Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Τάκη Θεοδωρόπουλου: Βερονάλ



Βερονάλ 
Θεοδωρόπουλος, Τάκης

Αθήνα : Μεταίχμιο, 2015. - 176 σ. · 21x14 εκ.
ISBN 978-618-03-0351-3 



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Ισχυρίζομαι εδώ και χρόνια, πολύ πριν από την κρίση, κινδυνεύοντας να χαρακτηριστώ γραφικός (αν δεν έχω ήδη χαρακτηριστεί), ότι το πρόβλημα αυτής της χώρας δεν είναι οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό ή οτιδήποτε άλλο, παρά μόνον και αποκλειστικά πολιτισμικό. Πιστεύω λοιπόν ότι εάν δεν αναληφθεί μια συντονισμένη και εμπνευσμένη προσπάθεια, από τους πάντες, για την συλλογική αναβάθμιση του μορφωτικού επιπέδου των νεοελλήνων με την πλήρη ανασυγκρότηση του «εκπαιδευτικού συστήματος», το οποίο ελπίζω να συμφωνήσετε ότι ούτε «εκπαιδευτικό» είναι, αλλά ούτε και «σύστημα», τότε ουδεμία ελπίδα διαφαίνεται για την ανάκαμψη αυτού του τόπου. Θα συνεχίσουμε την πορεία προς την σήψη, την αποσύνθεση, την διάλυση, μέχρι την τελική εξαφάνισή μας ως λαού και χώρας. Δεν θα είμαστε οι πρώτοι, ούτε και οι τελευταίοι εξ άλλου, από τους λαούς που εξαφανίσθηκαν από προσώπου γης.
Μα, θα μου πείτε, τόσες προσπάθειες εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων έγιναν κατά καιρούς από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Θα συμφωνήσω ότι πράγματι έγιναν προσπάθειες, οι οποίες όμως κατέληξαν δυστυχώς να χειροτερεύσουν ακόμα περισσότερο τα εκπαιδευτικά πράγματα με αποτέλεσμα να παρατηρούμε μια συνεχή πτώση του μορφωτικού επιπέδου του μέσου πολίτη και να κινδυνεύουμε να κατακλυσθούμε από έναν ωκεανό αγραμματοσύνης.
Παρ’ όλο που είμαι άσπονδος εχθρός των διαφόρων θεωριών συνωμοσίας, εν τούτοις αρχίζω να πιστεύω ότι αυτή η διαρκής μορφωτική υποβάθμιση αποκλείεται  να είναι μόνον αποτέλεσμα ανικανότητας, ιδεοληψιών, ασχετοσύνης ή πολιτικαντισμού εκ μέρους των κυβερνώντων. Μήπως είναι μεθοδευμένη; Cui bono? (ποιος επωφελείται;) θα ρωτούσε τότε ένα Νομικός. Θα του απαντούσα ότι όσο πιο αμόρφωτος και αγράμματος είναι ένας λαός, τόσο πιο εύκολα χειραγωγείται και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.
Οι παραπάνω σκέψεις ερχόντουσαν συνεχώς στο μυαλό μου καθώς διάβαζα το  πραγματικά (επιτρέψτε μου τον χαρακτηρισμό) συγκλονιστικό αφήγημα του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Βερονάλ», ένα μείγμα ιστορίας και μυθοπλασίας, μια μυθιστορηματική βιογραφία του Ιωάννη Συκουτρή, του «σημαντικότερου ίσως μελετητή της αρχαιότητας που γέννησε ο ελληνικός εικοστός αιώνας», όπως τον αξιολογεί ο συγγραφέας (σελ. 11).
Διάβασα το βιβλίο «μονορούφι» μέσα σε 3,5 περίπου μεταμεσονύκτιες ώρες. Το μελέτησα στην συνέχεια 5-6 φορές και σε ορισμένα σημεία επανήλθα περισσότερες. Όπως προανέφερα, με συγκλόνισε, συχνά μου άφηνε μια πικρή γεύση απογοήτευσης και ακόμη συχνότερα κατάθλιψης, αναλογιζόμενος τα γεγονότα εκείνης της εποχής, τότε που υπήρχαν ακόμη υγιείς δυνάμεις σ’ αυτόν τον τόπο, παρά τις αδιάκοπες συγκρούσεις, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα, τα χαμερπή ανθρωπάρια, τους πάντα επικίνδυνους ημιμαθείς και συμπλεγματικούς παραγοντίσκους, το αιωνίως υφέρπον πνεύμα του διχασμού που μας κατατρέχει και κατατρύχει από την αυγή της ιστορίας μας.
Συγκρίνοντας όμως το τότε με το σήμερα, σε καταλαμβάνει ένα αίσθημα πανικού, συνειδητοποιώντας ότι έχουν πλέον καταρρεύσει τα όποια αναχώματα υπήρχαν, θεσμικά, πολιτικά, κοινωνικά, ηθικά και απέμειναν πια ελάχιστοι που δεν έχουν καταληφθεί ακόμη από την ομαδική παράκρουση αυτοκαταστροφής, η οποία αρχίζει να καλύπτει μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα αυτήν την κοινωνία, αυτόν τον τόπο.

Ποιος όμως ήταν ο Ιωάννης Συκουτρής, ο τραγικός πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου, που αργά αλλά σταθερά, σχεδόν νομοτελειακά, οδηγήθηκε στην αυτοκτονία;
Ένα φτωχό χωριατόπαιδο της πάλαι ποτέ ελληνικής Ιωνίας, γεννημένο το 1901 στο Μουραντιέ της Σμύρνης, χιώτικης καταγωγής, του οποίου τα οικονομικά μέσα της οικογενείας του ήταν περιορισμένα, αλλά οι εξαιρετικές σχολικές επιδόσεις του, τού εξασφάλισαν την οικονομική υποστήριξη της αρχιεπισκοπής Σμύρνης ώστε να κατορθώσει να ολοκληρώσει την φοίτησή του στο σχολείο. Οι φιλολογικές του επιδόσεις φάνηκαν ήδη από τα κείμενα που έγραφε σε σχολικό περιοδικό και από την ικανότητα χειρισμού της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Το 1918 αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή και διορίστηκε δάσκαλος στο χωριό Γκιαούρκιοϊ της Μαγνησίας.
Το 1919 γράφτηκε αναδρομικά ως δευτεροετής στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1922. Τα χρόνια των σπουδών του τα οικονομικά προβλήματα συνεχίζονταν, αλλά κάλυπτε τις ανάγκες του με την εργασία του ως βοηθός στο Σπουδαστήριο της Φιλοσοφικής Σχολής και με τα έσοδα από τις υποτροφίες του Σεβαστοπούλειου Διαγωνισμού, στον οποίον συμμετείχε δύο φορές. Τα επόμενα δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας και παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτη ποικίλων εκφάνσεων του κυπριακού  πολιτισμού και προσπάθησε να οργανώσει την πνευματική και επιστημονική ζωή του τόπου ιδρύοντας συλλόγους και εκδίδοντας το περιοδικό Κυπριακά Χρονικά.
Το 1924 επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ το 1925 αναγορεύτηκε διδάκτορας και αναχώρησε για σπουδές Κλασικής Φιλολογίας στην Γερμανία, όπου παρέμεινε μέχρι το 1929. Σπούδασε στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας κοντά σε μεγάλους φιλολόγους όπως ο Ούλριχ Βιλαμόβιτς και ο Βέρνερ Γιέγκερ. Εκείνα τα χρόνια ήταν τα πιο παραγωγικά σε φιλολογικές μελέτες, τις οποίες δημοσίευε σε πολλά φιλολογικά περιοδικά. Η διδακτορική του διατριβή είχε θέμα τον Επιτάφιο του Δημοσθένη για τους πεσόντες Αθηναίους οπλίτες της Χαιρώνειας, οποίος εθεωρείτο νόθο έργο και ο Συκουτρής απέδειξε ότι ήταν γνήσιο. Ενδεικτικό της φήμης που απέκτησε είναι το γεγονός ότι ο Βιλαμόβιτς τον είχε εντάξει στον φιλολογικό σύλλογο Graeca Wilamowitziana, τον οποίον αποτελούσαν φιλόλογοι, οι οποίοι στις συναντήσεις του ερμήνευαν κλασικούς Έλληνες συγγραφείς. Ο Συκουτρής ήταν το μόνο μη γερμανικής καταγωγής μέλος που συμμετείχε στον σύλλογο.

Εκτός από τις ποικίλες δημοσιεύσεις σε φιλολογικά περιοδικά ο Συκουτρής ανέλαβε και την έκδοση των λόγων του Δημοσθένους για τον εκδοτικό οίκο Teubner.
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα άρχισε να διδάσκει στο Αρσάκειο και το 1930 εξελέγη υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το εναρκτήριο μάθημά του είχε το θέμα «Φιλολογία και ζωή». Παράλληλα με τις παραδόσεις μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο και τις δημοφιλείς διαλέξεις και τα σεμινάρια σε ποικίλα θέματα, όχι μόνο κλασικής, αλλά και νεοελληνικής και σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, συνέχισε το επιστημονικό του έργο. Ανέλαβε την πρωτοβουλία για την οργάνωση της σειράς «Ελληνική Βιβλιοθήκη» της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία θα περιελάμβανε σχολιασμένες και μεταφρασμένες εκδόσεις κειμένων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Το 1934 εξέδωσε τον πρώτο τόμο της σειράς, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, και άρχισε να προετοιμάζει την έκδοση της Ποιητικής του Αριστοτέλη, η οποία εκδόθηκε το 1937 μετά τον θάνατό του.
Το 1933 του προτάθηκε η έδρα της κλασικής φιλολογία του Πανεπιστημίου της Πράγας, αλλά δεν αποδέχτηκε την θέση. Το 1936 υπέβαλε υποψηφιότητα για την έδρα καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή. Από εκείνη την χρονιά, και με αφορμή το κεφάλαιο της εισαγωγής του Συμποσίου που αναφερόταν στις γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα στην παιδεραστία, άρχισε να δέχεται πολλές επιθέσεις από ακαδημαϊκούς και εξω-ακαδημαϊκούς κύκλους, αρχικά από μια πατρινή εφημερίδα με τον βαρύγδουπο τίτλο «Επιστημονική Ηχώ» και στην συνέχεια από διάφορους συλλόγους και από την Ιερά Σύνοδο. Για το ίδιο θέμα κατατέθηκαν εναντίον του δύο μηνύσεις. Ο Συκουτρής ανέτρεψε όλα τα επιχειρήματα των αντιπάλων με δημοσίευμά του «Η εκστρατεία κατά του Συμποσίου. Τα κείμενα και οι κολουροπώλαι, 1937». Απογοητευμενος από τον κοινωνικό του περίγυρο και την πολεμική που δέχτηκε, κλείστηκε στον εαυτό του και τελικά οδηγήθηκε στην αυτοκτονία.
Αυτοκτόνησε στην Κόρινθο στις 21 Σεπτεμβρίου του 1937. Τον εντόπισε νεκρό το επόμενο πρωί ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Κεντρικόν» όπου διέμενε. Λίγες ώρες πριν από τον θάνατό του είχε περπατήσει στην Ακροκόρινθο. Η κηδεία του έγινε από το Πρώτο Νεκροταφείο στις 22 Σεπτεμβρίου, παρουσία της συζύγου του, λίγων καθηγητών του Πανεπιστημίου και μαθητών του. Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι πέθανε από συγκοπή, αλλά αργότερα έγινε γνωστό ότι είχε πάρει ισχυρή δόση υπνωτικού (βερονάλ).
Ο Συκουτρής είχε παντρευτεί την Χαρά Πετυχάκη με την οποία δεν είχαν παιδιά.
Διαβάστε το βιβλίο! Είμαι βέβαιος ότι θα σας συναρπάσει!

ΔΕΕ

Έδεσσα, 14 Μαΐου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια: