Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογραφήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογραφήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Χρονογράφημα Τρ. Ούρδα


Πρωτοχρονιάτικος επισκέπτης 

Δωροθιώτης, ο γέρο-Περικλής, διακρινόταν για τον εύθυμο χαρακτήρα του. Γράμματα πολλά δεν ήξερε. Ήξερε, όμως, καλά να φτιάχνει δικές του προσωπικές ιστορίες και να τις παρουσιάζει μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Όταν τις άκουγες στο τέλος θα σ’ έκαναν να γελάσεις αλλά και να προβληματιστείς για το βαθύτερο νόημα τους. Ό ίδιος, βέβαια, όταν τις έλεγε δε γελούσε ποτέ.

Μια μέρα, λοιπόν, του Γενάρη, εγώ παιδί τότε, τον πέτυχα στο κουρείο «η Σεβίλλη» του Γιορδάνη του χωριανού μας. Καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του καταστήματος δεχόταν τις περιποιήσεις του κουρέα, πάντα με τα μάτια κλειστά για να μη βλέπει απέναντι τον καθρέφτη. Κάπου κάπου ακουγόταν και ν’ αναπνέει βαθιά, σίγουρα λόγω του ύπνου που ερχόταν κι έφευγε στο κεφάλι του ανάλογα με τα ενοχλήματα που του έκαναν το ξυράφι και το ψαλίδι. Και πριν ακόμα τελειώσουν οι τελευταίες ψαλιδιές και ξυραφιές του κουρέα, κι όταν ο ίδιος φυσικά σταμάτησε να πηγαινοέρχεται στους «λουλουδένιους μπαχτσέδες» του ύπνου, πολύ σοβαρός, άρχισε να μονολογεί και να λέει :

«Τι να σας πω ρε παιδιά. Κάθε βράδυ που τελειώνει η χρονιά  έχουμε τα ίδια και τα ίδια. Δεν μπορώ να καταλάβω τι τέλος πάντων συμβαίνει! Και να σκεφτείς, πάντα έπαιρνα και παίρνω μέτρα. Ακόμα από τότε που ζούσε η γριά μου φυλαγόμασταν απ’ αυτόν. Όμως, αυτός πάλι μας έβρισκε κι έτσι τσουπ τον φορτωνόμασταν, θέλαμε δε θέλαμε. Μας ξεγελούσε ο αφιλότιμος. Τζάμπα οι προσπάθειες. Αλλά ξαναλέω. Πώς γίνεται να μας βρίσκει με τις πόρτες και τα παράθυρα, όλα μανταλωμένα; Κι όχι μόνο όλα κλειδωμένα, αλλά και με σβησμένη τη λάμπα για να μη μας γνωρίσει. Αλλά πού;  Δε θυμάμαι να υπήρξε χρονιά που να μην μας βρει. Και δώστου κάθε χρόνο να στρογγυλοκάθεται στην πλάτη μας, κι όλο να βαρύνει τους ώμους. Τελικά νομίζω «ότι ότι», κάποια μέρα, και πολύ σύντομα μάλιστα, θα μας χώσει στη γη σαν παλούκια στους φράχτες..!»

Εδώ ο γέρος σταμάτησε για λίγο τον μονόλογο κι αφού ξεροκατάπιε κανά-δύο φορές με δυνατό βήξιμο, γύρισε προς το μέρος μου για να μου μιλήσει, αψηφώντας το επικίνδυνο ψαλίδι του μπαρμπέρη.

«Βρε παλληκάρι μου», μου λέει. «Κοίταξε την πλάτη μου. Κοίταξε πως γέρνει η κακομοίρα. Σηκώνεται τόσο βάρος; Κάθε χρόνο τόσο φορτίο; Κι αυτός ο Θεός δεν λέει λίγο να μας λυπηθεί!» «Εσύ», μου λέει, «δε βλέπω να έχεις κανένα βάρος στην πλάτη σου. Μπράβο, πώς τα κατάφερες και δεν σου φορτώνεται ο αχόρταγος; Τι στο καλό, δεν περνάει απ’ τη γειτονιά σας; Κάθε χρόνο μόνο στη δικιά μας έρχεται..!»

Γεμάτος απορία μ’ όλα όσα έλεγε ο γέρο-Περικλής, τον άκουγα χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη και να ρωτήσω για ποιον τέλος πάντων μιλάει. Όμως, μέσα μου ο φτωχός έκανα τη σκέψη, πως σίγουρα θα αναφέρεται σε κανέναν κλέφτη, που κάθε φορά το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, κρυφά μπαίνει στο σπίτι του και του κλέβει πράγματα.

«Αλλά φέτος», συνέχισε ο γέρος, κοιτάζοντας αυτήν τη φορά τον κουρέα που μειδιούσε κάτω απ’ το λεπτό μουστάκι του αλλά και λίγο κι εμένα με την άκρη του ματιού του, «φέτος το είχα δηλώσει πως θ’ άλλαζα. Δε γίνεται είπα κάθε χρόνο να μας ξεγελάει και να μπαίνει στο σπίτι μου, ο κύριος «απροσκάλεστος». Ορκίστηκα να του κόψω τον βήχα. Πήρα λοιπόν τα μέτρα μου. Άλλαξα πόρτες παράθυρα κι έβαλα αυτήν τη μάρκα, να δεις πώς την λένε…

«Κόπλαντ», πετάχτηκε κι είπε θριαμβευτικά ο Γιορδάνης, λες και βρήκε την απάντηση σε διαγωνισμό ερωτήσεων!

«Απ’ αυτό», λέει ο γέρος. «Τι να σας πω, η εφαρμογή τους άριστη και μερακλήδες τα μαστόρια που τα πέρασαν. Πίστεψα ότι μ’ αυτά καμιά τρύπα δε θα έμενε ακάλυπτη. Γι’ αυτό και φέτος χάρηκα, πως δεν θα με βρει ο μπαμπέσης κι ότι θα του την έσκαγα! Ταίριαξα ακόμα κι από πάνω τη σκεπή μου για να είμαι σίγουρος, μήπως βρει κανα-κεραμίδι σπασμένο κι έρθει απ’ τον ουρανό, απ’ εκεί δηλαδή που δεν τον περιμένεις! Κι αφού σιγουρεύτηκα κι απ’ αυτήν την πλευρά, έ τώρα είπα! Το βράδυ εκείνο που θα προσπαθήσει να μπει ο ξεδιάντροπος, εγώ θα είμαι κλεισμένος καλά μέσα στο καμαράκι μου κι αυτός άντε να με βρει. Με τόση προφύλαξη, μόνο θα πηγαινοέρχεται έξω απ’ το σπίτι μου, αναζητώντας τρόπο να με πλησιάσει και να μου φορτωθεί. Όμως, μετά από δύο-τρεις προσπάθειες να μπει μέσα, θα καταλάβει πως αυτό είναι αδύνατο κι έτσι θα βαρεθεί και θα φύγει. Επιτέλους! Μια χρονιά θα τον νικήσω και δεν θα τον έχω να κοκορεύεται στο σβέρκο μου, τάχα πως είναι πολύ δυνατός, πως μπαίνει στα σπίτια όλων, θέλουν δε θέλουν αυτοί και πως κάνει τους γέρους να τον τρέμουν. Για να μη σας πολυλογώ φέτος είπα δε θα μπει στο σπίτι μου κι ότι θα κοιμηθώ ήσυχος σαν πουλάκι, ενώ το πρωί θα ξυπνήσω ίδιος, όπως ακριβώς έπεσα για ύπνο την προηγούμενη μέρα…

«Ε! μπάρμπα», του φώναξε ο κουρέας, διακόπτοντας τον μονόλογο του, «το κούρεμα τελείωσε».

Μ’ ένα «καλά» ο γέρο Περικλής, σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα, έβαλε τη μάλλινη τραγιάσκα στο κεφάλι, που όλη την ώρα την κρατούσε στα χέρια του και ξανακάθισε τώρα δίπλα μου πάνω σε μια ψάθινη καρέκλα.

«Λοιπόν», συνέχισε να λέει σ’ εμένα που τον άκουγα μ’ ανοικτό το στόμα και χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα απ’ αυτά. «Λοιπόν, παιδάκι μου και φέτος ό,τι κι αν έκανα πάει χαμένο. Πάλι με τον φίλο πιάστηκα κορόιδο κι όσα πράγματα κι αν έκανα πάλι μπήκε σπίτι μου ο μάγκας. Αχ!» αναστέναξε, χτυπώντας με τα χέρια τους μηρούς του. «Αχ! όλα τα φταίει εκείνος ο μάστορας που επισκεύασε τη σκεπή και το ταβάνι στο σπίτι. Τάχα μου έκανε καλή δουλειά που σας έλεγα. Τίποτα. Όσο κι αν τον συμβούλεψα να προσέξει, αυτός πάλι έκανε λάθος κι άφησε κάποιες τρύπες στο ταβάνι και στη σκεπή!

Βρήκε έτσι την ευκαιρία ο άτιμος και το βράδυ τρύπωσε απ’ αυτές μέσα στο καμαράκι. Έπειτα, χωρίς να τον καταλάβω, ήρθε σιγά σιγά στο κρεβάτι και κάθισε στην πλάτη μου, ακριβώς την ώρα που μ’ έπαιρνε ο ύπνος. Κι αφού μπήκε μέσα, άντε τώρα να τον διώξεις. Μη μπορώντας, λοιπόν, να κάνω διαφορετικά, σηκώθηκα και με μισή καρδιά του είπα καλωσόρισες! Άναψα τη λάμπα και του έδειξα να κάτσει στο τραπέζι, ώστε και φέτος να γιορτάσουμε τον ερχομό του. Έβγαλα το ρακί απ’ το ντουλάπι, έπιασα δύο ποτήρια, για μένα και του λόγου του, τα τσουγκρίσαμε και ήπιαμε στην υγειά μας. Αφού κατεβάσαμε τα ποτηράκια, εδώ που τα λέμε ήρθαμε λίγο και στο τσακίρ κέφι, ο παλληκαράς μου είπε: Τώρα φεύγω, πρέπει να πάω και σ’ άλλους που με περιμένουν να κάτσω πάνω στην πλάτη τους! Του άνοιξα την πόρτα και τώρα σαν κύριος βγήκε απ’ το σπίτι τρέχοντας. Εγώ, όμως, τί να πω! Αισθάνθηκα το βάρος του στους ώμους μου, γι’ αυτό και πέρασε απ’ το μυαλό μου να τον βρίσω. Αλλά δεν το έκανα επειδή φοβήθηκα, μήπως ξαναγυρίσει και μ’ αφήσει επιπλέον φορτίο. Ωστόσο, από μέσα μου του παρήγγειλα: Του χρόνου αν με βρεις να μου γράψεις…»

-Και τώρα ρε μπάρμπα, του λέει ο κουρέας ο Γιορδάνης, για να έχουμε καλό ερώτημα, πόσων χρονών είσαι;

-Άστα, του λέει ο γέρος. Με τη φετινή του επίσκεψη που σας είπα, ογδόντα… Τι τα θες τα φάγαμε τα ψωμιά μας..!

Κόντεψα να πέσω απ’ την καρέκλα που καθόμουνα, όταν επιτέλους κατάλαβα ποιος ήταν ο δυσάρεστος επισκέπτης του γέρου στο σπίτι του κάθε βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Ο επισκέπτης που έκανε πως δεν τον ήθελε και φυλάγονταν από αυτόν ήταν ο χρόνος!

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι κι αυτός γνώριζε ότι την «επίσκεψη» του κανείς δεν μπορεί να την αποφύγει, ό,τι και να κάνει, όπου και να βρίσκεται, όσο και να κρύβεται. Τον χρόνο όλοι τον φορτώνονται. Πιστεύω, όμως, ότι μέσα απ’ την ιστορία του ήθελε να δώσει μια νότα χαράς σ’ όσους με το πέρασμα του στενοχωριούνται. Και σκέφτηκε: Αφού έτσι είναι γραφτό να γίνεται, δηλαδή κάθε χρόνο να μεγαλώνουμε και να γερνάμε, εγώ γιατί να μην διασκεδάζω την κατάσταση, κάνοντας πως δεν καταλαβαίνω τους νόμους της ζωής και μάλιστα ότι μπορώ να αποφεύγω όλες τους τις συνέπειες, σκαρφιζόμενος διάφορα ψευτοτεχνάσματα! Κι όλα αυτά όπως είπαμε μόνο και μόνο για να μην φύγει το χαμόγελο απ’ τα χείλη όσο τα χρόνια και αν περνάνε, όσο τα χρόνια και αν φορτώνονται στις πλάτες μας!

Παιδί τότε, στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, η ιστορία με τον τρόπο που την άκουσα απ’ τον ευχάριστο αυτόν άνθρωπο μ’ έκανε μόνο να γελάσω. Την πέρασα, όπως λέμε, στο «ντούκου», γιατί εκείνο το διάστημα ο «κύριος χρόνος» φαινόταν ότι δεν έμπαινε στα σπίτια μας. Έτσι τουλάχιστον εγώ νόμιζα.

 Σήμερα, όμως, παρά τον χιουμοριστικό χαρακτήρα της και το όποιο αισιόδοξο ανθρώπινο μήνυμα ήθελε να περάσει μ’ αυτή ο γέρο-Περικλής, τη θυμάμαι και μελαγχολώ!                                                                                                                                                       

                                                                                                                                          Τρύφων Ούρδας      


 

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

Διήγημα του Τρ. Ούρδα


 Χριστούγεννα με χρώμα

Ξημερώματα παραμονής των Χριστουγέννων!
-Ξύπνα, ακούω τη γνώριμη φωνή της γυναίκας μου να μου φωνάζει και νιώθω ένα σκούντημα στον ώμο.
-Δεν ακούς, μου λέει, που τα παιδιά λένε τα κάλαντα έξω από την πόρτα μας;
Σαν αστραπή πετάχτηκα από το κρεβάτι και πριν καλά καλά να φτιάξω το πρόσωπό μου από τον ύπνο έφτασα στην πόρτα και την άνοιξα. Και τότε βρέθηκα μπροστά σε μια έκπληξη Είδα…εμένα !
Εμένα και δυο-τρεις από τους φίλους και συμμαθητές μου από το Δημοτικό, όπως ήμασταν στο χωριό πριν από…αρκετά χρόνια.
Εγώ, ένα μικρό παιδάκι χωμένο στο μάλλινο παλτό του με κόκκινα μάγουλα και τρεμάμενη φωνή από το κρύο να απλώνει το χέρι του στο αμυδρό φως, ζητώντας την αμοιβή του για το «καλήν ημέραν άρχοντες». Δίπλα μου στην ίδια κατάσταση η αγαπημένη μου παρέα, «εν αναμονή» και αυτή να πάρει το σχετικό φιλοδώρημα.
Όλοι με πρόσωπα χαρούμενα, ευτυχισμένα και λαμπερά, που πάνε ασορτί με τη μεγάλη γιορτή που έφθανε!
Τα Χριστούγεννα λοιπόν! Τα Χριστούγεννα που τότε στο χωριό για όλα εμάς τα παιδιά είχαν ιδιαίτερη σημασία. Θα έλεγα ότι άρχιζαν στην αρχή του Δεκέμβρη, όταν στο σχολείο, πρωί και απόγευμα μετά το μάθημα, πάντα τραγουδούσαμε «την Άγια Νύχτα», «στη γωνία μας κόκκινο τ’ αναμμένο τζάκι», «αχ έλατο» ή ψάλλαμε με την βοήθεια του δασκάλου μας το γνωστό τροπάριο της Γέννησης «η Παρθένος σήμερον…»
Την όλη ατμόσφαιρα ενίσχυε και το χριστουγεννιάτικο δέντρο που έφερναν οι σχολικοί σύμβουλοι από το βουνό και το στήνανε στο διάδρομο του σχολείου για να το στολίσουμε. Και μη φανταστείτε ότι το στόλισμα ήταν με τα σημερινά πολύχρωμα ηλεκτρικά φωτάκια, τις λαμπερές μπαλίτσες και τα άλλα ακριβά στολίδια που αγοράζουμε σήμερα με περισσή ευχέρεια από τα καταστήματα. Όχι! Το δέντρο ήταν πολύ απλό. Είχε επάνω του αστεράκια που τα φτιάχναμε εμείς από χαρτόνι και τα βάφαμε με μπογιές. Ακόμα είχε και Αι-Βασίληδες από το ίδιο υλικό. Για χιόνια πάνω στα κλωνάρια του βάζαμε βαμβάκια, ενώ τη βάση του τη στολίζαμε μόνιμα με μια παλιά και ξεθωριασμένη φάτνη που έδειχνε τον νεογέννητο Χριστό στην αγκαλιά της Παναγίας, τους Μάγους με τα δώρα και τα ζωάκια που τον ζέσταιναν. Τόσο απλό και ταπεινό!
Και όμως..! Αυτό το δέντρο, με τα στολίδια του φτιαγμένα από τα χέρια μας και από φθηνό υλικό, φάνταζε μεγαλόπρεπο στα μάτια μας και μας έκανε όλους να το θαυμάζουμε σαν να ήταν το μοναδικό χριστουγεννιάτικο δέντρο στον κόσμο. Και όλο περιμέναμε το μεγάλο γεγονός της Γέννησης, και όλο κοιτάζαμε τον ουρανό ψάχνοντας με νοσταλγία να δούμε το αστέρι της Βηθλεέμ.
Ύστερα ήταν και το χιόνι, μια και τις μέρες αυτές συνήθως χιόνιζε και μάλιστα ασταμάτητα. Χιόνι τόσο πολύ που έφερνε αλλαγή γύρω στο τοπίο. Χιόνια στις στέγες, χιόνια στις αυλές, χιόνια στα δέντρα, στους δρόμους και στα σοκάκια που παίζαμε. Και τι μεγάλη χαρά να το βλέπεις να πέφτει από τον ουρανό! Σου ερχόταν να ανοίξεις τα χέρια σου για να πιάσεις την κάθε νιφάδα του. Ακόμα να θέλεις να πέφτει επάνω σου και να σε κάνει χιονάνθρωπο! Και προπαντός να παίζεις με αυτό!
Έτσι, αγαπημένο παιχνίδι για παίξιμο τότε με το χιόνι εκτός από τον χιονοπόλεμο ήταν η «γλίστρα», που αν έκανε και λίγη παγωνιά τότε γινόταν καλύτερη. Αλλά και πιο επικίνδυνη για ατυχήματα! Αλλά, όμως, νέα βλαστάρια, μικρά παιδιά ποιος τα λογάριαζε αυτά;
Θυμάμαι ακόμα με πόσο μεγάλη ευχαρίστηση βλέπαμε από το παράθυρο του σχολείου την ώρα του μαθήματος έξω να πέφτει τούφες τούφες το χιόνι. «Χιονίζει», λέγαμε και ξαναλέγαμε διακόπτοντας τον δάσκαλο, που καμιά φορά πολύ σοβαρός σήκωνε «το μαγικό ραβδάκι του» για να επιβάλλει την τάξη. Στην πραγματικότητα, όμως, και αυτός χαιρότανε όταν πήγαινε στην κατακόκκινη σόμπα να βάλει ξύλα, βέβαια, από αυτά που κουβαλούσε ο καθένας μας καθημερινά από το σπίτι του!
Θυμάμαι επιπλέον, ότι αυτά τα χιόνια που έπεφταν για πρώτη–δεύτερη φορά τα λέγαμε «σκυλίσια » ή «γατίσια», ονομασίες που μέχρι και σήμερα δεν μπόρεσα να εξηγήσω τι σημαίνουν και γιατί τα λέγαμε έτσι. Πάντως, όπως και να τα λέγαμε, ένα έχω να πω. Στα παιδικά μας μυαλά τα χιόνια τα είχαμε συνδέσει με τα Χριστούγεννα. Άλλωστε αυτό δε λέει και το τραγούδι «χιόνια στο καμπαναριό», που ακόμα και σήμερα το ακούμε και θυμόμαστε αυτό το μεγάλο Γεγονός και η καρδιά μας γεμίζει από νοσταλγία για τα παιδικά μας χρόνια!
Και φτάνουμε στην παραμονή των Χριστουγέννων. Μια μέρα που ο καθένας μας θα ήθελε να σταματήσει πραγματικά τον χρόνο. Και τι δεν είχε το μενού αυτής της μέρας. Θα αναφέρω μερικά από τα έθιμα τα οποία χαράχθηκαν στην μνήμη μου και ξεδιπλώνονται κάθε φορά που γίνεται συζήτηση για όλες εκείνες τις παλιές χριστουγεννιάτικες καλές μέρες. Πρώτα-πρώτα ήταν το σφάξιμο του γουρουνιού. Σε κάθε σπίτι σφαζόταν ένα γουρούνι που ο καλός νοικοκύρης μεγάλωνε στην αυλή του, πάντα με τροφές δικής του παραγωγής. Όταν θυμάμαι την εικόνα με το κόκκινο αίμα του να τρέχει πάνω στο χιόνι νομίζω ότι ακούω και τις φωνές του. Το καημένο το ζώο, σφαζόταν για να δώσει το κρέας του σαν τροφή, όχι μόνο για εκείνη τη μέρα των Χριστουγέννων και τις επόμενες γιορτές που ακολουθούσαν, αλλά ακόμη και για όλο τον χρόνο, αφού με αυτό γινόταν τσιγαρίδες, καβουρμάς και λουκάνικα, που μπορούσες να τα έχεις μέχρι την Άνοιξη και πολύ περισσότερο. Ωστόσο την παραμονή, τη μέρα της θυσίας, το κρέας του όλοι το εύρισκαν νοστιμότατο. Ήταν βλέπεις και η νηστεία των προηγούμενων ημερών! Η τσίκνα του ευωδίαζε τριγύρω και έσπαζε τα ρουθούνια μας καθώς ψήνονταν οι μπριζόλες στα κάρβουνα. Σε μερικές μάλιστα αυλές που οι νοικοκύρηδες ήταν πιο μερακλήδες άκουγες και κανένα ήχο από κλαρίνο με ντόπιους χορούς. Χαρά για όλους είχε η μέρα αυτή, πλούσιους και φτωχούς!
Αξέχαστη εικόνα επίσης τη μέρα αυτή ήταν και τα κουλούρια και οι διάφορες πίτες που μαζί με τα άλλα φαγητά κοσμούσαν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Για την οικογένειά μας τουλάχιστον στα πρώτα παιδικά μου χρόνια όλα τα παραπάνω ετοιμάζονταν στο σπίτι της γιαγιάς μου. Θυμάμαι σαν να ήταν χθες τότε που μαζεύονταν εδώ όλες οι παντρεμένες κόρες της, μαζί και η μάνα μου, όλες με τους άνδρες και τα παιδιά τους για να κάνουν τις σχετικές προετοιμασίες. Πάνω στον σοφρά με τον πλάστη στα χέρια, μέσα σε μια γιορταστική ατμόσφαιρα, άνοιγαν τα φύλλα για τις πίτες, έπλαθαν τα κουλουράκια και έξω που χιόνιζε άναβαν τον φούρνο. Γενικός αρχηγός στην όλη διαδικασία ήταν η προγιαγιά μου η Ουρανία. Τεχνίτρια και μαστόρισσα στο είδος έδινε τις συμβουλές και τις οδηγίες της αλλά κυρίως τις εμπειρίες της φερμένες από την αλησμόνητη πατρίδα, το Σαφράνι, ένα μικρό χωριό έξω από τη Γιάλοβα ή τη Γιάλβα της Μ. Ασίας όπως έλεγε και η ίδια.
Και όταν τελείωνε και το ζύμωμα ακολουθούσε το ψήσιμο. Τα ταψιά, μυρωδάτα και φουσκωμένα, μεταφέρονταν από το μικρό και ζεστό καμαράκι έξω στην αυλή με το χιόνι να πέφτει και έμπαιναν στον φούρνο που ήταν έτοιμος να τα ψήσει. Ύστερα, μετά από ώρα, όπως ήταν ροδαλά και ξεροψημένα από την φωτιά, αραδιάζονταν πάνω χιόνι για να κρυώσουν και μεταφέρονταν πάλι στο σπίτι. Ακολουθούσε πλούσιο τραπέζι με πάσης φύσεως εδέσματα και φυσικά εκλεκτό ούζο και κρασί, παραγωγής όλα του παππού μου. Αληθινά όμορφες στιγμές των παιδικών μου χρόνων και ανεξίτηλες μνήμες μιας εποχής που όσο μεγαλώνεις μάταια νοσταλγείς να την ξαναζήσεις!
Εκείνο, όμως, που σαν παιδιά μας συγκινούσε περισσότερο ήταν τα κάλαντα το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων και πριν από αυτά η «κόλιντα μπάμπο» Έτσι, θα έλεγα ότι το βράδυ εκείνο δεν είχε ύπνο, η δε επιθυμία να γίνουν τα έθιμα ήταν προετοιμασίες πολλών ημερών πριν. Με λίγα λόγια έπρεπε να ετοιμασθούν οι παρέες που θα γυρίσουν στα σπίτια, οι ηλεκτρικοί φακοί για να βλέπεις την νύχτα που πατάς, τα ξύλα σε κάθε γειτονιά που θα αναφτούν οι φωτιές και προπαντός το «καμπανάκι». Ναι το καμπανάκι!
Αυτό ήταν όπως σήμερα θα λέγαμε η μασκότ για την κόλιντα μπάμπο των Χριστουγέννων και για τη «σούρντα μπάμπο» την Πρωτοχρονιά. Ήταν το εργαλείο για το έθιμο που σίγουρα θα θυμούνται στο χωριό άτομα μεγαλύτερης ή ίσως και μικρότερης ηλικίας από μένα. Μάλιστα σε πρόσφατη συζήτηση στο χωριό κάποιοι από τους μεγαλύτερους που έφυγαν μετανάστες στην Αμερική, την Αυστραλία και τη Γερμανία εδώ και πολλά χρόνια και σήμερα είναι παππούδες με εγγόνια ζήτησαν να μάθουν για την τύχη του.
Το καμπανάκι, λοιπόν, αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το εξωτερικό περίβλημα μιας οβίδας αεροπλάνου που έπεσε στο χωριό στα χρόνια του πολέμου. Όμως, φαίνεται ότι αυτή πέφτοντας δεν έσκασε και έτσι αργότερα εξουδετερώθηκε, αφού από το εσωτερικό της αφαιρέθηκε η εκρηκτική ύλη. Κάποιος από το χωριό, ίσως αυτός να ήταν και ο τότε δάσκαλος μας, είχε τη φαεινή ιδέα να τη μεταφέρει στο δημοτικό σχολείο, για ποιο πράγμα λέτε; Για να σημαίνει στους μαθητές την έγκαιρη προσέλευση τους στο σχολείο το πρωί και το απόγευμα. Για τον σκοπό αυτό κρεμάστηκε με ένα χοντρό σύρμα στο κλωνάρι ενός δέντρου που ήταν στην αυλή του σχολείου δίπλα στα αποχωρητήρια, ενώ ανατέθηκε ρητά από τον δάσκαλο σε μαθητές που έμεναν κοντά σε αυτό και μάλιστα επί «ποινή ξυλιάς» αν δεν τηρηθεί η εντολή του, να το χτυπούν με ένα τσεκούρι ή μια πέτρα λίγο πριν την έναρξη των μαθημάτων. Ο ήχος που έβγαζε από τα χτυπήματα ήταν τόσο δυνατός, ίδιος με την καμπάνα της Εκκλησίας, που ακουγόταν σε όλο το χωριό. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε το λέγαμε και καμπανάκι. Δεν ξέρω αλλά ο ήχος του τότε για την μετάβαση όλων μας στο σχολείο ήταν τελείως απαραίτητος. Έτσι, όταν θέλαμε να ξεκινήσουμε για να πάμε στο μάθημα ρωτούσαμε αν «χτύπησε το καμπανάκι». Αλλά και όταν πάλι αργούσαμε να πάμε βρίσκαμε την δικαιολογία ότι τάχα δεν το ακούσαμε να χτυπάει. Και το περίεργο όπως προανέφερα! Αλίμονο στον συμμαθητή μας που ξεχνούσε να το χτυπήσει. Είχε εξασφαλισμένες τις «ξυλιές» στα χέρια, τιμωρία, βέβαια, που με τα σημερινά σχολικά χρονικά είναι ακατανόητη. Για τις ανάγκες έτσι του εθίμου το βράδυ με την «κόλιντα μπάμπο» τα μεγαλύτερα παιδιά ξεκρεμούσαν το περιβόητο καμπανάκι από την θέση του και με ένα ξύλο που το περνούσαν στην εσωτερική του τρύπα το μετέφεραν στις γειτονιές, χτυπώντας το για να κάνει θόρυβο. Την ίδια στιγμή όλοι οι συμμετέχοντας φώναζαν «εεε…κόλιντα μπάμπο».
Ήταν κάτι το συγκλονιστικό! Οι φωνές, οι ήχοι από το καμπανάκι, οι φωτιές που έκαναν τη νύχτα μέρα αλλά και ο κόσμος που έβγαινε από τα σπίτια του και συμμετείχε στο έθιμο σου έδιναν την εντύπωση πως δεν είσαι στη γη και ότι ζεις σε έναν άλλο κόσμο με χαρούμενους και ευτυχισμένους ανθρώπους. Όλα γίνονταν τόσο απλά, τόσο αυθόρμητα, τόσο ταπεινά, που θα τα ζήλευαν όλες οι σημερινές καλά προγραμματισμένες εκδηλώσεις για το έθιμο αυτό, που δυστυχώς τώρα μόνο ρουτίνα και βαρεμάρα σου προσφέρουν. Και αυτό γιατί τότε ζούσες αληθινά την εποχή σου. Βέβαια, όχι μέσα στην πολυτέλεια, την χλιδή και την γκρίνια για την «ντόλτσε βίτα» που δεν είχες. Αλλά μέσα από το «δόξα τω Θεώ» γι’ αυτά τα λίγα που είχες ή ακόμα ακόμα και από τα λίγα κάστανα, καρύδια, ξυλοκέρατα, μανταρίνια και πορτοκάλια που σου πρόσφεραν για το έθιμο στην πόρτα τους οι μαυροντυμένες γιαγιάδες όταν πήγαινες στο φτωχόσπιτό τους. 
Και όταν η νύχτα προχωρούσε, λίγες ώρες πριν να χαράξει, άρχιζαν τα κάλαντα. Παρέες παρέες, μικροί αλλά και κάπως μεγαλύτεροι από εμάς στη ηλικία, ξεχύνονταν στις γειτονιές ψάλλοντας τον Χριστό που γεννιέται. Κανείς δεν λογάριαζε το χιόνι που έπεφτε και έκανε δύσκολο το περπάτημα ή τον αέρα που φυσούσε και έκανε τσουχτερό κρύο. Μπροστά σε αυτό που έκανες και ήσουν ευχαριστημένος, στον ενθουσιασμό σου για τις λίγες πενταροδεκάρες που θα εξοικονομούσες, όλα τα πιο πάνω ήταν πολύ εύκολο να ξεπεραστούν. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, τις μέρες αυτές θα είχες και δικό σου πορτοφόλι. Μεγάλη υπόθεση, όπως και να το κάνουμε!
Μέσα λοιπόν σε αυτές τις παρέες παιδάκι ήμουν και εγώ. Άρχιζα τα κάλαντα πάντοτε από το σπίτι του παππού μου. Από εδώ ήταν σίγουρο πως θα εξασφάλιζα ένα γερό φιλοδώρημα, ας πούμε τότε των δύο δραχμών που φυλούσε να δώσει από την αγροτική του σύνταξη τόσο για μένα, όσο και για τα άλλα εγγόνια του. Στη διαδρομή έβρισκα την παρέα μου για να συνεχίσουμε και σε άλλους συγγενείς ή σε άλλα φιλικά σπίτια. Παντού άκουγες το «Χριστούγεννα Πρωτούγεννα» ή το «Καλήν ημέρα άρχοντες», άσματα που μπερδεύονταν πολλές φορές με τα γαυγίσματα κανενός αγριεμένου σκύλου, που διαταρασσόταν ο ύπνος του στα υπόστεγα που την άραζε, εξ αιτίας αυτού του πανηγυριού των παιδιών μέσα στη μαγεμένη νύχτα.
Γι’ αυτό και δεν έλειπαν τα απρόοπτα σε αυτήν την πανδαισία, σαν απαύγασμα της όλης ιεροτελεστίας που ο καθένας μας έπαιρνε μέρος. Έτσι, δεν ήταν λίγες οι φορές που επέστρεφες στο σπίτι σου με σχισμένο το παντελόνι από τα δόντια κάποιου σκύλου ή και το πιο συχνό επειδή έπεφτες στα λασπόνερα και χτυπούσες το πόδι σου, ιδιαίτερα στον «πάνω μαχαλά», μια και οι δρόμοι εκεί δεν είχαν ασφαλτόστρωση, παρά μόνο λάσπη και μόνο λάσπη μέχρι το γόνατο!
Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη αν δεν έλεγα και για τα πικρά σχόλια που έκαναν μερικές φορές μεταξύ τους οι παρέες όταν τραγουδούσαν και συναντούσε η μια την άλλη. Μιλάμε για τις περιπτώσεις που τα σπίτια δεν άνοιγαν να δώσουν τον οβολό τους. «Παιδιά», έλεγαν, «μην πάτε εκεί, γιατί δεν ανοίγουν». Και εδώ, βέβαια, αναφέρονταν για κάποιες οικογένειες που φαίνεται είχαν βαρύ τον ύπνο τους και δεν άκουγαν ή άκουγαν, αλλά δεν ήθελαν σηκωθούν και να βγουν στην είσοδο για μια τυπική ευχή και να δώσουν κάτι από κομπόδεμά τους.
Ίσως, όμως, και να μην είχαν την οικονομική ευχέρεια. Συνέβαινε τότε και αυτό. Αλλά, ωστόσο, σε αυτές τις περιπτώσεις, είτε έτσι είτε αλλιώς, υπήρχε και η ανάλογη αντίδραση. Οι θυμωμένοι «καλαντόπαιδες», βλέποντας την αδιαφορία των νοικοκυραίων άλλαζαν εντελώς το νόημα εκείνης της ευχής στο τραγούδι, «σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε...», λέγοντας «…πέτρα να ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού αύριο…», δεν μπορώ να πω παραπέρα είναι εύκολα κατανοητό. Εδώ πάλι ξέρω ότι ο καθένας που το έλεγε δεν το πίστευε. Σίγουρο είναι, όμως, ότι έπαιρνε μεγάλο ρίσκο, γιατί αυτός ο νοικοκύρης αν ποτέ ξυπνούσε και άφηνε το χουζούρι του ο μικρός θα έτρεχε…μέχρι να πατήσει «μαύρο χιόνι», όπως λέγαμε στο χωριό!
Χάραζε η μέρα και ένας ένας από εμάς επέστρεφε στο σπίτι του φορτωμένος με τις αναμνήσεις της νύχτας αλλά και με φουσκωμένη την τσέπη του. Συνολικό ποσό, μετρώντας τα πενηντάλεπτα, τις δεκάρες και τις πεντάρες, δέκα με δεκαπέντε δραχμές. Δηλαδή ένα ποσό όχι και τόσο ευκαταφρόνητο για ένα παιδάκι τότε, που συνήθως πήγαινε στον μπακάλη για να αγοράσει καραμέλες δίνοντας του ένα αυγό. Οι γιορτινές εκείνες μέρες ήταν θα λέγαμε για μας η εποχή των «παχιών αγελάδων».

Αυτές τις γνωστές φιγούρες είδα σήμερα μπροστά μου ανοίγοντας την πόρτα. Εμένα και τους φίλους μου από τα παλιά. Μαζί άνοιξε μπροστά μου σαν οθόνη κινηματογράφου μια περασμένη, αλλοτινή εποχή αλλά και μια αξέχαστη εποχή με φωτεινά Χριστούγεννα. Χριστούγεννα αγάπης, νοσταλγίας, με χρώμα που δεν σε αφήνουν να μεγαλώσεις και σε κρατάν πάντα παιδί.
Όμως, το τραγούδι των παιδιών τέλειωσε και έκλεισε η αυλαία των αναμνήσεων. Άλλωστε, τόσο βαστούν τα όνειρα και μετά, μετά έρχεται η καθημερινή πραγματικότητα!
-Κύριε, «καλά Χριστούγεννα και χρόνια πολλά», μου ευχήθηκαν τα παιδιά.
«Ευχαριστώ», είπα και αντευχήθηκα με αναστεναγμό, που αλήθεια το λέω, δεν ήθελα εκείνη τη χαρούμενη στιγμή να βγει μέσα στο σπίτι μου!

Τρύφων Ούρδας  24-12-2024


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024

Χρονογράφημα


 ΤΟ ΠΟΤΑΜΑΚΙ


Περνούσε λίγα μέτρα μακριά από την αυλή μας. Φιδωτό μέσα στο χωριό, ίσιο όταν έβγαινε έξω και έφτανε κοντά μας. Ίσιο μάλιστα σε αρκετή απόσταση και προπάντων εδώ σε μας όχι και τόσο βαθύ. Για μένα ήταν το αγαπημένο μου ποταμάκι. Έτσι το έλεγα πάντοτε. Κάπως έτσι το αποκαλούσαν και οι γονείς μου. Έτσι τις περισσότερες φορές και όλη η μικρή μας η γειτονιά! Και πραγματικά. Μέσα στην κοίτη του το όμορφο αυτό στοιχείο της φύσης, σε συνδυασμό, βέβαια, με το μαγευτικό περιβάλλον, κυλούσε τόσο ήρεμο, τόσο ήσυχο, που όταν πήγαινες κοντά του να το δεις ένοιωθες και εσύ μέσα στην ψυχή σου μια πηγαία και ασίγαστη γαλήνη. Έτσι, πολλές ήταν οι φορές που όταν ο δρόμος σε έβγαζε προς τα εδώ, κάτι το περίεργο να σε τραβά από το ρούχο για να κάτσεις μαζί του. Να μένεις με τις ώρες εκεί στο πλάι του και κουρασμένος «πεζοπόρος της ζωής» να απολαύσεις, ό,τι δεν μπορείς να χαρείς σαν κοινωνικός άνθρωπος μέσα στην αφόρητη κίνηση του πολιτισμού μας και την ενοχλητική βοή της καθημερινότητας.
Νερό να τρέχει μέσα του. Νερό από χρυσάφι και ασήμι. Να περνάει πάνω από χίλιες λογιών πέτρες μεγάλες και μικρές, όλες με διαφορετικά χρώματα και στα σωθικά του να έχει για ανεκτίμητα δώρα εκείνο το γαλάζιο του ουρανού και τις αχτίνες του ήλιου. Και τα βράδια πάλι μέσα του τον ίδιο ουρανό, τώρα όμως με τα αστέρια να τρεμοσβήνουν στο σώμα του. Αυτές τις ώρες και τα δυο έμοιαζαν να ανοίγουν διάλογο μεταξύ τους και να κάνουν νυχτέρι τη μοναξιά τους. Αλλά ποιος ξέρει; Μπορεί να ήταν και έτσι. Δεν τα βλέπουν και δεν τα ακούν όλα οι άνθρωποι!
Δίπλα του ακόμα, μόνιμη συντροφιά, τα τέσσερα-πέντε πλατάνια με τα καταπράσινα φύλλα τους τα καλοκαίρια και τις ένα σωρό φωλιές πάνω στα κλωνάρια τους και με τα πουλιά να πετάν δεξιά και αριστερά, να φωνάζουν και να τιτιβίζουν τα καταμεσήμερα. Επιπλέον, διψασμένα στοματάκια, τα μικρά αυτά δημιουργήματα, να κατεβαίνουν κάθε τόσο στις όχθες του προκειμένου να πιούν μια σταλιά από το δροσερό νεράκι του ή και να βρέξουν με αυτό τα βελούδινα φτεράκια τους. Χάρμα στα μάτια η όλη εικόνα και στην καρδιά μια υπέροχη αγαλλίαση!
Μαζί εδώ και το αλαφρό και το απαλό αεράκι. Πιστό στα ραντεβού του δεν ξεχνούσε και αυτό να περάσει από το ποτάμι, να παίξει στα ψηλά με τα φύλλα των δέντρων και κάτω στη γη να χαϊδέψει με την ανάσα του κάθε ζωντανό οργανισμό που θα εύρισκε μπροστά του. Στο διάβα του, ύστερα, δεν ξεχνούσε να ψάξει για να βρει επίσης και τις ιτιές, να κάτσει να παίξει και με αυτές πάνω στα λεπτά κλωνάρια τους και έτσι να τις δώσει λίγο από τη δροσερή και όλο ρυθμό ζωή του. Περισσότερο, όμως, να δώσει σε αυτές τις «λιγνές κυρίες», τις αιώνια σκυμμένες πάνω στο καλό μας ποταμάκι, λίγη χαρά, μήπως και χαμογελάσουν αλλά και επιτέλους σταματήσουν να κλαίνε τον χαμό του αγαπημένου τους αδερφού, του Φαέθοντα, κατά τον μύθο. Τέλος, από το φύσημα του γλυκού αυτού ζέφυρου πάνω και στα δικά τους τα φύλλα να ακουστεί τρυφερό και το γνωστό σφύριγμα, που όπως λένε φέρνει την έμπνευση για να γράψουν μουσική, τραγούδια και ποιήματα οι καλλιτέχνες και οι λογοτέχνες. Όλα, λοιπόν, στην περιοχή σε μια απίστευτη μαγική ροή και ακολουθία εκστατικών γεγονότων!
Ωστόσο, έπιανε και το μεσημέρι. Αλήθεια, αυτές τις ώρες ο τόπος πόσο υπερβολικά γινόταν ελκυστικός! Και μέχρι να πέσει ο ήλιος πόσο ακόμα περισσότερο! Γι’ αυτό, κάθε μέρα τέτοιες στιγμές, ήταν αδύνατον να μη θέλεις να κάνεις μια βόλτα προς τα εδώ, το ποταμάκι, ιδίως τα καλοκαίρια που όλα γύρω σου ήταν βαμμένα με τα ομορφότερα χρώματα που είχε διαλέξει να βάλλει για το μέρος ο Πλάστης και Δημιουργός τους.
Επομένως, πώς θα μπορούσε ο καθένας μας που γνώριζε αυτόν τον παραδεισένιο τόπο, όλο αυτό το διάστημα μέχρι το βασίλεμα, να μην έχει τη σφοδρή επιθυμία και τη λαχτάρα να έρθει για να κάτσει εδώ κάτω απ’ τον παχύ ίσκιο των δέντρων; Και μετά, πώς να μην έχει τη νοσταλγία για να ξαπλώσει στο ζωντανό και τρυφερό γρασίδι που απλωνόταν κουβέρτα στα πόδια του για να πάρει έναν εναέριο ύπνο, έξω από το σπίτι του και μέσα στο σπλάχνο του συναρπαστικού αυτού μεγαλείου της φύσης;
Συντροφιά εδώ, σε αυτόν τον εξαίσιο, απολαυστικό, υπέροχο περίπατο, ίσως και ένα από εκείνα τα φορητά τρανζίστορ, περασμένο κατά τη διαδρομή στο χέρι με ένα λουράκι που διέθετε το ίδιο. Έτσι, απλά για να ακούει τα τραγούδια του και σε κάθε βήμα να ανεβαίνει η ρομαντική του διάθεση για τη ζωή.
Αλλά και για μένα, τον τότε μικρό και φαντασμένο μαθητή! Γιατί κάποιες φορές και εγώ να μην αράξω εδώ κατάχαμα, σταυρώσω τα πόδια μου και να διαβάσω ένα ξεκούραστο περιοδικό ή και να μελετήσω τα μαθήματα που είχα την επόμενη μέρα; Πνευματική συγκέντρωση μια φορά, χωρίς την ενόχληση των άλλων με ανούσιες συνήθειες και τακτικές της καθημερινότητες, περιττά προβλήματα και στεναχώριες της ηλικίας που μου χαλούσαν τη διάθεση! Και όταν θα έδινα τέλος σε όλες αυτές τις μαθητικές μου υποχρεώσεις, ελεύθερος πια, γιατί να μη ζητήσω να μπω ξυπόλυτος μέσα στο ποταμάκι και αφού μαζέψω τα μανίκια μου, γιατί να μην κάτσω για να παίξω λίγο με το νερό, μιλώντας επιπλέον μαζί του και απαντώντας στο μόνιμο και ακαταλαβίστικο αλλά όλο νόημα και φαντασία βούισμά του;
Συμπαίκτες σε αυτό το παιχνίδι και τα μικρά και ευκίνητα ψαράκια. Όλη τους τη ζωή με τον φόβο στα μάτια, βλέποντας εμένα τον άγνωστο να παραβιάζει τον χώρο τους και δυσαρεστημένα από την παρουσία μου, τρέχουν να κρυφτούν μέσα στις ρίζες των υδρόφυτων και κάτω από την ψιλή άμμο και τα χαλίκια. Και όταν κάποτε ξαναβγαίνουν, τώρα πια ξεθαρρεμένα, κουνάν όλα μαζί την ουρά τους και περιμένουν να απλώσω τα χέρια μου για να τα πιάσω. Και όταν το επιχειρώ, πάλι τρέχουν για να ξεφύγουν και να ξανακρυφτούν και έτσι το παιχνίδι καλά να κρατάει, μέχρι που κάποτε κάποιος από εμάς τους παίχτες θα βαρεθεί και θα τα παρατήσει.
Αλλά, τέλος, θα ήταν αδύνατον να κλείσω εδώ τη διήγηση, αν δε μιλούσα και για την ξύλινη γεφυρούλα πάνω στο γλυκό μας ποταμάκι. Αυτό το λιτό και απλό κατασκεύασμα, ποιος ξέρει ποιανού χωριανού μας, εντελώς απαραίτητο για τον κόσμο του χωριού αλλά και ταιριαστό στολίδι στην όλη εικόνα του. Χρόνια τώρα περνάει στον απέναντι χωμάτινο δρόμο όποιον διαβάτη δε θέλει να βρέξει τα πόδια του. Ακουμπισμένη στις δυο όχθες πάνω σε πελεκισμένες πέτρες και με τα ξύλινα πέταυρα καρφωμένα πάνω σε τοξωτά δοκάρια αφήνει ελεύθερο κάτω από την καμάρα της να τρέχει το νεράκι. Το ορφανό πρέπει να πραγματοποιήσει την επιθυμία του και να πάει να συναντήσει τα άλλα τα αδέρφια του τα ποτάμια. Και ύστερα, όλα μαζί να ξεχυθούν με το νεράκι τους, αν ποτέ θα το κατορθώσουν, στην αγκαλιά της μάνας τους, την απέραντη και γαλάζια θάλασσα.
Τρέχει κάτω από τη μικρή γεφυρούλα μας το νερό και μαζί του τρέχουν ο καιρός, τρέχουν τα χρόνια, τα άσχημα και τα καλά πράγματα, τα αισθήματα και τα συναισθήματα και τελειωμό δεν έχουν. Αλλά, όμως και πίσω δε γυρίζουν. Σταθερά εδώ, στα περάσματα των καιρών και ακλόνητα, στέκουν μόνο η γέφυρα και από κάτω της το ποταμάκι. Με περίσσεια δύναμη κρατάν πάνω τους το χθες, το σήμερα, το αύριο. Βλέποντάς τα είτε από μακριά είτε και από κοντά νοιώθω να ξετυλίγονται μέσα μου κουβάρι οι αναμνήσεις του παρελθόντος. Και «ως εκ θαύματος» γυρίζω πίσω στη νιότη μου. Και επιπλέον! Ο αφελής έχω ακράδαντη την πεποίθηση ότι δεν πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που ήμουν ένα μικρό, αμούστακο παιδάκι και εδώ ερχόμουνα να κάνω όνειρα για τη ζωή μου. Γι’ αυτό και όλα σήμερα μου φαίνονται ίδια και απαράλλαχτα. Ακόμα και τώρα που μόλις παίρνει να βραδιάζει και εγώ είμαι καθισμένος σε ένα από τα λιθάρια εκείνης της εποχής και γράφω. Και αναπολώ όσα τότε έζησα με την παιδική μου ψυχή και αθωότητα στο ποταμάκι και με τη γεφυρούλα στην πλάτη του. Και το ένα και το άλλο στέκονται βοηθοί μου εδώ στο κείμενο. Σε κάθε του λέξη, πρόταση ή αν θέλετε και σελίδα.
Στη μια και μοναδική, την πάντοτε φεγγοβολούσα μέσα στη σκέψη μου διαχρονική Δωροθέα. Αυτή του χτες και του σήμερα!

10 -5-2022

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

 

Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

Χρονογράφημα


Τα ωραία της παρέας μας

Εκεί στην παρέα μας αν έρθεις θα ακούσεις τα πάντα. Σχόλια για την πολιτική, για το ποδόσφαιρο, για την υγεία, για την παιδεία, κανένα κουτσομπολίστικο και γενικά για την επικαιρότητα. Μέσα σε όλα, όμως, θα ακούσεις κάποιες φορές να λέει κάποιος και για τη ζωή του. Ο κάθε πικραμένος, πονεμένος, καταπιεσμένος, όλο και κάτι έχει να πει για τον εαυτό του. Θέλετε για αυτοσαρκασμό, θέλετε για να κάνει τους άλλους να γελάσουν, θέλετε ακόμα επειδή ο δόλιος ζητάει να το βγάλει σαν παράπονο, γιατί κάποτε την έπαθε και ακόμα το «φυσάει και δεν κρυώνει». Πού να ξέρεις; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Και μια και έτσι έχουν τα πράγματα, άντε σήμερα πρωί-πρωί, χωρίς ακόμα μια γουλιά καφέ στο στόμα, ούτε τρεις μέρες από το Πάσχα, στριμωγμένοι σε μια γωνιά στην καφετερία, να μην ανοίξουμε τα αυτιά μας για να ακούσουμε με προσοχή μια καινούργια εμπειρία. Με τον λόγο αυτή τη φορά στην αφήγηση να τον παίρνει το εξαίρετο μέλος της παρέας μας, ο σοφός ο Γιαννακάκης. Ο αφιλότιμος έπιασε τον μονόλογο και δε σταματούσε ούτε με σφαίρες.
«Μεγάλη Πέμπτη», άρχισε να λέει, «κι εγώ πήρα το αμάξι μου να πάω να ψωνίσω κατσίκι. Λες και δεν είχε κρεοπωλεία στην πόλη μας, εγώ πήγα να το πάρω στην άλλη την πόλη που είναι εδώ πιο κάτω από εμάς. Ευκαιρία είπα να ξεσκάσει και το όχημα, που μαράζωσε τόσες μέρες στην πυλωτή κάτω από την οικοδομή. Αλλά καλό και για εμένα. Τόσον καιρό έχω να οδηγήσω και όπως πάω θα ξεχάσω πώς παίρνει μπροστά και πώς ξεκινάει. Να μη σας πω και αυτόν τον κώδικα που λέμε της κυκλοφορίας. Και αν γίνει κάτι τέτοιο, ποιος μου λέει πως δε θα έρθω αύριο μούρη με μούρη στον δρόμο με κανέναν άλλον οδηγό και φιληθούμε χωρίς να το θέλουμε. Τέτοια φιλιά, όπως ξέρετε, έχουν τραγικές συνέπειες. Τέλος πάντων…
Έφτασα που λέτε στην πόλη και σιγά να μην έβρισκα μέρος να παρκάρω. Όλοι οι δρόμοι, τα δρομάκια, τα στενά και τα σοκάκια ήταν πήχτρα από αυτοκίνητα. Και παρκαρίσματα; Όπου βόλευε τον κάθε σοφεράντζα. Ήθελε ψώνια μπακαλικής; Μπροστά στο σούπερ μάρκετ. Ήθελε να πάρει ρούχα; Στην πόρτα του μαγαζιού, με τους ταλαίπωρους τους πελάτες να μπαίνουν και να βγαίνουν πηδώντας πάνω από τα αυτοκίνητα. Και κρέας που ήθελα να πάρω εγώ; Σε τριπλή σειρά τα αυτοκίνητα έξω από το χασάπικο. Σωστό κομφούζιο τέτοια μέρα σε αυτήν την πόλη κι εγώ αγανακτισμένος που δεν έβρισκα να αφήσω το αμάξι, είπα να γυρίσω πίσω για την πόλη μας. Ώσπου σε μια διασταύρωση, κανά δυο-τρία χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο, ο Θεός με λυπήθηκε και σαν από θαύμα είδα κάποιον να ξεπαρκάρει. Χωρίς να χάσω τότε χρόνο έτρεξα και στη θέση που άφησε έβαλα το δικό μου. Τώρα, αν η πινακίδα από πάνω μου φώναζε ότι εδώ η στάθμευση απαγορεύεται, εγώ από μέσα μου της απαντούσα, «τι να κάνουμε κυρία μου, Έλληνες είμαστε και καλό θα είναι να σεβαστείς το ταπεραμέντο μας!»
Αρκετά ικανοποιημένος που βρήκα χώρο για στάθμευση, συνέχισε ο καλός μας φίλος, πήρα τον δρόμο με τα πόδια για την αγορά. Για να φτάσω μέχρι εκεί που ήθελα, δε λέω, τράβηξα μεγάλο ζόρι. Βλέπεις πολλοί καινούργιοι δρόμοι και πολλά νέα μαγαζιά. Από παλιά αυτήν την πόλη εγώ την ήξερα αλλιώς. Τώρα άλλαξε. Έγινε σωστή Θεσσαλονίκη. Και, όπως καταλάβατε, μια και δεν την επισκέπτομαι συχνά κόντεψα να χαθώ μέσα στις πολυκατοικίες της. Επειδή, όμως, «ρωτώντας πηγαίνεις στην Πόλη», ψάξε-ψάξε επιτέλους βρήκα το μαγαζί.
Μπήκα μέσα και το αφεντικό που με γνώριζε με έβαλε να κάτσω σε μια καρέκλα. Όπως και να το κάνουμε είχα ανάγκη από ξεκούραση. Με κέρασε μάλιστα και τσίπουρο γράπα παραγωγής του. Τράβηξα δυο ποτηράκια και μετά μου είπαν να διαλέξω κατσίκι. Κοίταξα στη βιτρίνα και διάλεξα ένα από τα σφαγμένα τους. Οι άνθρωποι μου το ζύγισαν και το έβαλαν στη σακούλα. Προτού ακόμα την πληρωμή μου ευχήθηκαν καλό Πάσχα. Τους ευχήθηκα κι εγώ καλή Ανάσταση και βγήκα από το μαγαζί. Στα χέρια μου κρατούσα το κρέας, που αλήθεια σας λέω μου ήταν αρκετά βαρύ. Αλλά τι να κάνω, έπρεπε να κάνω υπομονή.
Δεν έκανα λίγα βήματα από το κατάστημα και πίσω μου άκουσα κάποιον να μου κορνάρει. Περίεργος γύρισα και είδα τον φίλο μου τον Τρύφωνα να μου φωνάζει να ανέβω στο αμάξι του. Χωρίς και πολύ σκέψη, μια και εκείνη την ώρα ο τύπος ήταν σαν από «μηχανής Θεός» στην κούραση μου, άνοιξα την πόρτα και πέταξα πίσω τη σακούλα. Στρογγυλοκάθισα κι εγώ μπροστά και με κομμένη την ανάσα του λέω, φύγαμε. «Για το σπίτι», μου λέει. «Ναι, για το σπίτι», του λέω και εξαφανιστήκαμε, αφήνοντας πίσω μας τον πολύ κόσμο της αγοράς.
Στον δρόμο, όπως ήταν φυσικό, πιάσαμε την κουβέντα. Ξεκινήσαμε με την υγεία, είπαμε για τα παιδιά και φτάσαμε στις συντάξεις. Επειδή το θέμα τσούζει όλους της ηλικίας μας, εδώ κάναμε εκτενείς αναφορές στις περικοπές και εκφράσαμε τα παράπονα για την κυβέρνηση. Στα μέσα του δρόμου μπήκαμε και στο κλίμα των ημερών. Το φιλαράκι ήταν πολύ καλό στα θεολογικά θέματα. Πέραν από του ό,τι με άφησε άναυδο με τις γνώσεις του, μου έκανε και κήρυγμα. Μου είπε για την αγάπη που πρέπει να έχουμε οι άνθρωποι στη ζωή μας και ιδιαίτερα αυτές τις μεγάλες μέρες του Πάσχα που είναι αντιπροσωπευτικές αυτής της μεγάλης χριστιανικής αρετής. Η συζήτηση είχε ενδιαφέρον!
Έλεγε που λέτε ο άνθρωπος, συμπλήρωνα εγώ, ώσπου φτάσαμε και στην πόλη. Ήταν τόσο πολύ καλός που με έφερε μάλιστα και μέχρι το σπίτι μας. Μας ξεφόρτωσε, εμένα και το κρέας κι έφυγε κι αυτός για το δικό του. Τι να πω! Όλα καλά για σήμερα Μεγάλη Πέμπτη και… το μυαλό στα κάγκελα. Αν εξαιρέσουμε κάποιες λεπτομέρειες, καλύτερα δε γινόταν.
Ήρθε κι η Μεγάλη Παρασκευή, το Μεγάλο Σάββατο, πέρασε και το Πάσχα με την Ανάσταση και την επόμενη μέρα η γυναίκα μου χρειάστηκε να βγει για ψώνια. Κατέβηκε κάτω να πάρει το αμάξι αλλά γρήγορα την είδα να ξανανεβαίνει. Όταν τη ρώτησα γιατί, μου είπε ότι δε βρίσκει το αυτοκίνητο. Πήραμε κι οι δυο μας μεγάλο φόβο. Κοίτα να δεις. Πέσαμε κι εμείς θύματα κλοπής του ωραίου μας οχήματος. Και τώρα τι κάνουμε; Τι άλλο από το να πάμε να κάνουμε μήνυση στην Αστυνομία. Χωρίς χασομέρι τρέξαμε και σε λίγα λεπτά ο Αξιωματικός Υπηρεσίας έγραφε τη μήνυση. Στο πρόσωπό του βρήκαμε και παρηγοριά. Μας υποσχέθηκε ότι θα γίνουν τα πάντα για να βρεθεί το αγαπημένο μας αυτοκίνητο. Τώρα, κάπως πιο ησυχασμένοι, γυρίσαμε στο σπίτι για να κλάψουμε μόνοι μας περισσότερο!»
«Αλλά ρε παιδιά, εξακολούθησε το ατέλειωτο στην πάρλα καρντάσι, εμένα κάτι δε μου καθότανε καλά. Κάτι, μέσα, εσωτερικά, μου έλεγε πως δεν είναι έτσι τα πράγματα. «Γιαννακάκη», μου έλεγε το μέσα μου. Λες ψέματα και δεν ντρέπεσαι. Εξομολογήθηκες και προχτές!» Γιατί, όμως; Ιδού το ερώτημα».
Και ξαφνικά ο καλός μας σταμάτησε για να πιει μια σταγόνα νερό. Τόση ώρα μιλούσε. Φαίνεται ξεράθηκε το στόμα του. Αλλά κι εμείς, όσο διάστημα τον ακούγαμε, μετά από τη μήνυση που είπε ότι έκανε, χαμογελούσαμε κρυφά κάτω από τα μουστάκια μας και με τρόπο έσπρωχνε ο ένας τον άλλον συνθηματικά για την γκάφα του εξαίρετου κατά τα άλλα και πάντα σώφρονα συνομιλητή μας. Είχε υπερβολή η ιστορία του, όπως και να το κάνουμε. Όμως ήταν σίγουρο, πως έτσι έγιναν τα πράγματα. Τόσα χρόνια τον ξέρουμε.
-Και δε μου λες ρε Γιαννακάκη, τον ρώτησε όλο πονηριά ο Πέτρος από την παρέα. Τι έγινε τελικά με το αυτοκίνητο; Το βρήκε η Αστυνομία;
-Όχι ρε, απάντησε κι αυτός με ανακατεμένες την πονηριά και την αφέλεια. Θυμήθηκα πού το ξέχασα τη μέρα που πήρα το κατσίκι και πήγα και το πήρα…
Το τι γέλιο ακολούθησε, ήταν άλλο πράμα. Μέχρι κι ο Θόδωρος, το γκαρσόν, γελούσε από μακριά, μια κι από την αρχή του μονόλογου έστησε κι αυτός αυτί στην παρέα μας. Μετά, έπεσε μια περίεργη σιωπή. Ευκαιρία για να μας πει μια ανάλογη ιστοριούλα και το άλλο το φιλαράκι της παρέας μας, ο Βασίλης. Δεν τον αφήσαμε όμως. Η περιπέτεια του Γιαννακάκη ήταν αρκετή για σήμερα.
Αυτά κυρίες και κύριοι λέμε καμιά φορά στην όμορφη παρέα μας. Όπως καταλάβατε, μαζί με τα άλλα που είπαμε ότι λέμε στην αρχή της διήγησης, τα παθήματα, τα μαθήματα, οι εκπλήξεις, οι χαρές κι οι συγκινήσεις, έχουν κι αυτά τον πρώτο λόγο.

                                                                                                                1-5-2023

                                                                                                         ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ


 

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

Χρονογράφημα

                                Οι προσλήψεις

Αχ αυτές οι κολώνες στην πλατεία! Της ΔΕΗ εννοώ.

Φυτεμένες εδώ κι εκεί στις πόλεις και τα χωριά, δε λέω, μεταφέρουν το ρεύμα στα σπίτια. Αλλ’ όμως είναι φορτωμένες και με πολύχρωμα τετράγωνα χαρτάκια. Το ένα πάνω στο άλλο. Πού να φτάσει ο χώρος τους; Οι βιομηχανίες των γραφείων τα γράφουν και τα κολλάνε. Ανελλιπώς. Κάθε μέρα. Πρωί, μεσημέρι, απόγευμα. Και γιατί όχι και τα μεσάνυχτα. Μη χειρότερα που λέμε!

Και περνάει ο κόσμος από δίπλα τους. Βολταδόροι, εργαζόμενοι, βιαστικοί, χαλαροί, όλοι σχεδόν εδώ κάνουν στάση. Κόβουν το βήμα τους και σπρώχνουν ο ένας τον άλλον να τα διαβάσουν. Βάζουν, βγάζουν τα γυαλιά, σκύβουν, τεντώνονται, μονολογούν. Άλλοι κάνουν μορφασμούς και κουνάν το κεφάλι τους. Μοιάζουν σαν να μην πιστεύουν σ’ αυτά που βλέπουν επάνω τους κι όσα ακούν πίσω τους στα σχόλια. Μερικοί μάλιστα, αναλογιζόμενοι για την τύχη τους, κάνουν και τον σταυρό τους. Λες και είναι μέσα σ’ εκκλησία. Μετά το απανωτό σταυροκόπημα απομακρύνονται γρήγορα. Καθώς όμως φεύγουν, κάποιοι,  χωρίς να το θέλουν, πέφτουν σε ζαρντινιέρες με λουλούδια. Τόση είναι η σαστιμάρα τους. Ευτυχώς, όμως, χωρίς πολλά ντράβαλα για την υγεία τους . Άντε με κανένα γόνατο γδαρμένο. Τι τις ήθελε και τις έβαλε κι αυτές ο Δήμος; Τάχατες να ομορφαίνει η πλατεία μας. Σιγά….

Αλλ’ εμείς τι να πούμε. Θα τρελαθούμε όλοι μας μ’ αυτά τα πανύψηλα μαραφέτια της ΔΕΗ.

Σ’ αυτήν την πλατεία λοιπόν της πόλης. Στη μικρή πλατεία που λέει κι ο Χατζής σ’ ένα απ’ τα τραγούδια του, που δεν ξέρω αν όλα είναι αστεία με τις κολώνες. Και συνεχίζω. Πραγματικά πίνακες δυσάρεστων μαντάτων με το ασύδοτο χαρτομάνι στο σώμα τους, ποιος θα πάει απέναντι στις καφετέριες και δε θα τις ρίξει, πέρα απ’ τη μελέτη και το μοιρολόι κάποιων που είπαμε, έστω και μια φευγαλέα ματιά; Έτσι, για να του φτιάξει το κέφι την ώρα που θα πίνει τον καφέ και θ’ ανάβει το τσιγαράκι του. Με θέμα βέβαια συζήτησης στην παρέα για αρκετό χρόνο το γεγονός της κολώνας. Πως, πού, πότε και γιατί, κρίμα και τα τοιαύτα δίνουν και παίρνουν. Όλα, κι αυτό είναι σίγουρο, στα πλαίσια του πραγματικού ενδιαφέροντος για τον συνάνθρωπο και.. του κοινωνικού σχολίου! Και στο σήκωμα του φλυτζανιού, δώστου οι αμπελοφιλοσοφίες εκ του προχείρου για την ανθρώπινη ύπαρξη, τα δεινά της ζωής, τις λίγες χαρές και γιατί όχι της ματαιότητας των πάντων.

Δεν πάει καιρός που σε μια τέτοια, ας πούμε δακρύβρεχτη κολώνα, πήρε το μάτι μου τον φίλο μου τον Κλέαρχο. Μέσης ηλικίας ο τύπος, ανάμεσα σε μεγαλύτερους, κοίταζε με περιέργεια τα χάρτινα μπιλιετάκια και με φτιαχτή θλίψη άκουγε τους άλλους, που καθώς τα έβλεπαν, έλεγαν γενικά για το αβέβαιο μέλλον των ανθρώπων. Και, λίγο ψηλότερος απ’ τους άλλους το φιλαράκι, διευκόλυνε την ανάγνωση των ονομάτων όσων δεν έφταναν να τα διαβάσουν. Διάβαζε αυτός κι άλλοι περίλυποι έριχναν το κεφάλι στη γη. Η όλη σκηνή είχε και μια δόση από κομέντια ντελ άρτε!

Σοβαρός όσο μπορούσα κι εγώ μια μέρα πήγα κοντά τους. Ξαφνιασμένος ο φίλος όταν με είδε, χωρίς κάτι να τον ρωτήσω, μ’ εκείνο το ύφος που δεν ξέρεις πότε αστειεύεται και πότε μιλάει σοβαρά, μου είπε: «Κάνω χρήση των προσόντων μου και βοηθώ μερικούς που ο Θεός τους έκανε κοντούς». Ούτε καν του αφιλότιμου του πέρασε η ιδέα πως μπορούσε να δυσαρεστήσει εκεί κάποιες δακρυρροούσες μινιατούρες. Τέλος πάντων.

Δίπλα στο σιδερένιο παγκάκι κι ο μπάρμπα-Τάσος. Μόνιμος κάτοικος της πλατείας, παρατηρούσε τους «γύρω γύρω όλοι στη μέση η κολώνα» και μέσα απ’ την άσπρη μουστάκα του έσκαγε στα γέλια. «Ρε», φώναξε με βραχνιασμένη φωνή στον Κλέαρχο, που εκείνη τη στιγμή έδινε ρεσιτάλ στο διάβασμα, «πες τους ότι όλων οι φιγούρες  θα περάσουν απ’ εδώ και ότι όλοι θα κρεμαστούν με συνδετήρες στη ΔΕΗ». Με μερικούς, βέβαια, εκείνη τη στιγμή που τον άκουσαν να φτύνουν τον κόρφο τους…

Σχεδόν ταυτόχρονα, απ’ το πουθενά, έσκασε μύτη στην ομήγυρη και η Σοφία η βαδίστρια με τα τσόκαρα στα πόδια της και τη μωβ καθημερινή της στολή. Κι αυτή, τακτική θαμώνας της πλατείας, έπιασε τη γωνίτσα της πάνω στο τσιμεντένιο κιγκλίδωμα που προστατεύει τον χώρο της απ’ τον δρόμο με τα οχήματα. Χωρίς να μιλήσει σε κανέναν άφησε κάτω, ανάμεσα στα πόδια της, την μαζεμένη στα χέρια της νάιλον και πορτοκαλί σακούλα, που πάντοτε κουβαλάει σαν απαραίτητο αξεσουάρ και ύστερα, κατακουρασμένη απ’ το περπάτημα, έψαξε στις τσέπες της ν’ ανάψει τσιγάρο. Όταν δε βρήκε αναγκάστηκε να κάνει τράκα σ’ έναν διερχόμενο. Δε βαριέσαι, γι’ αυτή παλιά μου τέχνη κόσκινο! Τράβηξε κανά δυο τζούρες και με τον καπνό στα μάτια κοίταξε και είπε σ’ όσους ήταν μαζεμένοι και λιβάνιζαν την κολώνα:

«Αμάν πια μ’ αυτές τις κολώνες. Κάθε μέρα η ΔΕΗ κάνει προσλήψεις. Σήμερα, βλέπω έκανε κι άλλες. Τι στο καλό. μέσον έχουν όλοι αυτοί; Λοιπόν. Αν με κάνετε πρωθυπουργό θα καταργήσω τις κολώνες. Σας το λέω». Και γέλασε σαρκαστικά.

«Μπράβο Σοφούλα», λέω από μέσα μου όταν την άκουσα. «Έχεις γούστο και τρελό χιούμορ. Άκου προσλήψεις της ΔΕΗ τα κηδειόχαρτα πάνω στις κολώνες. Θέλεις να γίνεις και πρωθυπουργός!»

Ακόμα δεν τέλειωσα τη σκέψη μου και  «μπαμ» εμφανίζεται μπροστά μας ένας τυπάς με μηχανάκι και κράνος. Κρατάει στα χέρια του ένα χαρτί και με κάποιο εργαλείο το κολλάει στα γρήγορα πάνω στην περιβόητη κολώνα και ανάμεσα στα άλλα χαρτιά. Όλοι καταλάβαμε περί τίνος επρόκειτο… Ήταν νέα πρόσληψη κατά τα… λεγόμενα της Σόφης!

«Αχ Σοφάκι, Σοφίτσα μου», ξαναείπα τότε από μέσα μου, όταν τον είδα να εξαφανίζεται.  «Δαγκωτό, σε ψηφίζω σήμερα για πρωθυπουργό!  

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

1-3-2023

                                                                                                                   

 

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

Χριστούγεννα - Διήγημα Τρ. Ούρδα


Τα Χριστούγεννα της Βαγγελιώς



Στ’ αλήθεια, ήταν πολύ μεγάλη η έκπληξη των χωριανών, όταν εκείνο το πρωί, κατά τα μέσα της Λειτουργίας των Χριστουγέννων, είδαν τη Βαγγελιώ να μπαίνει στην εκκλησία. Κανένας δεν περίμενε να τη δει εδώ έτσι, με τις παντόφλες της, με λυμένη τη σκούρα μαντήλα στο κεφάλι της και ανακατωμένα τα κατάμαυρα μαλλιά της, αν και όλα τα χρόνια βέβαια ήταν απεριποίητα κι έπεφταν πάντα σαν χοντρά σχοινιά στους ώμους της. Σήμερα, όμως το πλάσμα αυτό του Θεού ξεπέρασε κάθε όριο, λες και πριν από λίγη ώρα μάλωσε με κάποιους που την είχαν αρπάξει απ’ τα μαλλιά και την τράβαγαν μέχρι που κάποτε η δύστυχη κατάφερε να τους ξεφύγει..

Άσε για τα ρούχα της. Χειμώνα-καλοκαίρι τα ίδια, λιωμένα και σχισμένα απ’ την καθημερινή χρήση, με το ζόρι έκρυβαν το ισχνό κορμί της. Μόνο το κοντό παλτό της, ριγμένο πρόχειρα πάνω της, φαινόταν να είναι καινούργιο. Αλλά κι από ‘κείνο άμα το ‘βλεπες καλά, έλλειπαν τα μισά κουμπιά. Πολύ δε περισσότερο το ένα μανίκι του ήταν ξηλωμένο, έτοιμο να φύγει απ’ τη θέση που το ‘βαλε μια φορά όταν το ‘ραβε η ράφτρα του χωριού, η θεία Σταυρούλα. Καλή της ώρα της γελαστής τεχνίτριας τώρα εκεί που βρίσκεται, μια και προτίμησε να φύγει απ’ το χωριό και να ξενιτευτεί στην πόλη με τον άντρα και τα παιδιά της.

Ένα ερείπιο στην εμφάνιση της η ανύπαντρη γυναίκα, άλλωστε και ποτέ δε ζήτησε να παντρευτεί, δεν κατάλαβε ποιος δρόμος την έφερε μέχρι τον ναό σήμερα τα Χριστούγεννα που γεννήθηκε ο Χριστός μακριά στην πόλη της Βηθλεέμ, αλλά κι εδώ στις καρδιές των πιστών κι έκανε όλους μέσα στον φτωχό ναό της Ανάληψης, μαζί με τον παπά-Στέλιο και τους ψάλτες, να ψάλλουν τον ερχομό Του. Τη Βαγγελιώ ίσως οι συγχωριανοί της να την είδαν πρώτη φορά να μπαίνει στην εκκλησία μετά τη βάφτισή της και, εδώ που τα λέμε να τους κοιτάζει σαν αγρίμι, που το δόλιο κι αυτό ξέφυγε απ’ τα γνωστά του τα μέρη, τα βουνά, και χάθηκε στο πλήθος των ανθρώπων.

Τι να σκεφτείς αυτές τις ώρες της μεγάλης προσευχής και τι να πεις όταν βλέπεις τέτοια πράγματα, που χωρίς να το θέλεις, σε κάνουν να λυπάσαι για τον άνθρωπο και το ριζικό του!

Και δε θα είχες άδικο. Όλοι γνώριζαν τη Βαγγελιώ και την οικογένειά της. Φερμένοι οι γονείς της απ’ την πατρίδα, μόλις που πρόλαβαν να στεριώσουν στο χωριό και να δουν λίγο ήλιο. Πρώτα ήταν οι δυσκολίες με το σπίτι τους. Έτυχε να είναι παλιό και γκρεμισμένο και σχεδόν όλο ήθελε φτιάξιμο απ’ την αρχή. Η οικογένεια των τούρκων που έμεινε σ’ αυτό ήταν φαίνεται και η ίδια φτωχιά και όταν έφυγε μια μέρα βιαστικά, το παράτησε στο μαύρο του το χάλι. Άντε, λοιπόν, εσύ που το πήρες να το επιδιορθώσεις στα γρήγορα και μάλιστα μοναχός και χωρίς λεφτά, για να βάλεις μέσα τα παιδιά σου και να τα προστατέψεις απ’ τις καιρικές συνθήκες. Ιδιαίτερα απ’ τα χιόνια και τις παγωνιές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, τότε, στα πρώτα χρόνια που έφτασε η προσφυγιά στο χωριό κι έγινε η εγκατάσταση.

Ύστερα για να ζήσεις ήταν και το θέμα της δουλειάς. Τι να σπείρεις στα χωράφια και πώς να τα δουλέψεις χωρίς να έχεις ζώα και τ’ άλλα χρειαζούμενα να τα καλλιεργήσεις, ώστε όταν έρθει ο καιρός να πάρεις τη σοδειά για να φαν και να μεγαλώσουν τ’ ανήλικα στόματα. Επίπονη η ζωή, όπως και να το κάνουμε, εκείνα τα πρώτα-πρώιμα και μαύρα χρόνια, μέχρι να ορθοποδήσει ο πρόσφυγας στον τόπο που του είπαν να κάτσει και να τον έχει καινούργια πατρίδα.

Γι αυτό και τα παιδιά, στερημένα απ’ τα πάντα και με μπόλικη βαθιά στα φυλλοκάρδια τους τη στεναχώρια των γονιών για την επιβίωση της οικογένειας τους, μόλις μεγάλωσαν και πήραν λίγο τ’ απάνω τους, από νωρίς το καθένα πήρε τον δρόμο του. Ένα τ’ αγόρι, τον Στέφανο, ήρθαν και τον πήραν κάποιοι μακρινοί συγγενείς και το πήγαν στην Αμερική για να ζήσει με μια άλλη οικογένεια σ’ αυτή την πλούσια χώρα, όπως την έλεγαν, που δεν είχε καθόλου δικά της παιδιά. Το άλλο, την όμορφη Βγενούλα, κορίτσι στην εφηβεία του, με τη βοήθεια της Πρόνοιας γύρεψαν να το κάνουν υπηρέτρια σ’ ένα σπίτι στην Αθήνα. Και όταν πήγε, τα μαντάτα στο χωριό έλεγαν ότι το πάντρεψαν, έτσι μικρό, μ’ έναν στρατιωτικό. Από τότε δεν έδειξε σημάδια της καινούργιας του ζωής και έτσι χάθηκαν τα ίχνη του. Το τελευταίο στην ηλικία, κορίτσι κι αυτό, η Αντίκλεια ή Αντικλειώ όπως τη φώναζαν, πρώτο στα γράμματα του σχολειού και νοικοκυρά, μέσα στην απελπισία της απ’ τη φτώχια κλέφτηκε μ’ έναν έμπορα την ώρα που πήγαινε στη βρύση για να πάρει νερό με τη στάμνα. Ευτυχώς όμως γι αυτό, μετά από καιρό είπαν πως το είδαν σ’ ένα νησί βαθιά στο Αιγαίο. Είχε καλή οικογένεια και πέρναγε καλά στη ζωή του.

Αλλά το μεγαλύτερο απ’ όλα τα παιδιά, τη Βαγγελιώ, η τύχη την κράτησε να μείνει στο χωριό μαζί με τη μάνα και τον πατέρα της. Την ήθελε κάθε μέρα ν’ αργοσβήνει στην ψυχή και το σώμα της κλεισμένη μέσα στα παλιοντούβαρα του γέρικου σπιτιού και ποτέ να μην κάνει βήμα πέρα απ’ αυτό. Εκτός κι αν με τη μάνα του πήγαινε μαζί απέναντι στο ποτάμι και στα καϊνάκια που ανάβλυζαν νερό για να πλύνουν τα πιάτα και τα κουτάλια που έτρωγαν στη φαμίλια τους, όπως ακόμα και για να τρίψουν τους τεντζερέδες που μαύριζαν απ’ τη φουφού.

Καλοκαίρια και χειμώνες, γιορτές και καθημερινές αυτό ήταν μονάχα το ξέσκασμα του κοριτσιού απ’ τα μικρά του τα χρόνια, μια και η μάνα του σαν μεγαλύτερο το ήθελε κοντά της, για να τη βοηθάει στις δουλειές και να κοιτάζει τα μικρότερα αδέρφια του. Και αυτό, το καημένο, υπάκουο στις προσταγές της καλής του μανούλας, ποτέ δεν είπε όχι στις απαιτήσεις της ούτε και γκρίνιαξε για τις δουλειές που της έβαζε να κάνει ενώ ήταν κι αυτό ένα μικρό κορίτσι, σχεδόν συνομήλικο μ’ αυτά που πρόσεχε. Ευτυχώς, όμως, που πολλές φορές τ’ απόγευμα που πήγαιναν για τα πιάτα συναντούσαν κάποιους απ’ το χωριό και αντάλλαζαν μερικές κουβέντες, για να ξέρει κι η Βαγγελιώ ότι εκτός απ’ την οικογένειά της υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που ζουν και εργάζονται στη μικρή κοινωνία του χωριού. Γιατί, όταν τέλειωνε το «σεργιάνι» με το πλύσιμο, άντε πάλι μέσα στο σπίτι με την προσμονή να βασιλέψει ο ήλιος, να πέσει το σκοτάδι και ν’ ανάψει λίγες ώρες η λάμπα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Και το πρωί πάλι στο σπίτι ένα σωρό δουλειές, με λίγο σταματημό για φαγητό μόνο τα μεσημέρια έξω στη σκάλα με τα σάπια τα παρμακλίκια, κοιτάζοντας βουβή πότε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό, όταν είχε καλό καιρό και πότε τη βροχή όταν είχε άστατο, ακούγοντας τις στάλες της που έπεφταν με θόρυβο στην αυλή, όπως και τα τρομακτικά μπουμπουνητά τ’ ουρανού.

Στα χρόνια, λοιπόν, που διαβήκαν, πέρασαν κι έφυγαν, όλος ο κόσμος ίδιος γύρω της, με τα ίδια καθημερινά πράγματα, χωρίς όνειρα και ελπίδες για καλυτέρευση και ίσως, ακόμα, χωρίς την αντίληψη πως η ζωή κάποτε τελειώνει και πρέπει να τη χαρείς. Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε για να πεθάνει! Μοιραία όμως έτσι είσαι δυστυχισμένος!

Εκείνο το πρωινό των Χριστουγέννων, λίγα ήταν ακόμα τα σπίτια που έμειναν για να τραγουδήσουν τα κάλαντα τρία παιδιά, φίλοι στο χωριό. Ήταν ο Σωτήρης, μοναχογιός της χήρας της Αναστασίας απ’ τ’ Αλώνια, ο Μπούλης του κυρ Σταύρου, που είχε τον μύλο στο ποτάμι και η μάνα του το ήθελε ακόμα να είναι βρέφος, γι αυτό κι ολόκληρο παιδί δεν το φώναζε με τ’ όνομα του, και ο χοντρούλης ο Πετράκης απ’ το σόι των πλούσιων τσορμπατζήδων, που αυτού πάλι οι γονείς δίσταζαν να τ’ αφήσουν να τραγουδήσει, μήπως και κατηγορηθούν για ζητιανιά. Και τα τρία, λίγο ακόμα πριν να ξημερώσει και φέξει στο χωριό, έριξαν περισσότερο γκάζι στα φανάρια τους για να βλέπουν καλύτερα την ώρα που θα πέρναγαν τη στενή γέφυρα. Ήθελαν να πάνε κι απέναντι απ’ το ποτάμι, στις γιαγιάδες τους που τα περίμεναν με τις δεκάρες στα χέρια για ν’ ακούσουν κι αυτές απ’ τις παιδικές τους τις φωνούλες το «καλήν ημέρα άρχοντες» και τα «Χριστούγεννα Πρωτούγεννα». Κι όταν το πέρασαν, πήραν τον ανήφορο για να πάνε στα σπίτια των δικών τους.

Στην πορεία, όμως, άλλαξαν γνώμη και είπαν να περάσουν εκεί κοντά κι απ’ τ’ άλλα τα σπίτια, με πρώτο της Βαγγελιώς, αν και το μεγαλύτερο, ο Σωτήρης, ήταν αντίθετος με την ιδέα, γιατί, κανά δυο φορές που πέρασε έξω απ’ την αυλή της, μόνο που την είδε πήρε μεγάλο φόβο. Γι αυτό, από τότε το μικρό παιδί για να πάει στη γιαγιά του έπαιρνε πάντα τον δρόμο που πήγαινε ξυστά και πίσω απ’ το σπίτι της. Στην επιμονή όμως των άλλων αναγκάστηκε να υποκύψει και έτσι τελικά όλα μαζί να μπουν στην αυλή του σπιτιού της. Κάτω απ’ τη ξύλινη σκάλα με το θαμπό φως στο παραθύρι άρχισαν το τραγούδι, σίγουρα πως η Βαγγελιώ τώρα κοιμάται και το μπαχτσίσι απ’ αυτό θα το πάρουν απ’ τη μάνα της, τη γριά και πάντα μαυροφορεμένη Ανθή.

Έτσι, τα παιδιά είπαν τα κάλαντα και στη νύχτα, που τώρα πια πήρε να δίνει τη θέση της στη μέρα, περίμεναν ν’ ανοίξει η πόρτα για να πάρουν τα λεφτά και να τα βάλουν στο κουτάκι που τα μάζευαν. Όσο όμως κι αν περίμεναν στο κρύο, η πόρτα δεν άνοιγε. Όλο απορία τότε οι αγαθές ψυχές κοίταξαν απ’ την κουρτίνα μέσα στο δωμάτιο. Είδαν το τζάκι να καίει, αλλά κανέναν απ’ τους νοικοκυραίους να βρίσκεται μέσα. Γι αυτό, με φανερή την απογοήτευση στ’ αθώα προσωπάκια τους, συμφώνησαν να φύγουν διώχνοντας από μπροστά τον σκύλο του σπιτιού, που κι αυτός, όλη την ώρα όσο έλεγαν τα κάλαντα, μπερδευόταν στα πόδια τους και κούναγε την ουρά του, μήπως πάρει κανένα ξερό κομμάτι απ’ το ψωμί που είχαν τα παιδιά στην τσέπη τους.

Στο τέλος, όταν τ’ αγαπημένο ζώο πείστηκε να τ’ αφήσει και τα παιδιά έβγαιναν απ’ την αυλή, άκουσαν πίσω τους κραυγές και τσιρίδες. Γύρισαν απότομα τα κεφάλια και τότε είδαν στην πόρτα τη Βαγγελιώ. Ήταν στημένη στο κεφαλόσκαλο και κούναγε τα χέρια της να γυρίσουν πίσω, ενώ απ’ το στόμα της έβγαιναν λέξεις που τα παιδιά δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν. Γι αυτό, και φοβισμένα απ’ τη θέα της, το ‘βαλαν στα πόδια για να κρυφτούν. Κι αυτή, όμως, όταν κατάλαβε πως έχουν τέτοιο πρόθεση, έβαλε όπως-όπως κάτι στα πόδια της και έτρεξε από πίσω τους χωρίς να σταματήσει να φωνάζει. Πάντοτε, βέβαια, προς μεγάλη έκπληξη των παιδιών, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς ήθελα απ’ αυτά και τα πήρε καταπόδι.

Έτρεχαν μπροστά στα στενά τα καλαντόπαιδα, έτρεχε κι η Βαγγελιώ με φωνές για να τα φτάσει, μέχρι που τα ‘χασε από μπροστά της. Τα παιδιά, πανικοβλημένα απ’ την επιμονή της να τρέχει από πίσω τους, λαχανιασμένα και κουρασμένα απ’ το κυνηγητό και με την ψυχή να θέλει να ‘βγει απ’ το στόμα τους, κρύφτηκαν πίσω απ’ την αποθήκη του γέρου του Καμαριέρη. Ο άνθρωπος εκείνη την ώρα μαζί με τη γυναίκα του, τη Βηθανία, έσβηναν τη λάμπα να μην καίει τζάμπα το γκάζι της κι άνοιγαν την κουρτίνα στο χάραμα για να ζυμώσουν τα κουλούρια. Μετά να τα βάλουν στον φούρνο και να τα ψήσουν, όπως απαιτούσε το έθιμο της Γιορτής να κάνει η κάθε οικογένεια.

Ζάρωσαν εκεί κάτω απ’ την αστρέχα τα παιδιά και έμειναν αμίλητα, ακίνητα και μαρμαρωμένα με τα μάτια να βλέπουν σαν το λαγό, μήπως από καμιά μεριά ξεφυτρώσει η Βαγγελιώ κι αρχίσει ξανά το κυνηγητό. Όμως, και η Βαγγελιώ με την ανάσα της κομμένη απ’ το πιλαλητό που άχνιζε στο χειμωνιάτικο κρύο και στο γκριζωπό φως της μέρας, όταν είδε ότι χάθηκαν τα παιδιά από μπροστά της, έπιασε κι έκατσε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα που ήταν εκεί για πολλά χρόνια, ένα φυσικό σύνορο της περίφραξης με κλάρες απ’ το ξεροπόταμο και ξεχώριζε τον μπαχτσέ της Λυμπιάδας του Μέγα με το μονοπάτι.

Μέσα της, εκτός απ’ την κούραση, είχε και την απογοήτευση που τα σχολιαρόπαιδα δεν έκατσαν να τους δώσει την πληρωμή για τον κόπο τους που ήρθαν χαρούμενα στο σπίτι της να πουν για τη γέννηση του Χριστού. Έτσι θυμόταν ότι έκανε ακόμα από πέρυσι η μάνα της τέτοια μέρα. Έβγαινε έξω στην πόρτα και εκτός από φρούτα και ξυλοκέρατα, έδινε και δεκάρες για να τα ευχαριστήσει. Κι αυτή τη φορά ήθελε η ίδια να τα πληρώσει με μια μαυρισμένη τρύπια δεκάρα που βρήκε το καλοκαίρι στα ξύλινα ράφια του τζακιού τους. Γι αυτό και τόση ώρα την κρατάει σφιχτά στα ιδρωμένα χέρια της. Μην της πέσει και τη χάσει στα τσαλιά και στα χαλίκια του δρόμου.

Μα τα μπαγάσικα τα παιδιά δε στάθηκαν Και της προξένησαν μεγάλη στεναχώρια!

Έτσι, με τις σκέψεις αυτές να σκεπάζουν την ψυχή της όπως το σκοτάδι σκεπάζει τις έρημες γειτονιές, ξαπόσταινε στην πέτρα που καθόταν και, όταν πια κατάλαβε ότι μπορεί να περπατήσει, σηκώθηκε για να γυρίσει στο σπίτι της. Μετάνιωσε, όμως, όταν την ίδια στιγμή άκουσε στα κοντά της την καμπάνα της εκκλησιάς της Ανάληψης να χτυπάει χαρμόσυνα και να φωνάζει τους χωριανούς να πάνε στη Θεία Λειτουργία. Χωρίς να ξέρει και πολλά απ’ αυτά, αμήχανη ξανακάθισε στην πέτρα και τότε σαν από θαύμα, χωρίς και η ίδια να καταλαβαίνει τι κάνει, αντί να γυρίσει πίσω για το σπίτι της, άφησε την πέτρα που την ξεκούραζε και αποφασιστικά με γρήγορα βήματα πήρε τον δρόμο που κατηφόριζε μπροστά της και οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο ναό. Να δει, τι τέλος πάντων, τι γίνεται εκεί μέσα. Αλλά, μήπως έβρισκε και τα παιδιά!

Στα τόσα χρόνια της ζωής της δεν έτυχε να πάει ποτέ σ’ αυτόν. Ούτε και οι γονείς της συνήθιζαν να την πηγαίνουν ακόμα και στις μεγάλες τις γιορτές, όταν ο μικρός αυτός και ιερός τόπος γέμιζε από άτομα κάθε ηλικίας και πιο πολύ από παιδάκια του χωριού. Τα ευλογημένα από τον Θεό, τέτοια μεγάλη μέρα, δε χόρταιναν με τα γιορτινά τους τα ρούχα να μπαινοβγαίνουν στη χαμηλή του εξώπορτα και να παίζουν στα χαλασμένα σκαλοπάτια του λες κι ήταν στο σχολειό τους. Οι μεγαλύτεροι και οι γονείς τους, φυσικά, συνέχεια τα συμβουλεύουν να είναι πιο ήσυχα και ν’ ακούν τις ψαλμωδίες κάνοντας το σταυρό τους. Γι αυτό και η ίδια ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως είναι μέσα η εκκλησία και περισσότερο τι γίνεται με τους ψάλτες και τον παπά. Αυτόν τον σεβάσμιο γέροντα που κάποιες φορές τον έβλεπε απ’ το σπίτι της να περπατάει μακριά στο δρόμο με τα μαύρα ράσα του και μια ή δυο φορές τον χρόνο με το πετραχήλι και τον Σταυρό να μπαίνει στην οικογένεια και να τους αγιάζει.

Έτσι, η Βαγγελιώ τάχυνε ακόμα περισσότερο το βήμα και χωρίς να πάρει τα μάτια της από την πόρτα του ναού, που φεγγοβόλαγε απ’ τα κεριά και τις καντήλες, έφτασε σε απόσταση μιας ανάσας απ’ αυτόν. Όσο ζύγωνε η περιέργεια γινόταν και μεγαλύτερη. Ήθελε να μάθει τι τέλος πάντων κάνουν και όλοι όσοι τώρα μπαίνουν μέσα και κρατάν στα χέρια τους λειτουργιές τυλιγμένες σε άσπρες πετσέτες. Η ίδια δε βάσταγε ακόμα τη δεκάρα στην παλάμη της, αυτή που ήθελε να δώσει στα παιδιά. Ποιος ξέρει, ίσως να πίστευε ότι αν θα τα ‘βρισκε εδώ θα ξεχρέωνε επιτέλους την οφειλή που της υπαγόρευε η ηθική της!

Μπήκε η γυναίκα στον ναό και έμεινε έκπληκτη απ’ όλα όσα έβλεπε. Τόσος κόσμος μαζεμένος μέσα και όλοι να κοιτάν προς μια μεριά, την Ωραία Πύλη, και να κάνουν τον σταυρό τους. Και πολλοί απ’ αυτούς να είναι γονατιστοί και να κάνουν μετάνοιες. Όμως, και κάποιοι να βλέπουν την ίδια λίγο περίεργα, μια και ποτέ δεν την είδαν εδώ. Γι αυτό κι αυτή, σαστισμένη απ’ ό,τι έβλεπε, έμεινε σαν να ‘τανε κολώνα στο κέντρο του ναού. Δεν της ερχόταν να κάνει βήμα απ’ εκεί, άλλες φορές χαμογελώντας μ’ αυτά που αντίκριζε και άλλοτε παίρνοντας ύφος σοβαρό, σκεπτόμενη μήπως οι άνθρωποι δεν την ήθελαν εδώ μέσα, κι ακόμα πιο πολύ, μήπως ακόμα ήθελαν να της κάνουν και κανένα κακό.

Ιδιαίτερα της έκαναν εντύπωση οι ψάλτες πάνω στο ψαλτήρι που έψελναν τα χαρούμενα και μελωδικά χριστουγεννιάτικα τροπάρια κι ο ιερέας μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τον καλόκαρδο εφημέριο τον έβλεπε τη μια φορά να είναι σκυμμένος και την άλλη όρθιος μ’ ανοιγμένα τα χέρια του και κοιτώντας ψηλά στον ουρανό να προσφέρει την αναίμακτη Θυσία στον Θεό. Φυσικά, ούτε συζήτηση να πάει στον πάγκο με τα κεριά για να πάρει δυο απ’ αυτά και να τ’ ανάψει ευλαβικά στα μπρούτζινα μανουάλια μπροστά στις εικόνες του Χριστού και μάλιστα της Παναγίας. Της Μάνας όλου του κόσμου, που σήμερα το πρόσωπό έλαμπε από χαρά γιατί έφερνε στη γη ένα Θεό. Γι Αυτόν είχαν μιλήσει οι προφήτες εκατοντάδες χρόνια από σήμερα στην Αγία Γραφή.

Η φτωχιά δεν ήξερε από τέτοια προσκυνήματα!

Για τον λόγο αυτό ο Χριστόδουλος, πολλά χρόνια επίτροπος στον ναό, μόλις την είδε να στέκεται έτσι μπερδεμένη, άρπαξε δυο κεράκια απ’ το παγκάρι κι έτρεξε κοντά της να της τα δώσει. Εκείνη, χωρίς να φέρει αντίρρηση τα πήρε στα χέρια της και στη συνέχεια ο καλός επίτροπος κρατώντας την απ’ τον ώμο την πήγε στις εικόνες. Σ’ αυτές που χρόνια τώρα ο κάθε πιστός χωριανός ανάβει το μικρό κεράκι του και ταπεινά σκύβει το κεφάλι ευχαριστώντας τον Θεό για τις ευεργεσίες του και ύστερα Τον παρακαλεί με την καρδιά του να του δίνει πάντα την πολυπόθητη υγεία και την προκοπή στη ζωή του.

Και τότε, ω του θαύματος! Η Βαγγελιώ μόνη της, εντελώς αβοήθητη, άναψε το ένα απ’ τα κεριά και το ‘ βαλε μαζί με τ’ άλλα στο πρώτο απ’ τα μανουάλια που ήταν μπροστά στον Χριστό. Μετά, πάλι με τη βοήθεια του επιτρόπου, πήγε μπροστά στην Παναγία και άναψε το δεύτερο κερί. Αυτή τη φορά με το πρόσωπό της να γαληνεύει κι από άγριο και σκυθρωπό να γίνεται μειλίχιο και πράο, όπως κανένας ποτέ δεν την είδε έτσι στο χωριό. Και, επιπλέον, τώρα πια να μην φοβάται!

Ήταν η στιγμή που οι ηλικιωμένοι ψάλτες, σαν δεύτεροι άγγελοι απ’ τον ξάστερο χειμωνιάτικο ουρανό με τη βραχνή φωνή τους και μ’ όλον τον κόσμο έψαλλαν τον γνωστό ύμνο της χριστιανοσύνης, «η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει..». Αλλά κι η στιγμή που οι καλοί στην καρδιά τους χωριανοί άφησαν για λίγο απ’ τα μάτια τους το άτομο που καμιά φορά δεν είδαν να μπαίνει στην εκκλησία και ν’ ανάβει κεριά στα εικονίσματα. Κι αργότερα, πάλι, όταν την έψαξαν την είδαν όπως ποτέ δεν περίμεναν. Μαζεμένη ψυχή η Βαγγελιώ, ευλαβικά, μετά το άναμμα να παίρνει τη θέση της και να κάθεται σιωπηλή πίσω στον πρόναο και πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι της ξύλινης σκάλας που σ’ ανέβαζε στον γυναικωνίτη.

Η ώρα μέσα στην εκκλησία περνούσε και κάποτε ο παπα-Στέλιος με την προσευχή «δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων…» σήμανε και το τέλος της Χριστουγεννιάτικης Λειτουργίας, ενώ απ’ τη διπλανή πόρτα του Ιερού ο μικρόσωμος καντηλανάφτης, ο Θεοφάνης, του έφερνε γρήγορα να μοιράσει τ’ αντίδωρο. Πήγαν οι πιστοί κοντά στον παπά και απ’ το χέρι του που το φιλούσαν έπαιρναν τον ευλογημένο άρτο μαζί με την ευχή του. Στη σειρά με όλους στάθηκε κι η Βαγγελιώ, μα σαν την είδε ο παπάς μ’ ένα πλατύ χαμόγελο άφησε τους άλλους και τη φώναξε κοντά του. Ύστερα έπιασε δυο απ’ τα κομμάτια του άρτου και της τα ‘βαλε στη χούφτα. Την ίδια δε στιγμή για να της δώσει θάρρος, τη χτύπησε πατρικά στην πλάτη. Ήταν σαν να της έλεγε: «Θα σε περιμένουμε ξανά στο ναό».

Και είναι σίγουρο πως από μέσα του ο λειτουργός ευχαριστούσε τον Θεό που σήμερα εδώ, μέσα στον οίκο Του, έδωσε η Θεία Χάρη μαζί με τη γέννηση του Γιου Του να γεννηθεί στην ψυχή του κι ένας ακόμα χριστιανός. Η Βαγγελιώ της σιωπής και της μοναξιάς.

Μεγάλη μέρα ξημέρωσε στο χωριό, την όμορφη Δωροθέα. Τα Χριστούγεννα! Όλα τριγύρω μια ευτυχισμένη, αισιόδοξη, ελπιδοφόρα ατμόσφαιρα και προπάντων χαρά και ευφροσύνη στις καρδιές όλων των κατοίκων. Οι περισσότεροι μετά την εκκλησία βγήκαν στους δρόμους και στις γειτονιές, στην πλατεία και στα καφενεία για να γιορτάσουν το γεγονός και να πάρουν ζωή απ’ το φως τους. Ήταν απ’ τις γιορτές που έκαναν όλους να σφίγγουν μεταξύ τους τις αγκαλιές και τα χέρια και δίπλα στην καρέκλα του τραπεζιού τους κατά την ώρα του φαγητού να νιώθουν κοντά τους όλους τους ξενιτεμένους συγγενείς.

Μαζί με τους άλλους, χαμένη κι αυτή κάπου στα γιορτινά σοκάκια του χωριού, μετά την εκκλησία, περιπλανιόταν και η Βαγγελιώ. Με τα μάτια της να βλέπουν πρώτη φορά έτσι τον κόσμο, βρέθηκε να περπατάει στα πλατάνια της πλατείας και κοντά στο Ηρώο, που στα σκαλοπάτια του καθόταν μια παρέα από παιδιά. Όλα είχαν βγαλμένα τα κουτάκια τους και μέτραγαν στο χώμα και στις χούφτες τους τα χρήματα που πήραν απ’ τα κάλαντα. Μερικές φορές μάλιστα τσακώνονταν και φώναζαν για το ποιο έχει τα περισσότερα. Και ήταν ευχαριστημένα που μέτραγαν δεκάρες!

Αυτά τα παιδιά τα είδε η Βαγγελιώ και τα θυμήθηκε. Ήταν τα ίδια παιδιά που στο σκοτάδι ακόμα, λίγο πριν το ξημέρωμα, ήρθαν στο σπίτι της και τραγούδησαν τα κάλαντα αλλά δεν κάθισαν να πάρουν για την αμοιβή τους τη δεκάρα κι αυτή τα έψαχνε. Ευκαιρία τώρα να τα ξεπληρώσει. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του παλτού της και βρήκε το νόμισμα. Ύστερα, με γρήγορο περπάτημα πήγε προς το μέρος τους. Τα παιδιά απορροφημένα στο μέτρημα στην αρχή δεν την είδαν. Όταν την αντιλήφθηκαν να έρχεται προς αυτά, για άλλη μια φορά φοβήθηκαν. Μάζεψαν από κάτω τα χρήματα και μ’ αλαλαγμούς εξαφανίστηκαν από μπροστά της.

Ήταν η δεύτερη απογοήτευση σήμερα για τη Βαγγελιώ!

Πολύ λυπημένη που πάλι δεν μπόρεσε να πληρώσει τα παιδιά και να τηρήσει το έθιμο για τα κάλαντα, έφτασε στο σπίτι της. Κάθισε στο πεζούλι της πόρτας και με παράπονο κοίταζε τη δεκάρα. Ήταν γεγονός πως μαζί της έζησε μια πρωτόγνωρη περιπέτεια αυτά τα Χριστούγεννα.

«Ας την κρατήσω», είπε από μέσα της. «Θα περιμένω να τη δώσω του χρόνου. Μήπως και του χρόνου δε θα γεννηθεί ο Χριστός;»

Και σηκώθηκε να πάει να την κρύψει εκεί που τη βρήκε. Στο ράφι τ’ αναμμένου για τα Χριστούγεννα τζακιού τους.

10-12-2022

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ


Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2022

Αφήγημα του Τρ. Ούρδα


Τα τρένα που φύγαν

 Όχι. Εμένα δε μου πήραν αγάπες. Αντίθετα μάλιστα. Μου άφησαν τέτοιες. Αγάπες για τα ίδια. Με το να θυμάμαι εκείνη τη γλυκιά άφιξή τους στον σταθμό και μερικές φορές εκείνη τη στενάχωρη αναχώρηση τους με τα χέρια να τα  χαιρετούν και τις καρδιές να ραγίζονται.

Τα τρένα λοιπόν που δεν έφυγαν ποτέ απ’ τα μάτια μου. Αλλά όμως πιστεύω ούτε κι απ’ τα μάτια της πόλης με τον σταθμό να ήταν και να είναι ένα απ’ τα στολίδια της στο ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν της. Ο σταθμός των ονείρων και των αχαλίνωτων αναμνήσεων όλων των καλών κατοίκων της. Νέων, γέρων, γονέων, παιδιών, ταξιδευόντων, ερωτευμένων και μη αλλά και αθεράπευτα αρρωστημένων ρομαντικών.

Κάθε πρωί με το ρόδισμα της αυγής, καταμεσήμερο και βραδάκι ν’ ακούγονται στον τόπο εκείνες οι γνωστές φωνές: «Έρχεται, ναι, έρχεται». Αγκομαχούν οι μηχανές του καθώς ανεβαίνουν τον ανήφορο κι από μακριά μόλις διακρίνονται πίσω στην ουρά οι μαύροι καπνοί τους που χάνονται σαν τα μικρά συννεφάκια στο φύσημα του ανέμου. Και οι τροχοί, κουρασμένοι κι αυτοί απ’ τα στριφογυρίσματα πάνω στις γραμμές, βγάζουν τα τελευταία ουρλιαχτά τους, όταν ο μηχανοδηγός τραβάει το φρένο για να σταματήσει η άμαξα και να πάρει επιτέλους εδώ μια ανάσα απ’ το δρόμο της.

Δίπλα της είναι και ο σταθμάρχης. Σε στάση προσοχής με το πηλίκιο στο κεφάλι και τη σημαία στα χέρια δίνει τα δικά του σήματα για το σταμάτημα και το κατέβασμα των επιβατών. Ύστερα, σοβαρός κι αγέλαστος χάνεται γρήγορα στο πέτρινο σταθμαρχείο του.

Έτσι, το ατσάλινο φίδι σταματάει και ηρεμεί. Από μέσα του βγαίνουν οι άνθρωποι. Ύστερα μπαίνουν οι καινούργιοι. Όλους άμα τους κοιτάξεις καλά θα δεις ότι τους διακρίνει ένα διαφορετικό συναίσθημα. Όσοι έρχονται φαίνονται να είναι χαρούμενοι. Κρατάνε στα χέρια τους βαλίτσες και γελάνε ή και κλαίνε από χαρά καθώς βλέπουν απ’ τις πόρτες τους συγγενείς και τους φίλους να τους περιμένουν για να τους σφίξουν στην αγκαλιά τους. Αλλά θα δεις και ανθρώπους που δε γελάνε. Γιατί αυτοί φεύγουν. Γι αυτό και βιάζονται να μπουν στο εσωτερικό του χωρίς να βλέπουν πίσω τους, μην τυχόν και τους δούνε να βουρκώνουν όλοι αυτοί που αφήνουν στον σταθμό και έτσι τους στενοχωρήσουν και πιάσει κι αυτούς το παράπονο, γιατί τους χάνουν και δε θα είναι πια μαζί τους στο σπίτι και στο πλευρό τους.

Αυτό ήταν αγαπητοί μου το τρένο μας. Φτιαγμένο από λύπες και χαρές. Αυτών που έφευγαν και αυτών που έρχονταν. Αυτών που κουνούσαν μαντήλια και εύχονταν καλό ταξίδι κι αυτών που έδιναν τα χέρια και έλεγαν καλωσόρισες. Ένα τρένο που μας ταξίδευε. Που μας πήγαινε και μας έφερνε στον μπερδεμένο χρόνο των συναισθημάτων και μέσα στο άλλο μεγάλο ταξίδι μας. Αυτό τη ζωής μας.

Λάτρης του δεν ήταν λίγες οι φορές που κι εγώ ταξίδευα μαζί του. Γιορτές και καθημερινές, πρωινά και βραδάκια. Για δουλειές ή για βόλτα δεν είχε σημασία. Η κάθε φορά είχε το δικό της θαύμα και ζούσα μαζί του μια καινούργια περιπέτεια και μαγεία. Καθισμένος κοντά στο παράθυρο κοίταζα έξω τους ανθρώπους και την αγωνία που είχαν να τρέξουν ν’ ανέβουν και να κάτσουν στο τρένο σ’ όλους τους σταθμούς που πέρναγε. Αλλά και την ευχαρίστηση αυτών που κατέβαιναν, όταν γύριζαν πίσω τους κι έριχναν μια τελευταία ματιά απάνω του καθώς αναχωρούσε και σφύριζε. Είναι σίγουρα ότι μ’ αυτή του έλεγαν χίλια ευχαριστώ για την άφιξη που αξιώθηκαν να έχουν μαζί του.

Και δώστου το τρένο να πηγαινοέρχεται. Ασίγαστο ν’ ανεβαίνει τα βουνά, να περνάει μέσα από χαράδρες, να ισορροπεί πάνω σε γέφυρες και να ισιώνει σε πλατιούς κάμπους, άλλοτε λουλουδιασμένους και άλλοτε χιονισμένους. Μια μονότονη και αδιάκοπη μελωδία το λαχάνιασμα των μηχανών του μέσα στην ήσυχη ατμόσφαιρα όλων των τόπων που το υποδέχονται αλλά και τα τραντάγματα που κάνουν οι τροχοί του πάνω στις σιδηροτροχιές. Ξέρετε, τους χαρακτηριστικό αυτούς ήχους που τους ακούν τ’ αυτιά σου ακόμα κι όταν το τρένο σταματήσει και συ κατέβεις σ’ έναν απ’ τους σταθμούς του.

Και το τρένο να συνεχίζει να τρέχει. Μαζί του να τρέχουμε κι εμείς και γενικά με όλα επάνω του να βρίσκονται σε μια αδιάκοπη κίνηση που χωρίς να το καταλαβαίνουμε αλλάζουν τη διάθεση μας και κάνουν την ψυχή μας εντελώς ανάλαφρη, έξω από δυσάρεστες σκέψεις, καθώς παρατηρούμε να περνάει από δίπλα μας όλη η πλάση. Τα δάση με τα δέντρα τους, τα ποτάμια με τα κατάχρυσα νερά τους και τα χωριά με τα κάτασπρα τα σπίτια τους, τις αυλές τους και τους δρόμους. Και εδώ είναι η απαράμιλλη αίγλη του στην καρδιά. Η απέραντη, η ατέλειωτη, η ακατάπαυστη κινηματογραφική γοητεία του που τη βρίσκεις μόνο όταν «πετάς» μαζί του στις πραγματικά υπέροχες επίγειες διαδρομές του.

Εν τέλει. Ξεκινάς στις θέσεις του ένας απλός ταξιδιώτης- περιηγητής, φτωχός σε χρώματα, αρώματα και συγκινήσεις και αργότερα γίνεσαι πλούσιος απ’ αυτά, όταν πια θα αποφασίσεις να κατέβεις και ζητήσεις να πάρεις χαρτί και μολύβι για να γράψεις ό,τι έζησες στην αγκαλιά του.

Απόγευμα του Σαββάτου και πήρα τον δρόμο για το συναντήσω στην άκρη της πόλης μας. Ήταν η μέρα που ο σταθμός έσφυζε από κόσμο. Που τα ματόκλαδα έγερναν να το δούνε να έρχεται στον ορίζοντα, τα μάτια να κλαίνε από λύπη και χαρά και οι καρδιές να χτυπάνε από συγκίνηση. Μαζί μου πρόλαβε να ‘ρθει απ’ τα βουνά και τ’ ανοιξιάτικο αεράκι με τις υπέροχες ευωδιές των ανθισμένων δέντρων. Φύσηξε και κούνησε τα φύλλα των πλατανιών, άφησε σε μένα τη δροσιά του και μ’ ένα απαλό χάϊδεμα των μαλλιών μου εξαφανίστηκε. Όπως τότε που ανέβαινα και κατέβαινα στο τρένο με την ψυχή μου γεμάτη απ’ τον απίθανο κόσμο του και τη ζωντάνια που μου πρόσφερε.

Μπήκα πλέον για τα καλά στον σταθμό. Όμως αυτή τη φορά ήμουνα μόνος. Δεν έβλεπα ανθρώπους, δεν άκουγα το τρένο να έρχεται και να φεύγει, ούτε να στριγκλίζουν οι τροχοί του μέσα στη ζεστασιά του άλλοτε γιορτινού απομεσήμερου. Τώρα επικρατούσε ησυχία, «άκρα του τάφου σιωπή», κατά τον ποιητή.

Με την απορία κατέβηκα τα σκαλοπάτια και περπάτησα στις ράγες. Ήταν αυτές που κάποτε άπλωναν το κορμί τους για να κυλάει το τρένο στην πλάτη τους. Απογοητεύτηκα. Μόνο σκουριές είχαν τώρα απάνω τους, σημάδι πως το τρένο δεν φάνηκε εδώ από καιρό. Απ’ τα παράθυρα κοίταξα και μέσα στα γραφεία. Κι αυτά ήταν άδεια, κλεισμένα στη σιωπή τους.  Έρημα απ’ ανθρώπους, εγκαταλειμμένα στη μοίρα , πάντοτε όμως με τα πράγματά τους στην ίδια θέση, φαίνονταν ότι περίμεναν υπομονετικά να κάτσουν και πάλι στις καρέκλες και στα τραπέζια όλοι αυτοί που τόσα χρόνια δούλευαν εδώ και τα έδιναν ζωή.

Ναι, να κάτσουν οι υπάλληλοι και να γράψουν τα δρομολόγια. Να δώσουν ξανά πληροφορίες στους επιβάτες. Να μιλήσουν με τον ασύρματο που έναν καιρό σου έπαιρνε τ’ αυτιά με την πολυλογία του και που σήμερα βουβάθηκε πνιγμένος στη λάσπη της λησμονιάς και της απαξίωσης σαν ένα άχρηστο εργαλείο που ξόφλησε, αχρηστεύτηκε και τώρα περιμένει την ανακύκλωση.

Και τότε… άκουσα κάποιοι να περνάνε από δίπλα μου και να κάθονται σ’ ένα απ’ τα ξεθωριασμένα ξύλινα παγκάκια, χωμένο μέσα σε λίγες τριανταφυλλιές με τα κλωνάρια τους μόλις να παίρνουν να ανθίζουν και να μοσχοβολάν. Ήταν ένα ζευγάρι από νέα παιδιά. Πιασμένα χέρι με χέρι, αγκαλιά, απολάμβαναν εδώ στην απόλυτη μοναξιά την ανατολή των νιάτων τους.

Δεν ξέρω. Τα κοίταξα στο πρόσωπο με συμπάθεια και προκειμένου ν’  αποτινάξω από πάνω μου τη μελαγχολία της στιγμής για όλα όσα έβλεπα με  παιδική αφέλεια τα ρώτησα:

«Περιμένετε το τρένο;»

«Όχι», απάντησαν.  «Το τρένο δεν περνάει πια».  

Έσκυψα το κεφάλι και με τα χέρια έκρυψα τα μάτια μου. Από ντροπή δεν ήθελα να δούνε τα παιδιά ένα δάκρυ που αυλάκωνε το μάγουλο. Ύστερα, τάχυνα το βήμα μου κι έφυγα απ’ τον τόπο. Ωστόσο στο δειλινό που έφτανε και χρύσωνε τις σκιές των δέντρων, κάπου στο βάθος της γραμμής μου φάνηκε πως είδα το τρένο να μπαίνει στον σταθμό και τον κόσμο στην αποβάθρα να το χαιρετά. 

Μονάχα όμως στη φαντασία μου!    

 29- 4 -2022  

 ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ