. Άπλετο φως έλουζε την εξέδρα στην οποία τον τοποθέτησαν. Μπροστά του ήταν ένα βήμα πίσω από το οποίο, με γυρισμένη την πλάτη του, ήταν ο ομιλητής. Και από κάτω, καθισμένοι σε καρέκλες και όρθιοι τοίχο-τοίχο, ήταν άνθρωποι. Δεκάδες, εκατοντάδες. Και όλοι τον κοιτούσαν. Ψιθύριζαν μεταξύ τους, γούρλωναν τα μάτια.
Ο Αζούρ έγειρε μπροστά και χαμογέλασε. Ήρθαν να τον λατρέψουν. Να τον προσκυνήσουν. Αυτός ήταν ο ναός. Δεν άκουγε σχεδόν τίποτα απ’όσα έλεγε ο άντρας. Ήταν σε μια παραζάλη. Μόνο σκόρπιες λέξεις, όπως ΄΄ θεός ΄΄, ΄΄ εξαιρετικά σπάνιο ΄΄, ΄΄ μοναδικό ΄΄.
Ένας μουστακαλής από την μπροστινή σειρά σήκωσε μια ταμπέλα.
«Και έχουμε εκατό χιλιάδες από τον Φον Μπράουν.» φώναξε ο ομιλητής. «Μην ξεχνάτε, απόψε είναι μια μοναδική ευκαιρία. Μήπως έχουμε 125; Ναι! 125 από τον κύριο με το κίτρινο παλτό. 150 από την κύρια Άντερσεν. 175: Ναι…»
Ο άντρας συνέχισε να φωνάζει νούμερα και οι άνθρωποι συνέχισαν να ανεβοκατεβάζουν ταμπέλες. Ο Αζούρ δεν καταλάβαινε. Ήταν μια πολύ παράξενη λειτουργία, όσο παράξενος και ο ιερέας που την τελούσε. Αλλά, ίσως έτσι έπρεπε να γίνει. Ήταν ασυνήθιστος θεός, όποτε και όλα τα άλλα θα ήταν ασυνήθιστα. Ο Αζούρ κάθησε σταυροπόδι και αναπόλησε τις υπέροχες μέρες που θα έρχονταν. Θα έπαιρνε επιτέλους τον σεβασμό που έπρεπε.
Ένας γκριζομάλλης φώναξε κάτι, από το πίσω μέρος της αίθουσας. Ξάφνου έγινε ησυχία, και έπειτα το μουρμουρητό εντάθηκε σε διπλάσια ένταση.
Ο άντρας φώναξε εκστατικός.
«Πουλήθηκε για τρία εκατομμύρια. Συγχαρητήρια κύριε Παπαδόπουλε, αποκτήσατε τον δικό σας προσωπικό θεό.
Π.Λ.


Σύντομο βιογραφικό
Γεννήθηκα το 1983 στο Σοχούμ της Αμπχαζίας. Μικρός ήρθα στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά μου. Έχω ζήσει στην Αθήνα, Ξάνθη και τώρα στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Διοίκηση Επιχειρήσεων στην Καβάλα και έχω δουλέψει σε διαφημιστικές εταιρείες. Από μικρός γράφω σύντομα διηγήματα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: