Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Εκδήλωση-Βιβλιοπαρουσίαση

Από την εκδήλωση της Τετάρτης 27 Ιανουαρίου 2010 στην Λάρισα.
Στην φωτογραφία: Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης, Γιώργος Καραμπελιάς, Αλέξανδρος Νάρης και Δημήτρης Αλευρομάγειρος.

Μια ιδιαίτερα πετυχημένη εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στις 27-1-2010 στο Χατζηγιάννειο Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο με την παρουσίαση του εκπληκτικού μυθιστορήματος του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Αλέξανδρου Νάρη "Οι ανύπαρκτοι", το οποίο κυκλοφόρησε από τις "Εναλλακτικές Εκδόσεις" την Άνοιξη του 2009 (βλ. σχετική βιβλιοκριτική http://vivliofiloi.blogspot.com/2009/11/blog-post.html).
Από την εκδήλωση αυτήν παραθέτουμε το κείμενο της ομιλίας του συγγραφέα Αλεξ. Νάρη, καθώς και την ομιλία του Δημ. Αλευρομάγειρου, Αντιστρατήγου ε.α.

Νάρη Αλεξάνδρου, συγγραφέα: «ΟΙ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΙ»

Δε θα ξεκινήσω μιλώντας για το βιβλίο, θα ξεκινήσω μιλώντας γι’ αυτά που ανακάλυψα γράφοντάς το. Τα Σκόπια για μένα ήταν εμπειρία ζωής. Ένα διάστημα στο οποίο πραγματικά απόλαυσα τη δουλειά μου. Επίσης τα Σκόπια για όποιον ήθελε να δει, ήταν ένα μεγάλο και δύσκολο σχολείο, μόνο που οι μαθητές δεν ήξεραν τι ακριβώς μαθαίνανε, ούτε αν θα ζήσουν για να το εμπεδώσουν Αυτά άρχισα να τα καταλαβαίνω κατά την πορεία της συγγραφής του βιβλίου που παρουσιάζω σήμερα. Σ’ αυτή την πορεία, ένα βασικό ερώτημα που μου βγήκε, δεν ήταν το τι θα γίνει με το όνομα, ούτε το τι θα γίνει στην ίδια τη γειτονική χώρα. Αυτό που με απασχολούσε ήταν αν η Ελλάδα κινδυνεύει να αντιμετωπίσει μια παρόμοια κατάσταση και ποια θα είναι η αντίδρασή των Ελλήνων σε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με την ταπεινή μου άποψη, στρατιωτικά δεν κινδυνεύουμε. Έχουμε γερό, πολύ γερό στρατό. Τον έχουμε πληρώσει πέντε και δέκα φορές παραπάνω από ότι θα μπορούσαμε, αλλά παρόλα αυτά καταλήξαμε να έχουμε ένα στρατό που μπορεί να σκίσει κόσμο. Μπορούμε να δαγκώσουμε πάρα πολύ άσχημα οποιονδήποτε τολμήσει να κινηθεί εναντίον της χώρας. Κι όταν λέω οποιονδήποτε, εννοώ οποιονδήποτε. Αν λοιπόν ο στρατός είναι το μέτρο, τότε όχι, δεν κινδυνεύουμε.
Όμως δυστυχώς για μας, η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα εθνών που ηττήθηκαν, που εξαφανίστηκαν είτε κραυγάζοντας είτε κλαίγοντας και τα οποία είχαν στρατούς πανίσχυρους, αλλά η κοινωνία τους δεν είχε ψυχή, δεν είχε υπόβαθρο. Τα κράτη τους δίχως καμία εξαίρεση κυριαρχούνταν από τη διαφθορά. Σαράκι που τα έτρωγε από μέσα, κι ενώ από έξω φαινόταν πανίσχυρα, με μια δυνατή σπρωξιά κατέρρεαν. Τα κράτη αυτά πλέον δεν είχαν στόχους. Και για να έχουμε καλό ρώτημα, ποιους στόχους μπορεί να έχει ένα έθνος; Μπορεί να είναι εδαφική ολοκλήρωση, μπορεί να είναι κοινωνική απελευθέρωση, θρησκευτική απελευθέρωση, οικονομική ευημερία, μπορεί να είναι ένα σωρό πράγματα. Για να μπορέσει όμως ένας οποιοσδήποτε στόχος να γίνει στόχος του έθνους, πρέπει να είναι ικανός να το κάνει να πάλετε. Υπάρχει κάτι τέτοιο σήμερα; Υπάρχει κάτι που να συνέβη στην κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια και να σας έχει κάνει να ανατριχιάσετε από έξαψη, από προσμονή; Γιατί μπορεί να μας βολεύει ο μύθος των συνομωσιών και των ξένων που θέλουν μόνο το κακό μας, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι λαοί φέρουν ευθύνη τόσο για τα καλά, όσο και για τα άσχημα που τους συμβαίνουν. Φέρουν ευθύνη και γι’ αυτά που κάνουν, και γι’ αυτά που δεν κάνουν. Όταν στόχος ενός έθνους είναι η ατομική καλοπέραση, όταν απόδειξη ισχύος είναι η μάρκα του αυτοκινήτου και όχι η με κόπο και μόχθο αποκτημένη ιδιότητα, τότε κάτι δεν πάει καλά. Δεν στέλνουμε τα παιδιά μας να γίνουν γιατροί γιατί το καλό που θα κάνουν θα μας κάνει περήφανους, στέλνουμε τα παιδιά μας να γίνουν γιατροί γιατί έτσι θα βγάλουν πολλά λεφτά, θα αγοράσουν μεγάλο, ωραίο αυτοκίνητο, θα χτίσουν μεγάλο, πλούσιο σπίτι, εξαιτίας αυτών θα αποκτήσουν κύρος και εξαιτίας αυτού του κύρους θα είμαστε εμείς περήφανοι. Αυτά όμως είναι τετριμμένα πράγματα που λέγονται και ξαναλέγονται και που πλέον δεν έχουν αξία. Αυτό που έχει αξία είναι η αντίσταση. Υπάρχει; Σε τι βαθμό; Τι κάνει; Τι μπορεί να κάνει; Μέχρι το 2007 πίστευα πως δεν υπάρχει. Ούτε αντίσταση, ούτε αντίδραση.
Τότε ήταν η πρώτη φορά που τους συνάντησα. Ήταν το καλοκαίρι που κάηκε η Ελλάδα, όταν ένας πιτσιρικάς λοχαγός λέει, εγώ θα πάρω άδεια και θα πάω κάτω. Πήγα μαζί του νιώθοντας γραφικός και λίγο ως πολύ κορόιδο. Εκεί γνώρισα τους εθελοντές της Ζαχάρως. Μέσα σ’ αυτό το χαμό, μέσα σ’ αυτή την καταστροφή, που μόνο όσοι όσοι την έχουν αντικρίσει μπορούν να συνειδητοποιήσουν το μέγεθός της και τη φρίκη της, ένιωσα για πρώτη φορά πως δεν είναι τα πάντα χαμένα, πως δεν τελειώσαμε ακόμα, πως είμαστε πολλοί αλλά σκόρπιοι. Χρειάστηκε μια καταστροφή για να φανούν αυτοί οι άνθρωποι, και το ένιωθα πως αυτή η ενστικτώδης αντίδραση των ανθρώπων που αργότερα ονομάστηκαν οι εθελοντές της Ζαχάρως έδειχνε πως δεν μπορεί, κάπου, κάπως, κάποιοι αντιστέκονται συνεχώς, πιο οργανωμένα και πιο πεισματικά, απλώς εγώ δεν έψαχνα σωστά.
Δεν μπορούσα να βρω σοβαρούς, καταρτισμένους ανθρώπους που να λένε τα αυτονόητα. Τα αυτονόητα λεγόταν είτε από γραφικούς, είτε από απελπισμένους και δυστυχώς μη καταρτισμένους και εξαιτίας αυτού, ανήμπορους να αντιμετωπίσουν τους υπερόπτες πουλημένους διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Και πάνω που είχα αρχίσει να απελπίζομαι, τους βρήκα από το πουθενά.. Ένα περιοδικό λέει που βγαίνει κάθε δύο μήνες και μια εφημερίδα. Δεν είναι χτεσινοί, έχουν μεγάλη πορεία πίσω τους. Διαβάζοντας τα άρθρα του Καραμπελιά και των ανθρώπων του Άρδην, ανακαλύπτεις επιτέλους αυτούς τους άλλους Έλληνες. Ανακαλύπτεις επιτέλους γιατί σε τσατίζει τόσο πολύ η μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες πχ, αλλά φοβάσαι να το πεις, γιατί αν το πεις είσαι φασίστας, ακροδεξιός, σκοταδιστής και κατά συνέπεια ανυπόληπτος.
Ανακαλύπτεις ποια είναι η αλήθεια για το κρυφό σχολειό, και γιατί η εκκλησία δέχεται τόσο λυσσαλέες επιθέσεις. Ανακαλύπτεις τη απειλή του νέο-οθωμανισμού και της παγκοσμιοποίησης σε όλη τους την έκταση, μαθαίνεις να διαβάζεις πίσω από τις γραμμές, αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει ένα κρυφός, αδυσώπητος πόλεμος, που απειλεί όλα αυτά με τα οποία μεγάλωσες και τα οποία σε καθορίζουν. Και το σπουδαιότερο, ανακαλύπτεις ότι δεν είναι όλα χαμένα. Ότι η αντίσταση στη σαπίλα, στη διαφθορά, στο φακελάκι και στην ηλιθιότητα δεν είναι χαμένος κόπος. Ότι η αντίσταση υπάρχει, ότι καταφέρνει νίκες, ότι στην πρώτη γραμμή αυτού του πολέμου είναι η ομάδα του Άρδην.
Μην αναρωτιέστε γιατί δεν τους ξέρετε. Δεν παίζουν με τους όρους τους, άρα δεν έχουν διαφημίσεις. Δε θα βρείτε γυμνά στις σελίδες του περιοδικού τους, δε θα βρείτε ατάκες εντυπωσιασμού. Τα άρθρα είναι κατανοητά αλλά δεν είναι για να περάσεις την ώρα σου, πρέπει να τα διαβάσεις, πρέπει να τα μελετήσεις. Ούτε καν το ίδιο το περιοδικό δε θα το βρείτε εύκολα. Κι όμως είναι εκεί και πολεμάνε. Κι αν τελικά η ελπίδα γίνει γνωστή, κι αν τελικά το έθνος καταφέρει να επιβιώσει κατ’ αρχήν και να νικήσει στη συνέχεια, χάρη σε τέτοιους ανθρώπους θα το έχει κάνει.
Γιατί το ή ταν ή επί τας μπορεί να μην ακούγεται πια, αλλά δεν μπορεί να αφήσουμε να κυριαρχεί το του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ, ο αφρός, η ελάχιστη προσπάθεια, το χρήμα για το χρήμα, και μόνο το χρήμα. Καμιά ελπίδα δεν μπορεί να ρθεί από εκεί, καμιά νίκη, καμία αλλαγή παρά μόνο η σιωπηλή υποταγή, η παράδοση και εν τέλει η εξαφάνιση. Η ελπίδα θα ρθεί όταν το πρώτο πράγμα που θα λέει η μάνα στο παιδί θα είναι κοίτα μη με ντροπιάσεις. Αυτή η χώρα μπορεί ν’ αλλάξει μόνο αν αλλάξουν οι μανάδες των παιδιών της και βάλουν πίσω στη θέση που τις αρμόζει, έννοιες όπως τιμή και αξιοπρέπεια.
Αυτές οι δύο έννοιες παίζουν πολύ μικρό ρόλο στον ήρωα του βιβλίου μου. Λέει ψέματα για να κερδίσει μια καλή θέση, αδιαφορώντας αν με την ανεπάρκειά του θα κάνει κακό, βάζει μέσον όπου και όπως μπορεί, προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρεθεί στον αφρό. Ακολουθώντας το ρητό που θέλει τον λύκο να χαίρεται στην αντάρα, βρέθηκε στα Σκόπια την άνοιξη του 2000 όταν εκατό χιλιόμετρα από τα βόρεια σύνορά μας, το μακελειό της Γιουγκοσλαβίας έγραψε τον επίλογό του μέσα σε έναν μικρό σε διάρκεια μα άγριο σε οξύτητα πόλεμο. Σφαγές, πυρπολήσεις χωριών, δολοφονίες, βιασμοί, απαγωγές πολιτών, προσφυγιά, λεηλασίες, οδήγησαν μεγάλο μέρος της χώρας των Σκοπίων στο απόλυτο χάος δείχνοντας τα όρια, τις αδυναμίες, τη θνησιμότητα αυτού του κράτους. Για ένα μικρό, κρίσιμο διάστημα, η εφιαλτική θεωρία του ντόμινο, σύμφωνα με την οποία με την οποία η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας θα οδηγούσε σε ανάλογα προβλήματα τις γειτονικές της χώρες φάνηκε να παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την καταστροφή που συνέβαινε στα Σκόπια, και στο επίκεντρο αυτής της καταστροφής βρέθηκε ο ήρωας του βιβλίου. Έκπληκτος, μέσα σ’ αυτό το χάος ανακάλυψε έναν άγνωστο, άγριο, ανελέητο, μα και παράδοξα οικείο κόσμο.
Έκπληκτος ανακάλυψε τα Βαλκάνια γύρω του και τον Βαλκάνιο μέσα του. Και το πιο περίεργο ήταν ότι αυτός ο άγνωστος κόσμος του άρεσε. Είδε περηφάνια εκεί που περίμενε να δει μιζέρια. Είδε θυσία και ηρωισμό εκεί που περίμενε να βρει δειλία και καιροσκοπισμό. Φεύγει από ένα βομβαρδισμένο αλβανικό χωριό με τους κατοίκους κρυμμένους στα υπόγεια και πηγαίνει σε μια κηδεία ενός Σκοπιανού στρατιώτη σ’ ένα άλλο χωριό, Σκοπιανών αυτή τη φορά και βλέπει και στις δύο περιπτώσεις πως η απώλεια, ο θρήνος και η οργή συνυπήρχαν μαζί με την αξιοπρέπεια, την περηφάνια και την τιμή. Κόντρα σε εδραιωμένες μέσα του προκαταλήψεις, συνειδητοποίησε πως στα Βαλκάνια δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Υπάρχουν μόνο δυνατοί και αδύνατοι. Η μοίρα το έφερε έτσι ώστε να είναι με τη μεριά των δυνατών, και το εκμεταλλεύτηκε όσο μπορούσε, μέχρι που άρχισε σιγά-σιγά να συνειδητοποιεί το μέγεθος της άγνοιας που είχε για την ιστορία του τόπου του, του έθνους του, της φυλής του, αλλά και τον καίριο ρόλο που μπορεί να παίξει η παραποίηση αυτής της ιστορίας στο παρόν και στο μέλλον ενός έθνους.
Οι δύο Γερμανοί ξεκινούν τη γνωριμία τους με την περιοχή έχοντας ο καθένας τους μια σειρά από αποστολές στην πλάτη του, και καθώς όσο πιο πολύ γνωρίζεις τη δυστυχία, τόσο πιο σκληρός γίνεσαι με τους δύστυχους, η περιφρόνηση και η αδιαφορία είναι αυτό που τους χαρακτηρίζει. Βλέπετε στα μάτια τους οι Γιουγκοσλάβοι είχαν μια μεγάλη, ισχυρή χώρα που θα μπορούσε να είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ πιο άνετα και με πολύ μεγαλύτερη ισχύ από την Πολωνία ή τη Βουλγαρία κι αντί γι’ αυτό επέλεξαν να σφαχτούν μεταξύ τους, δημιουργώντας στη θέση ενός ισχυρού κράτους μια σειρά από αδύναμα κρατίδια στο όνομα μιας δήθεν ανεξαρτησίας.
Δεν τους ενδιέφεραν οι αιτίες τους ενδιέφερε το αποτέλεσμα. Τα διάφορα φοβερά πράγματα που συνέβαιναν γύρω τους έπρεπε να έχουν απλές εξηγήσεις, διότι αυτές τους έκαναν να πιστεύουν ότι είχαν τον έλεγχο. Μόνο που απλές εξηγήσεις και έλεγχος είναι έννοιες που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, κι αυτό οι δύο Γερμανοί αλλά και οι άλλοι ήρωες του βιβλίου θα το ανακαλύψουν με τον σκληρό τρόπο.
Ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο γιατί δεν ήθελα να ξεχάσω. Βλέπετε εμείς οι άνθρωποι ξεχνάμε, κι εγώ δεν ήθελα να ξεχάσω το παιδάκι που χαιρετούσε τον πατέρα του πιστεύοντας πως ίσως δεν θα τον ξαναέβλεπε, ούτε τον πατέρα που απαιτούσε από το άγημα να κάνει μία ακόμα φορά παρουσιάστε καθώς το φέρετρο του γιου του περνούσε από μπροστά τους, ούτε τη μάνα που ορκίζονταν πως αυτή η σημαία δε θα κατέβει ποτέ. Όταν έγραφα αυτό το βιβλίο δεν ήμουν καθόλου σίγουρος πως θα εκδοθεί, πολύ περισσότερο πως θα βρεθώ να μιλάω έτσι ανάμεσα σε ανθρώπους των οποίων η ιστορία προκαλεί δέος, των οποίων τις γνώσεις ούτε κατά διάνοια δεν έχω και οι οποίοι με τιμούν με την παρουσία τους και την υποστήριξή τους. Δε θα μπορούσα επίσης να το γράψω ποτέ, χωρίς τη βοήθεια της γυναίκας μου και το σπρώξιμο από τον αδελφό μου. Εύχομαι καλή ανάγνωση σε όσους αποφασίσουν να το διαβάσουν και ευχαριστώ όλους εσάς που με τιμήσατε με την παρουσία σας.

Δημήτριου Αλευρομάγειρου, Αντιστρατήγου ε.α. Επίτιμου Γενικού Επιθεωρητού Στρατού.

Υπάρχουν στον πλανήτη μας περιοχές οι οποίες λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, έχουν ιδιαίτερη γεωπολιτικό στρατηγική σημασία και εκ του λόγου τούτου αποτελούν το μήλο της έριδος στις διεθνείς διενέξεις και μονοπωλούν κατά κάποιο τρόπο το ενδιαφέρον της Ιστορίας.
Η Βαλκανική, ή –παλαιότερα Ελληνική- ή Ιλλυρική ή Χερσόνησος του Αίμου είναι μία από αυτές, ίσως εκ των σπουδαιοτέρων.
Σημείο συνάντησης τριών Ηπείρων (Ευρώπης-Ασίας Αφρικής), κατέχει προνομιούχα θέση στον κόσμο, ώστε δικαιολογημένα να θεωρείται από την αρχαιότητα, αιώνια πυριτιδαποθήκη και περιοχή άλυτων προβλημάτων.
Κάθε Έθνος για να εκφράσει τα αισθήματά του, έχει μια προαιώνια αιθνική διάλεκτο εντελώς διάφορη από εκείνη που ομιλείται πέραν των συνόρων του. Σημαντικός λόγος αλληλοαπομόνωσης ή αυτοαπομόνωσης των Βαλκανικών λαών και γι’ αυτό και η κοχλάζουσα σύρραξη μεταξύ τους.
Κατά τη διάρκεια της ύπαρξης των δύο Κόσμων, κανένας από αυτούς τους Κόσμους δεν κατόρθωσε να ισοπεδώσει τους εθνικούς ανταγωνισμούς ακόμη και μέσα στο ίδιο το στρατόπεδο. Οι εθνικές, φυλετικές και ιστορικές προκαταλύψεις δεν μετρίασαν τις ενδοβαλκανικές αντιπάθειες.
Αν στα παραπάνω προσθέσουμε ότι στον χώρο αυτόν συναντήθηκαν και συναντώνται τα συμφέροντα των ισχυρών της γης και ότι η Ελλάδα είναι ο ποντοπόρος ναύτης και λιμενεργάτης των Βαλκανίων και τα νησιά της με τα ακρογιάλια της ζηλευτά αραξοβόλια για μεγάλους εμπορικούς και πολεμικούς στόλους, θα έχουμε πλήρη εικόνα του Βαλκανικού ζητήματος.
Η Βαλκανική χερσόνησος κατέχει επίσης κεντρικό χώρο στη Μεσόγειο θάλασσα, όπου πάντοτε η Μεσόγειος θάλασσα απετέλεσε το λίκνον και το σάβανον των Κοσμοκρατόρων, γιατί αυτός που ελέγχει τη Μεσόγειο ελέγχει τον κόσμο, κι εκείνος που χάνει τη Μεσόγειο χάνει αυτομάτως και τον παγκόσμιο έλεγχο.
* * *
Έκανα αυτή τη μικρή εισαγωγή για να τονίσω τη χαρά μου γιατί ένας μόνιμος στρατιωτικός, μικρού ιεραρχικά βαθμού, που βρέθηκε ξαφνικά και λόγω της σημερινής από το 1989 ιστορικής συγκυρίας, στο κοχλάζων αυτό γεωγραφικό καζάνι του κόσμου και για κάποιους λόγους που εμείς απλά υποθέτουμε και πιστεύω ότι ο ίδιος θα μας εξηγήσει καλύτερα αισθάνθηκε την ανάγκη να βγάλει αυθόρμητα προς τα έξω τον εσωτερικό του κόσμο και να μοιραστεί μαζί μας τις παρατηρήσεις του, τις αγωνίες του, τις απογοητεύσεις και τις ελπίδες του γι’ αυτόν τον τρελό κόσμο που είναι παρόν εδώ αυτή την ώρα και που από κάποια ανεξήγητη αιτία εμείς οι υπόλοιποι κάνουμε ότι αγνοούμε, ότι δεν μας αφορά…
Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη προσφορά του Αλέξανδρου Νάρη με το βιβλίο του «Οι Ανύπαρκτοι». Και είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και με τον τίτλο του βιβλίου του προσδιορίζει αμέσως αυτή την αντίφαση. Είμαστε σ’ αυτό το καζάνι και κάνουμε ότι δεν είμαστε. Είμαστε όλοι μας «υπαρκτοί-ανύπαρκτοι». Η κοινονική ψυχολογία ίσως μπορεί να δώσει κάποια ερμηνεία σ’ αυτό το φαινόμενο.
Ευθύς εξαρχής θα πω ότι το βιβλίο του Αλέξανδρου Νάρη διαβάζεται με μια πνοή. Και μόνο γι’ αυτό το θεωρώ πολύ πετυχημένο. Διαβάζοντάς το, νιώθεις ένα νεανικό, γοργό παλμό. Προσπαθεί και το πετυχαίνει, να καταγράψει τα πάντα που αισθάνεται με ένα συνεχή καλπασμό αισθημάτων, αγωνίας, ελπίδας για τους άλλους, αλλά και για τον ίδιο που βρέθηκε πολλές φορές να ψάχνεται πως και είναι ακόμη ζωντανός και την άλλη στιγμή να μεταφέρει και την τραγικότητα και την αγωνία όσων είναι πολύ κοντά του και λίγο παραπέρα. Το βιβλίο έχει ένα όμορφο λαχάνιασμα.
Ποτέ σ’ όλη του τη διαδρομή το βιβλίο, χωρίς να επικεντρώνεται άμεσα, δεν απομακρύνεται από το γεγονός ότι ο κύριος ήρωας του, ο Γεωργίου – προφανώς λογοτεχνική αδεία ο συγγραφέας- είναι Έλληνας στρατιωτικός που αγαπάει την πατρίδα του και που με πίκρα πολλές φορές διαπιστώνει μέσα από τον μεγάλο μικρόκοσμο των «συμμάχων» συστρατιωτών του, πόσο το διεθνές σύστημα έχει άλλες αντιλήψεις γι’ αυτά που ο ίδιος έμαθε και πιστεύει για την πατρίδα του και που στις αρχές του 21ου αιώνα, μοιάζουν να είναι τελείως διαφορετικά σε όλα και για όλους. Αυτός όμως, ο Γεωργίου, δεν κάνει πίσω ποτέ και όταν πάει σε πολεμική ουσιαστικά « ειρηνευτική» αποστολή με τους «συμμάχους», είτε όταν στην ανάπαυλα τα πίνει, είτε όταν μαζεμένοι μπαίνουν στις προσωπικές εξομολογήσεις που – τι πραγματικά πιο φυσικό- οι γυναίκες είναι ένα από τα πιο όμορφα αλλά και πιο πικρά θέματα συζήτησης, είτε ως σύζυγοι, είτε ως φίλες ή ερωμένες…
Αυτό το ενδιαφέρον του για τη διεθνή-βαλκανική-κατάσταση είναι συνεχώς παρόν και χαρακτηρίζει την κεντρική ιδέα του μύθου του βιβλίου του. Και εδώ, ο αναγνώστης του βιβλίου, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει πως ένας νεαρός υπαξιωματικός που έχει στο αίμα του, τολμώ να πω, το ενδιαφέρον του για τα διεθνή πράγματα που άμεσα μας αφορούν, ξεπερνάει τον πολύ επικίνδυνο δραματικό μικρόκοσμο των ατομικών περιπετειών και προσπαθώντας να εξηγήσει τα συνήθως ανεξήγητα, μας δίνει μια ζωντανή εικόνα της βαλκανικής εμπλοκής μέσα από την καθημερινότητά του. Οι αντιθέσεις, οι διαφορετικότητες, τα προαιώνια μίση και η αγωνία για την επιβίωση μέσα από καταστροφές, προσφυγιές, βανδαλισμούς και αγριότητες που πάντα θύματά τοους έχουν τον απλό άνθρωπο, φωτίζουν με τη γρφίδα του Νάρη όλη την ιστορία της βαλκανικής.
Ο συγγραφέας τρέχει να μάθει τα πάντα για να βρει απαντήσεις σ’ αυτά που ούτε καν υποψιαζόταν ότι υπήρχαν, πριν βρεθεί από την ήσυχη και πολλές φορές ανιαρή ρουτίνα της ελληνικής στρατιωτικής ζωής στην καρδιά του καζανιού.
Οι επαφές του Γεωργίου με τους ντόπιους πληθυσμούς και τους ντόπιους στρατιωτικούς αλλά και τους συναδέλφους του «ειρηνευτές», αφού του προκαλούν στην αρχή ένα πολύ φυσιολογικό σοκ, με την αποκάλυψη της ιστορίας, τον μορφώνουν πολιτικά και του ανοίγουν τα μάτια τόσο πολύ, ώστε δεν μπορεί κανείς να μη θαυμάσει την ταχύτητα με την οποία μπορεί πλέον να αντιληφθεί έναν κόσμο που υπάρχει και που είναι τόσο διαφορετικός από αυτόν που έχει μάθει.
Πολλές φορές και δικαιολογημένα, τα βάζει και με το δικό του ελληνικό στρατιωτικό κόσμο και με προσεκτική μαεστρία, χωρίς να προδώσει το μύθο του, κάνει κι εδώ παρατηρήσεις. Ας διαβάσουν λοιπόν το μύθο του και οι πολιτικοί μας, οι διπλωμάτες μας που δεν βρέθηκαν ποτέ στην καρδιά αυτού του καζανιού, αλλά και οι στρατιωτικοί που επίσης ποτέ δεν βρέθηκαν.
Και επειδή για λόγους καθαρά ιδεολογικούς είμαι από εκείνους που ποτέ δεν πίστεψαν στην εμπλοκή της Ελλάδος σε τέτοιες αποστολές και που αυτή τη στιγμή και ενώ έχουμε πρακτικά εξωτερικούς κινδύνους ασφαλείας, 350 περίπου βαθμοφόροι και 1600 περίπου επίλεκτοι στρατιώτες βρίσκονται σ’ αυτές τις αποστολές είμαι υποχρεωμένος να σημειώσω και ένα πρακτικό κέρδος από τις αποστολές αυτές. Είναι το κέρδος της εμπειρίας αλλά και της απόκτησης γνώσεων. Αρκεί, και πιστεύω ότι γίνεται αυτό σε μεγάλη έκταση, όλοι αυτοί οι θαυμάσιοι στρατιωτικοί να έχουν τα μάτια ανοικτά όπως ο Αλέξανδρος Νάρης.
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες του μύθου-πραγματικότητας του βιβλίου του Νάρη, θα σταθώ όμως σε ένα καίριο θέμα, που όλοι μας ελάχιστα ξέρουμε, στη βιωσιμότητα του κράτους των Σκοπίων, που ενώ από το 1991 έχει γίνει-θα έλεγα πολύ όψιμα-ένας βραχνάς για μας, ξέρουμε πολύ λίγα για το τι παίζεται. Ελπίζω οι αρμόδιοι διπλωμάτες-πολιτικοί μας να γνωρίζουν πιο καλά.
Το 1993 και ενώ βρισκόμουν προσωρινά εκτός στρατού, είχα συναντήσει αξιωματούχους κάποιου από τα κράτη της πρώην πλέον Γιουγκοσλαβίας. Όπως ήταν φυσικό η συζήτηση ήρθε στο θέμα της ονομασίας. Μου απάντησαν, τι σε απασχολεί, αφού αυτό το κράτος θα διαλυθεί…
- Συμμφέρει; Τον ρώτησα.
- Δεν ξέρω αν και ποιόν συμφέρει, εκείνο που ξέρω είναι ότι θα διαλυθεί…
Ο Νάρης στο βιβλίο του περιγράφει ακριβώς αυτό που μου είχαν πει τότε. Περιγράφει το μίσος που υπάρχει μέσα στο κράτος αυτό μεταξύ των δύο κύριων εθνοτήτων, αλλά και τις βλέψεις της γειτονικής Βουλγαρίας. Και πηγαίνει ακόμα πιο πέρα για να ψάξει να βρει μια από τις πιο σκοτεινές και άγνωστες για τον πολύ κόσμο ιστορίες της κατοχής με τον Βούλγαρο Άντον Κάλτσεφ. Δε θα σας πω περισσότερα. Έχει τέτοιο ενδιαφέρον που μάλλον θα πρέπει με ηρεμία να το ψάξουμε σε κανένα συνέδριο… Με αφορμή το βιβλίο ρώτησα αυτά που έπρεπε να ξέρουν, από εκείνους που έζησαν τα γεγονότα. Πήρα τόσες απαντήσεις όσοι και οι ερωτώμενοι…Βλέπετε ακόμα μας εμποδίζει η πρόσφατη ιστορία να δούμε ξεκάθαρα τα πράγματα…
Πριν κλείσω την εισήγησή μου, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια άλλη ενδιαφέρουσα πλευρά του βιβλίου, δίπλα στο κυρίως όπως είπα θέμα του. Είναι αυτό της κουλτούρας των μελών των «ειρηνευτικών αποστολών».
Για να την παρουσιάσει ο Νάρης κατασκευάζει τον μύθο του μέσα από την ιστορία του Γεωργίου αλλά και δύο Γερμανών. Η επαφή τους με ένα Σκοπιανό συμπληρώνει το δέσιμο του μύθου. Αυτοί οι τέσσερις είναι οι Ανύπαρκτοι-Υπαρκτοί, Ανύπαρκτοι γι’ αυτούς που κυβερνούν τον κόσμο, υπαρκτοί όμως στην καθημερινή πραγματική ζωή τους,, δίπλα στο μεγάλο δράμα, όπως είπαμε των γηγενών κατοίκων. Πολλές φορές ο μύθος με έφερε στην εικόνα που έχουμε δει στο περίφημο κινηματογραφικό έργο «τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται».
Το βιβλίο δε δίνει, αλλά και δίνει απάντηση στο τι δέον γενέσθαι.
Αλλά πώς να δώσει; Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι ο πρώην Γιουγκοσλαβικός Λαός, που τόσα πρόσφερε στην αντίσταση κατά του ναζισμού στον Β’ Π.Π. δέχτηκε τέτοια επίθεση ακριβώς γιατί ξέφυγε από τη μοιρασιά τη Γιάλτας. Ήμουν Διοικητής της ΣΔΑ όταν έγιναν οι επιχειρήσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και ζήτησα από το στρατιωτικό ακόλουθό μας τότε στη Βόννη (1995) να μου στείλει το σχέδιο των Γερμανών στο Β’ Π.Π. για την περιοχή. Μην εκπλαγείτε. Αυτό που δεν πέτυχαν οι Γερμανοί τότε, το πέτυχαν ακριβώς το 1995.
Τέλος, το βιβλίο του Αλέξανδρου Νάρη δεν θα μπορούσε να γραφεί αν δεν ίσχυε από το 1984 ο νέος κανονισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας, ο περίφημος 20-1. Ο Νάρης, χωρίς να φαλκιδεύει τον μύθο του, κινήθηκε σε ένα πολύ δύσκολο δρόμο μέσα στα όρια αυτού του κανονισμού, έστω κι αν ελάχιστες φορές τα άγγιξε. Αλλά αυτό το άγγιγμα δίνει και την ειλικρίνεια στο μύθο του.
Του ευχόμεθα ανάλογη λογοτεχνική συνέχεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: