Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Διηγήματα Ε΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (1)

Α΄ Βραβείο
                  
Ανάμεσα σε καμβά και μετάξι 
 Ελένης Χατζημιχαήλ

Δεν την είδε, δεν την ήξερε, δεν τη μύρισε, δεν τη χάιδεψε, δεν τη φίλησε, δεν τη χάρηκε. Κι όμως, ήταν η μάνα του. Μα κι αυτός δεν είχε προλάβει να την πικράνει, να την κουράσει, να τη φορτώσει, να την ξαγρυπνήσει, να βυζάξει ζωή από αυτήν, να την πονέσει. Οι μόνοι πόνοι της ήταν η ώρα που τον έφερνε στον κόσμο, σημαδεύοντάς του μόνιμα την ταυτότητα: Θα ήταν ορφανός από μάνα. Μια μάνα, που καθώς του ιστορούν, δεν είχε άλλη να της μοιάζει στη νοικοκυροσύνη, στον τρόπο, στην καλοσύνη μα και στην ντροπαλότητα. 

Τούτη η ντροπαλότητα, μέσα στο σφίξιμο και τη μιζέρια του πoλέμου, έκανε την όποια φωτογράφισή της μη απαραίτητη, μη χρήσιμη και είδος πολυτελείας. Έτσι, έμεινε ο Φώτης όχι μόνο ορφανός, μα και δίχως μια έστω εικονική μάνα. Ό,τι του ’μεινε από κείνην ήταν ένα μεταξωτό φουστάνι με κεντίδια, ένα κι ένα από το χέρι της, κι ένας μαρμάρινος σταυρός στο κοιμητήρι με τ’ όνομά της. Φωτεινή Φωτίου ετών 28. 

Ναι, τουλάχιστον του ’δωσαν τ’ όνομά της, για να ’ναι ανάμεσά τους έστω μια παρουσία, μια καθημερινή υπόμνηση, αφού τον βάσταξε οκτώ μήνες και που στην πρόωρη γέννα, τού ’δωσε το μερτικό της στη ζωή τραβώντας μόνη για τ’ αψηλά. 

Δύσκολες ώρες… Τα γάλατα της αγοράς ανύπαρκτα, το φαγητό λιγοστό κι ο χρόνος για τον πατέρα δυσεύρετος. Έπρεπε να τρέξει για μεροκάματο, για δέντρα, για ζωντανά, για μωρό. Ένα μωρό που του ’λειπαν κιλά, μπόι, μάνα και φαϊ. Που του περίσσευε το κλάμα κι οι αδύνατες ανασαιμιές. Κανείς δεν πίστεψε πως θα ορθοποδούσε ούτε καν πως θα ξημερωνόταν. Πού θερμοκοιτίδες, πού μεταγγίσεις και πού ιατρική έγνοια. Στο ξεχασμένο από τον κόσμο χωριό τους, μόνο ο Θεός μπορούσε να τους γνοιαστεί και μόνο σ’ Αυτόν ανάτρεχαν στη δύσκολη ώρα. 

Έτσι, τον βάφτισαν κοντά μεσάνυκτα στο σπίτι, κάτω από ’να απριλιάτικο φεγγαρόφωτο, που κρατούσε τσίλιες από τις χαραμάδες των παραθύρων. Το χαλκωματένιο καζάνι τους πήρε τη θέση κολυμβήθρας κι η νονά - γειτόνισσα χάρισε τον σταυρό της για το καλοστράτημά του. 

Η μάνα του, πρόλαβε να ευχηθεί να ’χει ζωή ασυννέφιαστη κι όλα τα πλούτη τ’ ουρανού να τον στολίζουν. Ναι, ήταν τα επουράνια ανοιχτά κείνη την ώρα για το: «ευχές γονέων στηρίζουν οίκους»… και γιατί όχι και λειψά παιδιά; 

Και στηρίχτηκε το παιδί, κόντρα στην απόγνωση της μαμής, κόντρα στην φυγή της μάνας και κόντρα στην απελπισία του πατέρα… Κι έγινε ο Φώτης, το «δεύτε λάβετε φως». «Πάρτε λεχώνες του χωριού τον μικρό νιογέννητο Φωτάκη που επιμένει ν’ αναβοσβήνει την ελπίδα και μοιράστε του γάλα απ’ το δικό σας». 

Τρεις λεχώνες στρίμωξαν στην αγκαλιά τους τον μικρό Φωτάκη, δίπλα στο δικό τους παιδί και του ’δωσαν την αγάπη που του ’λειψε και τη ζωή που δεν έβρισκε. Κι ο πατέρας, μες στη μαυρίλα της μοναξιάς και του χαμού, βρήκε κουράγιο να του χαμογελά, να του παίζει, να τρέχει από παραμάνα σε παραμάνα για θηλασμό, να ευγνωμονεί, να ευχαριστεί και ν’ ανταποδίδει μ’ ό,τι καλούδι είχε το σπίτι του, για να ’χουν γάλα οι μάνες και για το δικό του μωρό, που όλο κι έπαιρνε τ’ απάνω του μέρα με τη μέρα. 
……………………………………………………….. 

Μεγάλωνε μες στις νεροσυρμές της γειτονιάς, παίζοντας με τα παιδιά που είχαν μάνα και ζηλεύοντάς τα για την καλή τους τύχη. Ώσπου, ήρθε μια μέρα, που μια θεία, πολύτεκνη, με φτωχό καλύβι, μα ξέχειλο από πονοψυχιά κι αξιοσύνη, τον στρίμωξε με τα έξι δικά της κι άρχισε ο Φωτάκης να φωτίζει το σπιτικό της με το κρυστάλλινο, αθώο φως του. Του χάρισε το δικό της όνομα «μάνα», κι από τότε είχε και κείνος εν’ αποκούμπι, μιαν αγάπη, μιαν αγκαλιά, μια μάνα που δεν του χαριζόταν μα και που δεν τον απόπαιρνε. 

Σαν άρχισε να ξανοίγεται στον κόσμο και να πηγαίνει σχολείο, τον πονούσε η άγνωστη μορφή της μάνας, δίχως μια φωτογραφία, δίχως μια ζωγραφιά… Έτσι, έβγαζε κρυφά - κρυφά από το μυστικό σεντούκι, το μοναδικό μεταξωτό φόρεμα της μάνας του, με τα κεντίδια τα ξώπρωτα, που λες και δεν τ’ άγγιξε ανθρώπινο χέρι. Του τα ορμήνεψε η θεια του μια μέρα που τον «συνέλαβε» να τα χαζεύει περίλυπος… 

«Δεν ήταν βελονιά που να μην την πιάναν τα χέρια της Φωτεινής. Βλέπεις γιακαδάκι με λαπηθιώτικο⃰ βελονάκι, δαντέλα με σμιλί και ασιώτικους⃰ «κοφτούς ρόμβους;». Ακόμα και στο στρίφωμα ο «ποταμός» είναι Λευκαρίτικος⃰ με παραγεμίσματα βελονιές που μόνο αυτή ήξερε να κάνει. Ξέρεις πόσες κοπελιές αντέγραψαν τα σχέδια και τα κεντίδια της; Μα πάλι όμοια δεν ήταν». Ύστερα από τούτη τη μαθητεία στις βελονιές της μάνας του… άρχισε να κάνει παζάρια με τις ξαδέλφες του. 

- Μπορείς να φορέσεις της μάνα μου το φουστάνι… να δω πόσο ήταν το μπόι της και πώς το καλούπι της; 

- Τρελάθηκες; Θέλεις να φάμε το ξύλο της χρονιάς μας; Αυτό είναι κειμήλιο, είναι ιερό, είναι ολοκέντητο. Εξάλλου… έχουμε δουλειά τώρα. 

- Θα κουβαλήσω εγώ νερό από τη βρύση για τα ζωντανά, για χάρη σας, θα ποτίσω τα λουλούδια… Σας παρακαλώ… 

Δίστασαν οι ξαδέλφες μα έλα που ήταν ολονών η αγάπη ο Φώτης και κανείς δεν του χαλούσε χατίρι! Το πρόβαρε η Δέσπω το φουστάνι, μα ούτε που της μπήκε. Δεν είχε άδικο η θεια που όλο έλεγε πως ήταν φαγούδα. Το πρόβαρε η Ηλέκτρα, μα της ήταν πολύ κοντό. 

Αδύνατο να φορούσαν στον καιρό της μάνας του, ως το γόνατο τα φορέματα, μάλλον ως τον αστράγαλο ή λίγο πιο πάνω. 

Δοκίμασε κι η Θοδώρα, μα χωρούσε άλλη μια μέσα. Θόλωσε ο Φώτης… τ’ όνειρο του ν’ αναπλάσει μέσα από το φουστάνι τη χαμένη του αγάπη, έσβησε… 

Δεν μπορεί, κάποια θα ’χει το σουλούπι της. Άκουσε τη νονά του που έλεγε για χοντρές καστανόξανθες πλεξούδες κι ένα χαμόγελο που της κεντούσε λες μ’ αστραφτερές χάντρες το πρόσωπο… ε… όλο και κάποια θα ’χει το μπόι της… όλο και κάποια θα ’χει μέση δαχτυλίδι για… χέρι λεπτό κι ευκίνητο, μαστορικό κι ευαίσθητο. 

Κι έτσι αναπάντεχα κοίταξε το δικό του λιανό χέρι… Λες να της έμοιασε; Λες να ’χει πάρει κάτι από το κρυφό κι άγνωστο τάλαντό της; Να μπορεί τάχα ν ’ανασταίνει και ν’ αναπλάθει ό,τι στο νου του έχει απωθημένο; Πάγωσε! Ένα ρίγος τον τύλιξε χωρίς να το ελέγχει …Όχι, δεν εννοούσε κλίση στα κεντίδια με το βελόνι… μα, ένιωθε πως… στο χέρι του τα μολύβια και τα χρώματα παιχνίδιζαν αλλιώτικα απ’ ότι στα συνηθισμένα παιδιά. Φτιάχναν μορφές και σπίτια και τη φύση ολάκερη μ’ ένα τόνο ευαίσθητο, με μια γραμμή ολοζώντανη, με κάτι αποχρώσεις που ξεγελούσαν γι΄ αληθινές. Μάγευε, λες, τα κύματα πότε κάνοντάς τα να χρυσίζουν αληθινά στον ήλιο, πότε ν’ ανταριάζουν κόντρα στ’ αγέρι και πότε να γαληνεύουν στο καθρέφτισμα του φεγγαριού… Πλημμύρισε αναπάντεχα μαγεία στην ανακάλυψη. 

-Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου … Ναι, τώρα θα φτιάξω τη μάνα μου με τα χέρια μου… Θα βρω μεζούρα… Θα της κοντυλογράψω το φρύδι, θα της παραγεμίσω το μάτι με παράπονο, θα τη στολίσω με χάρες και χαρές που δε χάρηκε . Θα αντιστρέψω τους όρους… θα δώσω γω ζωή σ’ αυτή! 

Οι δάσκαλοι, έπιασαν την ευαισθησία του, τον παίνεψαν, τον πρόβαλαν, του έδωσαν αυτό που του ’λειπε, λόγο κι αυτοπεποίθηση. Όσο για τους καθηγητές αργότερα… υπόδειγμα για όλους ήταν οι ζωγραφιές του, που στόλιζαν τις πινακίδες κάθε τάξης. Κανείς όμως δεν πρόσεξε εκείνη τη γλυκιά μορφή που τρύπωνε σ’ όλους τους πίνακες… πότε να μαζώχνει ελιές, πότε να πυροκαίγεται φουρνίζοντας ψωμιά, πότε να ’ναι ανασκουμπωμένη στη σκάφη, και πότε να κρατά αγκαλιά ένα παιδί… ένα ιδιαίτερα λιανό παιδί… ένα παιδί που ’χε τα χέρια του προκλητικά τυλιγμένα με νάζι στο λαιμό της… Μόνο ένας καθηγητής, που είχε ίδια πορεία μ’ αυτόν στη ζωή, τον ένιωσε όσο κανείς… 

-Φώτη, θα ’μαι ο μέντοράς σου, θα ’μαι δίπλα σου ό,τι κι αν χρειαστείς… ξέρω τι πάει να πει να πονάς , να θέλεις να δημιουργήσεις κι η φτώχια να σου δένει τα χέρια. Καμβάδες, πινέλα, μπογιές, κι ό,τι άλλο χρειαστείς, θα ’ναι από μένα… κατάλαβες; Κι ούτε που θα δώσουμε εξηγήσεις σε κανένα, μόνο οι δυο μας θα το ξέρουμε. 

Αυτό κι αν ήταν μάννα εξ ουρανού. Σίγουρα κάποιος μεριμνά και σκέφτεται πριν απ ’ αυτόν γι’ αυτόν. Κάποιος, ή μάλλον κάποια, έχει δυνατή παρρησία στο θρόνο τ ’ουρανού, που βρίσκει μέντορες γι’ αυτόν στη γη. Με δυσκολία συγκράτησε τα δάκρυά του, και με προσπάθεια ο καθηγητής τη συγκίνησή του, σαν ο Φώτης έπεσε στην αγκαλιά του. Ευλογημένες πραγματικά στιγμές! 

Άρχισε ν’ αξιοποιεί τους καμβάδες που του χάρισαν μ’ ευλάβεια ξέχωρη και προσήλωση αλλόκοτη μα άργησε να δείξει τις ζωγραφιές του και να ρωτήσει τον πατέρα, τη θεια του και τα μεγαλοξαδέλφια, αν της έμοιαζε… φοβόταν την απάντηση. Κι αν δεν ήταν έτσι, κι αν δεν της έμοιαζε; Όχι, όχι… αυτή ήταν η μάνα του… πάντα γλυκιά, χαμογελαστή μ’ ανοικτή αγκαλιά για όλους και για κείνον. Έκανε το ξεχασμένο πατάρι του σπιτιού, το μυστικό του εργαστήρι και πολλές φορές τον έψαχναν μ’ αγωνία σαν αυτός αποκαμωμένος αποκοιμιόταν πάνω στα σχέδια… 

Ένα ιδιαίτερα βροχερό βράδυ όμως, που όλα βουβάθηκαν υποταγμένα στο επίμονο μαστίγωμα της βροχής, ο Φωτάκης δεν τους έκανε συντροφιά στο τραπέζι. Στην αρχή δεν κακόβαλαν. Νέο παλικάρι ήταν, με φίλους στο σύλλογο θα ’ταν- πού αλλού- σ ’ένα τέτοιο απομονωμένο χωριό; Η ώρα περνούσε όμως κι ο φόβος έφερνε την ανησυχία κι η ανησυχία τον πανικό κι ο πανικός την απόγνωση. «Πού να πήγε τούτη τη δύσκολη ώρα, και πώς θα γυρίσει μέσα σε τούτο τον χαμό; » Ιδιαίτερα όταν κατέβηκαν οι καταρράχτες κι ο ποταμός ανταριασμένος έπαιρνε τα πάντα στο διάβα του… δε συγκρατήθηκαν. 

Ο πατέρας, τα ξαδέλφια και κάτι συγγενείς στη γειτονιά, που πήραν είδηση, τυλίχτηκαν μ’ ό,τι βρήκαν μπροστά τους κι αμολήθηκαν φωνάζοντας αλαφιασμένα… χωρίς όμως να παίρνουν απάντηση. 

-Θεέ μου, παρακαλούσε η θεια που ’μεινε στο κατόπι τους, κάμε να τον βρούνε σύντομα… Γλύτωσε από την πρόωρη γέννα ,την ορφάνια, τη φτώχια, τη μοναξιά, μην τον χάσουμε από μια νεροποντή τώρα που έγινε παλικάρι… Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την τελευταία δακρύβρεχτη φράση η θεία, ένας απότομος θόρυβος της έκοψε την ανάσα. Ένα σφυριχτό άου προσδιόρισε την κατεύθυνση. Ήταν απ’ το πατάρι. 

Τράβηξε κατά κει, δειλά και φοβισμένα η θεια, κρατώντας την αναπνοή της… ώσπου τον είδε μπροστά της στο μισοσκόταδο. 

-Παιδί μου, εσύ είσαι… κι εμείς πήραμε σβάρνα τα στενά; Πού κρυβόσουν τόσες ώρες; τον μάλωσε η δεύτερη μάνα του, σαν ξεπρόβαλε το κεφάλι του από την ξυλόσκαλα που οδηγούσε στο πατάρι. 

-Ζωγράφιζα από ώρα, αποκοιμήθηκα κι ύστερα πέφτοντας… κτύπησα… 

-Θεέ μου, ματώθηκες! Κακό που μας βρήκε! 

Όσο να τον φροντίσει η θεια του, γύρισαν κι οι άλλοι μουσκεμένοι κι αποκαμωμένοι. Ξαφνιάστηκαν όμως μπροστά στο θέαμα. Ρωτούσαν, απορούσαν, αγωνιούσαν για τα χειρότερα, έκλαιαν. Δόθηκαν οι εξηγήσεις, φανερώθηκε το …κρησφύγετό του Φώτη, και αποκαλύφθηκε μια σπάνια σύμπτωση. Ο Πάρις, ο μεγαλοξάδελφος, πετάχτηκε ως το ξεχασμένο πατάρι και γύρισε κρατώντας ένα σχέδιο σε καμβά μ’ ευλάβεια ξεχωριστή. Ήταν, ποια άλλη, η μάνα της φαντασίας του! Η μάνα που λαχταρούσε, που ονειρευόταν και που της έμοιαζε τόσο! Μόνο που, απίστευτο πώς, μια κόκκινη κηλίδα απ’ το αίμα του, σημάδευε το μέρος της καρδιάς της… Τι σημάδι κι αυτό! 

Βουβή σιωπή, αλήθεια πικρή, κανένα σχόλιο… Μόνο τα βουρκωμένα μάτια μιλούσαν αντάμα με τα υγρά ρουθουνίσματα, έχοντας για υπόκρουση την επίμονη βροχή που σεκοντάριζε τη συγκίνηση… Ένα ζεστό τσάι μια αγκαλιά κι ένα χάδι , γύρισαν τούτη τη δύσκολη σελίδα της μέρας... 

Ο καιρός πέρασε κι ο Φώτης βρήκε το πάρεργο που τον ανάπαυε και του ’δινε χαρά κι υποκατάστατη εικόνα. Ο πατέρας τον σπούδασε με χίλιες στερήσεις κι όλοι ένιωθαν πως το ταλέντο θα ’ταν κι η ζήση του. Κανείς δεν διάβασε τον καημό του. Πίστεψαν πως ο χρόνος έσβησε και την έλλειψη και την πεθυμιά. Εξάλλου πολλοί άλλοι μπήκαν στη ζωή του πια, φίλοι, συγγενείς και κάποια μάτια σιωπηλά που τον κρατούσαν ξάγρυπνο τα βράδια κάνοντας την καρδιά του να κτυπά ακανόνιστα. Άσε που τούτο το καινούργιο πρόσωπο του μπέρδευε τις αποχρώσεις και τις γραμμές κάνοντάς τα όλα πιο φανταχτερά και όμορφα. 

Ώσπου μια μέρα, μια μέρα ανοιξιάτικη, τα μάτια που τον ξαγρυπνούσαν πήραν μορφή και όνομα. Η Λενιώ θα γινόταν το άλλο του μισό. Οι ευχές ολονών ξεχείλισαν τα δύο σπίτια, λες και ήταν αυτό που καρτερούσαν χρόνια… Ένα κορίτσι που θ’ άνοιγε το βουβαμένο σπίτι και τα κλειδαμπαρωμένα σεντούκια της μάνας του, για το Φώτη, μα κι ένας άντρας που θα ’δινε υποκατάστατο γιου στον πατέρα της Λενιώς, που όλο θηλυκά του χάρισε ο Θεός. 

Κι αν όλοι στήσαν τραπεζώματα κι αν όλοι παραγέμισαν τους αρραβωνιασμένους με ευχές, αγκαλιές και φιλιά, του Φώτη κτυπούσε αλλιώς η καρδιά του… 

Πρώτο καλωσόρισμα στο σπίτι κι η πρώτη παραγγελιά για την πάντα γελαστή Λενιώ έπεσε. 

-Μια χάρη θέλω που με παιδεύει από γεννησιμιού μου βράδυ πρωί… Θέλω … και πώς να το πω… κάτι απ’ τη Λενιώ, μια έκπληξη. Και γυρίζοντας στους υπόλοιπους με μια καπατσοσύνη κι ένα θάρρος πρωτόγνωρο, είπε: δώστε μας 10 λεπτά, κάτι να της πω… 

Όλοι οι δικοί του ξαφνιάστηκαν. Τι ζητά πρώτη φορά από την κοπέλα; Ντροπής πράγματα, θα παρεξηγηθούν από τους συμπεθέρους... Μα, ξαφνιάστηκαν αναπάντεχα σε λίγο, μένοντας άφωνοι, σαν η Λενιώ πρόλαβε με το μεταξωτό, όλο κεντίδια φόρεμα, με τις πλεξούδες κατά πώς ήταν της μάνας του να τις στολίζουν τον λαιμό και μ’ ένα μαντίλι δαντελωτό στα μαλλιά, που της τόνιζε το πρόσωπο. 

-Θεέ μου ! Ολόιδια η μάνα του! Η Φωτεινή ξαναγεννήθηκε! Απίστευτο! Δεν μπορεί… κάτι έγινε… δε γίνεται τόση ομοιότητα! Χίλιες πρόβες να ’κανε … δε θα πετύχαινε! Και τα μαλλιά και το σουλούπι… το χαμόγελο… τα φρύδια, το χρώμα, όλα ίδια. Τα δάκρυα δεν είχαν εξήγηση. Από χαρά, από λύπη, από συγκίνηση, από ανακούφιση… όλα μαζί και πολλά άλλα. 

Ο Φώτης έτρεξε κι άρπαξε με τρεμάμενα χέρια τη φωτογραφική του για να κρατήσει τη μαγική στιγμή… Κι ο πατέρας του έβαλε στην αγκαλιά του τη Λενιώ και έκλαιγε. 

-Καλωσόρισες κόρη μου, γέμισε το σπίτι μας χαρά κι ευλογία. Γεννήθηκες για μάς… τυχαία δεν ήλθες… Ακόμα κι εγώ θα ξεγελιόμουν, της μοιάζεις τόσο πολύ… 

Η μάνα της Λενιώς πάγωσε σαν είδε το φόρεμα ύστερα από εικοσιπέντε χρόνια. 

- Απίστευτο, ήμασταν γειτόνισσες, μ’ έμαθε κι εμένα να κεντώ λαπηθιώτικους⃰ γιακάδες σαν αυτόν με το βελονάκι… Ένας από τους ρόμβους στο μεταξωτό φουστάνι είναι απ’ τα χέρια μου όταν με μάθαινε εκείνη λευκαρίτικο⃰… τρομερό! 

Σαν καταλάγιασαν όλοι, σαν απόκαμαν από το κλάμα και τις απανωτές συμπτώσεις, ο Φώτης ζήτησε κάτι ακόμη απ’ τη Λενιώ… Κάτι που όλοι περίμεναν. Με το σημαδιακό φουστάνι την πήρε από το χέρι και τράβηξαν για το κοντινό κοιμητήρι . 

Τώρα, ήταν η σειρά του να κλάψει… Τώρα ήξερε ποιον να ευχαριστήσει για την άλλη αγάπη που μπήκε στη ζωή του. «Μάνα, μπορεί να μου ’λειψες μα δε με ξέχασες. Τώρα πια σε ξέρω! Σε γνώρισα ανάμεσα σε καμβά και μετάξι, μα πιο πολύ μέσα στ ’αμυγδαλωτά μάτια της Λενιώς μου... Κοιμήσου ήσυχα μάνα, μες στου Χριστού την αγκάλη και μη σταματήσεις να μας γνοιάζεσαι από κει ψηλά. Είμαι σίγουρος πως έβαλες κι εσύ το χέρι σου για τούτο το σμίξιμο. Σ’ ευχαριστώ, σ’ αγαπώ, γλυκιά, αγαπημένη μάνα, από καμβά και μετάξι, καμωμένη!»

___________________________________________
                                                                                
⃰Λαπηθιώτικους γιακάδες: Πρόκειται για πολύ λεπτές, άσπρες δαντέλες, καμωμένες με βελονάκι ,στην κατεχόμενη από τους τούρκους σήμερα κωμόπολη με το όνομα Λάπηθος στη βόρεια παραλία της Κύπρου.
⃰Λευκαρίτικα κεντήματα: Πρόκειται για διάσημα χειροποίητα κεντήματα καμωμένα στον Δήμο Λευκάρων πάνω σε ειδικό λινοχασέ πανί, με άσπρη ή χακί κλωστή.
⃰Ασσιώτικα κεντήματα: Ονομαστά κεντήματα με πολύχρωμες βελονιές από το κατεχόμενο χωριό Άσσια, καμωμένα με χειροκίνητες ειδικές μηχανές.



ΕΛΕΝΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
Γεννήθηκε στην κατεχόμενη Ακανθού της Κύπρου. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και εργάστηκε ως δασκάλα. Ακολούθως πήρε πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και μεταπτυχιακό τίτλο Μ.Α. από το Α. Π.Θ . Υπηρέτησε ως Σύμβουλος επιθεωρήτρια στα Δημ. Σχολεία. Ασχολείται με τη λογοτεχνία.  Έργα της  βραβεύτηκαν σε πολλούς  διαγωνισμούς. Συνεργάζεται με το ΡΙΚ και με διάφορα περιοδικά.  Είναι παντρεμένη με τον Σωτήρη Χατζημιχαήλ, που εικονογραφεί τα βιβλία της και έχουν πέντε παιδιά.  Εκδόθηκαν τα βιβλία της: «Χέρι με χέρι» (μυθιστόρημα - έπαινος Σ.Π.Ν.Β.), «Μικροί στον αγώνα» (μυθιστόρημα - έπαινος Υπουργείου Παιδείας), «Κοντά στη μητέρα» (μυθιστόρημα - Α ΄ Βραβείο Σ.Π.Ν.Β.), «Πρώτη Ανάσταση» (διηγήματα - Α Βραβείο ΕΠΟΚ. ), «Παίζοντας… Θυμούμαι» (βιβλίο ποικίλης ύλης για την Ακανθού), «Γυρεύοντας το φως» (ποιητικές σκηνές) και «Σαν παραμύθι ο αγώνας μας» (Α΄ Βραβείο Σ.Μ.Α.Ε.).
Πρόσφατα  εκλέγηκε Δήμαρχος του κατεχόμενου Δήμου Ακανθούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: