Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Το καπηλειό



ΤΟ ΚΑΠΗΛΕΙΟ
Του Τρύφωνα Ούρδα

   Στο χαμηλό το καπηλειό του μπάρμπα-Μήτσου εκεί δίπλα στο ποτάμι με την καταπράσινη την κληματαριά μπροστά στην αυλή του το καλοκαίρι, εκείνο το βράδυ, μεγάλος φαινόταν να ήταν ο «νταλκάς» της παρέας. Νέοι άνθρωποι όλοι, άντε και… παιδιά, άκουγαν τις «πλάκες» από το καινούργιο γραμμόφωνο που έφερε το αφεντικό του μαγαζιού και τραβούσαν σχεδόν «ξεροσφύρι» το κρασί.
   Τα έρμα τα τραγούδια, όλα λίγο πολύ, κάτι είχανε να πούνε στην καρδιά του καθενός και με την «ασήκωτη ζεμπεκιά» που έβγαζαν δεν υπήρχε περίπτωση να μην σε έκαναν να θέλεις να ξεκολλήσεις από την καρέκλα σου και να χορέψεις αλλά και γιατί όχι να μην θέλεις να σπάσεις κάτω από το τραπέζι που τα πίνεις ή και να μην γουστάρεις να πετάξεις στο κέντρο, τάχα πίστα του μαγαζιού, ένα από τα  ποτηράκια ή τα πιάτα που έβαζε το μαγαζί για το κρασί και το μεζέ.
   Έτσι βρε αδερφέ για να ξεδώσεις από την καθημερινότητα, να εκτονωθείς από την πίεση των προβλημάτων της ζωής ή και να βγάλεις από μέσα  σου, ό,τι σε στεναχωρεί, «παιδί πράμα» στον καιρό σου.
   Και όλα αυτά βέβαια προς απογοήτευση της πινακίδας, που κρεμόταν εκεί πάνω στον τοίχο του μαγαζιού και έλεγε ανορθόγραφα, στην καθαρεύουσα μάλιστα και σε αυστηρό τόνο, «απαγορέβετε το σπάζιν».
   Με αυτή την «εν γένει» κατάσταση γύρω, η νύχτα προχωρούσε και η παρέα δεν έλεγε να αφήσει το μαγαζί, παρά το γεγονός ότι η μποτίλια με το λουξ έπαιρναν να τελειώνουν και από πάνω το φως να θαμπώνει αλλά και τα ξύλα στη σόμπα και αυτά να σώνονται και λίγο, λίγο το μαγαζί να γίνεται κρύο. Εξ άλλου και το χιόνι που έπεσε προ ημερών στο χωριό και τώρα έμεινε λίγο στις στέγες, έκανε παγωμένη την ατμόσφαιρα. Και αυτός ο αέρας, που πριν από λίγο άρχισε έξω να φυσάει και έμπαινε στο κατάστημα από την ξύλινη και παλιά, όλο χαραμάδες πόρτα του, μέχρι και από το ταβάνι, περισσότερο όμως από τα τζάμια που σφύριζαν, το έκανε πολύ πιο κρύο.
-Μπάρμπα- Μήτσο, βάλε για να χορέψουμε, είπε σε μια στιγμή ένας από την παρέα, ο Λευτέρης. Ξέρεις εσύ, εκείνο με τη… «λάβρα»! Φέρε και κρασί…
   Πώς να μην ήξερε ο καφετζής το τραγούδι που γύρευε να ακούσει και να χορέψει το παιδί! Όλα τα ήξερε αυτός, μια και κάθε μέρα, όλο και κάτι έπαιρνε το αυτί του από τα λόγια της παρέας κατά το σερβίρισμα. Έτσι εδώ και δυο μέρες, ο Λευτέρης, είναι πολύ στεναχωρημένος, σχεδόν απελπισμένος από την πονηρούλα και τη ναζιάρα φιλενάδα του τη Μαρία, που την τσάκωσε ένα απόγευμα στη «βόλτα», εντελώς ασυλλόγιστα να χαριεντίζεται με άλλον. Κάργα όπως λέμε ερωτευμένος μαζί της εδώ και πολλά χρόνια, αυτό το ρεζίλεμα δεν μπόρεσε να το βγάλει από  το νου του, ούτε και να το καταπιεί. Το διαολεμένο το θηλυκό, από την ώρα που το είδε έτσι, λες και ήταν μια ξεδιάντροπη, του άναψε μεγάλη φωτιά, να σαν αυτή που λέει ο Καζαντζίδης στο τραγούδι του και που ζήτησε να ακούσει το παλικάρι.
….αφού μου άναψες εσύ φωτιά και λάβρα
ειν’ όλα μαύρα, ειν’ όλα μαύρα…
   Όλα μαύρα και κατάμαυρα του Λευτέρη, μαύρα και της παρέας που τον συμπονούσε και «άντε να δούμε πότε θα πάμε σήμερα στα σπίτια μας για να κοιμηθούμε», είπε από μέσα του ο κάπελας, όταν άκουσε την παραγγελία, γεμάτος νεύρα, καθώς έγερνε μέσα από τον μπουφέ, πάνω σε μια από τις νταμιτζάνες του για να βάλει κρασί σε ένα μισοκάρικο και να το πάει στα παιδιά για να συνεχίσουν έτσι το γλέντι.
   Και η συντροφιά όταν τσούγκρισε τα ποτήρια με κεντρικό χορευτή τον ερωτευμένο φίλο, χόρεψε και ξανά-χόρεψε το «άσμα», οι στίχοι του, που ταίριαζαν ακριβώς με την κατάσταση που αυτός ζούσε. Μετά, αφού όλοι τους χόρτασαν να χορεύουν, είπαν  πάλι να κάτσουν στο τραπέζι και να τραβήξουν τα υπόλοιπα ποτηράκια τους.
   Όμως και ο «έτερος Καππαδόκης», ο Νίκος από την παρέα δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Το παράπονο πάλι αυτού του ανθρώπου ήταν μεγάλο, γιατί σε λίγο καιρό θα έφευγε για το στρατό και θα πήγαινε να παρουσιαστεί στην Καλαμάτα, εκεί σε ένα Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων. Δεν μπορούσε ο άμοιρος να χωνέψει, πως θα ξενιτευόταν και θα άφηνε για δυο ολάκερα χρόνια το χωριό του για να υπηρετήσει την Πατρίδα, μακριά από τους γονείς του και τα αδέρφια του.
   Και εδώ που τα λέμε, μπορεί να είχε και δίκαιο. Πρώτη φορά ο μικρός θα μίσευε και θα ήταν μόνος. Μάλιστα σ’ ένα περιβάλλον «άκρως» πειθαρχημένο με τις αναπαύσεις και τις προσοχές, τα επ’ ώμου και παρουσιάστε αλλά και με τις αγγαρείες και τις διαταγές, τις τιμωρίες και τις φυλακές. Τα άκουγε πού και πού από τους μεγαλύτερους στην ηλικία, που πήγαν πιο μπροστά φαντάροι, βέβαια όλο και με κάποια δόση υπερβολής και του φαινόταν στην πράξη πολύ δύσκολα, ανυπέρβλητα και κάπου φοβότανε, πως δεν θα τα κατάφερνε.
   Δεν είχε σημασία που από μικρό παιδί οι γονείς του τον έβαλαν στα βάσανα και στη σκληρή ζωή, να οργώνει με τα βόδια και να σπέρνει μαζί τους στα χωράφια και πολλές φορές να τα βόσκει στα τσαϊρια, ούτε που πολλές φορές δούλευε εργάτης στα τούβλα έξω απ’ το χωριό και στο κεραμιδαριό. Και το χειρότερο! Που καμιά φορά τα βράδια κοιμότανε νηστικός, γιατί η οικογένειά του ήταν φτωχιά, όπως και να το κάνομε.
   Έτσι λοιπό κι αυτός, με όλο το παράπονο που του έβγαινε εκείνη τη στιγμή, είπε στον μπάρμπα-Μήτσο να αλλάξει πλάκα στο γραμμόφωνο και να βάλλει εκείνη με τον Τσαουσάκη που έλεγε για μια…
«κούπα με κρασί και
Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις..!»
   Και σαν ο καφετζής το έκανε και κούρδισε το μηχάνημα, ακόμα από τις πρώτες στροφές της μελαγχολικής και ρεμπέτικης μελωδίας, το νέο παιδί τράβηξε την καρέκλα πίσω του, πέταξε στο πάτωμα το ποτηράκι που έπινε το κρασί και με αργά βήματα, εκείνα του «ζεϊμπέκικου», τράβηξε προς το κέντρο του μαγαζιού. Πολύ σταθερά άρχισε να φέρνει γύρες, σκύβοντας πολλές φορές για να χτυπήσει το δάπεδο σαν να έδινε γροθιά στα στραβά και ανάποδα του κατεστημένου της δύσκολης ζωής του. Ύστερα πάλι να πετάγεται επάνω και να κοιτάζει ψηλά, νικητής του σκληρού και αόρατου αυτού εχθρού του…
   Φυσικά σηκώθηκε και η παρέα μαζί του, χτυπώντας του παλαμάκια και  συνοδεύοντας τον, στο απίστευτο ταξίδι και όνειρο που ζούσε ο ίδιος, ιδιαίτερα ακούγοντας τους στίχους και τα λόγια του τραγουδιού, που εκείνη τη στιγμή εξέφραζαν πολύ και στα γεμάτα  τον ψυχικό του κόσμο.
Αλλά… κάποτε και αυτό το τραγούδι τέλειωσε. Τώρα η ένταση και το πάθος που ένιωσαν όλοι χορεύοντας, τους έκανε να βγάλουν από πάνω τους τα σακάκια. Το ίδιο έκανε και ο καφετζής, που χτυπιότανε για τα καλά πίσω από τον μπάγκο του, παίρνοντας πια την απόφαση, πως απόψε δεν πρόκειται να πάει στο σπίτι του! Ας τον περιμένει η γυναίκα του!
   Όταν λοιπόν και πάλι κάθισε η παρέα μετά τον χορό, διαπίστωσε ότι το τραπέζι τους δεν είχε καθόλου κρασί. Τρύπησαν φαίνεται απόψε οι κανάτες και τα ποτήρια, και του αφιλότιμου του «μαγαζά» καρφί δεν του καίγεται!
-Ρε κάπελα, του φώναξαν όλοι με ένα στόμα. Πού είσαι; Πού πας το κρασί που φέρνεις εδώ; Μόνος σου το πίνεις! Εμάς δεν μας σκέφτεσαι καθόλου! Άντε σε παρακαλούμε φέρε μας γρήγορα να πιούμε, τώρα που άναψε το γλέντι και πήρε φωτιά η πλατεία…
   Τι να κάνει και ο φτωχός ο γέρο-Μήτσος, με βαριά καρδιά, έσκυψε ξανά κάτω από τον μπουφέ και από τις μισές τις νταμιτζάνες του, γέμισε πάλι με κόκκινο κρασί το μισοκάρικο και το πήγε για άλλη μια φορά στα  παιδιά. Μαζί, επειδή τον έπιασε το φιλότιμο, πήγε τώρα και λίγο μεζέ. Όχι πολλά πράγματα. Λίγο τυρί με ελιές και μερικές φέτες ψωμί. Σκέφτηκε μήπως πειράξει τους γλεντζέδες που τα έπιναν «έτσι», σκέτα.
   Όμως που! Τα νιάτα έβλεπαν μόνο το κρασί. Και γέμιζαν και ξαναγέμιζαν τα ποτήρια. Και όλοι τους σαν μιλούσε το κρασί, κάτι είχανε να πούνε για τη ζωή και τις αδικίες της!
   Ωστόσο ένας από την παρέα και ο μικρότερος από τα παιδιά, ο Γιάννης, δεν είχε μιλήσει ακόμα. Μόνο έπινε και άκουγε τους άλλους που φώναζαν και γελούσαν, συμφωνώντας πάντα μαζί τους μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού του και χορεύοντας τους ασίκικους και μερακλίδικους χορούς τους.
   Τώρα σκέφτηκε πως ήταν ώρα να μιλήσει και αυτός,  Να πει λίγο-πολύ για τη ζωή του και να δείξει ότι και αυτός μπήκε πολύ γρήγορα στις μεγάλες της φουρτούνες, τα βάσανα και τους αναστεναγμούς της, τις πίκρες και τις λαχτάρες της και ό,τι εν τέλει συνεπάγεται να είναι κανένας άνθρωπος της «πιάτσας» και να ξυπνάει και να κοιμάται «μάγκας και δερβίσης» σε τούτον τον ντουνιά!
   Αμήχανα, πάνω στη ζάλη του κρασιού, κοίταξε για λίγο έξω απ’ το θαμπό παράθυρο του μαγαζιού. Απέναντι που ήταν η πλατεία, σχεδόν δεν έβλεπε τίποτα. Σκιά ανθρώπινη δεν φαινόταν να κινείται, γιατί ήταν και περασμένα μεσάνυχτα. Αλλά το μαύρο σκοτάδι που κυριαρχούσε, δίχως ψηλά το φεγγάρι και τον έναστρο ουρανό, που την έκαναν παράδεισο σαν φεγγοβολούσαν, του έφεραν μια περίεργη μελαγχολία. Ούτε κι αυτός κατάλαβε τι έπαθε εκείνη τη στιγμή. Αισθάνθηκε ξαφνικά την ψυχή του, ίδια με αυτή της σκοτεινής και έρημης πλατείας του χωριού, που τώρα την έδερνε μόνο ο αέρας και που μόλις και «μετά βίας» έβλεπες σε μια από τις γωνιές της, να φέγγει λίγο ένας δρόμος που πέρναγε μέσα απ’ το κέντρο της κι σε ένα από τα πλατάνια της να κουνιούνται τα γυμνά κλαδιά του. Ήταν από το φως μιας ξεχασμένης λάμπας, που έβγαινε αχνό και νυσταγμένο, έξω από το παράθυρο κάποιου παλιού και χαμηλού σπιτιού της γειτονιάς.
   Και τότε του ήρθε να χορέψει. Να παίξει το γραμμόφωνο εκείνο το τραγούδι που μίλαγε για
«μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και
για ένα παλικάρι που δεν μπορεί να κοιμηθεί»
   Κουρασμένος ο κάπελας απ’ το «σύρε κι έλα» όλη μέρα στο μαγαζί, εξυπηρετώντας τους πελάτες, μόλις άκουσε την επιθυμία, κούνησε γρήγορα τα πόδια του και τράβηξε κατά τη γωνία που ήταν η συσκευή. Έψαξε μέσα σε ένα κουτί που ήταν στοιβαγμένες οι πλάκες και μετά από λίγο βρήκε αυτή με το τραγούδι. Τη σκούπισε όπως, όπως με το μανίκι του και την έβαλε πάνω στο γραμμόφωνο, αφού το κούρντισε από την αρχή. Εκείνο άρχισε να παίζει και το μαγαζί γέμισε πάλι από μελωδίες και νότες, γεμάτες με θλίψη και παράπονο. Και όχι μόνο! Το τραγούδι αυτό είχε και μια εξαίρετη «ζεμπεκιά», που σήκωνε να χορέψει ακόμα και τον  άρρωστο από το κρεβάτι του!
   Και τι δεν έγινε τότε! Χαμός  μέσα στο μαγαζί. Με πρώτο τον Γιάννη που έδινε τα «ρέστα» στο πανέμορφο ζεϊμπέκικο που χόρευε αλλά και από τα παλαμάκια των άλλων με τα «όπα» και τα «αλά» που φώναζαν, τα ποτήρια που γέμιζαν και άδειαζαν και τέλος από τα κομμάτια που γίνονταν αυτά στην πρόχειρη πίστα, έγινε πραγματικά ένας χαλασμός
   Τόσα ήταν τα μεράκια στο χορό αλλά και στο γλέντι που άναψε, ώστε μαζί με την παρέα αυτή τη φορά, σηκώθηκε να «χορέψει» και ο ίδιος ο καταστηματάρχης. Παρά το ολοήμερο τρέξιμο και την εξάντληση που ένιωθε, του ήρθε να πάρει μέρος και αυτός στη διασκέδαση και να αφήσει ελεύθερο εκείνη τη στιγμή τον εαυτό του από κάθε είδους προβλήματα και στεναχώριες. Άλλωστε ήταν ευκαιρία να δείξει και ο ίδιος, σαν μαγαζάτορας που ήταν, και τις δικές του χορευτικές του ικανότητες και πως μαζί με τους πελάτες, κάθε που του δίνεται η ευκαιρία, ξέρει και του λόγου του να γλεντάει.
   Επιπλέον να ξεχάσει πως απόψε θα πάει στο σπίτι του! Μέχρι το πρωί έχει κάτι το καλύτερο να κάνει. Να πιει λίγο παραπάνω και να γίνει ένα με τους πελάτες…
   Και ήταν αλήθεια. Με τα κέφια να χτυπάνε στο κόκκινο, προχωρούσε η νύχτα και κανένας δεν έλεγε να το «κουνήσει» από εκεί, το στενό αλλά πολύ μεγάλο στη διασκέδαση καπηλειό του μπάρμπα-Μήτσου και να πάει στο σπίτι του. Για κάποιους απόψε ο χρόνος σταμάτησε εδώ και θα το κάψουνε «το πελεκούδι», μέχρι που να δούνε τον ήλιο να βγαίνει στην Ανατολή.
Εξ άλλου ρε καλοί μου φίλοι, υπήρχε ακόμα ένας, ο τελευταίος από την παρέα, που δεν πήρε ακόμα τον λόγο. Που δεν είπε κι αυτός μέσα από το γραμμόφωνο τον καημό του και έτσι να «ξεσπάσει» με ένα καινούργιο, δικό του ζεϊμπέκικο, που θα ήθελε να χορέψει!
   Ο λόγος λοιπόν για τον Γιώργο. Εξαίρετο παιδί και ευγενική φυσιογνωμία, από τα καλά στον χαρακτήρα μέσα στο χωριό. Και όμορφο χωρίς αμφιβολία. Ήταν όμως λίγο άτυχο. Τη μέρα που γύρισε από το πολύχρονο «φανταριλίκι» και πήρε το απολυτήριο από τον στρατό, αντί να χαρεί για την επιστροφή του στο χωριό, τον βρήκε μια συμφορά! Πέθανε η μάνα του που ήταν άρρωστη για αρκετό καιρό. Και μάλιστα η καημένη σε μικρή ηλικία.
Έτσι έμεινε αυτός με τον πατέρα του και τα άλλα τα αδέρφια, που ήταν μικρότερα για να συνεχίσουν τη ζωή, δίχως τη μητρική παρουσία στο σπίτι και την αγάπη.
   Και αυτό του στοίχισε. Ήδη πέρασαν τρία χρόνια από τότε ίσως και περισσότερο μα ακόμα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το χαμό της. Τη θυμάται παντού, όπου κι αν βρίσκεται, στο σπίτι και στη δουλειά. Ακόμα και τώρα, με αυτή την παρέα και σε αυτό το μαγαζάκι που τα πίνει, φέρνει μπροστά του τη μορφή της και τον πιάνει το παράπονο που την έχασε τόσο γρήγορα.
   Ολόκληρος άντρας βέβαια! Όμως δεν έχει σημασία. Μέχρι να γεράσεις, τη μάνα σου ζητάς.
   Και αυτή τη στεναχώρια ο άνθρωπος απόψε την είπε στη παρέα. Τη μολόγησε βουρκωμένος. Και όλοι μελαγχόλησαν. Και όλοι τον αγκάλιασαν. Έβαλαν πάλι κρασί στα ποτήρια και τα τράβηξαν μονορούφι. Άσπρο πάτο που λένε όσοι είναι μερακλήδες στο ποτό. Και ξανάβαλαν. Και πάλι το ήπιαν. Όλο. Για τον πόνο του φίλου τους!
   Ακριβώς τότε, πάνω στην ώρα άρχιζε να παίζει και στο γραμμόφωνο ένα καινούργιο τραγούδι. Ένα τραγούδι που έλεγε για τη μάνα και το τραγουδούσε η Μαρίκα Νίνου:
«Σαν τη μάνα κανείς δεν σε προσέχει
και χαρά-χαρά σ’ όποιον την έχει».
   Στο άκουσμα το παλικάρι δεν άντεξε. Πολύ βαρύς του ερχόταν ο πεθαμός της μάνας του και αυτή την ώρα ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα και τη μεγάλη του συγκίνηση. Ήθελε κάπου να ξεσπάσει! Γι αυτό έπιασε μπροστά του το τραπέζι και το έσφιξε γερά. Τόσο, που μέσα στη δίνη του παραλογισμού του, το γύρισε ανάποδα. Πιάτα και ποτήρια τότε, έγιναν κομμάτια και μόνο το αλουμινένιο μισοκάρικο έμεινε ανέπαφο με το κρασί του να χύνεται στο ραγισμένο και τσιμεντένιο πάτωμα.
   Ύστερα με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό, σηκώθηκε να χορέψει. Είχε πολύ καιρό να το κάνει αυτό. Από τότε που «έφυγε» η μάνα του. Σεβάστηκε τον θάνατό της. Απόψε όμως ένα «βαρύ» ζεϊμπέκικο της το «χρωστάει». Σ’ αυτή και στον εαυτό του! Ήθελε να τον δει και η δόλια από εκεί πάνω και να χαρεί. Αλλά να δει και ο χάροντας, πώς χορεύουν οι γιοι, για τις πεθαμένες τις μάνες τους και ίσως τον πιάσει το φιλότιμο και άλλη φορά δεν πάρει νέα μάνα στον κάτω κόσμο.
   Και ο φίλος από την παρέα χόρεψε με την ψυχή του. Μέσα στον μικρό χώρο, χόρεψε ταπεινά και με αξιοπρέπεια για να ανακουφίσει τον πόνο του.
Οι άλλοι έσκυψαν γύρω του και τον έβλεπαν στον μοναχικό του «καημό» και χτυπούσαν παλαμάκια. Κάθε βήμα του στο χορό, ήταν γι αυτόν μια θύμηση και κάθε στροφή του, ένα καλύτερο από το σήμερα, αύριο.
 Άλλωστε αυτό σημαίνει και ζεϊμπέκικος χορός..!
   Κάποτε, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, η ξύλινη και ξεθωριασμένη από τα χρόνια πόρτα του καπηλειού άνοιξε και η παρέα που γλεντούσε βγήκε έξω για να τραβήξει ο καθένας στο σπίτι του. Έκανε κρύο και ο αέρας ακόμα φυσούσε., Όμως κανένας δεν το ένιωθε. Όλοι είχαν ριγμένα τα σακάκια στον ώμο τους. Ο κάπελας, που εκείνη την ώρα δεν ήξερε τι να τους πει, καληνύχτα ή καλημέρα, έμεινε για να τακτοποιήσει το μαγαζί.
   Καθώς σκούπιζε, χωρίς να το θέλει, κοίταξε έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο του μαγαζιού του. Πέρα στο ποτάμι, μετά το πέρασμα της γέφυρας και κάτω από το φως του φεγγαριού, που μόλις μπόρεσε να βγει από τα σύννεφα, είδε τα παιδιά να χωρίζουν. Ύστερα να γίνονται σκιές και να χάνονται μέσα στη σκόνη που σήκωνε ο αέρας και στο βάθος των δρόμων με τις στροφές τους.
   Κρίμα, σιγομουρμούρισε. Πολύ κρίμα! Στη Δωροθέα οι νύχτες, πρέπει να κρατάνε περισσότερο. Για να κρατάνε περισσότερο και τα γλέντια..!

                                                                                              24-1-2020
                                                                                         ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Βασιλόπιτα 2020

Η κ. Στέλλα Κράλλη-Βλάχου 
ήταν η τυχερή που της έτυχε το νόμισμα 
και κέρδισε (τι άλλο;) βιβλία

Στιγμιότυπα από την κοπή βασιλόπιτας του πολιτιστικού συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας". Μια όμορφη και δραστήρια παρέα ανθρώπων που αγαπούν το καλό βιβλίο. Η ευχή ήταν να είμαστε όλοι υγιείς όταν ξανασυναντηθούμε για την βασιλόπιτα το 2021!



Ευχαριστίες στον Πρόεδρο κ. Τρύφωνα Ούρδα, στον παλιό πρόεδρο κ. Δημήτρη Ευαγγελίδη και στον Ναουσαίο φίλο του Στυλλόγου κ. Μανώλη Βαλσαμίδη, που διέθεσαν τα βιβλία τους για αυτήν/αυτόν που θα κέρδιζε το νόμισμα.
Και του χρόνου!

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Κοπή Βασιλόπιτας


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Δ.Σ. του πολιτιστικού συλλόγου 

"Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" 

προσκαλεί τα μέλη και φίλες/φίλους 
του Συλλόγου 

στην καθιερωμένη κοπή Βασιλόπιτας 

που θα πραγματοποιηθεί την

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020 

και ώρα 6.30΄ μμ 

στο κέντρο "Ψηλός Βράχος".

Το Δ.Σ. του Συλλόγου

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Βιβλιοκριτικές Αλ. Ζώρη (3)


Αννίβας Βελλιάδης


Προ της θυέλλης: Μεταξάς - Μουσολίνι: Ελληνοϊταλικές σχέσεις 1939-1940

1η έκδ. - Αθήνα : Ενάλιος, 2016
352 σελίδες

Τιμή Έκδοσης €13.00


Ένα εξαιρετικό βιβλίο το οποίο καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία. Το κενό αυτό υφίσταται λόγω της μη μετάφρασης στα ελληνικά διάφορων πρωτογενών πηγών (ημερολόγιο του Τσιάνο π. χ.), όσο και έργων ερευνητών που μελέτησαν τα ιταλικά αρχεία (McGregor Knox) που φωτίζουν τις σχέσεις Ελλάδος-Ιταλιας εκείνης της εποχής. Έτσι, έως τώρα είχε αναπτυχθεί μια απίθανη παραφιλολογία από άτομα αριστερών, όσο και εθνικοσοσιαλιστικών πεποιθήσεων που ούτε λίγο ούτε πολύ, έριχναν την αποκλειστική ευθύνη της επίθεσης του Άξονα εναντίον μας, στην Αγγλία και την "αγγλόδουλη ηγεσία της Ελλάδος"! 
Όλη αυτή η αστεία επιχειρηματολογία καταρρέει με την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου. Επικεντρωμένο στις πολιτικές/διπλωματικές σχέσεις Ελλάδος-Ιταλιας κατά την περίοδο 1939-1940, κάνοντας όμως εκτενή αναφορά και στα προηγούμενα έτη (από την εποχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αλλά κυρίως από την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία), χρησιμοποιώντας εκτενέστατη βιβλιογραφία και με γραφή που δεν κουράζει τον αναγνώστη, καταλήγει σε σαφή συμπεράσματα τα οποία είναι τα εξής:
1) Η Ιταλία και προ φασισμού είχε επεκτατικές βλέψεις που συγκρούονταν με τα ελληνικά συμφέροντα (εντούτοις οι βλέψεις αυτές αυξήθηκαν με την άνοδο του φασισμού στην εξουσία) 
2) Ο Μουσολίνι είχε πάντα κατά νου να επιτεθεί στην Ελλάδα, όποτε, ακόμα και αν η Ελλάς εκείνης της εποχής όντως τηρούσε την περίφημη "άψογη ουδετερότητα", δεν υπήρχε καμιά εγγύηση ότι αυτό θα σταματούσε τον Μουσολίνι 
3) Ο Χίτλερ όντως δεν ήθελε η Ιταλία να επιτεθεί στην Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου, καθαρά όμως λόγω χρονικής στιγμής και συγκυρίας! Από εκεί και πέρα όμως, είχε αποδεχτεί ότι η Ελλάς ανήκει στην σφαίρα επιρροής του συμμάχου του. 
Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο συγγραφέας απ' ότι φαίνεται έχει μερικώς αναθεωρήσει τις απόψεις που εξέφραζε στο παλαιότερο βιβλίο του με τίτλο "Μεταξάς-Χίτλερ, Ελληνογερμανικές Σχέσεις στην Μεταξική Δικτατορία 1936-1941", όπου κι αυτός θεωρούσε την μεταξική πολιτική ως εν μέρει τυχοδιωκτική και ανεδαφική.

Αλέξης Ζώρης




Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Ευχές


Το Δ.Σ. του Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" εύχεται στα μέλη και τους φίλους μας ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ με ΥΓΕΙΑ, προσωπική και οικογενειακή ευτυχία, δημιουργικότητα και πολλά διαβάσματα!
Καλά Χριστούγεννα, Καλές Γιορτές!

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ



 Του ΤΡΥΦΩΝΑ ΟΥΡΔΑ [Χρονογράφημα, 1972]

Η νύχτα στέκει ξερή και κρύα με τα τρεμάμενα αστέρια της, πέρα εκεί στην ασήμαντη πόλη της Γαλιλαίας, τη Βηθλεέμ. Από μακριά, εντελώς αφύσικο για την εποχή, ακούγεται η βραχνή φωνή κάποιου τριζονιού, που όμως και αυτή χάνεται και σβήνεται μέσα στα μουδιασμένα κλωνάρια των δένδρων και στη σιωπή της νύχτας.
Παντού επικρατεί ησυχία. Σιγαλιά. Τα πάντα είναι νεκρά.
Το σπίτι που θα αναφερθούμε είναι ένα όχι και τόσο συνηθισμένο σπίτι της πόλης μέσα στα άλλα, κτισμένο στο ένα άκρο αυτής και με αφεντικό τον πλούσιο γέροντα Συμεών. Γύρω ανοίγονται λιβάδια, που καθημερινά βρίσκουν τροφή εκατοντάδες ολόασπρα πρόβατα, αρκετά αγροκτήματα και στάβλοι. Αλλά… και πολλοί άνθρωποι, εργάτες και δούλοι τρώνε εδώ ψωμί, με τους ίδιους μάλιστα να είναι πολύ ευχαριστημένοι για τις υπηρεσίες που προσφέρουν.
Και αυτός ο γέροντας δεν έχει κανένα στη ζωή του, κάτι που τον κάνει να είναι πάντοτε λυπημένος, γεμάτος πίκρα από αυτή την έλλειψη των δικών του ανθρώπων.
Όμως κάθε μέρα, κάθε νύχτα και κάθε στιγμή, βρίσκει παρηγοριά σε Έναν. Τον Θεό!
Τον αισθάνεται μέσα στην ψυχή του, σαν μια δροσιά, σαν μια γαλήνη, σαν έναν δεύτερο εαυτό στο βάσανό του, αγνό, διαφορετικό από την απάτη και το μίσος, που κυριεύει έξω από αυτόν τις καρδιές των ανθρώπων. Για αυτό λοιπόν και αυτός τον αγαπάει και πιστεύει σ’ Αυτόν με όλο του το είναι.
Εκείνη τη νύχτα ο αγαθός άνθρωπος, ήταν έτοιμος να πέσει στο κρεβάτι του και να κοιμηθεί, όταν μπήκε μέσα ο πιστός του δούλος, ο Ευστάθιος που του είπε:
-Αφέντη, μια οικογένεια απ’ έξω, ζητάει να μείνει σε μια γωνιά απ’ τους στάβλους σου, ώστε να περάσουν τη νύχτα και να προφυλαχθούν απ’ αυτό το τσουχτερό το κρύο. Φαίνεται τόσο καλή και τόσο αγαπητή, που νομίζω ότι θα τους κάνεις αυτή τη χάρη. Να τους πω να περάσουν;
Εκείνος σήκωσε τα γέρικα μάτια του και τα έριξε πάνω στο δούλο του, λες και ήθελε να διαβάσει κάτι από το πρόσωπό του και ύστερα με υψωμένο τον τόνο της φωνής και κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του, του είπε:
-Όχι καλέ μου δούλε Ευστάθιε… Είναι ντροπή μπροστά στο Θεό να δώσω έναν τέτοιο τόπο σε ανθρώπους, να περάσουν μια ολάκερη νύχτα. Να δεχτώ και να φιλοξενήσω τους ξένους μέσα στους στάβλους μου; Μα αυτό καλέ μου άνθρωπε είναι πολύ εύκολο να το νιώσεις, ότι δεν είναι ανθρώπινο! Και μια και δεν μπορώ να τους φερθώ καλύτερα, θα ήτανε προτιμότερο να πήγαιναν κάπου αλλού…
-Μα πώς; Αφού όλα τα πανδοχεία είναι γεμάτα από ανθρώπους, που ήρθαν σήμερα για την απογραφή του Καίσαρα και δεν υπάρχει άλλο άδειο μέρος, πρόφτασε να πει ο δούλος.
Τα λόγια όμως του γέρου ήταν τα ίδια. «Όχι». Ο δούλος του καταλαβαίνει και σωπαίνει. Με μια υπόκλιση βγαίνει και τον αφήνει πάλι μοναχό του, για να τον πάρει ο ύπνος γλυκά. Ύπνος γεμάτος από όνειρα και εκπλήξεις. Όνειρα παράξενα και χωρίς εξήγηση.
Ονειρεύεται να τον κοιτάζει ένα βρέφος. Ένα μικρούλικο ανθρωπάκι να είναι αφημένο στη γωνιά κάποιου δρόμου και που στα ολόμαυρα σπινθηριστά ματάκια του, μπορείς να ξεχωρίσεις πολλά. Πίκρα, θλίψη και ένα παράπονο. Το αθώο προσωπάκι του, μοιάζει σαν να λάμπει όπως ο ήλιος την ημέρα και να αστράφτει σαν να είναι από χρυσάφι και ασήμι. Το άμοιρο, φαίνεται να του απλώνει τα κάτασπρα χεράκια του και να τον παρακαλεί, να τον ικετεύει να το βοηθήσει.
-Σώσε με, κρυώνω… Δεν μπορώ άλλο… Βοήθησέ με!
Και αυτός να το διώχνει, να μην το δέχεται, να μην το ακούει και να μην το βοηθάει. Και εκείνο πάλι από την αρχή να τον παρακαλεί με όλη του την αγνή ψυχούλα, που τρέμει από το κρύο.
Να η σκληροκαρδία! Να η αδιαφορία Θεέ μας! Να μην βοηθάς ένα συνάνθρωπό σου και μάλιστα όταν μπορείς…
Για μια στιγμή πάλι, ακούει να χτυπάνε καμπάνες. Ο ήχος τους για πρώτη φορά είναι τόσο γλυκός, τόσο αρμονικός και χαρούμενος που φαίνεται να προμηνύει κάτι. Κάτι το πολύ σοβαρό, το πολύ δυνατό, κάτι που θα σκορπίσει παντού τη χαρά. Συνδυάζεται τεχνικά με άσματα, με μελωδίες που υμνούν, δοξάζουν και ευχαριστούν.
Γύρω η φύσις αυτήν την ώρα αγάλλεται. Παίρνει ζωηρό χρώμα και από μια αόρατη δύναμη τα άψυχα παίρνουν ζωή. Η νύχτα σαν από θαύμα, αδειάζει από μέσα της το σκοτάδι, γίνεται μέρα και φεγγοβολεί. Τα πάντα σε μια απίστευτη ευδαιμονία!
Τι να συμβαίνει άραγε! Τι μεγάλο μυστήριο κρύβει η αποψινή νύχτα!
Ο γέρο-Συμεών αυτήν τη στιγμή τα έχει χαμένα. Σηκώνεται γρήγορα και κοιτάζει γύρω του. Φέρνει τα χέρια του στο ρυτιδωμένο πρόσωπο και τρίβει τα μάτια του, ενώ κουνάει το κεφάλι για να ξεθολώσει το μυαλό του και να συνέλθει από την έκπληξη.
-Ω! Θεέ μου, λέει και ξαναλέει από μέσα του. Τι παράξενο όνειρο στ’ αλήθεια. Τι να σήμαινε άραγε; Ποιο ήταν εκείνο το παιδάκι που μου ζητούσε να το βοηθήσω;
Μα, δεν είναι όνειρο, λέει τώρα φωναχτά. Ακούω απ’ έξω φωνές. Ουράνια ψαλμωδία, μαγευτική, εξαίσια, σαν να βγαίνει από στόματα αγγέλλων!
Ήταν έτοιμος να σηκωθεί και να πάει για να δει, όταν σχεδόν τρέχοντας μπήκε στο δωμάτιό του, πάλι εκείνος ο δούλος του ο Ευστάθιος και ο οποίος με κομμένα λόγια του είπε:
-Αφέντη να με συγχωρέσεις που σε ξύπνησα. Αλλά τρέχα… Τρέχα να δεις και εσύ και να προσκυνήσεις. Πέρα σε εκείνη τη σπηλιά, γεννήθηκε ένα παιδάκι από εκείνη την οικογένεια που ζητούσε από μας να της δώσουμε τόπο για να περάσει τη νύχτα. Λένε πως είναι ο Χριστός! Αυτόν που περιμένουμε όλοι μας και έγραψαν οι Πατέρες μας…
Κεραυνός του ήρθε του γέροντα, όταν άκουσε αυτά τα λόγια. «Χριστός, Αυτόν που περιμένουμε όλοι μας…» Τότε, τότε να πως εξηγείται το αποψινό όνειρο. Ο Χριστός ήταν εκείνο το παιδάκι που ζητούσε να το βοηθήσει. Και αυτός το έδιωξε! Δεν του άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του. Δεν θέλησε να του δώσει λίγη ζεστασιά, λίγη τρυφερότητα σαν Παιδί του Μεγαλοδύναμου Θεού μας. Έτσι υποδέχτηκε αυτός τον ερχομό του «αναμενόμενου Μεσσία». Ψυχρά, άπονα, χωρίς ζεστή καρδιά και ψυχή!
Και τώρα πια με όλα αυτά, είναι άξιος να λέγεται παιδί του Θεού; Έχει το δικαίωμα να προσεύχεται σ’ Αυτόν, να του ζητάει βοήθεια και να τον ευχαριστεί; Και πιο πολύ, έχει το δικαίωμα να δει «κατά πρόσωπο» το Παιδί του; Αυτό που γεννήθηκε απόψε μέσα σε ένα στάβλο, μια και ο ίδιος δεν το δέχτηκε στο σπίτι του! Ασφαλώς και όχι!
Όμως αυτός θα πάει. Θα πάει μετανοιωμένος και κρατούμενος σφιχτά από την ελπίδα, πως το Βρέφος που τώρα γεννήθηκε θα τον συγχωρέσει!
Ξεκινά λοιπόν και αυτός για τη σπηλιά, που πάνω της έχει ρίξει το λαμπερό του φως ένα αστέρι και φωτίζει όχι μόνο αυτή αλλά και όλη την πόλη της Βηθλεέμ. Μυριάδες άγγελοι ντυμένοι στα λευκά, κατεβαίνουν από τον ουρανό και ψάλλουν ύμνους. Ω! πόσο υπέροχη είναι η φωνή τους και πόσο συναρπαστικά τα λόγια τους!
                                           «Δόξα εν υψίστοις Θεώ
                                            και επί γης ειρήνη
                                           εν ανθρώποις ευδοκία..!» 
Όλος ο τόπος εδώ αυτή την ώρα, μοιάζει με κήπο της «Εδέμ» που έχει σαν κέντρο του τη σπηλιά. Όλες οι καρδιές των ανθρώπων που βλέπουν το «Μεγάλο Γεγονός» σκιρτούν μπροστά στο μεγαλείο του Θεού και από την κρυφή Του Δόξα. Τα μάτια μένουν «άφωνα» και δεν μπορούν να περιγράψουν όσα συμβαίνουν με ανθρώπινα λόγια
Και ο «φτωχός» μπροστά στα «τεκταινόμενα» και στο Θεό, γέρο-Συμεών, προχωρεί προς τα εκεί. Αλλά νομίζει πως πηγαίνει μόνο η ψυχή του και όχι το σώμα. Πολλές φορές τον κυριεύει ο φόβος, άλλοτε πάλι μια παρηγοριά και μια ανίκητη ελπίδα.
Επιτέλους φτάνει. Και όταν μπαίνει… Θεέ μου! Το βρέφος που είχε ονειρευτεί. Τον κοιτάζει όχι με μίσος όπως νόμιζε. Αλλά αντίθετα. Με το χαμόγελό Του και με τα αθώα βρεφικά Του τα ματάκια, τον φωνάζει κοντά Του. Να του δώσει την καρδιά, για να την καθαρίσει από την αμαρτία και ύστερα να του την επιστρέψει καθαρή, αγνή και λευκή σαν το χιόνι.- 
Αυτός είναι ο Θεός του. Ο Θεός όλων των ανθρώπων!
                                                                                       12-12-2019
                                                                                   ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Εκδήλωση 22-11-2019


Οι παρουσιαστές της εκδήλωσης:
Ο συγγραφέας Τρύφων Ούρδας, Δημ. Ευαγγελίδης, η συντονίστρια 
Ροζαλία Γαβριηλίδου και ο Άρης Παπαγιάννης

Μια εξαιρετική και φορτισμένη συναισθηματικά εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019 στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Έδεσσας στην παρουσίαση του βιβλίου του Προέδρου του συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" Τρύφωνα Ούρδα. Σε μια ζεστή από πολλές πλευρές αίθουσα που γέμισε σιγά-σιγά από μέλη και φίλους του Συλλόγου ο συγγραφέας συγκίνησε το κοινό με την απλή και ανθρώπινη "εξομολόγησή" του, μια πραγματική "κατάθεση ψυχής" για την υλοποίηση του νεανικού του ονείρου να γράψει κάποτε ένα βιβλίο καταχειροκροτούμενος από το κοινό.


Ο δημοσιογράφος και δικηγόρος Άρης Παπαγιάννης μίλησε για το βιβλίο αναδεικνύοντας τις αρετές και την ομορφιά του λογοτεχνικού ταλέντου του συγγραφέα. 
Ο Δημήτρης Ευαγγελίδης, Πρόεδρος του Συλλόγου για αρκετά χρόνια, αναφέρθηκε κυρίως στο παραγνωρισμένο για πολλά χρόνια λογοτεχνικό είδος "διήγημα" που όπως τονισε αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα είδη, μια και η/ο συγγραφέας καλείται μέσα σε λίγες σελίδες να αναπτύξει το θέμα του.
Η συντονίστρια Ροζαλία Γαβριηλίδου, μέλος του Δ.Σ. εκτέλεσε άψογα την αποστολή της ενθουσιάζοντας το κοινό με την άριστη απόδοση των αποσπασμάτων από διηγήματα του βιβλίου.


Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους εκπρόσωπος του Μητροπολίτη, ο βουλευτής Διον. Σταμενίτης, ο Δήμαρχος Έδεσσας Δημ. Γιάννου, ο πρόεδρος του Δημοτ. Συμβουλίου Φίλιπ. Γκιούρος, εκπρόσωπος της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πέλλας, εκπρόσωποι πολιτιστικών Συλλόγων και πολλοί βιβλιόφιλοι, όπως προαναφέρθηκε.





Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Βιβλιοπαρουσίαση



                           ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας» 
και η «Δυάς ΕΚΔΟΤΙΚΗ»
σας προσκαλούν
την Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019 και ώρα 5.00΄μμ
στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου (Βαρόσι)
στην εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Τρύφωνα Ούρδα:
«Ταξίδια στο χθες»

Θα μιλήσουν:
Ο συγγραφέας Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης και
ο δικηγόρος και δημοσιογράφος Άρης Παπαγιάννης




Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Απονομή διακρίσεων ΣΤ΄ Διαγωνισμού



Σε μια όμορφη εκδήλωση ο σύλλογος "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" απένειμε τα βραβεία, τους επαίνους και τις τιμητικές διακρίσεις στους διακριθέντες του 6ου Πανελλήνιου Λογοτεχνικού διαγωνισμού διηγήματος.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο πολιτιστικό κέντρο της Έδεσσας σήμερα Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019. 
Τίμησαν την εκδήλωση με την παρουσία τους  ο Δήμαρχος της Έδεσσας κ. Δημήτρης Γιάννου, εκπρόσωποι της Εκκλησίας, της Αστυνομίας, πολιτιστικών συλλόγων, του Τύπου, πολλοί από τους διακριθέντες, καθώς και μέλη και φίλοι του συλλόγου μας. 
Χαιρέτησαν και αναφέρθηκαν στις δράσεις του συλλόγου ο Δήμαρχος της Έδεσσας, ο εκπρόσωπος του Σεβασμιώτατου και ο πρόεδρος του συλλόγου.
Οι διακριθέντες του διαγωνισμού μίλησαν για το έργο τους και το λόγο της ενασχόλησης τους με το βιβλίο και το διήγημα. Κοινός τόπος όλων η διαχρονική αξία του βιβλίου!
Η εκδήλωση έληξε με την αναμνηστική φωτογραφία και την υπόσχεση για νέα συνάντηση το 2021, στην απονομή του επόμενου διαγωνισμού ο οποίος έχει ελευθερο θέμα, αλλά τιμητικά είναι αφιερωμένος στην επέτειο των 200 ετών της ελληνικής επανάστασης του 1821.


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Εκδήλωση απονομής διακρίσεων ΣΤ΄ Διαγωνισμού Διηγήματος


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας»

σας προσκαλεί 

στην εκδήλωση απονομής των διακρίσεων 

του ΣΤ΄ Πανελλήνιου

Διαγωνισμού Διηγήματος

στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Έδεσσας

την Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019 

και ώρα 11.00΄π.μ.

Υπό την Αιγίδα του Δήμου Έδεσσας