Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Αποτελέσματα Διαγωνισμού Μονολόγων μαθητών Λυκείων Ν. Πέλλας

 


Ανακοίνωση Αποτελεσμάτων 1ου Διαγωνισμού Μονολόγων
για μαθητές Λυκείων Ν. Πέλλας
 

Ολοκληρώθηκε με επιτυχία ο 1ος Διαγωνισμός Μονολόγων για μαθητές Λυκείων του Νόμου Πέλλας έτους 2022-2023, που διοργάνωσε ο Σύλλογος Βιβλιόφιλων Εδεσσας με θέμα "Χωρισμός -Αποχωρισμος". Η κριτική επιτροπή, αφού αξιολόγησε όλες τις συμμετοχές, έκρινε τα έργα αυτών και απονέμει τα δύο πρώτα βραβεία καλύτερων μονολόγων στους μαθητές (αλφαβητική σειρά):


Ζουρλίδου Στεφανία
Μαθήτρια Α΄ Λυκείου
2ο ΓΕΛ Έδεσσας

Πρόσιου Ραφαηλία
Μαθήτρια Γ΄ Λυκείου
ΓΕΛ Αριδαίας

Εκτός των ανωτέρω, οι μαθητές που θα λάβουν έπαινο για τους μονολόγους τους είναι οι εξής (αλφαβητικά):

Αργυρίου 
Εριφύλη 
Μαθήτρια Γ΄ Λυκείου
ΓΕΛ Αριδαίας

Αρζόγλου Μαρία
Μαθήτρια Γ΄ Λυκείου
ΓΕΛ Αριδαίας

Τσανακτσιδης Μάριος
Μαθητής Γ΄ Λυκείου
ΓΕΛ Σκύδρας

Παντελίδου Μαγδαληνή
Μαθήτρια ΓΕΛ Αριδαίας

Οι διακριθέντες και τα σχολεία τους, θα ειδοποιηθουν έγκαιρα για την τελετή βράβευσης, η ημερομηνία της οποίας θα κοινοποιηθεί με νεότερη ανακοίνωση .

Η βράβευση θα γίνει σε επίσημη εκδήλωση του συλλόγου βιβλιόφιλων Έδεσσας στην οποία οι δύο πρώτοι βραβευθέντες μονόλογοι θα ανέβουν επί σκηνής από ερασιτέχνες ηθοποιούς.

Ευχαριστούμε θερμά όλους όσους συμμετείχαν, καθώς  και τους καθηγητές αυτών, ευχόμενοι να είναι πάντα δημιουργικοί στη ζωή τους.

Το ΔΣ του Συλλόγου


Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023

Η΄ Διαγωνσμός Διηγήματος - Ανακοίνωση


 

Οριστικοποιήθηκε η επιλογή των 20 διηγημάτων που μαζί με τα 10 διακριθέντα που έχουμε ήδη ανακοινώσει συμπληρώνουν τον αριθμό των 30 διηγημάτων που περιλαμβάνονται στον τόμο που εκδίδουμε μετά από κάθε διαγωνισμό. Είναι τα ακόλουθα:

20 διηγήματα

(Με αλφαβητική σειρά συγγραφέων) 

 

1.   Αδάμ Ιωάννα, Θεσσαλονίκη - «Το δαχτυλίδι»


2.  Ανανιάδου Καρολίνα, Αθήνα – «Το ντελίβερυ»


3.  Γαβριηλίδης Νικόλαος, Αθήνα – «23 Ιουλίου 2018»

4.      Καλλέας Δημήτριος, Θεσσαλονίκη – «Η πριγκίπισσα των λευκών λουλουδιών»

5.  Κανιός Παναγιώτης, Χαλκίδα – «Λευκές φρέζιες»

6.  Καραμπουρνιώτη Διονυσία, Πάτρα – «Στη βοή του ποταμού»

7.   Κάτσου Ελένη, Καλαμάτα – «Η γιαγιά Κατίγκω»

8.  Κολιδάκης Δημήτριος, Αθήνα – «Η επικοινωνία του αποχωρισμού»

9.  Κοσμά Αικατερίνη, Πολύγυρος – «Καννίβαλοι»

10.  Κουμενή Δαμιανή, Λάρνακα – «Βαθύ γαλάζιο»

11.    Κουτσουμπού Κωνσταντίνα, Καλαμάτα – «Οι παλιές Μανίνες»

12.   Κώτσου Ζωή, Θεσσαλονίκη – «Πέρσα»

13.   Λιβιεράτος Θεοχάρης – «Επτά»

14.   Παΐση Μαρία, Λευκωσία – «Μια αναπάντεχη συνάντηση»

15.   Παπαργυρίου Χρήστος, Π. Πέλλα – «Η εξορία»

16.   Πετράκου Χριστίνα-Παναγιώτα, Αθήνα – «Ο κόσμος μέσα από τα μάτια του Πέτρου»

17.   Προβάδος Δημήτριος, Έδεσσα – «Η μοναξιά»

18.  Σιαμίδου Ελένη, Νάουσα – «Ένας μύθος και μια δεκάρα»

19.   Τσιμερίκα Θωμαή, Πολύγυρος – «Αγάπη χωρίς λόγια»

20. Φουντεδάκης Ιωάννης, Αθήνα – «Η λίμνη»


Παρακαλούνται οι παραπάνω συγγραφείς να στείλουν σε ηλεκτρονική μορφή  Microsoft Word (γραμματοσειρά Georgia και μέγεθος 12") το κείμενό τους, ένα σύντομο βιογραφικό, καθώς και μια φωτογραφία τύπου ταυτότητας, επίσης ηλεκτρονικά (σε αρχείο jpg) στο mail karanos2010@gmail.com ή να επικοινωνήσουν στο τηλ. 6970 995041 εάν αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα, το αργότερο μέχρι 31-3-2023. Η εκδήλωση απονομής των διπλωμάτων και των βραβείων (Βιβλία) θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2023 στην Έδεσσα. Ελπίζουμε να σας δούμε τότε από κοντά.

Ευχαριστούμε θερμά για τις συμμετοχές σας.

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

ΕΚΔΗΛΩΣΗ "Ημέρα Ποίησης"



 

Ο Σύλλογος «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας»

σας προσκαλεί

την Τετάρτη 22 Μαρτίου 2023 και ώρα 7.00 μ.μ.

στην αίθουσα του Παρθεναγωγείου

για την εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί

με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Στην εκδήλωση θα απαγγελθούν ποιήματα

του συμπολίτη μας Κωνσταντίνου Σταλίδη,

καθώς και άλλων Εδεσσαίων ποιητών.

 

Κυριακή 12 Μαρτίου 2023

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ


Τελικά αποτελέσματα Η΄ Διαγωνισμού Διηγήματος 

Με την σημερινή δημοσίευση των αποτελεσμάτων του Η΄ Διαγωνισμού ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος του. Εντός των προσεχών ημερών θα ανακοινωθούν και οι τίτλοι των 20 διηγημάτων τα οποία επιλέχθηκαν να συμπεριληφθούν στον  τόμο που τυπώνουμε σε κάθε Διαγωνισμό με τα 30 διηγήματα που περιέχει συνολικά ο κάθε τόμος. Ομολογούμε ότι δυσκολευτήκαμε πολύ στις επιλογές, μια και σχεδόν όλα τα διηγήματα ήσαν αξιόλογα και σε ορισμένες περιπτώσεις καταφύγαμε στην κλήρωση. Απορρίφθηκαν περίπου 10 συμμετοχές, οι οποίες δεν τήρησαν τις προδιαγραφές της προκήρυξης του Διαγωνισμού.

Όσες/όσοι επιλέχθηκαν να συμμετάσχουν σε αυτήν την μελλοντική έκδοση, παρακαλούνται να στείλουν σε ηλεκτρονική μορφή γραμμένα σε Microsoft Word (γραμματοσειρά Georgia και μέγεθος 12") το κείμενό τους, ένα σύντομο βιογραφικό, καθώς και μια φωτογραφία τύπου ταυτότητας, επίσης ηλεκτρονικά (σε αρχείο jpg) στο mail karanos2010@gmail.com ή να επικοινωνήσουν στο τηλ. 6970 995041 εάν αντιμετωπίσουν κάποιο πρόβλημα, το αργότερο μέχρι 31-3-2023. Η εκδήλωση απονομής των διπλωμάτων και των βραβείων (Βιβλία) θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2023 στην Έδεσσα. Ελπίζουμε να σας δούμε τότε από κοντά.

Ευχαριστούμε θερμά για τις συμμετοχές σας.

Αποτελέσματα Η΄ Διαγωνισμού Διηγήματος

Α΄ Βραβείο
«Οι τελευταίες ώρες μιας πεταλούδας» (Ψευδών. Ευγένιος Νότας)
Μηλιαράκης Ιωάννης - Χαϊδάρι, Αθήνα

Β΄ Βραβείο
«Ασύνορη αγάπη» (Ψευδών. Φοίβη)
Νικολίδου Αθηνά - Βόλος

Γ΄ Βραβείο
«Αΐσα» (Ψευδών.) Οδυσσέας
Χαμαλάκης Κων/τίνος – Αργυρούπολη, Αθήνα


1ος Έπαινος
«Ένας διαφορετικός γάμος» (Ψευδών. Άρτεμις)
Μήτος Βύρων – Θεσσαλονίκη 6989 690188

2ος Έπαινος
«Η επιστροφή του Οδυσσέα» (Ψευδών. Ελπήνωρ)
Ευθυμίου Αντώνιος – Κυψέλη, Αθήνα

3ος Έπαινος
«Μέχρις εδώ» (Ψευδών. Λεκές)
Κυριακού Νικόλαος – Αμπελόκηποι, Θεσσαλονίκη


1η Τιμητική Διάκριση
«Μαυροφορεμένες νεράιδες» (Ψευδών. Μιχάλης Πανάτος)
Γκάγκος Μιλτιάδης – Αλεξανδρούπολη

2η Τιμητική Διάκριση
«Στη σκιά μιας βελανιδιάς» (Ψευδών. Καλλίας)
Αυγολούπης Σταύρος – Πυλαία, Θεσσαλονίκη

3η Τιμητική Διάκριση
«Σαν παραμύθι» (Ψευδών. Αρμονία)
Τσεντικίδου Θεοφανία Ζέττα – Κατερίνη

4η Τιμητική Διάκριση
«Τα καρπούζια του Θεοδόση» (Ψευδών. Σκάρλετ)
Παπαΐωάννου Κώστας – Λευκωσία, Κύπρος


Εφηβικά

1ο Βραβείο
«Τι μπορεί να συμβεί» (Ψευδών. Venus Luke)

2ο Βραβείο
«Ημερολόγιο καραντίνας» (Ψευδών. Κλειώ)

3ο Βραβείο
«Το πιο πολύτιμο αγαθό» (Ψευδών. Κασσάνδρα)

Έπαινοι συμμετοχής
«Ο άρτος της ζωής μου» (Ψευδών. Κέλε)
«Μια ωραία μέρα» (Ψευδών. Διαγόρας)
«Φτάνει η σπατάλη του νερού» (Ψευδών. Ερμιόνη)
«1943» (Ψευδών. Ερατώ)


Το Δ.Σ. του Συλλόγου «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας»



 

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Αποκριάτικο Διήγημα


Κάποτε τις Αποκριές

Στο χωριό δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους άρεσαν τα καρναβάλια. Γι αυτό κι από καιρό περίμεναν την Αποκριά. Ήξεραν πως μ’ αυτή θα διασκεδάσουν, θα χορέψουν και θα ξεφύγουν κάπως απ’ τις σκοτούρες και την καθημερινότητα. Λίγο η μεταμφίεση, λίγο τα καφενεία με τους οργανοπαίχτες, πιο πολύ οι παρέες με τα ουζάκια και τα πειράγματα, όλα διαμόρφωναν, όπως και να το κάνουμε, μια άλλη ατμόσφαιρα. Χαρούμενων ανθρώπων που ξέρουν να χαίρονται και να γλεντάν τη ζωή τους. Καλώς μας ήρθες λοιπόν και φέτος Αποκριά!
Ο κυρ Παναγιώτης και η κυρά-Σοφία, σύζυγοι ζωή να έχουν, εφέτος ήθελαν οπωσδήποτε να γίνουν καρναβάλια. Μετά απ’ εκείνο το σκληρό κλείσιμο μέσα στα σπίτια της Κατοχής και του Εμφυλίου η ψυχή τους δεν άντεχε άλλο. Γύρευαν, όπως έκαναν και παλιά, να το ρίξουν έξω και να πουν στον εαυτό τους, αμάν πια, «νισάφι», τέρμα οι συμφορές και οι κακές αναμνήσεις. Εκείνα τα «ράους» και οι φονικές σφαίρες στις αυλές και στις πλατείες με το φόβο να γίνεται κυρίαρχος και βασιλιάς στις ψυχές των ανθρώπων. Παντού τώρα υπάρχει ελευθερία.
Στο φετινό καρναβάλι, όμως, γύρευαν κάτι διαφορετικό. Κάτι που θα τους έκανε να δακρύσουν απ’ τα γέλια και στην οικογένεια θα ήταν η συζήτηση για τα επόμενα χρόνια, τέτοιες μέρες του καρναβαλιού. Έτσι, το πήραν απ’ εδώ, το πήραν απ’ εκεί, έσπασαν το κεφάλι τους, ώσπου, τελικά η πέτρα έπεσε πάνω του και τους κατέβηκε η πολυπόθητη ιδέα. Το βράδυ της Τσικνοπέμπτης να γίνουν ξεχωριστά καρναβάλια και να κάνουν επίσκεψη στο σπίτι τους! Ναι, στο δικό τους το σπίτι. Διάλεξαν αυτήν τη μέρα, γιατί συγγενείς και φίλοι, τότε συνήθιζαν να μαζεύονται στα σπίτια, αλλά και τότε να γίνονται σ’ αυτά επισκέψεις απ’ όλους όσους ντύνονταν καρναβάλι. Όμως, δε φανέρωσαν μεταξύ τους τη μέρα που θα ντύνονταν, ούτε και πως θα πήγαιναν στο σπίτι τους. Ήθελε ο ένας να κάνει έκπληξη στον άλλον!
Το πλάνο μπήκε σ’ εφαρμογή και την Πέμπτη στο παζάρι της Αριδαίας ο καθένας απ’ τους δύο προμηθεύτηκε τα απαραίτητα για το ντύσιμο. Ο κυρ Παναγιώτης αγόρασε κρυφά απ’ τη γυναίκα του μια μάσκα για το πρόσωπο και η κυρά-Σοφία κρυφά απ’ τον άντρα της μερικές μπογιές για να βάψει το πρόσωπο και τα χείλη της. Όλα τα άλλα, παλιά ρούχα και τέτοια, που πια δεν τα χρησιμοποιούσαν και χρειάζονταν για τη μεταμφίεση τα είχαν στην αποθήκη τους και χρόνια τώρα σκονίζονταν και τα έτρωγαν οι σκώροι με τα ποντίκια. Να που τώρα ήταν ευκαιρία να ξαναγίνουν χρήσιμα…
Με το καλό μπήκε και το Τριώδιο. Οι σύζυγοι, όμως, για το μελλοντικό τους σχέδιο σχετικά με το καρναβάλι, τηρούσαν «σιωπή ιχθύος». Μάλιστα, τις ώρες που ήταν σίγουροι πως ο άλλος έλλειπε απ’ το σπίτι, έμπαιναν στην αποθήκη και διάλεγαν τα ρούχα που θα φορούσαν το βράδυ. Και, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, ο άντρας θέλει να ντύνεται με τα ρούχα της γυναίκας και η γυναίκα με τα ρούχα του άντρα. Τα φορούσαν και έσκαγαν απ’ τα γέλια μόνοι τους. Δεν είναι εύκολο να μένεις σοβαρός όταν βλέπεις ότι εσύ, άντρας δυο μέτρα, φοράς μακριά πλουμιστή νυχτικιά της γιαγιάς σου, κι εσύ μια γυναίκα, μάλλινο μαύρο παντελόνι του παππού σου, με μέσα να χωράνε άλλοι δυο τρεις σαν εσένα!
Με τη σειρά ήρθε και η Τσικνοπέμπτη. Όχι πως τη μέρα αυτή ήταν καμιά γιορτή, αλλά να, όπως όλοι έλεγαν στο χωριό, σήμερα άδειαζαν οι τεντζερέδες απ’ τα κρέατα. Και φυσικά είχε και πολύ κρασί στις νταμιτζάνες. Απ’ αύριο, μέρα Παρασκευή, αρχίζει η νηστεία και δεν επιτρέπεται η κρεατοφαγία μέχρι το Πάσχα. Εξ άλλου κι από σήμερα αρχίζει και το καρναβάλι.
Γι αυτό και σήμερα οι νοσταλγοί του εθίμου έπιασαν δουλειά πολύ πριν ακόμα να βασιλέψει ο ήλιος. Φόρεσαν ό,τι περίεργο ρούχο είχαν στα σεντούκια τους, πήραν στα χέρια τους κι από ένα ματσούκι για να διώχνουν τους περίεργους και τ’ αδιάκριτα σκυλάκια και ξεχύθηκαν στις γειτονιές και τα σπίτια. Σ’ όποια οικογένεια κι αν πήγαιναν, μαζί με το ποτό, κάτι θα έτρωγαν απ’ την κότα που έβραζε στη σόμπα, τα υπόλοιπα παστά και τα τουρσιά, τη γαλατόπιτα, κι απ’ τον σιμιγδαλένιο χαλβά για γλυκό με την μυρωδάτη κανέλλα επάνω του. Κάποιοι μάλιστα, μερακλήδες στις πολλές γεύσεις των κρασιών, όταν έφευγαν κι έβγαιναν απ’ τις πόρτες, έλεγαν λαϊκά άσματα, πολύ δε περισσότερο παραπατούσαν απ’ τη ζάλη τους. Στο κατώφλι οι ιδιοκτήτες με το ζόρι τους κρατούσαν όρθιους και στο χαιρέτισμα τους εύχονταν να μην ξεχάσουν και του χρόνου τέτοια μέρα να τους επισκεφθούν και πάλι.
Αυτές τις ώρες στο σπίτι του ο κυρ Παναγιώτης κάπνιζε το τελευταίο του τσιγάρο. Μετά, όπως έλεγε, θα πήγαινε για λίγο στο καφενείο για να παίξει με τους φίλους του ξερή. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήθελε να το κουνήσει ρούπι απ’ το σπίτι του. Ήθελε να πάει στην αποθήκη για να ντυθεί καρναβάλι κι ύστερα, έτσι, να κάνει την επίσκεψη στο σπίτι του. Τελικά φόρεσε το σακάκι, έβαλε και την τραγιάσκα στο κεφάλι, άναψε πάλι τσιγάρο, έβηξε κανά-δυο φορές και βγήκε στον δρόμο. Απ’ την άλλη γωνία, όμως, ξαναμπήκε στην αυλή του κι ύστερα στην αποθήκη. Όλα ήταν καλά και το σχέδιο πήγαινε περίφημα.
Κι η κυρά-Σοφία απ’ την άλλη μεριά είχε κι αυτή το δικό της σχέδιο. Του είπε ότι θα πήγαινε για λίγο στην αδερφή της. Αλλά κι αυτή η πονηρή, μόλις είδε απ’ το παράθυρο τον άντρα της να περνάει στον δρόμο, πετάχτηκε έξω απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την άλλη την αποθήκη τους που είχαν για να ξεραίνουν τα καπνά. Δεν υπήρχε περίπτωση να συναντηθούν, γιατί μεταξύ των δυο αποθηκών που πήγαινε το ζευγάρι, έμπαινε το σπίτι. Ύστερα, ήταν και που έπεφτε το σκοτάδι και τα ‘φτιαχνε όλα μαύρα σαν να ήταν κατράμια!
Με την αναχώρηση και των δύο, ο παππούς και η γιαγιά που έμειναν στο σπίτι άναψαν τη λάμπα και τράβηξαν τις κουρτίνες στα παράθυρα. Έριξαν περισσότερα ξύλα στη σόμπα και πήραν τη θέση τους στο τραπέζι για να δειπνήσουν. Πιο μπροστά, έφεραν απ’ το κατώι τσιγαρίδες, τουρσιά και τυρί. Τ’ άπλωσαν στο μεσάλι κι έτρωγαν, χτυπώντας τα ποτηράκια με το κόκκινο κρασί. Τότε ακούστηκε να βαράνε την πόρτα.
Με την μπουκιά στο στόμα σηκώθηκε ο παππούς και τράβηξε τον σύρτη. Η πόρτα άνοιξε και τα δύο γεροντάκια είδαν να στέκεται έξω ένα καρναβάλι. Απ’ αυτά που συνήθιζαν τις Αποκριές να επισκέπτονται τέτοιες ώρες και μέρες τα σπίτια. Μάλλον το καρναβάλι έκανε τον στρατιώτη. Φορούσε άρβυλα για παπούτσια και χακί χειμωνιάτικο παντελόνι με γυρισμένα τα μπατζάκια του επάνω, σαν να ήταν ρεβέρ. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν γυρισμένο γιατί ήταν μακρύ. Πάνω απ’ το σακάκι που φορούσε, Θεός να το ‘κανε τέτοιο, γιατί απ’ τα σχισίματα μόνο σακάκι δεν ήταν, είχε μια χλαίνη. Μια στρατιωτική χλαίνη ξεθωριασμένη και τρύπια, μάλλον απ’ τον πόλεμο της Αλβανίας. Και το «άκρον άωτον» της ανθρώπινης φαντασίας. Για γραβάτα είχε περασμένο στο λαιμό του ένα συμπαθέστατο και γνώριμο κατά τα άλλα λαχανικό στο χωριό. Ένα πράσο, μισοκαθαρισμένο και με τις ρίζες του να έχουν ακόμα επάνω τους το χώμα απ’ το χωράφι.
«Έλα, πέρασε μέσα», του φώναξε ο γέρος. «Μην κρυώσεις κιόλας απ’ το κρύο», ενώ το πλατύ του χαμόγελο άφησε να φανούν στο στόμα μερικά απ’ τα χαλασμένα δόντια του.
Το καρναβάλι έβαλε τα χέρια στο κεφάλι του για να ταιριάξει την προσωπίδα και το δίκοχο κι έσκυψε στο χαμηλό κάσωμα της πόρτας. Μπήκε μέσα κι έπιασε μια θέση αναπαυτικά σαν πασάς στο τραπέζι απέναντι απ’ τη σόμπα. Ύστερα, λες και γνώριζε το σπίτι και τους ανθρώπους του, έκανε νόημα στη γιαγιά, μαζί με τ’ άλλα που είχαν, να φέρει από κάτω ελιές και τσίπουρο, καθώς και χάσκο ψωμί που το ζύμωσαν σήμερα. Ακόμα, και χαλβά σαλονικιώτικο με πετιμέζι που πήραν πάλι σήμερα απ’ το παζάρι. Όλο απορία η ηλικιωμένη, έτρεξε, τα ‘φερε και τα ‘στρωσε στο τραπέζι. Αφού τσίμπησαν μερικά απ’ αυτά σήκωσαν τα ποτηράκια και τα τσούγκρισαν. Τότε απ’ έξω ξαναχτύπησε για δεύτερη φορά η πόρτα. Ποιος θα μπορούσε να είναι, σκέφτηκαν όλοι; Σίγουρα, έδωσαν την απάντηση κανένα απ’ τα καρναβάλια που κυκλοφορούν τώρα στο χωριό! Και δεν έπεσαν έξω. Έτσι, αυτή τη φορά, την πόρτα πρόφτασε κι άνοιξε η γιαγιά. Η καλή γριούλα πραγματικά είδε να στέκεται στο μισοσκόταδο άλλο ένα καρναβάλι που ζωηρά της έκανε νόημα, πως κι αυτό θέλει να μπει μέσα. «Με μεγάλη ευχαρίστηση» του είπε αυτή και του ‘κανε νόημα να κοπιάσει. Κι όταν το καρναβάλι έκανε να μπει και το είδε στο φως καλύτερα, έβαλε τα γέλια. Γιατί δεν μπορείς να πεις. Είχε κι αυτό το… γούστο του. Αυτό πάλι έκανε τη μαγείρισσα. Και για να το πετύχει έριξε επάνω του για ποδιά κουζίνας μια άσπρη γυναικεία νυχτικιά με ξηλωμένη τη φόδρα της από κάτω, που ‘φτανε μέχρι της γάμπες. Στο κεφάλι του έβαλε κάτι που δεν ξεχώριζες αν αυτό ήταν ένα σκουφί μάγειρα ή μια απ’ εκείνη την παλιά σκελέα που φορούσε κάποτε ο Παπαγιανόπουλος στον ελληνικό κινηματογράφο, «έξω οι κλέφτες». Τώρα, μπροστά του, για δεύτερη ποδιά, έβαλε μια κουρελού υφασμένη στον αργαλειό και πιασμένη στη μέση με σπάγκο. Παπούτσια δε, για να βαδίζει στον δρόμο, προτίμησε να έχει ένα ζευγάρι γκαλέτζια χρώματος ροζ, που δεν άφηναν «καθόλου» να φαίνονται τα τρύπια και μάλλινα τσουράπια του! Μ’ αυτά τα πατούμενα, μπορεί να φανταστεί κανένας με πόση δυσκολία περπατάς στον δρόμο, πάνω στα χαλίκια και τις πέτρες και πόσο μεγάλος θόρυβος γίνεται σε κάθε βήμα!
Εκείνο, όμως, που ξεχώριζε το καρναβάλι ήταν ότι βαστούσε στα χέρα του έναν τέντζερη με μια κουτάλα ξύλινη μέσα του. Και όλο ανακάτευε το περιεχόμενο στο εσωτερικό της, κι όλο το γύριζε, που δεν ήταν τίποτα άλλο, πάλι από ένα αξιαγάπητο λαχανικό του χωριού. Το λάχανο. Τι να πεις και πάλι! Πιστό κι αυτό στις παραδόσεις του χωριού δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ την μαγειρική των παππούδων του αλλά κι απ’ τις εδώ παραγωγές των χωραφιών!
«Βέβαια», του ξαναείπε με την καλοσύνη που είχε η γιαγιά. «Πέρασε μέσα να δεις πως έχουμε κι άλλον επισκέπτη!» Και όταν το καρναβάλι μπήκε, με τα χέρια της του ‘δειξε την καρέκλα να κάτσει δίπλα ακριβώς απ’ τ’ άλλο, που το κοίταζε απ’ την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Έκατσε κι ο καινούργιος επισκέπτης κι η ατμόσφαιρα στο καμαράκι πήρε άρωμα από θέατρο σκιών. Απ’ τη μια το ένα καρναβάλι καθόταν κορδωμένο σαν λόρδος και πότε πότε ίσιωνε την πρασογραβάτα του κι απ’ την άλλη δίπλα του το άλλο έφερνε βόλτες με την κουτάλα το περιεχόμενο του τέντζερη, παριστάνοντας τον γελαστό Ηλία Μαμαλάκη ή τη Βέφα Αλεξιάδου, ο καθένας όπως το ‘βλεπε. Μέσα μέσα τράβαγαν και τα ποτηράκια τους και πολύ περισσότερο με όρεξη τσίμπαγαν τα μεζεδάκια και τα κατέβαζαν, σωστοί νοικοκυραίοι. Η μαγείρισσα μάλιστα, όταν ήρθε και στο τσακίρ κέφι, που λέμε, σηκώθηκε και πήγε στο γραμμόφωνο που ήταν πάνω σ’ ένα ντουλάπι μ’ ένα σεμεδάκι. Το κούρντισε κι έβαλε μια πλάκα του να παίζει ένα τσιφτετέλι. Ύστερα, άρχισε να λικνίζεται μπροστά σ’ όλους. Φυσικά τον ακολούθησε και τ’ άλλο καρναβάλι κι έτσι και τα δύο χόρευαν κι έπιναν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παππούδων!
Ώσπου, οι άγνωστοι επισκέπτες είπαν να κάτσουν. Πήραν πάλι τη θέση τους και προσπάθησαν να κάνουν μεταξύ τους κουβέντα. Για να συνεννοηθούν κούναγαν χέρια-πόδια, έκαναν μεταξύ τους μπερδεμένα νοήματα, μιλούσαν ψιθυριστά, φύσαγαν μέσα απ’ τις μάσκες για να μην καταλάβει το ένα το άλλο, ίδρωναν κι έπιναν κρασί για να δροσιστούν. Μετά από τόση ώρα μαζί, το καθένα πια είχε και την περιέργεια να ανακαλύψει ποιος ήταν τέλος πάντων ο χωριανός του απέναντι. Αλλά κανένα δε μαρτυρούσε τ’ όνομά του. Και τα δυο ήξεραν πολύ καλά να κρύβονται.
Το ντύσιμο, όμως, που είχαν κάτι τους θύμιζε. Τα ρούχα που φορούσαν δεν τους ήταν κι εντελώς άγνωστα. Μήπως ήταν απ’ αυτά που είχαν πεταμένα πριν από χρόνια στις αποθήκες; Εκείνη η χλαίνη που φορούσε το ένα, δεν ήταν του παππού του κυρ-Παναγιώτη, που την οικονόμησε απ’ τον στρατό και τη φορούσε για καλή στις γιορτές και τις Κυριακές στην Εκκλησία; Αλλά κι εκείνη η κουρελού μπροστά στο άλλο, δεν ήταν ένα κομμάτι απ’ εκείνη την κουρελού που είχε στο σεντούκι της η γιαγιά η Ευθαλία και την έφερε προίκα της απ’ την Πατρίδα; Αυτή δεν ήταν που την έστρωνε κάποτε στα σανίδια όταν έρχονταν μουσαφίρηδες;
«Λες», έλεγαν και τα δυο καρναβάλια από μέσα τους, «να είμαστε απ’ το ίδιο σπίτι και να δουλευόμαστε;» «Αν είναι έτσι», σκεφτόταν το ένα, «τότε αυτός είναι ο άντρας μου». Όμως, «όχι», απαντούσε «Εμένα ο άντρας μου πήγε στο καφενείο και σε λίγο θα έρθει». «Έχει γούστο», έλεγε και τ’ άλλο, «αυτή να ‘ναι η γυναίκα μου;». «Αποκλείεται», έδινε την απάντηση αλλά και με κάποια δόση αμφιβολίας. «Εμένα η γυναίκα μου πήγε στην αδερφή της κι όπου να ‘ναι έρχεται για να της κάνω και τ’ αστείο που τόσο καιρό ετοίμαζα». Και άντε πάλι απ’ τη αρχή τα ερωτηματικά κι από πίσω οι απαντήσεις τους με γέλια πνιγμένα στα στήθια και κρυμμένα πίσω απ’ τη μάσκα μην τυχόν και καταλάβει το ένα ποιο είναι τ’ άλλο.
Η ώρα περνούσε και τα μεζεδάκια στο τραπέζι έπαιρναν να τελειώνουν. Τα νόστιμα κρασιά με τα τσίπουρα στα ποτηράκια έπαιρναν κι αυτά να στεγνώνουν σε απελπιστικό βαθμό και το γραμμόφωνο με τη σειρά του σταμάτησε να παίζει τα τραγούδια του. Και τα καρναβάλια, αφού έφαγαν «σαν στο σπίτι τους» και το τελευταίο κομμάτι απ’ τον χαλβά που τους πρόσφερε η γιαγιά, έκαναν νόημα πως θέλουν να φύγουν. Σχεδόν μαζί σηκώθηκαν και τράβηξαν κατά την πόρτα. Τους σταμάτησε όμως η ευγενική φωνή του παππού.
«Ρε παιδιά», τους είπε. «Εδώ στο χωριό μας τη Δωροθέα, τέτοιες μέρες, πολλοί χωριανοί μας ντύνονται καρναβάλια και πηγαίνουν στα σπίτια των δικών τους και των φίλων για να γελάσουν και να περάσουν καλά. Προτού, όμως, να φύγουν και να πουν καληνύχτα βγάζουν από πάνω τους τη μάσκα για να δείξουν το πρόσωπό τους. Και αυτό είναι που κάνει το μεγαλύτερο τζέρτζελο. Όταν φανερώνονται μεταξύ τους και τα στόματα ανοίγουν σαν φούρνοι απ’ την έκπληξη!»
Τα δύο γουστόζικα καρναβάλια έπιασαν το υπονοούμενο του παππού και πραγματικά δαγκώθηκαν. Και τώρα τι γίνεται σκέφτηκαν; Θα φανερωθούν ή όχι; Αν ναι, τότε πως θα κάνουν την πλάκα τους στο άλλο τους το μισό; Όλη η προετοιμασία πάει χαμένη. Αν πάλι φύγουν έτσι, χωρίς να ξεσκεπαστούν, θα στενοχωρήσουν τον παππού και τη γιαγιά που τους περιποιήθηκαν. Κι είναι οι γονείς τους!
Δε χρειάστηκε όμως να έχουν συνέχεια στον προβληματισμό τους. Τη λύση έδωσε ο παππούς που βγήκε για λίγο έξω απ’ την πόρτα κι έψαξε τα παπούτσια. Βρήκε το ζευγάρι με τα γκαλέτζια και κρατώντας τα στο χέρι ξαναμπήκε.
«Ρε Παναγιώτη παιδί μου», είπε, με μεγάλη προσπάθεια για να μη σκάσει απ’ τα γέλια. «Εσύ βρε έκλεψες τα γκαλέτζια της μάνας σου και η φουκαριάρα τα ψάχνει εδώ κι ένα μήνα;» «Αλλά και συ βρε Σοφία», είπε στη νύφη του, τώρα όμως με ύφος λυπημένο, «πού βρε κορίτσι μου βρήκες αυτό το σακάκι που φοράς; Μ’ αυτό κάποτε παντρεύτηκα!»
Πριν ακόμα να τελειώσει την τελευταία λέξη του ο παππούς οι μάσκες έπεσαν κι απ’ τα καρναβάλια ανοίχτηκε μια μεγάλη αγκαλιά. Ήταν του Παναγιώτη και της Σοφίας! Ο ένας κοίταξε τον άλλον στα μάτια κι απ’ τη συγκίνηση που ένιωσαν εκείνη τη στιγμή ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό τους. Ήταν άλλο ένα δάκρυ μιας ευτυχισμένης στιγμής της ζωής τους, τώρα πάλι τις Αποκριές με τα ήθη και τα έθιμα του χωριού. Κάποτε τις Αποκριές!  
                        
-Ιδιωματισμός 
Γκαλέτζια: τσόκαρα
 ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ   14-2-2023


 

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Νέα βιβλία

   

Το τέλος της Ιστορίας ή το τέλος μιας εποχής;
Λουκάς Τσούκαλης, 5 Φεβρουαρίου 2023

Ο Φράνσις Φουκουγιάμα, γνωστός αμερικανός διανοητής προφανώς με γιαπωνέζικες ρίζες, είχε γράψει λίγα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και της σοβιετικής αυτοκρατορίας για «Το Τέλος της Ιστορίας»: ο τίτλος του βιβλίου του. Τότε ξεκινούσε μια νέα τάξη πραγμάτων στην οποία η αμερικανική ηγεμονία θα συνοδευόταν από τον θρίαμβο του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό ήταν τουλάχιστον το επίσημο αφήγημα, το οποίο εν πολλοίς υιοθετούσε και ο Φουκουγιάμα, χωρίς βεβαίως να συμμερίζεται την απλοϊκότητα των επίσημων προπαγανδιστών και των οπαδών τους.
Η παγκοσμιοποίηση στη φιλελεύθερη οικονομική της εκδοχή, που ζήσαμε τα τελευταία τριάντα και περισσότερο χρόνια, ήταν και η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού και των ελεύθερων αγορών. Ακόμη και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας υιοθέτησε το καπιταλιστικό μοντέλο της οικονομίας και από αυτό το ανορθόδοξο πάντρεμα βγήκε το μεγαλύτερο οικονομικό θαύμα της Ιστορίας.
Καμιά χώρα μέχρι τότε δεν είχε πετύχει μια τόσο γρήγορη ανάπτυξη που επέτρεψε σε εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζους να ξεφύγουν σε λίγες μόνον δεκαετίες από την απόλυτη φτώχεια, ενώ ο οικονομικός νάνος που λεγόταν Κίνα μεταμορφωνόταν σε τεχνολογικό γίγαντα. Το καθεστώς παρέμεινε βεβαίως αυταρχικό και η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας φροντίζει κάθε τόσο να θυμίζει, ενίοτε με βίαιο τρόπο, τα επιτρεπτά όρια σε όποιον τολμά να αμφισβητήσει την κυριαρχία του.
Μιας εποχής που τώρα πλέον αλλάζει
Ελεύθερες αγορές, αμερικανική παντοδυναμία και ενσωμάτωση της Κίνας στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ήταν τα τρία κύρια χαρακτηριστικά μιας εποχής που τώρα πλέον αλλάζει.
Το κράτος επιστρέφει με περισσότερο παρεμβατικό ρόλο στην οικονομία, γιατί καλείται να λειτουργήσει ως προστάτης στις μεγάλες κρίσεις που διαδέχονται η μία την άλλη. Λειτουργεί όμως και ως πάροχος κρίσιμων δημόσιων αγαθών, όπως ένα υγιές περιβάλλον σε καιρούς που η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται σε υπαρξιακή απειλή, η κοινωνική συνοχή όταν οι ανισότητες μεγαλώνουν επικίνδυνα, η δημόσια υγεία που απειλείται και αυτή από πανδημίες, καθώς και η ασφάλεια των πολιτών όσο οι γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες μετακινούνται προκαλώντας νέα ρήγματα στο διεθνές σύστημα.
Αποτελεί η Κίνα απειλή;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να είναι η ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο, αλλά όχι πια η μόνη υπερδύναμη.
Αποτελεί η ανερχόμενη κινεζική υπερδύναμη απειλή για τους γείτονες, την Ταϊβάν ειδικότερα, και την ισορροπία δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή;
Αυτό πιστεύουν και διακηρύσσουν σε υψηλούς τόνους οι αμερικανοί πολιτικοί – από τα πολύ λίγα θέματα που τους ενώνουν σήμερα σε ένα κατά τα άλλα εξαιρετικά πολωμένο πολιτικό περιβάλλον εντός της χώρας και μια βαθιά διχασμένη κοινωνία. Εκπλήσσονται δημοσίως γιατί περίμεναν, λένε, ότι η απελευθέρωση της αγοράς θα έφερνε και τη δημοκρατία στην Κίνα. Και τώρα μιλάνε για την παγκόσμια αντιπαράθεση μεταξύ δημοκρατιών και αυταρχικών καθεστώτων, αν και η πολιτική πραγματικότητα δύσκολα στριμώχνεται σε τέτοια καλούπια.
Διαστάσεις οικονομικού πολέμου
Ο ανταγωνισμός των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα παίρνει διαστάσεις οικονομικού πολέμου που μπορεί να εξελιχθεί σε έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο, επικίνδυνο όχι μόνο για τη λειτουργία των παγκόσμιων αγορών αλλά της ειρήνης γενικότερα. Στις καλές εποχές, οι ιερείς της παγκοσμιοποίησης επαναλάμβαναν μονότονα ότι η κατάργηση των οικονομικών συνόρων θα έφερνε όχι μόνον υλική ευημερία αλλά και ειρήνη. Τώρα όμως, οι πολιτικές και στρατηγικές προτεραιότητες παίρνουν ολοένα και περισσότερο το πάνω χέρι από την οικονομία.
Και οι Ευρωπαίοι ειδικότερα έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν γιατί οι δικές τους οικονομίες είναι πολύ πιο ανοικτές στις διεθνείς συναλλαγές από την αμερικανική. Ήδη τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε. Επέστρεψε έτσι ο πόλεμος στην Ευρώπη και η ευημερία απειλείται άμεσα. Το τελευταίο που χρειάζεται η Ευρώπη θα ήταν και ένας οικονομικός πόλεμος εναντίον της Κίνας.
Δύση υπό αμερικανική ηγεσία
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ένωσε τη Δύση υπό αμερικανική ηγεσία. Και η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία πετάχτηκε στα αζήτητα, τουλάχιστον προς το παρόν. Ταυτόχρονα όμως, αναδείχτηκε η αυξανόμενη αυτονόμηση άλλων περιοχών του κόσμου και κυρίως των ανερχόμενων δυνάμεων που αρνούνται να ενταχθούν στο ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Η Ινδία μαζί με άλλες χώρες του πάλαι ποτέ Τρίτου Κόσμου ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η συμπεριφορά της Σαουδικής Αραβίας που συχνά δεν απαντάει στα τηλεφωνήματα από την Ουάσιγκτον. Αλλά και η γειτονική μας Τουρκία βλέπει τον εαυτό της στον ρόλο μιας περιφερειακής δύναμης που, αν και μέλος του ΝΑΤΟ, θέλει να παίζει το δικό της παιχνίδι. Ριψοκίνδυνες ακροβασίες του Ερντογάν, αλλά θα είναι άραγε η εξαίρεση σε μια αναθεωρητική Τουρκία; Όλες αυτές οι χώρες αναζητούν χώρο και ρόλο σε ένα όλο και περισσότερο πολυπολικό και άναρχο σύστημα, στο οποίο ο παγκόσμιος χωροφύλακας, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχει χάσει μέρος τουλάχιστον της προθυμίας και της ικανότητας που διέθετε να επιτελεί αυτόν το ρόλο. Δεν έκαναν οι Αμερικανοί συχνά καλή δουλειά με τη δύναμη που είχαν, αλλά αρκετοί υποστηρίζουν ότι η αναρχία είναι συνήθως χειρότερη από μια ατελή τάξη πραγμάτων. Φυσικά, όλα εξαρτώνται από το αν είσαι ο δράστης ή το θύμα, ο κερδισμένος ή ο χαμένος σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ζούμε πιθανότατα το τέλος μιας εποχής που συνοδεύεται από μεγάλες ανακατατάξεις, τεράστια αβεβαιότητα και πολλαπλούς κινδύνους. Η κλιματική αλλαγή γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Η αντιμετώπισή της απαιτεί μεταξύ άλλων διεθνή συνεργασία που όμως πολύ δύσκολα προκύπτει με τα σημερινά δεδομένα.
Στην οικονομία, οι κεντρικές τράπεζες και τα αρμόδια υπουργεία υποχρεώνονται σε επικίνδυνη πλεύση ανάμεσα στη Σκύλλα του πληθωρισμού και τη Χάρυβδη της ύφεσης. Τα μηδενικά επιτόκια αποτελούν παρελθόν και το κόστος του δανεισμού ανεβαίνει. Όσο για τα χρηματιστήρια, δεν έχουν ακόμη αρχίσει να συνέρχονται από το μεγάλο σοκ της χρονιάς που έφυγε με αποτέλεσμα να χαθεί ένα μεγάλο μέρος του άυλου πλούτου που είχε επενδυθεί σε αυτά. Άλλη μια φούσκα που έσκασε;
Τέλος, σε πολλές δημοκρατίες, οι πολιτικές ηγεσίες είναι και αυτές αδύναμες και κατώτερες των περιστάσεων. Αλλά μην ψάχνετε για τη λύση ανάμεσα σε δικτάτορες και δημαγωγούς, γιατί θα βρείτε κάτι ακόμη χειρότερο. Δύσκολοι καιροί!
Ελπίζω να έχω σύντομα καλύτερα νέα να σας πω.
Ο Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στη Sciences Po στο Παρίσι και ομότιμος καθηγητής στο ΕΚΠΑ. Η ελληνική έκδοση του βιβλίου του "Η Ενηλικίωση της Ευρώπης", παρουσιάστηκε στην Παλαιά Βουλή στις 9 Φεβρουαρίου 2023



 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2023

Ανακοίνωση


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Καλησπέρα! Ενημερώνουμε όσες/όσους συμμετείχαν στον 8ο Διαγωνισμό Διηγήματος ότι είμαστε στο τελευταίο στάδιο επιλογής των διηγημάτων. Ελπίζουμε μέσα στον Φεβρουάριο να ανακοινώσουμε τα αποτελέσματα.

Το ΔΣ


 

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

Ευχές


  ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΥΓΕΙΑ σε όλο τον κόσμο!
Το ΔΣ του Συλλόγου

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

Χριστούγεννα - Διήγημα Τρ. Ούρδα


Τα Χριστούγεννα της Βαγγελιώς



Στ’ αλήθεια, ήταν πολύ μεγάλη η έκπληξη των χωριανών, όταν εκείνο το πρωί, κατά τα μέσα της Λειτουργίας των Χριστουγέννων, είδαν τη Βαγγελιώ να μπαίνει στην εκκλησία. Κανένας δεν περίμενε να τη δει εδώ έτσι, με τις παντόφλες της, με λυμένη τη σκούρα μαντήλα στο κεφάλι της και ανακατωμένα τα κατάμαυρα μαλλιά της, αν και όλα τα χρόνια βέβαια ήταν απεριποίητα κι έπεφταν πάντα σαν χοντρά σχοινιά στους ώμους της. Σήμερα, όμως το πλάσμα αυτό του Θεού ξεπέρασε κάθε όριο, λες και πριν από λίγη ώρα μάλωσε με κάποιους που την είχαν αρπάξει απ’ τα μαλλιά και την τράβαγαν μέχρι που κάποτε η δύστυχη κατάφερε να τους ξεφύγει..

Άσε για τα ρούχα της. Χειμώνα-καλοκαίρι τα ίδια, λιωμένα και σχισμένα απ’ την καθημερινή χρήση, με το ζόρι έκρυβαν το ισχνό κορμί της. Μόνο το κοντό παλτό της, ριγμένο πρόχειρα πάνω της, φαινόταν να είναι καινούργιο. Αλλά κι από ‘κείνο άμα το ‘βλεπες καλά, έλλειπαν τα μισά κουμπιά. Πολύ δε περισσότερο το ένα μανίκι του ήταν ξηλωμένο, έτοιμο να φύγει απ’ τη θέση που το ‘βαλε μια φορά όταν το ‘ραβε η ράφτρα του χωριού, η θεία Σταυρούλα. Καλή της ώρα της γελαστής τεχνίτριας τώρα εκεί που βρίσκεται, μια και προτίμησε να φύγει απ’ το χωριό και να ξενιτευτεί στην πόλη με τον άντρα και τα παιδιά της.

Ένα ερείπιο στην εμφάνιση της η ανύπαντρη γυναίκα, άλλωστε και ποτέ δε ζήτησε να παντρευτεί, δεν κατάλαβε ποιος δρόμος την έφερε μέχρι τον ναό σήμερα τα Χριστούγεννα που γεννήθηκε ο Χριστός μακριά στην πόλη της Βηθλεέμ, αλλά κι εδώ στις καρδιές των πιστών κι έκανε όλους μέσα στον φτωχό ναό της Ανάληψης, μαζί με τον παπά-Στέλιο και τους ψάλτες, να ψάλλουν τον ερχομό Του. Τη Βαγγελιώ ίσως οι συγχωριανοί της να την είδαν πρώτη φορά να μπαίνει στην εκκλησία μετά τη βάφτισή της και, εδώ που τα λέμε να τους κοιτάζει σαν αγρίμι, που το δόλιο κι αυτό ξέφυγε απ’ τα γνωστά του τα μέρη, τα βουνά, και χάθηκε στο πλήθος των ανθρώπων.

Τι να σκεφτείς αυτές τις ώρες της μεγάλης προσευχής και τι να πεις όταν βλέπεις τέτοια πράγματα, που χωρίς να το θέλεις, σε κάνουν να λυπάσαι για τον άνθρωπο και το ριζικό του!

Και δε θα είχες άδικο. Όλοι γνώριζαν τη Βαγγελιώ και την οικογένειά της. Φερμένοι οι γονείς της απ’ την πατρίδα, μόλις που πρόλαβαν να στεριώσουν στο χωριό και να δουν λίγο ήλιο. Πρώτα ήταν οι δυσκολίες με το σπίτι τους. Έτυχε να είναι παλιό και γκρεμισμένο και σχεδόν όλο ήθελε φτιάξιμο απ’ την αρχή. Η οικογένεια των τούρκων που έμεινε σ’ αυτό ήταν φαίνεται και η ίδια φτωχιά και όταν έφυγε μια μέρα βιαστικά, το παράτησε στο μαύρο του το χάλι. Άντε, λοιπόν, εσύ που το πήρες να το επιδιορθώσεις στα γρήγορα και μάλιστα μοναχός και χωρίς λεφτά, για να βάλεις μέσα τα παιδιά σου και να τα προστατέψεις απ’ τις καιρικές συνθήκες. Ιδιαίτερα απ’ τα χιόνια και τις παγωνιές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, τότε, στα πρώτα χρόνια που έφτασε η προσφυγιά στο χωριό κι έγινε η εγκατάσταση.

Ύστερα για να ζήσεις ήταν και το θέμα της δουλειάς. Τι να σπείρεις στα χωράφια και πώς να τα δουλέψεις χωρίς να έχεις ζώα και τ’ άλλα χρειαζούμενα να τα καλλιεργήσεις, ώστε όταν έρθει ο καιρός να πάρεις τη σοδειά για να φαν και να μεγαλώσουν τ’ ανήλικα στόματα. Επίπονη η ζωή, όπως και να το κάνουμε, εκείνα τα πρώτα-πρώιμα και μαύρα χρόνια, μέχρι να ορθοποδήσει ο πρόσφυγας στον τόπο που του είπαν να κάτσει και να τον έχει καινούργια πατρίδα.

Γι αυτό και τα παιδιά, στερημένα απ’ τα πάντα και με μπόλικη βαθιά στα φυλλοκάρδια τους τη στεναχώρια των γονιών για την επιβίωση της οικογένειας τους, μόλις μεγάλωσαν και πήραν λίγο τ’ απάνω τους, από νωρίς το καθένα πήρε τον δρόμο του. Ένα τ’ αγόρι, τον Στέφανο, ήρθαν και τον πήραν κάποιοι μακρινοί συγγενείς και το πήγαν στην Αμερική για να ζήσει με μια άλλη οικογένεια σ’ αυτή την πλούσια χώρα, όπως την έλεγαν, που δεν είχε καθόλου δικά της παιδιά. Το άλλο, την όμορφη Βγενούλα, κορίτσι στην εφηβεία του, με τη βοήθεια της Πρόνοιας γύρεψαν να το κάνουν υπηρέτρια σ’ ένα σπίτι στην Αθήνα. Και όταν πήγε, τα μαντάτα στο χωριό έλεγαν ότι το πάντρεψαν, έτσι μικρό, μ’ έναν στρατιωτικό. Από τότε δεν έδειξε σημάδια της καινούργιας του ζωής και έτσι χάθηκαν τα ίχνη του. Το τελευταίο στην ηλικία, κορίτσι κι αυτό, η Αντίκλεια ή Αντικλειώ όπως τη φώναζαν, πρώτο στα γράμματα του σχολειού και νοικοκυρά, μέσα στην απελπισία της απ’ τη φτώχια κλέφτηκε μ’ έναν έμπορα την ώρα που πήγαινε στη βρύση για να πάρει νερό με τη στάμνα. Ευτυχώς όμως γι αυτό, μετά από καιρό είπαν πως το είδαν σ’ ένα νησί βαθιά στο Αιγαίο. Είχε καλή οικογένεια και πέρναγε καλά στη ζωή του.

Αλλά το μεγαλύτερο απ’ όλα τα παιδιά, τη Βαγγελιώ, η τύχη την κράτησε να μείνει στο χωριό μαζί με τη μάνα και τον πατέρα της. Την ήθελε κάθε μέρα ν’ αργοσβήνει στην ψυχή και το σώμα της κλεισμένη μέσα στα παλιοντούβαρα του γέρικου σπιτιού και ποτέ να μην κάνει βήμα πέρα απ’ αυτό. Εκτός κι αν με τη μάνα του πήγαινε μαζί απέναντι στο ποτάμι και στα καϊνάκια που ανάβλυζαν νερό για να πλύνουν τα πιάτα και τα κουτάλια που έτρωγαν στη φαμίλια τους, όπως ακόμα και για να τρίψουν τους τεντζερέδες που μαύριζαν απ’ τη φουφού.

Καλοκαίρια και χειμώνες, γιορτές και καθημερινές αυτό ήταν μονάχα το ξέσκασμα του κοριτσιού απ’ τα μικρά του τα χρόνια, μια και η μάνα του σαν μεγαλύτερο το ήθελε κοντά της, για να τη βοηθάει στις δουλειές και να κοιτάζει τα μικρότερα αδέρφια του. Και αυτό, το καημένο, υπάκουο στις προσταγές της καλής του μανούλας, ποτέ δεν είπε όχι στις απαιτήσεις της ούτε και γκρίνιαξε για τις δουλειές που της έβαζε να κάνει ενώ ήταν κι αυτό ένα μικρό κορίτσι, σχεδόν συνομήλικο μ’ αυτά που πρόσεχε. Ευτυχώς, όμως, που πολλές φορές τ’ απόγευμα που πήγαιναν για τα πιάτα συναντούσαν κάποιους απ’ το χωριό και αντάλλαζαν μερικές κουβέντες, για να ξέρει κι η Βαγγελιώ ότι εκτός απ’ την οικογένειά της υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που ζουν και εργάζονται στη μικρή κοινωνία του χωριού. Γιατί, όταν τέλειωνε το «σεργιάνι» με το πλύσιμο, άντε πάλι μέσα στο σπίτι με την προσμονή να βασιλέψει ο ήλιος, να πέσει το σκοτάδι και ν’ ανάψει λίγες ώρες η λάμπα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Και το πρωί πάλι στο σπίτι ένα σωρό δουλειές, με λίγο σταματημό για φαγητό μόνο τα μεσημέρια έξω στη σκάλα με τα σάπια τα παρμακλίκια, κοιτάζοντας βουβή πότε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό, όταν είχε καλό καιρό και πότε τη βροχή όταν είχε άστατο, ακούγοντας τις στάλες της που έπεφταν με θόρυβο στην αυλή, όπως και τα τρομακτικά μπουμπουνητά τ’ ουρανού.

Στα χρόνια, λοιπόν, που διαβήκαν, πέρασαν κι έφυγαν, όλος ο κόσμος ίδιος γύρω της, με τα ίδια καθημερινά πράγματα, χωρίς όνειρα και ελπίδες για καλυτέρευση και ίσως, ακόμα, χωρίς την αντίληψη πως η ζωή κάποτε τελειώνει και πρέπει να τη χαρείς. Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε για να πεθάνει! Μοιραία όμως έτσι είσαι δυστυχισμένος!

Εκείνο το πρωινό των Χριστουγέννων, λίγα ήταν ακόμα τα σπίτια που έμειναν για να τραγουδήσουν τα κάλαντα τρία παιδιά, φίλοι στο χωριό. Ήταν ο Σωτήρης, μοναχογιός της χήρας της Αναστασίας απ’ τ’ Αλώνια, ο Μπούλης του κυρ Σταύρου, που είχε τον μύλο στο ποτάμι και η μάνα του το ήθελε ακόμα να είναι βρέφος, γι αυτό κι ολόκληρο παιδί δεν το φώναζε με τ’ όνομα του, και ο χοντρούλης ο Πετράκης απ’ το σόι των πλούσιων τσορμπατζήδων, που αυτού πάλι οι γονείς δίσταζαν να τ’ αφήσουν να τραγουδήσει, μήπως και κατηγορηθούν για ζητιανιά. Και τα τρία, λίγο ακόμα πριν να ξημερώσει και φέξει στο χωριό, έριξαν περισσότερο γκάζι στα φανάρια τους για να βλέπουν καλύτερα την ώρα που θα πέρναγαν τη στενή γέφυρα. Ήθελαν να πάνε κι απέναντι απ’ το ποτάμι, στις γιαγιάδες τους που τα περίμεναν με τις δεκάρες στα χέρια για ν’ ακούσουν κι αυτές απ’ τις παιδικές τους τις φωνούλες το «καλήν ημέρα άρχοντες» και τα «Χριστούγεννα Πρωτούγεννα». Κι όταν το πέρασαν, πήραν τον ανήφορο για να πάνε στα σπίτια των δικών τους.

Στην πορεία, όμως, άλλαξαν γνώμη και είπαν να περάσουν εκεί κοντά κι απ’ τ’ άλλα τα σπίτια, με πρώτο της Βαγγελιώς, αν και το μεγαλύτερο, ο Σωτήρης, ήταν αντίθετος με την ιδέα, γιατί, κανά δυο φορές που πέρασε έξω απ’ την αυλή της, μόνο που την είδε πήρε μεγάλο φόβο. Γι αυτό, από τότε το μικρό παιδί για να πάει στη γιαγιά του έπαιρνε πάντα τον δρόμο που πήγαινε ξυστά και πίσω απ’ το σπίτι της. Στην επιμονή όμως των άλλων αναγκάστηκε να υποκύψει και έτσι τελικά όλα μαζί να μπουν στην αυλή του σπιτιού της. Κάτω απ’ τη ξύλινη σκάλα με το θαμπό φως στο παραθύρι άρχισαν το τραγούδι, σίγουρα πως η Βαγγελιώ τώρα κοιμάται και το μπαχτσίσι απ’ αυτό θα το πάρουν απ’ τη μάνα της, τη γριά και πάντα μαυροφορεμένη Ανθή.

Έτσι, τα παιδιά είπαν τα κάλαντα και στη νύχτα, που τώρα πια πήρε να δίνει τη θέση της στη μέρα, περίμεναν ν’ ανοίξει η πόρτα για να πάρουν τα λεφτά και να τα βάλουν στο κουτάκι που τα μάζευαν. Όσο όμως κι αν περίμεναν στο κρύο, η πόρτα δεν άνοιγε. Όλο απορία τότε οι αγαθές ψυχές κοίταξαν απ’ την κουρτίνα μέσα στο δωμάτιο. Είδαν το τζάκι να καίει, αλλά κανέναν απ’ τους νοικοκυραίους να βρίσκεται μέσα. Γι αυτό, με φανερή την απογοήτευση στ’ αθώα προσωπάκια τους, συμφώνησαν να φύγουν διώχνοντας από μπροστά τον σκύλο του σπιτιού, που κι αυτός, όλη την ώρα όσο έλεγαν τα κάλαντα, μπερδευόταν στα πόδια τους και κούναγε την ουρά του, μήπως πάρει κανένα ξερό κομμάτι απ’ το ψωμί που είχαν τα παιδιά στην τσέπη τους.

Στο τέλος, όταν τ’ αγαπημένο ζώο πείστηκε να τ’ αφήσει και τα παιδιά έβγαιναν απ’ την αυλή, άκουσαν πίσω τους κραυγές και τσιρίδες. Γύρισαν απότομα τα κεφάλια και τότε είδαν στην πόρτα τη Βαγγελιώ. Ήταν στημένη στο κεφαλόσκαλο και κούναγε τα χέρια της να γυρίσουν πίσω, ενώ απ’ το στόμα της έβγαιναν λέξεις που τα παιδιά δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν. Γι αυτό, και φοβισμένα απ’ τη θέα της, το ‘βαλαν στα πόδια για να κρυφτούν. Κι αυτή, όμως, όταν κατάλαβε πως έχουν τέτοιο πρόθεση, έβαλε όπως-όπως κάτι στα πόδια της και έτρεξε από πίσω τους χωρίς να σταματήσει να φωνάζει. Πάντοτε, βέβαια, προς μεγάλη έκπληξη των παιδιών, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς ήθελα απ’ αυτά και τα πήρε καταπόδι.

Έτρεχαν μπροστά στα στενά τα καλαντόπαιδα, έτρεχε κι η Βαγγελιώ με φωνές για να τα φτάσει, μέχρι που τα ‘χασε από μπροστά της. Τα παιδιά, πανικοβλημένα απ’ την επιμονή της να τρέχει από πίσω τους, λαχανιασμένα και κουρασμένα απ’ το κυνηγητό και με την ψυχή να θέλει να ‘βγει απ’ το στόμα τους, κρύφτηκαν πίσω απ’ την αποθήκη του γέρου του Καμαριέρη. Ο άνθρωπος εκείνη την ώρα μαζί με τη γυναίκα του, τη Βηθανία, έσβηναν τη λάμπα να μην καίει τζάμπα το γκάζι της κι άνοιγαν την κουρτίνα στο χάραμα για να ζυμώσουν τα κουλούρια. Μετά να τα βάλουν στον φούρνο και να τα ψήσουν, όπως απαιτούσε το έθιμο της Γιορτής να κάνει η κάθε οικογένεια.

Ζάρωσαν εκεί κάτω απ’ την αστρέχα τα παιδιά και έμειναν αμίλητα, ακίνητα και μαρμαρωμένα με τα μάτια να βλέπουν σαν το λαγό, μήπως από καμιά μεριά ξεφυτρώσει η Βαγγελιώ κι αρχίσει ξανά το κυνηγητό. Όμως, και η Βαγγελιώ με την ανάσα της κομμένη απ’ το πιλαλητό που άχνιζε στο χειμωνιάτικο κρύο και στο γκριζωπό φως της μέρας, όταν είδε ότι χάθηκαν τα παιδιά από μπροστά της, έπιασε κι έκατσε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα που ήταν εκεί για πολλά χρόνια, ένα φυσικό σύνορο της περίφραξης με κλάρες απ’ το ξεροπόταμο και ξεχώριζε τον μπαχτσέ της Λυμπιάδας του Μέγα με το μονοπάτι.

Μέσα της, εκτός απ’ την κούραση, είχε και την απογοήτευση που τα σχολιαρόπαιδα δεν έκατσαν να τους δώσει την πληρωμή για τον κόπο τους που ήρθαν χαρούμενα στο σπίτι της να πουν για τη γέννηση του Χριστού. Έτσι θυμόταν ότι έκανε ακόμα από πέρυσι η μάνα της τέτοια μέρα. Έβγαινε έξω στην πόρτα και εκτός από φρούτα και ξυλοκέρατα, έδινε και δεκάρες για να τα ευχαριστήσει. Κι αυτή τη φορά ήθελε η ίδια να τα πληρώσει με μια μαυρισμένη τρύπια δεκάρα που βρήκε το καλοκαίρι στα ξύλινα ράφια του τζακιού τους. Γι αυτό και τόση ώρα την κρατάει σφιχτά στα ιδρωμένα χέρια της. Μην της πέσει και τη χάσει στα τσαλιά και στα χαλίκια του δρόμου.

Μα τα μπαγάσικα τα παιδιά δε στάθηκαν Και της προξένησαν μεγάλη στεναχώρια!

Έτσι, με τις σκέψεις αυτές να σκεπάζουν την ψυχή της όπως το σκοτάδι σκεπάζει τις έρημες γειτονιές, ξαπόσταινε στην πέτρα που καθόταν και, όταν πια κατάλαβε ότι μπορεί να περπατήσει, σηκώθηκε για να γυρίσει στο σπίτι της. Μετάνιωσε, όμως, όταν την ίδια στιγμή άκουσε στα κοντά της την καμπάνα της εκκλησιάς της Ανάληψης να χτυπάει χαρμόσυνα και να φωνάζει τους χωριανούς να πάνε στη Θεία Λειτουργία. Χωρίς να ξέρει και πολλά απ’ αυτά, αμήχανη ξανακάθισε στην πέτρα και τότε σαν από θαύμα, χωρίς και η ίδια να καταλαβαίνει τι κάνει, αντί να γυρίσει πίσω για το σπίτι της, άφησε την πέτρα που την ξεκούραζε και αποφασιστικά με γρήγορα βήματα πήρε τον δρόμο που κατηφόριζε μπροστά της και οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο ναό. Να δει, τι τέλος πάντων, τι γίνεται εκεί μέσα. Αλλά, μήπως έβρισκε και τα παιδιά!

Στα τόσα χρόνια της ζωής της δεν έτυχε να πάει ποτέ σ’ αυτόν. Ούτε και οι γονείς της συνήθιζαν να την πηγαίνουν ακόμα και στις μεγάλες τις γιορτές, όταν ο μικρός αυτός και ιερός τόπος γέμιζε από άτομα κάθε ηλικίας και πιο πολύ από παιδάκια του χωριού. Τα ευλογημένα από τον Θεό, τέτοια μεγάλη μέρα, δε χόρταιναν με τα γιορτινά τους τα ρούχα να μπαινοβγαίνουν στη χαμηλή του εξώπορτα και να παίζουν στα χαλασμένα σκαλοπάτια του λες κι ήταν στο σχολειό τους. Οι μεγαλύτεροι και οι γονείς τους, φυσικά, συνέχεια τα συμβουλεύουν να είναι πιο ήσυχα και ν’ ακούν τις ψαλμωδίες κάνοντας το σταυρό τους. Γι αυτό και η ίδια ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως είναι μέσα η εκκλησία και περισσότερο τι γίνεται με τους ψάλτες και τον παπά. Αυτόν τον σεβάσμιο γέροντα που κάποιες φορές τον έβλεπε απ’ το σπίτι της να περπατάει μακριά στο δρόμο με τα μαύρα ράσα του και μια ή δυο φορές τον χρόνο με το πετραχήλι και τον Σταυρό να μπαίνει στην οικογένεια και να τους αγιάζει.

Έτσι, η Βαγγελιώ τάχυνε ακόμα περισσότερο το βήμα και χωρίς να πάρει τα μάτια της από την πόρτα του ναού, που φεγγοβόλαγε απ’ τα κεριά και τις καντήλες, έφτασε σε απόσταση μιας ανάσας απ’ αυτόν. Όσο ζύγωνε η περιέργεια γινόταν και μεγαλύτερη. Ήθελε να μάθει τι τέλος πάντων κάνουν και όλοι όσοι τώρα μπαίνουν μέσα και κρατάν στα χέρια τους λειτουργιές τυλιγμένες σε άσπρες πετσέτες. Η ίδια δε βάσταγε ακόμα τη δεκάρα στην παλάμη της, αυτή που ήθελε να δώσει στα παιδιά. Ποιος ξέρει, ίσως να πίστευε ότι αν θα τα ‘βρισκε εδώ θα ξεχρέωνε επιτέλους την οφειλή που της υπαγόρευε η ηθική της!

Μπήκε η γυναίκα στον ναό και έμεινε έκπληκτη απ’ όλα όσα έβλεπε. Τόσος κόσμος μαζεμένος μέσα και όλοι να κοιτάν προς μια μεριά, την Ωραία Πύλη, και να κάνουν τον σταυρό τους. Και πολλοί απ’ αυτούς να είναι γονατιστοί και να κάνουν μετάνοιες. Όμως, και κάποιοι να βλέπουν την ίδια λίγο περίεργα, μια και ποτέ δεν την είδαν εδώ. Γι αυτό κι αυτή, σαστισμένη απ’ ό,τι έβλεπε, έμεινε σαν να ‘τανε κολώνα στο κέντρο του ναού. Δεν της ερχόταν να κάνει βήμα απ’ εκεί, άλλες φορές χαμογελώντας μ’ αυτά που αντίκριζε και άλλοτε παίρνοντας ύφος σοβαρό, σκεπτόμενη μήπως οι άνθρωποι δεν την ήθελαν εδώ μέσα, κι ακόμα πιο πολύ, μήπως ακόμα ήθελαν να της κάνουν και κανένα κακό.

Ιδιαίτερα της έκαναν εντύπωση οι ψάλτες πάνω στο ψαλτήρι που έψελναν τα χαρούμενα και μελωδικά χριστουγεννιάτικα τροπάρια κι ο ιερέας μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τον καλόκαρδο εφημέριο τον έβλεπε τη μια φορά να είναι σκυμμένος και την άλλη όρθιος μ’ ανοιγμένα τα χέρια του και κοιτώντας ψηλά στον ουρανό να προσφέρει την αναίμακτη Θυσία στον Θεό. Φυσικά, ούτε συζήτηση να πάει στον πάγκο με τα κεριά για να πάρει δυο απ’ αυτά και να τ’ ανάψει ευλαβικά στα μπρούτζινα μανουάλια μπροστά στις εικόνες του Χριστού και μάλιστα της Παναγίας. Της Μάνας όλου του κόσμου, που σήμερα το πρόσωπό έλαμπε από χαρά γιατί έφερνε στη γη ένα Θεό. Γι Αυτόν είχαν μιλήσει οι προφήτες εκατοντάδες χρόνια από σήμερα στην Αγία Γραφή.

Η φτωχιά δεν ήξερε από τέτοια προσκυνήματα!

Για τον λόγο αυτό ο Χριστόδουλος, πολλά χρόνια επίτροπος στον ναό, μόλις την είδε να στέκεται έτσι μπερδεμένη, άρπαξε δυο κεράκια απ’ το παγκάρι κι έτρεξε κοντά της να της τα δώσει. Εκείνη, χωρίς να φέρει αντίρρηση τα πήρε στα χέρια της και στη συνέχεια ο καλός επίτροπος κρατώντας την απ’ τον ώμο την πήγε στις εικόνες. Σ’ αυτές που χρόνια τώρα ο κάθε πιστός χωριανός ανάβει το μικρό κεράκι του και ταπεινά σκύβει το κεφάλι ευχαριστώντας τον Θεό για τις ευεργεσίες του και ύστερα Τον παρακαλεί με την καρδιά του να του δίνει πάντα την πολυπόθητη υγεία και την προκοπή στη ζωή του.

Και τότε, ω του θαύματος! Η Βαγγελιώ μόνη της, εντελώς αβοήθητη, άναψε το ένα απ’ τα κεριά και το ‘ βαλε μαζί με τ’ άλλα στο πρώτο απ’ τα μανουάλια που ήταν μπροστά στον Χριστό. Μετά, πάλι με τη βοήθεια του επιτρόπου, πήγε μπροστά στην Παναγία και άναψε το δεύτερο κερί. Αυτή τη φορά με το πρόσωπό της να γαληνεύει κι από άγριο και σκυθρωπό να γίνεται μειλίχιο και πράο, όπως κανένας ποτέ δεν την είδε έτσι στο χωριό. Και, επιπλέον, τώρα πια να μην φοβάται!

Ήταν η στιγμή που οι ηλικιωμένοι ψάλτες, σαν δεύτεροι άγγελοι απ’ τον ξάστερο χειμωνιάτικο ουρανό με τη βραχνή φωνή τους και μ’ όλον τον κόσμο έψαλλαν τον γνωστό ύμνο της χριστιανοσύνης, «η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει..». Αλλά κι η στιγμή που οι καλοί στην καρδιά τους χωριανοί άφησαν για λίγο απ’ τα μάτια τους το άτομο που καμιά φορά δεν είδαν να μπαίνει στην εκκλησία και ν’ ανάβει κεριά στα εικονίσματα. Κι αργότερα, πάλι, όταν την έψαξαν την είδαν όπως ποτέ δεν περίμεναν. Μαζεμένη ψυχή η Βαγγελιώ, ευλαβικά, μετά το άναμμα να παίρνει τη θέση της και να κάθεται σιωπηλή πίσω στον πρόναο και πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι της ξύλινης σκάλας που σ’ ανέβαζε στον γυναικωνίτη.

Η ώρα μέσα στην εκκλησία περνούσε και κάποτε ο παπα-Στέλιος με την προσευχή «δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων…» σήμανε και το τέλος της Χριστουγεννιάτικης Λειτουργίας, ενώ απ’ τη διπλανή πόρτα του Ιερού ο μικρόσωμος καντηλανάφτης, ο Θεοφάνης, του έφερνε γρήγορα να μοιράσει τ’ αντίδωρο. Πήγαν οι πιστοί κοντά στον παπά και απ’ το χέρι του που το φιλούσαν έπαιρναν τον ευλογημένο άρτο μαζί με την ευχή του. Στη σειρά με όλους στάθηκε κι η Βαγγελιώ, μα σαν την είδε ο παπάς μ’ ένα πλατύ χαμόγελο άφησε τους άλλους και τη φώναξε κοντά του. Ύστερα έπιασε δυο απ’ τα κομμάτια του άρτου και της τα ‘βαλε στη χούφτα. Την ίδια δε στιγμή για να της δώσει θάρρος, τη χτύπησε πατρικά στην πλάτη. Ήταν σαν να της έλεγε: «Θα σε περιμένουμε ξανά στο ναό».

Και είναι σίγουρο πως από μέσα του ο λειτουργός ευχαριστούσε τον Θεό που σήμερα εδώ, μέσα στον οίκο Του, έδωσε η Θεία Χάρη μαζί με τη γέννηση του Γιου Του να γεννηθεί στην ψυχή του κι ένας ακόμα χριστιανός. Η Βαγγελιώ της σιωπής και της μοναξιάς.

Μεγάλη μέρα ξημέρωσε στο χωριό, την όμορφη Δωροθέα. Τα Χριστούγεννα! Όλα τριγύρω μια ευτυχισμένη, αισιόδοξη, ελπιδοφόρα ατμόσφαιρα και προπάντων χαρά και ευφροσύνη στις καρδιές όλων των κατοίκων. Οι περισσότεροι μετά την εκκλησία βγήκαν στους δρόμους και στις γειτονιές, στην πλατεία και στα καφενεία για να γιορτάσουν το γεγονός και να πάρουν ζωή απ’ το φως τους. Ήταν απ’ τις γιορτές που έκαναν όλους να σφίγγουν μεταξύ τους τις αγκαλιές και τα χέρια και δίπλα στην καρέκλα του τραπεζιού τους κατά την ώρα του φαγητού να νιώθουν κοντά τους όλους τους ξενιτεμένους συγγενείς.

Μαζί με τους άλλους, χαμένη κι αυτή κάπου στα γιορτινά σοκάκια του χωριού, μετά την εκκλησία, περιπλανιόταν και η Βαγγελιώ. Με τα μάτια της να βλέπουν πρώτη φορά έτσι τον κόσμο, βρέθηκε να περπατάει στα πλατάνια της πλατείας και κοντά στο Ηρώο, που στα σκαλοπάτια του καθόταν μια παρέα από παιδιά. Όλα είχαν βγαλμένα τα κουτάκια τους και μέτραγαν στο χώμα και στις χούφτες τους τα χρήματα που πήραν απ’ τα κάλαντα. Μερικές φορές μάλιστα τσακώνονταν και φώναζαν για το ποιο έχει τα περισσότερα. Και ήταν ευχαριστημένα που μέτραγαν δεκάρες!

Αυτά τα παιδιά τα είδε η Βαγγελιώ και τα θυμήθηκε. Ήταν τα ίδια παιδιά που στο σκοτάδι ακόμα, λίγο πριν το ξημέρωμα, ήρθαν στο σπίτι της και τραγούδησαν τα κάλαντα αλλά δεν κάθισαν να πάρουν για την αμοιβή τους τη δεκάρα κι αυτή τα έψαχνε. Ευκαιρία τώρα να τα ξεπληρώσει. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παλτού της και βρήκε το νόμισμα. Ύστερα, με γρήγορο περπάτημα πήγε προς το μέρος τους. Τα παιδιά απορροφημένα στο μέτρημα στην αρχή δεν την είδαν. Όταν την αντιλήφθηκαν να έρχεται προς αυτά, για άλλη μια φορά φοβήθηκαν. Μάζεψαν από κάτω τα χρήματα και μ’ αλαλαγμούς εξαφανίστηκαν από μπροστά της.

Ήταν η δεύτερη απογοήτευση σήμερα για τη Βαγγελιώ!

Πολύ λυπημένη που πάλι δεν μπόρεσε να πληρώσει τα παιδιά και να τηρήσει το έθιμο για τα κάλαντα, έφτασε στο σπίτι της. Κάθισε στο πεζούλι της πόρτας και με παράπονο κοίταζε τη δεκάρα. Ήταν γεγονός πως μαζί της έζησε μια πρωτόγνωρη περιπέτεια αυτά τα Χριστούγεννα.

«Ας την κρατήσω», είπε από μέσα της. «Θα περιμένω να τη δώσω του χρόνου. Μήπως και του χρόνου δε θα γεννηθεί ο Χριστός;»

Και σηκώθηκε να πάει να την κρύψει εκεί που τη βρήκε. Στο ράφι τ’ αναμμένου για τα Χριστούγεννα τζακιού τους.

10-12-2022

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ