Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Διήγημα: Η ντιζέζ


Η Ντιζέζ

Ένα διήγημα του Τρύφωνα Ούρδα

Το νέο στο χωριό έφερε μεγάλη αναστάτωση. Διαδόθηκε στα σπίτια πολύ γρήγορα και δίχασε τους κατοίκους. Ανήμερα στο πανηγύρι της Ανάληψης, το κεντρικό καφενείο του χωριού μαζί με τα μπουζούκια θα έφερνε και μια «ντιζέζ» από την πόλη της Θεσσαλονίκης. Έτσι για την καλλίτερη διασκέδαση!
Πρώτος σ’ αυτήν την ιδέα για την άφιξη της «κυρίας», έφερε τις αντιρρήσεις του ο παπάς. Είναι δυνατόν έλεγε και ξανάλεγε από τον Άμβωνα, ένα χωριό να γίνει ρεζίλι για μια ξετσίπωτη. Για μια γυναίκα που μέσα της δεν έχει κανένα ίχνος ηθικής! Επιπλέον ο αγαθός Γέροντας που λίγο-πολύ κάτι γνώριζε για το θέμα, υποστήριζε πως αυτές εκτός του ότι τραγουδάνε και χορεύουνε σχεδόν γυμνές, ανεβαίνουν ακόμα πάνω στα τραπέζια, κάνουν τσαλίμια, χαμογελάνε, χαϊδεύουν και φιλάνε δημόσια τους άντρες μόνο και μόνο για να τους παίρνουν τα λεφτά και ύστερα… «μην τις είδατε».
-Όχι, όχι, όχι χριστιανοί φώναζε στο εκκλησίασμα. Δεν θα το επιτρέψουμε αυτό στο χωριό μας. Σκεφτείτε τι θα πούνε οι γυναίκες σας και τα παιδιά σας. Αφήστε να λένε μερικοί που πήραν τα μυαλά τους αέρα και θέλουν διασκέδαση με μια ξένη γυναίκα δίπλα τους…
Ύστερα γυρνώντας προς τον Πρόεδρο του χωριού σε αυστηρό τόνο του είπε:
-Κύριε Πρόεδρε, είσαι υπεύθυνος για την τάξη και την ασφάλεια εδώ και για τα ρεζιλέματα που θα γίνουν. Τώρα, αμέσως να καλέσεις τον καφετζή και να του κάνεις συστάσεις για να μην πατήσει το πόδι της εδώ αυτή η ξεδιάντροπη. Και αν εσύ δεν κάνεις τίποτα, εμείς θα πάμε παραπάνω στις Αρχές και στη Μητρόπολη για να παραπονεθούμε.
Τι να κάνει και ο Πρόεδρος, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Από τη μια δεν ήθελε να μαλώσει με τον καφετζή γιατί ήταν συγγενής του και βέβαια με όλους τους άλλους που φλέγονταν να δούνε την ντιζέζ. Εξάλλου όλοι τους ήταν και ψηφοφόροι του! Και από την άλλη έπρεπε να μην δυσαρεστήσει και τους αντίθετους, αυτούς που δεν την ήθελαν μαζί με τον παπά και οι οποίοι ούτε λόγο ήθελαν να κάνουν γι αυτήν τη γυναίκα. Φυσικά και αυτοί ή τουλάχιστον οι περισσότεροι καλοί ψηφοφόροι του και μάλιστα φανατικοί!
Έτσι, μετά από ολονύκτιες βασανιστικές σκέψεις και ξαγρύπνιες, βρήκε μια προσωρινή λύση. Κάλεσε στο Γραφείο του στην Κοινότητα τον καφετζή και μερικούς από τους ομοϊδεάτες του και με παρακλητικό ύφος και δάκρυα στα μάτια τους είπε:
-Βρε παιδιά. Ντέρτι έχω μεγάλο εδώ και πολύ καιρό με σας! Αμάν πια μπιζέρισα! Τι μωρέ θέλετε τώρα να φέρετε στο πανηγύρι να τραγουδήσει και να χορέψει μια ξεβράκωτη. Τραγουδιστάδες εμείς δεν έχουμε; Και αράδιασε δυο-τρεις από το χωριό που ήταν καλοί στη μουσική και άλλους τόσους καλλιτέχνες της κακιάς ώρας από τα γύρω χωριά, που μπορούσαν δεν μπορούσαν να βγάλουν μια νότα από τον λαιμό τους.
Μετά, αφού ξεροκατάπιε μια δυο φορές με γλυκιά φωνή πρόσθεσε:
- Μην την φέρνετε τώρα, σ’ αυτό το πανηγύρι της Ανάληψης. Φέρτε την στο άλλο, της Αγίας Παρασκευής που θα το ξεχάσει και θα έχει ηρεμήσει ο κόσμος...
Δυστυχώς όμως με τα λόγια του ο Πρόεδρος δεν έπεισε κανέναν. Όλοι τους ήθελαν, «σώνει και καλά» σ’ αυτό το πανηγύρι να έρθει η ντιζέζ, να τραγουδήσει και να χορέψει, έστω όπως έλεγε και ο Πρόεδρος με «αδαμιαία περιβολή», αρκεί να διασκεδάσει το χωριό μαζί της. Και πρώτος από την παρέα ο καφετζής, αδιαφορώντας για τη συγγένεια μαζί του, με περίσσια θρασύτητα χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι τού είπε:
-Α! Πρόεδρε ως εδώ και μη παρέκει. Το κορίτσι θα έρθει και θα μας πει κι «ένα τραγούδι». Εσύ άμα θέλεις μην έρχεσαι στο μαγαζί.
Τα λόγια στεναχώρησαν ακόμη περισσότερο τον Πρόεδρο. Δεν περίμενε τόσο μεγάλη αντίδραση. Έτσι πάνω στον εκνευρισμό και την απελπισία του, άφησε την πονηρή πολιτική του, άλλαξε τροπάριο και άρχισε τις απειλές:
-Αφού δεν καταλαβαίνετε με το καλό, θα καταλάβετε με το άγριο, τους είπε. Θα πάμε να σας καταγγείλουμε στις Αρχές και στη Μητρόπολη…
Και σαν ξημέρωσε η μαγιάτικη μέρα ξεκίνησαν. Μπροστά πήγαινε ο παπάς με το ράσο του άσπρο από τη σκόνη του δρόμου και πίσω ο Προεστός με δύο μόνο από τους συμβούλους του, γιατί οι άλλοι δεν έβρισκαν σωστή την ιδέα για τέτοια παράπονα και έτσι αρνήθηκαν να τους ακολουθήσουν!
Όπου κι αν πήγαν όμως δεν έμειναν ευχαριστημένοι. Στη Μητρόπολη ο Δεσπότης τους είπε να αφήσουν τον καφετζή και τους άλλους να κάνουν ότι θέλουν και οι τυχόν αμαρτίες που θα πάρουν, όσοι θα πάνε στο βδελυρό θέαμα, ας βαρύνουν τους ίδιους, ενώ ο Αστυνόμος από τη μεριά του Κράτους, πως δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διασκέδαση με τη ντιζέζ επειδή τέτοιες εκδηλώσεις στα χορευτικά κέντρα, σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι νόμιμες.
Έτσι όλοι μαζί επέστρεψαν πάλι αμίλητοι στο χωριό και ο καθένας, αρκετά στεναχωρημένος που δεν πέτυχε ο σκοπός τους, τράβηξε για το σπίτι του.
Ανήμερα της Ανάληψης και του πανηγυριού. Η πλατεία από το βράδυ της προηγούμενης μέρας, στολίστηκε από τον κλητήρα με μικρές σημαιούλες του Έθνους και της Ορθοδοξίας. Κρεμάστηκαν στο Ηρώο και στο Γραφείο της Κοινότητας, τονίζοντας έτσι περισσότερο τον πανηγυρικό χαρακτήρα της μεγάλης Εορτής.
Οι νέοι και οι νέες στο χωριό με τα καλά τους τα ρούχα, ήδη από το απόγευμα πήραν τη θέση τους στη βόλτα πάνω-κάτω, ενώ οι κινητοί «ψιλικατζήδες» με τα σπόρια, τα γλειφιτζούρια, τα σουσάμια, τις τουλούμπες, τα σουβλάκια και τα παιχνίδια, άρχισαν να κάνουν χρυσές δουλειές με τους πελάτες τους. Αν και ο ήλιος ακόμα ψηλά το πανηγύρι ξεκίνησε με όλο του το μεγαλείο!
Στο καφενείο του χωριού, μέσα στην πλατεία όπου θα εμφανιστεί η ντιζέζ, οι προετοιμασίες άρχισαν και αυτές από πολύ νωρίς. Πλύθηκε κάτω το δάπεδο με το τσιμέντο, φρεσκαρίστηκαν και γυαλίστηκαν τα τραπέζια και οι ψάθινες καρέκλες, ετοιμάστηκαν οι κάσες με τα ποτά και τα αναψυκτικά, ενώ στη ψησταριά δίπλα από το μαγαζί, στριφογύριζαν πάνω στα κάρβουνα ροδοκόκκινες οι κότες για όσους θα έρθουν εδώ να φάνε και θα πάρουν μέρος στη διασκέδαση.
Ωστόσο μαζί, ετοιμαζόταν και η ορχήστρα της μουσικής. Έξω, πάνω στα πλατάνια κρεμάστηκαν τα μεγάφωνα, οι δε καλλιτέχνες τακτοποίησαν τα όργανα μπροστά από το μαγαζί και άρχισαν να τα κουρντίζουν, επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο το «ένα», «ένα», «ένα δύο». Πάνω στην ετοιμασία, τραβούσαν συγχρόνως και κανένα ποτηράκι ρετσίνα ή ούζο προκειμένου να φτιάξει το κέφι τους.
Και αφού έγιναν όλα αυτά και απλώθηκαν γύρω από την πίστα τα τραπέζια με τις καρέκλες και κάθισε ο κόσμος, άρχισε το τρικούβερτο γλέντι.
Πρώτο το μπουζούκι του χωριανού μας του Τάκη, ξεκίνησε με τα τραγούδια του Μανώλη του Χιώτη. Ύστερα έπαιξε τα τραγούδια της αγάπης και της ξενιτιάς του Καζαντζίδη. Συνέχισε με εκείνα τα τσιφτετέλια του Αγγελόπουλου, χωρίς βέβαια να παραλείψει και εκείνα τα ζεϊμπέκικα του Πάνου του Ιωαννίδη και του Γαβαλά. Τέλος, διπλές και τριπλές έγιναν οι σειρές στον χορό πάνω στην πίστα με τα συρτά του Μητσάκη και τα μάμπο της Γιώτα Λύδιας. Τραγουδιστής και ακορντεόν ο Κρυστάλλης με την εξαίσια φωνή του!
Γλεντζέδες οι χωριανοί και μερακλήδες στο χορό! Νέοι, γέροι, μεσήλικες, γυναίκες, ακόμα και γιαγιάδες πιάνονται και χορεύουν και μάλιστα πρώτες, αψηφώντας τα πονάκια στη μέση και στους αστραγάλους τους, ακόμα και στους γοφούς τους. Τι να γίνει! Έτσι πλάστηκε ο άνθρωπος! Μπορεί η «σαρξ να ασθενεί» η ψυχή όμως αισθάνεται πάντα υγιής και προπάντων δεν γερνάει με τίποτα..! Απόψε λοιπόν, ας πάει και το παλιάμπελο..!
Όλοι όμως περιμένουν τη μεγάλη έκπληξη! Πότε θα βγει να τραγουδήσει και να χορέψει η ντιζέζ! Αυτό το πλάσμα που με τον ερχομό του στο χωριό, δίχασε κάπως τη γνώμη των κατοίκων και  τους χώρισε σε προοδευτικούς και συντηρητικούς ή αν θέλετε σε Χριστιανούς Ορθόδοξους και ειδωλολάτρες! Και περισσότερο, έκανε μερικούς με πρώτο τον Πρόεδρο να κοιτάνε αμήχανα από τα διπλανά καφενεία, εδώ σ’ αυτό το μαγαζί που θα εμφανιστεί η καλλιτέχνιδα. Όσο για τον καλοκάγαθο και σεμνό ιερέα που με την αγνή του την ψυχή πίστευε ότι η κοπέλα θα έφερνε την αμαρτία και θα μόλυνε την Ενορία του, αυτός κλείστηκε ερμητικά στο σπίτι του και δεν ήθελε να ακούσει ούτε τον ήχο από τα μεγάφωνα του μαγαζιού. Παρά «ταύτα» όμως με τις προτροπές και τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, έριξε νερό στο κρασί του και ήταν έτοιμος να συγχωρέσει από τα βάθη της καρδιάς του, όλους εκείνους που σκέφτηκαν να φέρουν την ντιζέζ στο πανηγύρι καθώς και εκείνους που απόψε θα γλεντούσαν μαζί της και θα ξεφάντωναν στο γοβάκι της.
Και η μεγάλη στιγμή ήρθε! Χορεύοντας ένα «ουράνιο» τσιφτετέλι, υπό τους ήχους του μπουζουκιού, «να τη πετιέται» έξω από τις μεγάλες πόρτες του μαγαζιού η πανέμορφη θεά και μπαίνει στην πίστα. Εντελώς «πτωχά ενδεδυμένη» για ευνόητους λόγους, αφήνει ακάλυπτα «καίρια» σημεία του σώματός της, ενώ σε κάθε πενιά κουνάει με τέχνη χέρια, πόδια, γοφούς και κεφάλι με τα μαλλιά της να πέφτουν πλούσια στους ώμους της, να ανακατεύονται και να ανεμίζονται σε κάθε απότομη στροφή γύρω από το σώμα της.
Όλο χάρη λικνίζεται πάνω στην πίστα και με βλέμμα προκλητικό και με ένα χαμόγελο γλυκό που σε κάνει να νομίζεις ότι χορεύει μόνο για σένα, περιφέρεται στα μπροστινά τραπέζια της πίστας και κάθεται απαλά πάνω στα γόνατα των θαμώνων, αφήνοντας με την παλάμη της ένα βελούδινο χάδι στα μάγουλά τους. Και αυτοί ξεσηκώνονται ψυχικά! Αφήνουν τη φαντασία τους ελεύθερη να τρέχει και να πλανιέται μαζί της σε τόπους παραδεισένιους, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι με αυτόν τον άγγελο στο πλευρό τους, να τους ανεβάζει στον έβδομο ουρανό προς μεγάλη λύπη βέβαια και σφοδρή απογοήτευση των συζύγων τους, που αν και βρίσκονται δίπλα τους, απόψε οι αφιλότιμοι τις ξέχασαν τελείως μπροστά στη θέα του θηλυκού αυτού διαβόλου και του μεθυστικού αρώματός του.
Όλο ζήλεια λοιπόν αυτές, αισθανόμενες απατημένες και συναισθηματικά εγκαταλελειμμένες από τους άντρες τους και με τη «μοιχεία» πλέον να είναι πολύ φανερή  στο βλέμμα τους και στην καρδιά, τους κοιτάνε στα μάτια, τη μια φορά άγρια, έτοιμες να χυμήξουν απάνω τους και να τους τα βγάλουν με ‘κείνα τα περιποιημένα κόκκινα νυχάκια τους, και την άλλη με ένα εντελώς ξαφνικό για απόψε ερωτικό πάθος, μήπως οι ξιπασμένοι τις δούνε και αυτές και επιτέλους  συνέλθουν από το ψυχικό ταράκουλο που έπαθαν.
Αλλά τα «έτερα ημίσεα» ούτε που τις δίνουν σημασία! Τώρα ζούνε σε άλλους κόσμους, πολύ μακριά από αυτές και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που τους δίνεται να ζήσουν έξω από την καθημερινότητα, τη ρουτίνα των εργασιών του σπιτιού, της πρέφας και … τη συζυγική γκρίνια..!
Και η ντιζέζ δεν σταματά να τους τροφοδοτεί με αισθησιακά αγγίσματα, έξαλλα τινάγματα των γοφών και του στήθους της, μέχρι που κάποιοι σκέφτονται να αμαρτήσουν και να γίνουν «μοιχοί» δημόσια, όχι μόνο με τη φαντασία τους αλλά και με άσεμνες πράξεις. Έτσι λοιπόν τους περνάει από το μυαλό να απλώσουν το χέρι τους και να αγγίξουν, εντελώς φιλικά βέβαια για τον κόσμο και χωρίς πονηριά, ένα μέρος από το αλαβάστρινο κορμί της κοπέλας που ξεχύνεται σαν χείμαρρος ηδονής στα πόδια τους αλλά στο τέλος το μετανιώνουν, σκεπτόμενοι πιο λογικά μήπως εκτεθούν στο χωριό και ιδιαίτερα μπροστά στις συζύγους τους, των οποίων η υπομονή βλέπουν να εξαντλείται με απρόβλεπτες συνέπειες όταν γυρίσουν πίσω στη συζυγική στέγη!
Βασανίζοντας όμως το μυαλό τους, βρίσκουν έναν τρόπο να πλησιάσουν το κορίτσι, να αγγίξουν το σώμα του και να εκτονωθούν. Έτσι, μέσα από τις τσέπες τους βγάζουν όσα χαρτονομίσματα έχουν, τα διπλώνουν και τα τοποθετούν μέσα στο όποιο τέλος πάντων αποκαλυπτικό του ένδυμα, έχοντας την εντύπωση πως το εξουσιάζουν, πως είναι Αλή-πασάδες σε χαρέμια με χανούμισσες, και χανουμάκια. Παράλληλα ενθουσιασμένοι και συνεπαρμένοι από το όλο θέαμα, παραγγέλνουν στους σερβιτόρους και δωδεκάδες πιατάκια, που τα σπάζουν χαλάλι στα πόδια της νεαρής «ντίβας», η οποία απόψε χορεύει και τραγουδάει για την μαγκιά και την αφεντιά τους. Και τα γκαρσόνια δεν προλαβαίνουν να κουβαλάνε τα πιατάκια. Πιατάκια όμως, όχι ειδικά που υπάρχουν σήμερα για σπάσιμο αλλά κανονικά που χρησιμοποιούνται για το σερβίρισμα του μενού. Έτσι στο τέλος το κατάστημα «μένει» από πιάτα γιατί όλα θυσιάστηκαν «θρυμματιζόμενα» στον βωμό της διασκέδασης απόψε με την ντιζέζ. Απελπισμένα λοιπόν τα γκαρσόν, βλέποντας  βουνά τις σωρούς από τα σπασμένα πιάτα, όλο αγανάκτηση φωνάζουν σε όσους ζητάνε να σπάσουν και άλλα.
-Φέρε-φέρε δεν υπάρχουν άλλα πιατάκια..!   
Αλλά και εδώ δεν σταματάει το θέαμα. Το πρόγραμμα με την «μαγευτική ύπαρξη» περιλαμβάνει και άλλα νούμερα με καινούργιες εκπλήξεις.
Και αυτό γιατί η καλλιτέχνιδα δεν θέλει να χορεύει και να τραγουδάει μόνο στην πίστα κάτω στη γη. Θέλει να δείξει το ταλέντο της και «εναέρια» προκειμένου να εντυπωσιάσει περισσότερο και να προκαλέσει στο «έπακρο» τον θαυμασμό των πρωτάρηδων σε τέτοια θεάματα και γούστα χωριανών!
Γι αυτό και ζητάει να ανέβει πάνω σε τραπέζι. Και μάλιστα σε δύο τραπέζια, το ένα πάνω στο άλλο για να είναι ψηλότερα και να φαίνονται από κάτω καλλίτερα οι ομορφιές της.
Με ένα νεύμα της τα γκαρσόν, φέρνουν πολύ γρήγορα τα τραπέζια και αφού τα στερεώνουν την βοηθάνε να ανέβει στο πάνω. Και όταν ανεβαίνει και κάνει τα νούμερα της με περίσσια χάρη, τώρα πλέον από ψηλά, από τα «πλανεμένα ύψη», κάτω στη γη γίνεται ο χαμός. Ακούγονται ιαχές τύπου «μπράβο», «ζήτω», «άλα», «είσαι φίνα», «δεν πάω σπίτι μου απόψε», ενώ τα χειροκροτήματα σπάνε τις παλάμες των χεριών, παίρνουν φωτιά και ακούγονται μέχρι τα άλλα καφενεία της πλατείας, των οποίων οι θαμώνες από «ηθική ευθιξία» μην κηλιδωθεί το όνομά τους δεν κόντεψαν μέχρις εδώ για να απολαύσουν και αυτοί την «γλυκιά αμαρτία» που τους προσφέρει με τα κάλλη και τις καλλιτεχνικές επιδόσεις της η ντιζέζ! Γι αυτό και προβληματίζονται. Έκαναν καλά που δεν ήρθαν ως εδώ σήμερα ή όχι; Ιδού το ερώτημα! Τέλος πάντων η ψυχή τους το ξέρει..!
Τελικά και αυτό το νούμερο της κοπέλας μέσα από παρατεταμένα χειροκροτήματα και αλαλαγμούς, που φανερώνουν την τέλεια ευχαρίστηση έλαβε τέλος. Δυστυχώς απόψε τα τόσο ευχάριστα πράγματα θα ήταν καλλίτερο να κρατούσαν περισσότερο!
Έτσι η πρωταγωνίστρια του σώου τώρα κατεβαίνει από τα τραπέζια, πάντοτε με την πρόθυμη βοήθεια των πιο «τζέντλεμαν» χωριανών και αφού αυτή τους ευχαριστεί με ένα «θανατηφόρο» χαμόγελο, χωρίς καθυστέρηση τρέχει προς την ορχήστρα και κάθεται στην καρέκλα, εδώ μόνο για να τραγουδήσει. Με τη συνοδεία του υπέροχου μπουζουκιού και των άλλων μουσικών οργάνων, λέει τραγούδια που χορεύονται, κυρίως τσιφτετέλια και μάμπο.
Σηκώνονται τότε στην πίστα για να χορέψουν με τα ωραία «συνολάκια» τους οι γυναίκες των παρεών, όλες γλυκύτατες χωριανές για να δείξουν και αυτές το ταλέντο τους στο χορό, μια και τόσο πολύ αδικήθηκαν, σχεδόν απαξιώθηκαν απόψε από τους άντρες τους, όταν προηγουμένως τους έβλεπαν να δίνουν τα ρέστα τους στον «χορό της κοιλιάς» με την ντιζέζ.
Οι παραπονιάρες οι κυρίες, γοργόνες της θάλασσας, χορεύουν και αυτές τόσο ωραία, τόσο θηλυκά και τόσο αισθησιακά πάνω στην πίστα, που καθόλου δεν διαφέρουν από την προηγούμενη «κυρία». Και τώρα το μόνο που μένει, για να δείξουν και του λόγου τους πόσο αξίζουν, είναι να ανέβουν και οι ίδιες πάνω στα τραπέζια και να μιμηθούν την ντιζέζ. Δεν το επιχειρούν όμως επειδή δεν τους το επιτρέπουν οι φούστες τους που είναι κοντές, καθώς και λίγο οι άγριες διαθέσεις των ανδρών τους, οι οποίοι μόλις και έσπευσαν, «επιτέλους» να τις δούνε και αυτές «κομμάτι» συναισθηματικά έως και ερωτικά!
Και ενώ το γλέντι συνεχίζεται και η διασκέδαση βρίσκεται στο αποκορύφωμα, στα διπλανά τραπέζια άναψε ένα καυγαδάκι. Στην αρχή λεκτικά αργότερα όμως με αναποδογυρίσματα καρεκλών και τραπεζιών, σπάσιμο ποτηριών και μερικών γρονθοκοπημάτων στα κεφάλια, ευτυχώς όμως χωρίς τραυματισμούς λόγω της παρέμβασης των ψυχραιμότερων.
 Δυο νεαροί «κάργα ντε μαγκιέ», που ήπιαν λίγο περισσότερο από το κανονικό, έπεσαν φρικτά θύματα του ωραίου κάλλους της ντιζέζ, η οποία κατά την διάρκεια που τραγουδούσε και χόρευε τους χαμογέλασε και τους έκλεισε «πονηρά» το μάτι! Σε ποιον όμως από τους δύο; Ιδού η απορία! Έτσι λοιπόν, χωρίς να ρωτήσουν την ίδια για την προτίμησή της, αποφάσισαν παρουσία θεατών να μονομαχήσουν για πάρτη της και να λύσουν το μυστήριο. Έπεσαν όμως από τα σύννεφα και δεν ήξεραν πού να κρυφτούν, όταν άκουσαν από το στόμα της έμπειρης σε αυτού του είδους τις κοκορομαχίες  κυρία, να τους λέει:
-Μάγκες, πιάστε τα μπόσικα και από τούδε ψιλοκομμένο τουμπεκί. Του λόγου της η μόρτισσα συνοδεύεται από γράντε μεσιέ. Τουτ’ έστιν άντρα, φουλ ντερβίσι και νταή. Το λοιπόν κουβαδάκια και ξου κατ εκείθε. Αντεστέν;
Στοίχημα, πως λίγοι από τις παρέες των χωριανών κατάλαβαν, τι έλεγε εκείνη την ώρα με την αργκό της στην ελληνική, γαλλική και αγγλική διάλεκτο η «μόρτισσα», όπως αποκάλεσε τον εαυτό της η ντιζέζ. Δεν έχει όμως σημασία. Το κατάλαβαν και το «εμπέδωσαν» αρκετά οι δύο νεαροί που πήρανε φόρα για να σφαχτούν στην ποδιά της! Γι αυτό και ήρεμα τραβήχτηκαν πίσω, προς τη μεριά των πλατανιών και εξαφανίστηκαν στη νύχτα μη γίνουν και άλλο ρεζίλι στους χωριανούς τους.
Μετά το περιστατικό το γλέντι συνεχίστηκε και πάλι. Συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα και λίγο παραπάνω, ως την ώρα που η ντιζέζ πήρε τα «φράγκα» για τις «εκλεκτές» της υπηρεσίες, ανέβηκε γρήγορα πάνω σε ένα ταξί από την Αριδαία και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι και στις στροφές του δρόμου, αφήνοντας πίσω της ζωηρές τις αναμνήσεις από το κέφι της.
Την άλλη μέρα το πρωί, οι συζητήσεις στο χωριό μας τη Δωροθέα για την «μεγάλη» βραδιά του πανηγυριού, έδιναν και έπαιρναν. Σε ένα από τα καφενεία μας, του Γιώργου του Φουρνατζή, ο Πρόεδρος, ο παπάς και αρκετοί χωριανοί, άλλοι από αυτούς που πήραν μέρος στη διασκέδαση με την ντιζέζ και άλλοι όχι, ο καθένας από τη μεριά του έλεγε τις εντυπώσεις του.
Ενδιαφέρουσα ήταν εκείνη του Προέδρου:
-Δεν βαριέστε ρε παιδιά, έλεγε. Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν τη γλεντήσουμε… Εγώ αν ξαναρχότανε η ντιζέζ στο χωριό, σίγουρα αυτήν τη φορά θα πήγαινα να την δω και δεν θα έχανα τέτοιες στιγμές μαζί της..!
Και ο ιερέας που ξαφνιάστηκε με τα λόγια του, τον κοίταξε λίγο στραβά με την άκρη του ματιού του μα δεν του απάντησε…

18/1/2017


Ο Τρύφων Ούρδας γεννήθηκε στη Δωροθέα Αλμωπίας Ν. Πέλλας το 1957. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας . Υπηρέτησε στην Ελληνική Αστυνομία επί 32 έτη σε διευθυντικές θέσεις στους νομούς Πέλλας, Φλώρινας, Κοζάνης, Δράμας και Χαλκιδικής. Αποστρατεύτηκε το 2009 με τον βαθμό του Υποστράτηγου ε.α. Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με συγγραφικό έργο. Είναι παντρεμένος με τη Γιαμαλή Ευαγγελία και έχει δυο παιδιά, την Ελένη και τον Γιώργο.