Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρώπινες ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρώπινες ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Βιβλιοπαρουσίαση


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Δ.Σ. του Συλλόγου «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας» σας προσκαλεί την Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024 και ώρα 6.00΄ μμ στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου (Περιοχή Βαρόσι) στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου:
«Ο κρίνος του πάγου» του συγγραφέα Ευάγγελου Γιάννου.
Την λογοτεχνική προσέγγιση θα κάνει η κα Γεωργία Βλάχα, εκπαιδευτικός και μέλος του ΔΣ του Συλλόγου μας.
Ειδική μνεία θα γίνει στην αυτοάνοση ασθένεια «Σκλήρυνση κατά πλάκας» από την κα Γεωργία Λεκάκη, Ψυχολόγο, η οποία θα αναφερθεί αναλυτικά στην ασθένεια.
(Το βιβλίο αποτελεί μυθιστορηματική βιογραφία ατόμου που μέσα από την εν λόγω ασθένεια, βρήκε την δύναμη να εξελιχθεί ως προσωπικότητα, με αποτέλεσμα να κατακτήσει τα όνειρα του).
Συντονίζει η Δέσποινα Τσεχελίδου, Γραμματέας του Συλλόγου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Τρύφων Ούρδας

 

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Τρ. Ούρδα


Η σουρτούκα
[Χριστουγεννιάτικο διήγημα]

Ο Γιάνγκος, ο Κερχανατζής, γέννημα-θρέμμα του χωριού, απ’ την πρώτη στιγμή που παντρεύτηκε τη Μαλιό κατάλαβε ότι πήρε μια γυναίκα της βόλτας. Όχι πως αυτός ήταν καλύτερος, ίδιας κοπής ήταν κι αυτός με τις παρέες που έκανε, αλλά τουλάχιστον η αφεντιά του ήταν περισσότερο του σπιτιού και μάλιστα του ξαπλώματος. Επιπλέον, τόσο ο ίδιος, όσο κι η συμβία του, χωρίς να είναι κι δυο πολύ της δουλειάς, λες κι ούρλιαξε το στοιχειό και τους ένωσε, μια χαρά τα περνούσαν στο κονάκι τους. Με τις βόλτες τους ξεχωριστά ο καθένας, με τα καφεδάκια τους στις γειτονιές αλλά και τα γλέντια τους στους γάμους και τα πανηγύρια.
Κι έτσι, κάθε τόσο άλλαζαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Και μόνο οι συνήθειες τους παρέμειναν ίδιες, κληρονομιά και προίκα, ποιος να ξέρει από ποιους παλιούς συγγενείς τους, που είδαν τη ζωή μια ατέλειωτη μέρα Πασχαλιάς και ζωής χαρισάμενης που λένε. Άλλωστε, τι να θέλει ο άνθρωπος; Λίγο ψωμί, λίγο κρασί, κατά το τραγούδι της αοιδού, άντε και μια θάλασσα με χαρές. Φτωχά πράγματα!
Όμως, στους καιρούς που περνούσαν όλα καλά κι όλα ανθηρά, είχαν και κάτι που τους έτρωγε, όπως ακριβώς τρώει ένα κύμα τον βράχο. Δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά! Δυο κουτσούβελα δηλαδή για να πάρουν κι αυτά τις φόρμες των γονιών τους και να τρέχουν στα σοκάκια του χωριού, χωρίς να μπορούν να τα μαζέψουν ούτε κι οι ίδιοι. Γι’ αυτό, άντρας και γυναίκα, ήταν που ήταν απ’ τα γεννοφάσκια τους «γκελκεφίμ», τους έτυχε κι αυτό, κι έτσι, ίσως και για να το ξεχνάν, το έριχναν έξω κι έλεγαν σ’ όλα «δε βαριέσαι αδελφέ μου, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει». Καμιά φορά και τα ίδια τα πράγματα, όπως μας έρχονται, χαράζουν και την πορεία στη ζωή μας!
Παραμονή των Χριστουγέννων και πάλι τον Γιάγκο και τη Μαλιό τους βρήκε η μέρα σαν τις άλλες να την περνούν έξω απ’ το σπίτι τους. Σβηστό το τζάκι, κρύα τα δωμάτια κι η πόρτα μανταλωμένη με τραβηγμένο τον σύρτη απ’ έξω. Το χιόνι, που αυτές τις μέρες έπεφτε ασταμάτητο, έφτανε το ένα μέτρο μέσα στην αυλή κι έφραζε κάθε είσοδό σ’ αυτή, μια και τ’ αφεντικά δεν ήταν εδώ ν’ ανοίξουν δρομάκι. Κι όσα απ’ τα χιόνια ήταν πάνω στη σκεπή και τη μέρα έλιωναν, σταγόνα με τη σταγόνα, έτρεχαν απ’ τις αστραχιές. Ενώ το βράδυ που έπιανε και πάλι το κρύο γίνονταν πάγοι που κρέμονταν απ’ τα κεραμίδια και στο πρωινό φως του ήλιου φάνταζαν σαν παραμυθένια πολύχρωμα σπαθιά.
Μαζί με τους ιδιοκτήτες και το σπίτι έκρυβε το δικό του στιλ!
Μέρα χαρούμενης προσμονής που ήταν, και το χαμηλό καφενείο του μπαρμπα-Δημήτρη στην πλατεία ήταν γεμάτο. Τα τσιγάρα με τις κολτσίνες και τις ξερές έδιναν κι έπαιρναν συνοδευόμενα με τα κονιάκ και τις μυρωδάτες μέντες. Κι η σόμπα στη μέση του μαγαζιού, να τη ζητάν όλοι σαν να ήταν ερωμένη, μπουμπούνιζε κατακόκκινη με τα ξύλα που κάθε τόσο έριχνε μέσα της ο καφετζής, μετά απ’ την επίμονη απαίτηση των πελατών χωριανών του. Κι όλο η ζέστα μεγάλωνε με τα σακάκια να βγαίνουν απ’ τα σώματα και να κρέμονται πρόχειρα στ’ ακουμπιστήρια των καρεκλών. Βρισιές παντού και χτυπήματα πάνω στα τραπέζια σε περίπτωση χασούρας, γέλια κι ειρωνείες σαν κέρδιζε το ταλέντο κι η μπλόφα. Τέτοια βαβούρα δύσκολο να την αντέξουν τ’ αυτιά.
Σ’ αυτήν την ωραία κι ευχάριστη ατμόσφαιρα διάλεξε να περάσει και σήμερα τη μέρα του ο Γιάγκος, ο Κερχανατζής. Καθισμένος στο βάθος του μαγαζιού, δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στο ποτάμι, όποιος του έκοβε τώρα τις φλέβες δε θα έβγαζε ίχνος από αίμα. Ήταν η τρίτη παρτίδα που απ’ το πρωί έχανε στην ξερή κι απ’ τα νεύρα του ήταν έτοιμος, μαζί με τις λίγες τρίχες που είχε στο κεφάλι, να ξεριζώσει και τ’ αραιό μουστάκι του. Λίγοι του μιλούσαν κι εκείνοι αν έκαναν πιο μπροστά τον σταυρό τους! Κι ακόμα ήταν στην αρχή. Μέχρι το βράδυ μονάχα ένας Θεός ήξερε τι θα μπορούσε να γίνει μ’ αυτόν!
Απ’ την άλλη μεριά της ιστορίας κι η Μαλιό, τ’ ακριβό του ταίρι. Κι αυτή σήμερα μόλις ξύπνησε με το πρωινό χτύπημα της καμπάνας είπε να πάει στην εκκλησία και ν’ ανάψει ένα κεράκι της στο εικόνισμα της Παναγίας. Φόρεσε μερικά απ’ τα χοντρά της ρούχα, έσφιξε τη μαμούκα στα μαλλιά της, έβαλε και τις λαστιχένιες μπότες στα πόδια της και βουλιάζοντας η μισή μέσα στα χιόνια βγήκε έξω απ’ το σπίτι στον δρόμο. Στρίβοντας στη γωνιά, δίπλα στ’ ανηφορικό στενό και κάτω απ’ το υπόστεγο του γείτονα και ξαδέρφου της, του Νικόλα, άκουσε φασαρία.
Περίεργη, όπως πάντα, με χίλια ζόρια πήρε τα πόδια της και πήγε εκεί για να δει τι γίνεται. Είδε τον ξάδερφό της μαζί με τον φίλο του τον Χρήστο, τον χασάπη, να κόβει κομμάτια το γουρούνι που έτρεφε από καιρό στον στάβλο του κι έσφαξε το πρωί. Πήγε ακόμα πιο κοντά και μέσα σ’ ένα ταψί είδε διαλεγμένες τις μπριζόλες του ζώου να στάζουν απ’ το αίμα του. Χωρίς να πει κουβέντα, μ’ ένα χαμόγελο, τις άγγιξε με τον δείκτη του χεριού της.
-Ε! ξαδέρφη, είπε ο Νικόλας και τράβηξε ένα ποτηράκι κρασί που ήταν δίπλα του πάνω σ’ έναν σάπιο ξύλο μηλιάς. Πού πας τόσο πρωί μέσα στο χιόνι;
-Να μωρέ, απάντησε αμήχανα εκείνη. Πήγαινα στην εκκλησία κι άκουσα απ’ εδώ θόρυβο. Γι’ αυτό ήρθα…
-Τότε, αν θέλεις, κάτσε μαζί μας να πιείς ένα ποτηράκι κρασί. Θα σου κάνει καλό σ’ αυτήν την παγωνιά. Σε λίγο θα ψήσουμε κιόλας. Βγάλαμε μπόλικο κρέας.
-Όχι βρε, τ’ απάντησε πάλι αμέσως εκείνη. Σου είπα θα πάω στην εκκλησία, μήπως προφτάσω εκεί και τον παπά για να του πω δυο λόγια που θέλω.
Και σηκώνοντας λίγο το φουστάνι της να μην ακουμπάει τα χιόνια έκανε να φύγει. Οι δυο φίλοι που την κοίταζαν και να κρυώνει κατάλαβαν ότι δεν είχε σκοπό να μείνει μαζί τους. Εξ άλλου κι αυτοί ήξεραν πόσο της άρεσε το γκιζέρι στο χωριό. Το έπιανε το πρωί και μετά, όπου ξημερώσει! Όχι πως ήταν καμιά κουτσομπόλα, ξομπλιάστρα και κουσκουσούρα. Δεν τα είχε αυτά η ψυχούλα της. Μόνο σουρτούκα ήταν που της άρεσε να γυρίζει πέρα-δώθε και να μιλάει για τη ζωή της και τον πόλεμο που πέρασαν με την οικογένειά της. Και περισσότερο τώρα με τις γιορτές να λέει για τα κάλαντα που έψελναν στο σχολείο και της γειτονιές με τ’ αδέρφια της όταν ήταν μικρά. Βέβαια, κι όλα αυτά τέλειωναν μ’ ένα μεγάλο της παράπονο. Που δεν μπόρεσε να πάει στο σχολείο, γιατί ο πατέρας της την ήθελε μόνο στο σπίτι να κάνει δουλειές.
«Αχ!», κλαψούριζε από μέσα της κάθε φορά που άκουγε για σπουδές. «‘Εμένα ο δάσκαλος πολλές φορές μού το έλεγε τότε: Εσύ Μαλιό μου για δικηγόρος κάνεις!» Και την έπιαναν για λίγο τα πικρά γέλια, μέχρι ν’ αλλάξει η συζήτηση και να το ξεχάσει.
«Έλα Μαλιό μου», της είπε μ΄ αγάπη ο Νικόλας και την τράβηξε απ’ το μανίκι του φουστανιού της. «Ξέρω, δε σφάξατε γουρούνι. Γι’ αυτό πάρε ένα κομμάτι απ’ το δικό μας να το μαγειρέψετε και να το φάτε αύριο τα Χριστούγεννα. Το τύλιξε σ’ ένα σταχτί χασαπόχαρτο και μέσα σ’ ένα ντορβά το έδωσε στα χέρια της. Εκείνη δεν αρνήθηκε να το πάρει. Το κρέμασε στον ώμο της και με μια ξερή ευχή για τα Χριστούγεννα κι ένα γρήγορο γεια έφυγε για την πλατεία. Ήταν ο δρόμος της που έλεγε για να πάει στην εκκλησία.
Μετά απ’ αρκετά μέτρα που περπάτησε, εντελώς πνιγμένη μέσα στο χιόνι, ήταν και το σπίτι της φιλενάδας της, που χαϊδευτικά η καλή της η μάνα την έλεγε «κουζούμ Μαρία». Πρόσφυγας απ’ το Σαφράνι της Τουρκίας η μάνα σπάνια μιλούσε ελληνικά. Ούτε γύρευε να τα μάθει. Της έφτανε που μπορούσε να συνεννοηθεί με την κόρη της και τ’ άλλα τρία παιδιά της που είχαν μπαρκάρει κι έκαναν ταξίδια στις θάλασσες. Στο χωριό, το Σαφράνι, που μεγάλωσε όλοι έλεγαν για την ομορφιά της και την κουζίνα της. Προπάντων για τα γλυκά που έκανε. Φήμες έφερναν πως μ’ αυτά σαγήνεψε κι έναν τούρκο κατή απ’ την Πόλη, που ήθελε να την κάνει και γυναίκα του. Δεν ταίριαξε, όμως, το προξενιό που έστειλε αυτός, γιατί έπρεπε ν’ αλλάξει την Πίστη της. Κι έτσι, η μάνα η Ανθή πήρε τον Θεοχάρη, φτωχό άνθρωπο κι από μικρό, άσημο τζάκι. Όμως, χωριανό της και μάλιστα γειτονόπουλο. Κι έκαναν μαζί οικογένεια. Μάλιστα όσο ήταν στην πατρίδα περνούσαν στη ζωή τους πολύ ευτυχισμένοι. Αλλ’ όταν ήρθαν εδώ τα πράγματα δυσκόλεψαν. Παρ’ όλα αυτά επιβίωσαν. Έγιναν και στον καινούργιο τόπο καλοί νοικοκυραίοι και κανένας δεν μπορούσε να πει κακή κουβέντα γι’ αυτούς. Μόνο που ο Θεοχάρης έφυγε νωρίς απ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Τι να κάνουμε. Έτσι τα ήθελε ο Θεός κι έτσι έγιναν!
Σχεδόν παγωμένη η Μαλιό κοντοστάθηκε στον δρόμο που περνούσε μπροστά απ’ το σπίτι της φιλενάδας της Μαρίας. Κι όπως κοίταζε είδε ότι πάνω-ψηλά απ’ τον μπατζά της σκεπής του έβγαιναν ένα σωρό καπνοί, σημάδι πως το τζάκι τους ήταν αναμμένο κι έκαιγε. Γι’ αυτό σκέφτηκε να χτυπήσει την πόρτα και να μπει λίγο μέσα για να ζεσταθεί. Άσε που οι μυρουδιές απ’ τα κουλούρια και τις κουραμπιέδες που ψήνονταν της έσπασαν τα ρουθούνια! Θα ήταν κακό να δοκίμαζε; Ακόμα εδώ έκαναν κι ωραία γλυκά του κουταλιού!
Ωστόσο, δεν πρόλαβε να χτυπήσει. Απ’ το παράθυρο που καθόταν η μάνα και τα έβλεπε όλα, είδε και την ίδια που σταμάτησε και κοιτούσε το σπίτι τους. Στην αρχή με το χέρι της χτύπησε το τζάμι και μετά, μισά ελληνικά και μισά τούρκικα, τη φώναξε να περάσει μέσα. Άλλο που δεν ήθελε δηλαδή η επισκέπτριά της. Έτσι, άνοιξαν την πόρτα και μπήκε. Στο κεφαλόσκαλο η Μαλιό τίναξε και το χιόνι απ’ το παλτό της. Μετά το έβγαλε και το κρέμασε στο ντουβάρι και σε μια ξύλινη κρεμάστρα. Στο τέλος, στρογγυλοκάθισε σ’ ένα απ’ τα μιντέρια τους και ζήτησε να της δώσουν λίγο νερό. Και της έδωσαν. Το ήπιε κι ύστερα το έριξε στο χάζι.
Δίπλα της, πάνω σ’ έναν μελιτζανί πάγκο, είδε ότι ήταν τα ψωμιά που ζύμωσαν και τα χριστουγεννιάτικα κουλούρια που έπλασαν. Όλα, μόλις τα έβγαλαν απ’ τον φούρνο εκεί κάτω απ’ το υπόστεγο που τα έψηναν και γι’ αυτό ακόμα άχνιζαν. Ενώ στο τζάκι χόχλαζε κι η φασολάδα που έβραζαν για να τη φαν το μεσημέρι. Κι όλο το σπίτι ήταν ζεστό σαν να ήταν χαμάμ. Θα το ζήλευε ο καθένας που κρύωνε.
-Κουζούμ, ρώτησε στα τούρκικα τη Μαλιό η μάνα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, σταυρώνοντας και τα χέρια μπροστά της. Τι θέλεις να σε κεράσουμε μια κι΄ ήρθες στο σπίτι μας; Εδώ, βέβαια, τον διερμηνέα έκανε η Μαρία.
-Να, πήγαινα στην εκκλησία και με την ευκαιρία ήθελα να περάσω κι από σας να σας δω, είπε η άλλη με χαμηλή φωνή.
-Καλά έκανες, πρόλαβε κι απάντησε η Μαρία, προτού ακούσει τι θα της πει η μάνα της. Κι εμείς, συνέχισε, απ’ τα μεσάνυχτα με τη μάνα μου κάνουμε όλες τις δουλειές γι’ αύριο τα Χριστούγεννα. Μαζί με τ’ άλλα κάναμε και γλυκό κυδώνι αλλά και βύσσινο. Εχτές κάναμε και φοινίκια. Ενώ μιλούσε, τράβηξε το τζάμι απ’ τον μπουφέ κι έβγαλε από μέσα του ένα μπουκάλι λικέρ. Το έδειξε στη Μαλιό και της είπε: «Φτιαγμένο από μαστίχα, αγριοκέρασα και λεμόνι. Ίδιο μ’ εκείνο της Πατρίδας». Πήρε κι’ ένα απ’ τα ποτηράκια της τα μικρά, κι αφού το γέμισε με το ποτό, πάνω σ’ ένα δίσκο, της έδωσε να πιει. Σε δυο άλλα έβαλε και για την ίδια και τη μάνα της που την έβλεπε αμίλητη.
Άπλωσε το χέρι της η Μαλιό και πήρε το ποτηράκι. Χωρίς χρονοτριβή το έφερε στα χείλη και το ήπιε μονορούφι, λέγοντας μέσα απ’ το λαρύγγι της κι ένα «ευχαριστώ». Πολύ της άρεσε κι ήταν βάλσαμο για το κρυωμένο στομάχι της. Λίγο μετά η Μαρία της έδωσε και κουλούρι για να τη ρωτήσει αν κι εφέτος πέτυχε η συνταγή. Κι αυτά η Μαλιό τα βρήκε περίφημα! Αλλά σκέφτηκε ότι η ίδια θα τα έκανε καλύτερα!
Κουβέντα στην κουβέντα οι δυο γυναίκες είπαν και για τον αργαλειό. Η Μαρία με τη μάνα της τον είχαν στο απέναντι δωμάτιο, κι όπως είπε, όποτε μπορούσαν έπιαναν δουλειά μαζί του. Αυτόν τον καιρό ύφαιναν μερικά απ’ τα προικιά των παιδιών της Μαρίας, μια κι αυτά ήταν μεγαλύτερα απ’ τ’ άλλα ξαδέρφια τους κι είχαν σειρά να παντρευτούν πρωτύτερα. Τα είδε η Μαλιό και θυμήθηκε και τον δικό της τον αργαλειό που έχει χρόνια να τον δουλέψει κι έτσι αραχνιασμένος στέκεται στην αποθήκη. Έκανε, όμως, την ευχή από μέσα της, μετά την Πρωτοχρονιά να τον πιάσει. Όλες οι κουρελούδες στο σπίτι της πάλιωσαν και χρειάζονταν να τους αλλάξει. Τι νοικοκυρά είναι!
Η ώρα στο μεγάλο ρολόι του σαλονιού, που έφεραν τ’ αδέρφια της Μαρίας απ’ την μακρινή Αμερική, έδειχνε να πέρασε το μεσημέρι. Τότε κι η Μαλιό είπε να φύγει. Αρμένικη, χωρίς αμφιβολία, ήταν η επίσκεψη στη φιλενάδα της, αλλά τέτοιες μέρες κανένας δε την παρεξηγεί. Και με τόσο χιόνι έξω! Μακάρι κάθε μέρα να ήταν Χριστούγεννα κι ο κόσμος να ήταν στο σεργιάνι. Ξεκρέμασε έτσι το παλτό της απ’ την κρεμάστρα που το είχε κρεμασμένο και κάνοντας να φύγει έριξε μια τελευταία ματιά στα ροδοκόκκινα κουλούρια. Ήταν αλήθεια πως πάλι τα λιγουρεύτηκε και γι’ αυτό αν της ξανάδιναν ένα απ’ αυτά, σίγουρα δε θα το αρνιόταν. Αλλά, ντροπιασμένη για τη σκέψη, άνοιξε γρήγορα την εξώπορτα για να φύγει. Την πρόφτασε, όμως, κι έτρεξε πίσω της η μάνα της Μαρίας. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που κατάλαβε την κρυφή επιθυμία της, έδωσε στα χέρια της μια χάρτινη σακούλα. Μέσα είχε κουλούρια. Τα έδωσε, και στραβά-κουτσά με τη γλώσσα, ευχήθηκε να περάσουν με τον άντρα της καλά Χριστούγεννα. Κι η Μαλιό, που έφευγε μέσα στο χιόνι, πάντα με προσοχή να μη γλιστρήσει και πέσει, γύρισε πίσω το κεφάλι της και την ευχαρίστησε μ’ ένα γεια του χεριού της. Απ’ την αυλή βγήκε στον δρόμο. Ποιον δρόμο όμως! Πάντως, όχι αυτόν που την πάει στο σπίτι της. Μέχρι το βράδυ ήταν ακόμα νωρίς να επιστρέψει στη σβησμένη φωτιά του. Έτσι, λοιπόν, τράβηξε κατά το ποτάμι που έκοβε στα δυο το χωριό κι αυτήν την εποχή κατέβαζε πολύ νερό. Ανέβηκε στην ξύλινη γέφυρα και πέρασε απέναντι στον δρόμο που σ’ έφερνε στην πλατεία. Θα πήγαινε στην κουμπάρα της, την Αγλαϊα, γιατί είχε καιρό να τη δει και να της μιλήσει. Αυτή, όπως της εξομολογήθηκε μια μέρα στο χωράφι που δούλευαν, ήταν πολύ στεναχωρημένη στο σπίτι της. Έχει τον άντρα της, τον Σταύρο, που δεν ενδιαφέρεται και πολύ για την οικογένεια, γιατί τις περισσότερες μέρες της χρονιάς ξημεροβραδιάζεται στα καφενεία και μπεκροπίνει. Την τελευταία φορά μάλιστα που την είδε της είπε ότι παίζει και κουμάρι, χαλώντας τα μισά λεφτά απ’ το μοσχάρι που πούλησαν πριν απ’ ένα μήνα περίπου για να πάρουν μερικά χρήματα κι έτσι, μέσα στις δυσκολίες, να μπορέσουν να ορθοποδήσουν σαν άνθρωποι. Κρίμα! Γιατί ήταν και καλή νοικοκυρά η κουμπάρα της. Αλλά τι να το κάνεις; Με τέτοιον άντρα που έμπλεξε, πού να δει χαΐρι και προκοπή! Και κάθε τόσο η δόλια κάνει υπομονή, μήπως και κάποτε αλλάξει και κοιτάξει καλύτερα την οικογένεια. Όμως, τα ίδια και τα ίδια. Καμιά καλυτέρευση!
Είχαν κι ένα κορίτσι. Παρασκευή το έλεγαν. Στ’ όνομα της Αγίας Παρασκευής που είχε το εκκλησάκι της έξω απ’ το χωριό και το έδωσε ο νουνός της γιατί γεννήθηκε τη μέρα της γιορτής της. Πολύ καλό κορίτσι, όμορφο και σήμερα της παντρειάς. Μόνο που τ’ αφιλότιμο από μικρό δεν πάτησε στο σχολείο ούτε και μια μέρα. Δεν ήθελε και δεν τα έπιανε τα γράμματα. Όσο κι αν της τάζανε καραμέλες και κούκλες. Έπεφτε κάτω και χτυπιόταν απ’ την άρνηση. Μέχρι που μια μέρα η δασκάλα της, η Ευγενία, την ξέγραψε απ’ τα κιτάπια του σχολείου και την έστειλε στη μάνα της να τη βοηθάει στις δουλειές. Κι από τότε ησύχασαν όλοι. Τι να κάνουμε. Δεν κάνουν όλοι για γράμματα!
Όμως, όταν πέρασε ο καιρός και μεγάλωσε λίγο, από μόνη της είπε να πάει σε μια οικοκυρική σχολή. Και πριν απ’ ένα χρόνο περίπου την έστειλαν. Και πολύ της άρεσε που πήγε. Μάθαινε νοικοκυριό και να κάνει γλυκά και φαγητά. Σήμερα της έδωσαν άδεια κι ήρθε στο χωριό για τα Χριστούγεννα. Χρυσοχέρα σαν τη μάνα της, στόλισε το σπίτι κι ετοίμασε το γιορταστικό τραπέζι. Πιο μπροστά με τη μάνα της σκούπισαν και καθάρισαν όλο το σπίτι. Μεγάλη χαρά στην οικογένεια για την προκοπή της!
Έφτασε στο σπίτι η Μαλιό και λαχανιασμένη απ’ το βάδισμα μέσα στο χιόνι χτύπησε την πόρτα της κουμπάρας της. Με γέλια και χαρούμενο πρόσωπο άνοιξε η κόρη της, που εκείνη την ώρα ζύμωνε το χριστόψωμο. Με τα ζυμάρια στα χέρια την καλωσόρισε και της είπε να περάσει μέσα. Έβγαλε κι η Μαλιό τις λαστιχένιες μπότες της και μπήκε. Κατ’ ευθείαν πήγε κι έκατσε στην καρέκλα που ήταν δίπλα στην κουμπάρα της. Εκείνη την ώρα αυτή ήταν στη μηχανή κι έραβε ένα φουστάνι για την κόρη της. Θα το φορούσε το κορίτσι αύριο, πρώτη μέρα τα Χριστούγεννα, στην εκκλησία κ ύστερα στη χοροεσπερίδα που διοργάνωσε ο πρόεδρος του χωριού στο καφενείο του του μπάρμπα-Αλέξη.
Κι εκεί στο μαγαζί σίγουρα θα την έβλεπε κάποιο παλικάρι της ηλικίας της για να στείλει αργότερα, αν ήθελε ο Θεός, προξενήτρες. Είπαμε ήταν ένα κορίτσι της παντρειάς
Όταν μπήκε στο σπίτι η Μαλιό, μαζί με την πάστρα, θαύμασε και τα στρωσίδια που έκαναν μάνα και κόρη. Άλλαξαν τις κουρτίνες στα ξύλινα παράθυρα, έστρωσαν πολύχρωμες κουρελούδες στα σανίδια, έβαλαν και φανταχτερές πάντες στα κρεβάτια. Στην καλή την κάμαρα έβαλαν και κάδρα με φωτογραφίες της Πόλης και του Παρισιού. Όλα τ’ αγόρασαν απ’ έναν γυρολόγο που προχτές ήρθε με το κάρο του στο χωριό κι επειδή, όπως είπε, είχε ανάγκη πουλούσε την πραμάτεια του στη μισή τιμή.
Και στην άκρη του σαλονιού σε μια γωνία κρέμασαν κι ένα καρυδένιο εικονοστάσι με μέσα του την Παναγία να κρατάει βρέφος τον Χριστό στη σπηλιά που γεννήθηκε. Μπροστά στην άγια εικόνα έκαιγε κι ένα μικρό καντηλάκι με λάδι. Ακριβό δώρο το εικονοστάσι απ’ τον παπα-Χρήστο, γιατί η Αγλαϊα μαζί με την καντηλανάφτισσα τη Βιργινία τον βοηθάνε στις δουλειές που έχει ο ναός. Η εικόνα υπήρχε από παλιά στο σπίτι . Ποιος ξέρει πόσες προσευχές έγιναν σ’ αυτή και πόσα θαύματα έκανε που δεν τα γνώριζαν οι οικογένειες που πέρασαν απ’ το σπίτι! Πολλά είπαν εκείνη τη μέρα οι κουμπάρες όταν στρώθηκαν στις καρέκλες για κουβέντα. Είπαν για τα χωράφια τους, για τα ζώα τους και για τις σοδειές τους. Μέχρι και λίγο κουτσομπολιό άνοιξαν για κάποιες νύφες και πεθερές που δεν τα πάν καλά μεταξύ τους και τρώγονται όπως οι γάτες με τα ποντίκια. Όμως, και γι’ αδέρφια που μαλώνουν για περιουσίες και βρίσκονται στα δικαστήρια. Όλες, βέβαια, οι συζητήσεις με καλή καρδιά και για να περνάει η ώρα. Άλλωστε τις εξομολογήθηκαν και στον παπά. Κι’ αφού ήταν έτσι δεν υπήρχε αμαρτία! Ώσπου ακούστηκε ν’ ανοίγει η πόρτα. Είχε πια σκοτεινιάσει κι ο άντρας της Αγλαϊας, ο Σταύρος, μετά από ολοήμερο κρασοπότι στο καφενείο, επιτέλους αποφάσισε να γυρίσει στο φτωχικό του. Άφησε τα παπούτσια του στο κατώφλι και κρατώντας την ισορροπία του για να μην πέσει απ’ τη ζάλη που του έφερε το ποτό μπήκε στο σπίτι. Στο φως που έβγαζε η λάμπα και τ’ αναμμένο τζάκι αμέσως αναγνώρισε την κουμπάρα του, που κι αυτή σαν τον είδε έτσι να παραπατάει λίγο έλειψε να βάλει τα γέλια. Κρατήθηκε, όμως, μην τον προσβάλλει και πάνω στη σούρα του αρχίσουν τα μαλώματα. Κι ύστερα, άντε να ξεμπερδέψεις!
-Εδώ είσαι και συ κουμπάρα μας. Σαν τα χιόνια, είπε στη Μαλιό ο Σταύρος με το κεφάλι του να κουδουνίζει απ’ το οινόπνευμα και με κάποια δόση ειρωνείας, μια και παρά την κατάστασή του θυμόταν τη συνήθειά της να φέρνει όλη μέρα βόλτα στους μαχαλάδες. Ποιος καλός άνεμος, συνέχισε να λέει, σ’ έφερε στο σπιτικό μας; Μη μου πεις ήρθες κατά λάθος. Το χιόνι έξω είναι ένα μέτρο!
-Όχι βρε τζαναμπέτη, τ’ απάντησε εκείνη μονομιάς. Εγώ, είπε, το πρωί πήγαινα στην εκκλησία κι επειδή δεν μπορούσα να περπατήσω μέσα στο χιόνι είπα να περάσω να σας δω. Αν δε με θέλετε να σηκωθώ να φύγω. Κι έκανε πως σηκώνεται μα στο λεπτό ξανακάθισε.
-Αφού ήρθες θα κάτσεις, απάντησε με λίγο λόξιγκα ο Σταύρος. Κάτσε να φάμε τώρα το βράδυ όλοι μαζί. Κι ύστερα, αν θέλεις σ’ ανοίγουμε την πόρτα να φύγεις και να πας στο καλό! Και κοίταξε τη γυναίκα του να ετοιμάσει το φαγητό.
Άλλο που δεν ήθελε κι η Μαλιό. Να θρονιαστεί γι’ άλλη μια φορά σήμερα, και βραδιάτικα ν’ απολαύσει το φαγητό της κουμπάρας της. Γι’ αυτό σταύρωσε τα χέρια της και σαν να ήταν σε πολυτελές εστιατόριο της Ευρώπης, με μετρ και γκαρσόν, περίμενε να της το φέρουν. Τελικά, έφαγαν. Όχι πως ήταν τίποτα πλούσιο το φαγητό. Μερικές βρασμένες πατάτες είχε. Λίγες παστές σαρδέλες και ταραμά, καθώς και τουρσί μ’ ελιές. Εξ άλλου τί να φας! Νηστεία ήταν και σήμερα. Στο τέλος τσούγκρισαν όλοι τα ποτήρια με το κόκκινο κρασί που έπιναν κι ευχήθηκαν καλά Χριστούγεννα. Κι ενώ έπιναν το τελευταίο ποτηράκι κι η Μαλιό δε σκεφτόταν να επιστρέψει ακόμα στο σπίτι της, αφού δεν της έφτασαν και σήμερα οι τόσες επισκέψεις, στην εξώπορτα ακούστηκε κάποιος να φωνάζει. Με πολύ δυσκολία σηκώθηκε ν’ ανοίξει ο Σταύρος. Κι όταν η πόρτα άνοιξε όλοι στο λίγο φως είδαν τον Γιάγκο, τον άντρα της Μαλιός, με το ζόρι να κρατιέται απ’ το χερούλι της πόρτας για να μην πέσει. Κι αυτός, μόλις πριν λίγο, το έσκασε απ’ το καφενείο του Γιώργου του Φουρνατζή που έπινε, κι επειδή στο σπίτι δεν έβρισκε τη γυναίκα του πήρε τους δρόμους για να την ψάξει. Μέχρι που, δόξα σοι ο Θεός, τη βρήκε εδώ στην κουμπάρα της, όπου έρχεται κατά καιρούς, μια κι αυτή είναι γραμμένη στον κατάλογο των καθημερινών της επισκέψεων.
-Ε κουμπάρε, ρώτησε απ’ έξω. Εδώ είναι η γυναίκα μου;
-Εδώ είναι, τ’ απάντησε με ξερόβηχα ο Σταύρος. Πέρασε μέσα για να ζεσταθείς.
Έκανε, λοιπόν, τον κόπο και με σκυμμένο το κεφάλι μπήκε κι αυτός μέσα για ν’ αρχίσουν, κατά κύριο λόγο μεταξύ τους, καινούργιες σπονδές στον Βάκχο και τον Διόνυσο. Τώρα τι λέγανε οι δυο τους; Πολλά και διάφορα. Τέτοιες στιγμές, όταν με το κρασί λύνονται-μπερδεύονται οι γλώσσες, έχεις άποψη για τα πάντα. Ακόμα και για όλα αυτά που δε γνωρίζεις. Το ποτό σε κάνει πανεπιστήμονα!
Χτύπησε μεσάνυχτα κι η παρέα ήταν εκεί μαζεμένη και δε φαινόταν να είχε σκοπό να το διαλύσει. Δεν είχε σημασία που κατανάλωναν φτωχά εδέσματα. Ήταν πλούσια τα αισθήματα της χαράς και της ευχαρίστησης που είχαν. Κι έτσι είναι. Η ευτυχία στη ζωή βρίσκεται παντού! Αλλά δεν άργησαν να έρθουν και τα χασμουρητά. Πρώτος άρχισε ν’ ανοίγει τον στόμα του ο Γιάγκος και γι’ αυτό τρεις φορές σηκώθηκε να φύγουν με την Μαλιό, όμως, που δε χόρταινε τις βόλτες, να έχει τις αντιρρήσεις της. Κάποτε, όμως, ο άντρας την έπεισε κι αφού καληνύχτισαν τους κουμπάρους τους βρέθηκαν να περπατάν στον χιονισμένο δρόμο για το σπίτι τους. Πάνω στα κεφάλια τους εκείνη την ώρα έπεφτε και καινούργιο, αφράτο χιόνι. Έμοιαζαν με χιονάνθρωποι!
-Άντε σουρτούκα μου, της είπε σε κάποια στιγμή της διαδρομής ο άντρας της. Άντε να πάμε στο σπίτι μας. Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα και το πρωί θα πρέπει να πάμε στην εκκλησία. Αλλά βρε γυναίκα, τη ρώτησε, όσο έβλεπε, βέβαια, απ’ το μεθύσι του, τι κουβαλάς μέσα στον ντορβά;
-Τι να κουβαλάω βρε άντρα μου, του είπε. Τα φαγητά που θα φάμε αύριο. Λίγο κρέας απ’ τον ξάδερφό μου τον Νικόλα, λίγα γλυκά απ’ τη φιλενάδα μου τη Μαρία και τώρα λίγο κρασί που μας έδωσε η κουμπάρα. Αμάν πια. Βαρέθηκα. Όλα τα σκέφτομαι εγώ!
Και συνέχισαν να βαδίζουν μέσα στο χιόνι για να παν στο σπίτι τους που τους περίμενε όλη τη μέρα. Ίσως αύριο, τα Χριστούγεννα, να τα περνούσαν μαζί. Στ’ αναμμένο τζάκι.
Γιατί κι ο κανόνας έχει κι αυτός τις εξαιρέσεις του!

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ   12 - 12 - 2023

Επεξηγηματικά:
Σουρτούκα: Γυναίκα χωρίς υποχρεώσεις
Κερχανατζης: Άνθρωπος αχρείος, φασαρτζής
Τζαναμπέτης: Ο κακότροπος στις σχέσεις του
Μαμούκα: Τσεμπέρι
Κουζούμ: Τρυφερή προσφώνηση ψυχή μου
Μπατζάς: Καπνοδόχος
Μαλιό: Υποκοριστικό Αμαλία
Μιντέρι: Καναπές
Γκελ κεφίμ: Έλα χαρά μου

 

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Ένα επίκαιρο διήγημα του Τρ. Ούρδα


Η «ΚΛΕΦΤΡΑ»


Από το πλίθινο χαμόσπιτο της γιαγιάς, της Ντούσας, περνάνε τώρα όλοι οι χωριανοί της για να της πούνε ένα γεια στο τελευταίο της ταξίδι και ν’ αφήσουν λίγα λουλούδια στο άψυχο κορμί της. Πιο πολύ όμως να τους συγχωρέσει για ‘κείνο που άδικα τόσο καιρό την κατηγορούσαν και μαύριζαν την κουρασμένη ψυχή της. Γιατί, μέρα που ξημέρωνε σήμερα στο χωριό και γιόρταζαν το Πάσχα την βρήκαν ξαπλωμένη στο ξύλινο σαρακοφαγωμένο κρεβάτι της μ’ ένα καντήλι αναμμένο ψηλά στην εικόνα του αναστημένου Χριστού και μ’ ένα κόκκινο αυγό στο χέρι της. Η ίδια δε να αναπαύεται εν ειρήνη και να μην αναπνέει τώρα πια σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο.
Χρόνια τώρα η άμοιρη ζούσε μόνη στο καλύβι της και στη γειτονιά με τις λάσπες που έφταναν μέχρι το γόνατο. Πολλοί λίγοι κι αυτοί γέροι την θυμούνται με τον άντρα της, γιατί σαν έπιασε ο πόλεμος κι έφυγε στρατιώτης δεν ξαναγύρισε όσο κι αν η φουκαριάρα τον περίμενε μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο να γυρίσει. Αλλά κι όταν τέλειωσε η συμφορά, αυτός πάλι δεν εμφανίστηκε. Έτσι, το πρόσωπό του έμεινε στο μυαλό της μονάχα μια μακρινή εικόνα, ζεστή ανάμνηση και παλιά φιγούρα που ερχόταν κι έφευγε, κάθε φορά που πήγαινε να σκουπίσει την καλή τους την κάμαρα κι έβλεπε μερικά απ’ τα ρούχα του που άφησε φεύγοντας. Προπάντων, εκείνα τα γαμπριάτικα με τα μαύρα σκαρπίνια, όλα τους αραχνιασμένα πίσω απ’ την πόρτα, που ίσως κι αυτά αν και άψυχα, κάποτε τον περίμεναν να γυρίσει και να τα ζωντανέψει φορώντας τα με καμάρι και λεβεντιά.
Όμως, ποτέ δε γύρισε. Τον έφαγε φαίνεται ο άγριος πόλεμος με τα μπαρούτια και τις κακουχίες στα πεδία των μαχών. Και τα μάτια της άτυχης από ‘κείνο το πρωινό που τον χαιρέτησε στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού, ξανά δεν τον είδαν για να ζήσουν κι αυτοί και να κάνουν οικογένεια, όπως ακριβώς την ονειρεύτηκαν νέα παιδιά. Η μοίρα από μικρούς τους ξέγραψε και δεν ήθελε να ζήσουν και να γεράσουν μαζί, όπως τους ευχήθηκε την Κυριακή ο παπάς όταν τους πάντρευε και οι γονείς τους όταν τους φίλαγαν στο μέτωπο και τσούγκριζαν τα κεφάλια τους με περασμένα τα στέφανα πάνω τους, για να έχουν μια ζωή ανθόσπαρτη και γλυκιά σαν το μέλι. Τόσες ευχές και πήγαν όλες χαμένες! Αλλά όπως λέει κι ο κόσμος, «όπου φτωχός κι η μοίρα του».
Από τότε λοιπόν που η γυναίκα ήταν ακόμα νέα έμεινε απροστάτευτη και εντελώς μόνη της στον κόσμο. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Το μαύρο ριζικό της φρόντισε να ξεπαστρέψει εκτός από τον άντρα της κι όλους τους άλλους καλούς συγγενείς της. Γιατί, άμοιροι κι αυτοί, ένας ένας «έφευγαν» νωρίς, ίσα που προλάβαιναν ν’ ασπρίσουν τα μαλλιά τους και να χαρούνε τη ζωή. Θες βαριές κι αγιάτρευτες αρρώστιες, θες σκοτωμοί για κληρονομιές μεταξύ τους, θες καινούργιοι πόλεμοι που ξετυλίγονταν κάθε τόσο μπροστά τους, όλοι τους βιαστικά έπαιρναν τον δρόμο για τον άλλον κόσμο και μόνο η ίδια έμενε να τους ξεπροβοδίζει με κλάματα, λυγμούς και αναστεναγμούς και λίγο στάρι που έβραζε και μοίραζε στο χωριό για τις ψυχούλες τους. Σκληρό να χάνεις τους δικούς σου ανθρώπους και αυτούς που μια μέρα θα ήθελες ν’ ακουμπήσεις απάνω τους για λίγη συμπόνια και μια παρηγοριά, για να πεις ότι σ’ αυτόν τον κόσμο είσαι άνθρωπος και όχι ένας βράχος που τον δέρνουν αλύπητα τα κύματα της άσπλαχνης θάλασσας.
Κόντρα όμως στον χαλασμό η Ντούσα δεν το ‘βαλε κάτω. Με πίστη στον Θεό έκανε κουράγιο και υπομονή για να μπορέσει ν’ αντέξει. Δούλευε στα χωράφια της και απ’ τις λιγοστές σοδειές που έπαιρνε ζούσε και κράταγε όρθιο το κορμί της. Βοήθεια σχεδόν από πουθενά. Η μόνη υποστήριξη που υπήρχε απ’ τους άλλους ήταν η λειτουργιά που της έδινε ο παπάς, όταν καμιά φορά τις Κυριακές τη θυμόταν και χτύπαγε την πόρτα της. Πάντοτε βέβαια κρυμμένη στο ράσο του μην τυχόν τον δουν οι άλλοι και πουν ότι κάνει διακρίσεις, μια και στο χωριό υπήρχαν και άλλοι που δεν είχαν να βάλουν μια μπουκιά στο στόμα τους.
Αλλά… όλα δικαιολογημένα στη δίκαιη και αυστηρή κρίση του παπά. Αυτοί δεν ήταν μόνοι τους. Είχαν τις οικογένειες και τους συγγενείς τους και λίγο-πολύ καθημερινά εξασφάλιζαν λίγα ψίχουλα για να περάσουν. Η Ντούσα όμως η γριά δεν είχε κανέναν και τώρα τελευταία μάλιστα φαινόταν ότι δεν μπορούσε και να δουλέψει. Τα χρόνια βλέπετε φεύγουν και αφήνουν πίσω τους πολλά σημάδια.
Στο χωριό ήρθε η Αποκριά κι αυτή έδωσε τη σειρά της στη Σαρακοστή. Ο Μάρτης από την άλλη αντί ν’ αποτραβήξει τα χιόνια και να βγάλει τον ήλιο στον ουρανό και να ζεστάνει, προτίμησε να κάνει το αντίθετο. Έριξε όσο μπορούσε περισσότερη απ’ την παγωνιά του και δεν άφησε ούτε μια ηλιαχτίδα να φανεί στον ορίζοντα. Το κρύο που σαν θεριό παραμονεύει το θύμα του στη γωνιά, χίμηξε ανελέητο μέσα στους μαχαλάδες κι έτριξε τα δόντια του σ’ όποιον τολμούσε να ξεμυτίσει και να βγει έξω απ’ το σπίτι του για να μαζέψει ξύλα και να τα κάψει στο τζάκι. Ακόμα, ούτε να μπορεί να κάνει ένα βήμα και να πεταχτεί μέχρι τον γείτονά του, προκειμένου να του ζητήσει λίγο αλεύρι, να το ζυμώσει και να κάνει μια «σταξιά» ψωμί σε περίπτωση που το δικό του έπαιρνε να τελειώνει. Και δεν ήταν μόνο τα στοιχεία της φύσης που έδερναν αλύπητα την κάθε ψυχή. Ήταν κι εκείνη η γερμανική και στρατιωτική μπότα της Κατοχής όπως τη λέγανε, μια και αναφερόμαστε στην εποχή της χρονιάς του σαράντα ένα. Οι κατακτητές δεν ήξερες ποιες ώρες απαγόρευαν την κυκλοφορία. Πολλές φορές, ακόμα και τη μέρα, βάδιζαν στρατιωτικά στους δρόμους και με τα όπλα στα χέρια έμπαιναν στα σπίτια και άρπαζαν τα τσουβάλια με τα στάρια και τα καλαμπόκια. Τα φόρτωναν στα καμιόνια τους και τα έστελναν στους στρατιώτες που πολέμαγαν στο μέτωπο. Μαζί έμπαιναν και στους στάβλους. Έλυναν κι απ’ εδώ τα ζωντανά και με τα ίδια φορτηγά τα κουβάλαγαν για να κάνουν εν τέλει κονσέρβες και τροφή, πάλι για τον στρατό τους. Πείνα παντού. Και στις καλύτερες οικογένειες που τις λέγανε πλούσιες.
Μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία και η Ντούσα όταν σηκώθηκε ένα πρωί είδε ότι και το τελευταίο της ξεροκόμματο στο φανάρι είχε τελειώσει. Μόνο μπαγιάτικα ψίχουλα έμειναν, ικανά να μην μπορούν να χορτάσουν κι ένα σπουργίτη. Πήγε και δίπλα να κοιτάξει στ’ αμπάρι της μήπως είχε αλεύρι να το ζυμώσει και να κάνει λίγο ψωμάκι να το φάει, αλλά κι εδώ δε βρήκε τίποτα. Τίναξε και τα τσουβάλια που ήταν γεμάτα με τ’ αλεύρι, όμως, με λύπη διαπίστωσε ότι κι αυτά ήταν άδεια. Πέρασαν κι απ’ εδώ βλέπετε οι στρατιώτες και άδειασαν και το τελευταίο που άλεσε τις προάλλες στον νερόμυλο του χωριού. Πραγματικά απογοητεύτηκε και της ήρθε να κλάψει. Και πείναγε πολύ!
Στην απελπισία της, τράβηξε ακόμα και κατά τον στάβλο που είχε την κατσίκα. Μήπως την άρμεγε για να βράσει λίγο απ’ το γάλα της. Τι να το κάνεις όμως; Τη βρήκε ξαπλωμένη σε άθλια κατάσταση, έτοιμη κι αυτή να ψοφήσει απ’ την πείνα. Δεν είχε χορτάρι να την ταϊσει. Και με τέτοιο παλιόκαιρο δεν υπήρχε περίπτωση να τη βγάλει έξω για να βοσκήσει μια στάλα στα χωράφια και να πάρει που λέμε τ’ απάνω της. Τελευταία της ελπίδα ήταν οι κότες στο κοτέτσι. Κι εδώ όμως στα χαμένα. Στις φωλιές τους δεν υπήρχε ούτε ένα αβγό. Η θέση της ήταν πολύ δύσκολη!
Τώρα, μετά απ’ όλα αυτά, δεν της έμεινε τίποτα άλλο παρά να βγει στη γειτονιά και να ζητιανέψει. Αλλά πια γειτονιά; Κι αυτή δεν ήταν σε καλύτερη θέση απ’ την ίδια. Δυο μέρες πριν πέρασαν κι απ’ εδώ οι περιπολίες κι έκλεψαν όλα τα τρόφιμα. Εξάλλου τα σπίτια κοντά της είχαν μεγάλες οικογένειες και μάλιστα όλες με μικρά στόματα να θρέψουν. Πώς να τολμήσει η ίδια να πάει και να χτυπήσει την πόρτα τους για να της δώσουν λίγα δράμια απ’ το ψωμί τους. Να το στερήσουν δηλαδή από τ’ αγγελούδια τους; Θα ήταν μεγάλη ντροπή κι αυτό η συνείδησή της δε το χώραγε.
Άσε, έκανε τη σκέψη μ’ ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά και μ’ ένα καυτό δάκρυ που χάραξε στο μάγουλό της. Φρονιμότερο θα ήταν να κάτσει στο σπίτι της μπροστά στα μισοσβησμένα κάρβουνα του τζακιού και να κάνει υπομονή περιμένοντας. Τι να περιμένει όμως; Ούτε κι αυτή ήξερε. Τον κόσμο γύρω της τον έβλεπε θολωμένο.
Έφτασε και τ’ απομεσήμερο. Μέσα στον αγριεμένο καιρό, κάπου ψηλά στα μαύρα σύννεφα τ’ ουρανού και στα σβησμένα μάτια της, φάνηκε μια χαραμάδα από ήλιο. Έφεξαν τα σκοτεινά δρομάκια κι απ’ τις στέγες άρχισαν να πέφτουν σταγόνες απ’ τα χιόνια που ξεπάγωναν. Ο νοτιάς που φύσηξε χάιδεψε λίγο τα δέντρα και πήρε από πάνω τους τη λευκή στολή που τους έντυνε το χιόνι. Η φύση αυτή την ώρα λες και ζήταγε να γλυκάνει το πρόσωπό της, γι αυτό και μερικοί απ’ τους τολμηρούς χωριανούς ξεπετάχτηκαν απ’ τα κονάκια τους και πήγαν να ψάξουν να βρουν ξύλα στο δάσος και στα ποτάμια. Τα τζάκια τους ήταν άδεια.
Αλλά ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού. Το ποτάμι, ιδιαίτερα αυτό που περνάει μέσα απ’ το χωριό, όλο το χειμώνα με τις πλημμύρες, έφερε αρκετά «χτούκια». Και τώρα που λιγόστεψε το νερό, όλα τα πήρε και τ’ άφησε δίπλα στην κοίτη του, εύκολο να τα μαζέψει κανένας και να τα κάψει για να ζεσταθεί. Άλλοι πάλι βγήκαν να πάν να δουν τους συγγενείς τους και ν’ ανταλλάξουν κουβέντες μεταξύ τους, πιο πολύ όμως να πάρουν και να δώσουν τρόφιμα που έκρυβαν στα ντουλάπια και στα κατώγεια τους μην τους τ’ αρπάξουν οι Γερμανοί. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να υπάρχει αλληλεγγύη.
Μπροστά σ’ όλα αυτά που γίνονταν, και η Ντούσα καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι μέσα στο υγρό φτωχικό της και με την κοιλιά να γουργουρίζει απ’ τη νηστικάδα, πήρε κι αυτή την απόφαση. Να πάει και να ζητήσει λίγο ψωμί απ’ τα σπίτια που ήταν κοντά στ’ αλώνια του χωριού και που μπόρεσαν να γλιτώσουν απ’ τους ακατονόμαστους μερικά τσουβάλια με φρέσκο στάρι και καλαμπόκι για να κάνει μια ή δυο μέρες το μεσημεριανό φαγητό της. Μάλιστα μια οικογένεια σ’ αυτά έζησε στη Γερμανία, ήξερε καλά τη γερμανική γλώσσα και απ’ ό,τι έμαθε οι στρατιώτες της φέρθηκαν καλά και έδειξαν κατανόηση στη λεία τους. Γι αυτό και είχε ακράδαντη την πεποίθηση ότι θα την συμπονέσουν και θα της έδιναν κάτι να φάει.
Πήρε λοιπόν τα πόδια της η γιαγιά και χωρίς να χάσει χρόνο βγήκε στον ίσιο χωματόδρομο που σ’ έφερνε στα σπίτια των «γερμανών» όπως τους έλεγαν. Μέσα της στεναχωριόταν και ντρεπόταν για ό,τι πήγαινε να κάνει. Αλλά δε γινόταν διαφορετικά. Πεινούσε πολύ και αυτό ήταν αρκετό να σκέφτεται πως δεν πρέπει να υποχωρήσει και να γυρίσει πίσω στην κόλαση της πείνας.
Όταν κάποτε έφτασε με τα ξυλιασμένα απ’ τον πάγο χέρια της χτύπησε δυνατά την πόρτα του πρώτου στη σειρά απ’ τα σπίτια. Ξαναχτύπησε αλλά όμως κανένας δε φαινόταν να την ανοίγει. Απογοητευμένη πήγε να φύγει, ωστόσο όμως κοντοστάθηκε και χωρίς να το θέλει κοίταξε απ’ το παράθυρο μέσα στο σπίτι. Περίεργο, δεν είδε κανέναν. Το χτύπησε κι αυτό, όμως πάλι απάντηση δεν πήρε. Έβαλε το χέρι της στο μέτωπο και κοίταξε καλύτερα. Και τότε μέσα στο σπίτι είδε αυτό που ζητούσε Πάνω σ’ ένα στρόγγυλο χαμηλό σοφρά ήταν αφημένα μπόλικα καρβέλια ψωμί. Σαν αυτά που φούρνιζε και η ίδια όταν τα πιθάρια της ήταν γεμάτα απ’ αλεύρι και τα μοίραζε ζεστά για να συγχωράνε όσοι τα έτρωγαν τα πεθαμένα της.
Δεν το πίστευαν τα μάτια της. Έβλεπε απέναντί της ψωμί. Φαγητό τέλος πάντων που τόσον καιρό της λείπει για να ζήσει. Και Θεέ η ατυχία! Δεν είναι εδώ ο νοικοκύρης να ζητήσει ένα κομματάκι. Άρχισαν λοιπόν να περνάν διάφορες σκέψεις απ’ το μυαλό της. Μια μικρή φέτα αν έτρωγε θα ήταν αρκετή να ικανοποιήσει την πείνα της. Όχι πολύ. Μια και μόνο.
Έτσι, πάνω στη λαχτάρα της έσκυψε πολλές φορές στο παράθυρο. Λες και υπήρχε περίπτωση να χορτάσει και μόνο μ’ αυτό που ‘βλεπε. Αλλά όμως με το να βλέπει το ψωμί δεν ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο και με το καλό τέλος πάντων να δοθεί ένα τέρμα στο μαρτύριό της. Έτσι το μυαλό της πήγε παραπέρα. Μήπως λοιπόν αν έμπαινε μέσα κι έκοβε λίγο στα κρυφά για να φάει; Έστω ακόμα και χωρίς να το ξέρει ο ιδιοκτήτης του σπιτιού; Ψωμί θα έπαιρνε για να το φάει την ίδια στιγμή και να πάρει ζωή. Και όχι όλο. Ούτε και να βάλει απ’ αυτό στην ποδιά της. Μονάχα τόσο όσο να περάσει το βράδυ της. Για αύριο θα έβρισκε με κάτι άλλο να πορευτεί και να παρατείνει την επιβίωσή της.
Πραγματικός πόλεμος ξέσπασε στην ψυχή της. Από τη μια μεριά ήταν το σώμα της που ήθελε να τραφεί και να την κρατήσει στη ζωή κι από την άλλη η ηθική της, η ίδια η καθαρή της συνείδηση που της φώναζε δυνατά να μην επιχειρήσει τέτοια άδικη πράξη. Το ψωμί της έλεγε και της επαναλάμβανε η φωνή δεν ήταν δικό της και μπορεί να το είχαν ανάγκη και άλλα άτομα. Πώς θα μπορούσε αυτή να το στερήσει απ’ το τραπέζι τους;
Στον πυρετό αυτό της σύγκρουσης, άκουσε δίπλα βήματα και κάποιος να μπαίνει γρήγορα στο σπίτι με τους μεντεσέδες της πόρτας πίσω του να τρίζουν. Φοβήθηκε και τραβήχτηκε γρήγορα απ’ το παράθυρο, μάλιστα και με αρκετές ενοχές για τα παράλογα που πέρασαν απ’ το μυαλό της. Την ίδια στιγμή έβαλε όσο μπορούσε και τα δυνατά της και με πολύ κόπο, σχεδόν σερνόμενη απ’ την αδυναμία που ένοιωθε εξ αιτίας της ασιτίας, επέστρεψε στο σπίτι της.
Ακόμα δεν είχε βραδιάσει.
Άνοιξε την πόρτα και λαχανιασμένη έτρεξε να κάτσει στο κρεβάτι της. Προτού όμως να κάτσει, παρατήρησε ότι πάνω σ’ ένα απ’ τα σκαμνάκια που είχε κοντά στο τζάκι και αναπαυόταν ήταν αφημένο ένα κομμάτι ψωμί. Ναι, ψωμί που της έφερε πάλι ο παπάς γιατί πάνε λίγες μέρες που δεν την έβλεπε έξω να περπατάει και ανησύχησε. Ολόλευκο, χάσκο ψωμάκι είχε για τώρα δικό της στο σπίτι, που γι αυτό πριν από λίγο η ανθρώπινη αδυναμία της θα την έκανε κλέφτρα, γιατί θα παραβίαζε τους νόμους του Θεού της. Και αν το έκανε οι τύψεις της θα την είχαν ξεκάνει μια ώρα αρχύτερα.
Πέρασε η νύχτα και ήρθε το πρωί. Σήμερα η μέρα ήταν καλύτερη γιατί ο ουρανός έγινε καταγάλανος και το κρύο λιγόστεψε. Στην ώρα που πέρναγε ακούστηκαν χτύποι στην πόρτα του σπιτιού της γιαγιάς. Η ίδια δεν είχε τελειώσει ακόμα καλά καλά την πρωινή προσευχή της όταν μπήκαν μέσα ο πρόεδρος του χωριού με τον παπά. Φαίνονταν λίγο σκεφτικοί και προβληματισμένοι. Πήραν τη θέση τους στα σκαμνάκια και πρώτος ο παπάς άνοιξε το στόμα του. Ο γενειοφόρος ίσια και σταράτα, χωρίς πολλά λόγια και περιστροφές, ρώτησε τη γριά αν χτες το απόγευμα πήγε στα σπίτια των «Γερμανών», εκεί κάτω στ’ αλώνια και αν, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, πήρε ψωμί απ’ το τραπέζι τους που το είχαν αφημένο να το φάνε το βράδυ όταν θα γύριζαν απ’ τα ξύλα που μάζευαν στο δάσος με τα πουρνάρια.
«Ναι», είπε αυτή έκπληκτη και με λόγια που έδειχναν σαν να ήθελε ν’ απολογηθεί που πήγε. «Αλλά», συνέχισε ψελλίζοντας, «παρά την πείνα μου δεν άπλωσα το χέρι μου στο ψωμί όπως λες. Σκέφτηκα, πως αν το έκανα θα ντρεπόμουν σ’ όλη μου τη ζωή» Αυτά είπε και έκανε τον σταυρό της σηκώνοντας το βλέμμα της ψηλά στον τοίχο και στο μαυρισμένο απ’ την καντήλα εικονοστάσι της.
«Τότε αφού είναι έτσι», πήρε την κουβέντα ο πρόεδρος κοιτώντας τη στα μάτια, «δε θα είχες κανέναν φόβο να τα πεις αυτά και στον παπά στην εξομολόγηση κάτω απ’ το πετραχήλι του», σαν να ήθελε λίγο-πολύ να αμφισβητήσει με τον τρόπο του όσα άκουσε απ’ το στόμα της.
«Τα παραλές πρόεδρε», διαμαρτυρήθηκε η Ντούσα και με αρκετή δυσκολία έσφιξε στο στήθος τα κοκκαλιάρικα χέρια της ενώ από μέσα της έβγαλε έναν βαρύ αναστεναγμό, λες και μαζί μ’ αυτόν θα έσβηνε κι η ψυχή της. «Αλήθεια σας λέω, εγώ ψωμί δεν πήρα», συνέχισε να επιμένει καί στους δυο μ’ έναν κόμπο στον λαιμό της. «Και βέβαια θα το πω στην εξομολόγηση που θα πάω στην εκκλησιά μπροστά στον Θεό. Φτωχιά είμαι», συμπλήρωσε κι έκλεισε τη συζήτηση μ’ ένα παράπονο, «και όχι κλέφτρα!»
«Κανένας όμως δε σε πιστεύει», συνέχισε πάλι πικρόχολος ο πρόεδρος. «Κι όλο το χωριό έμαθε για την πράξη σου. Να δούμε», μουρμούρισε στο τέλος ξεφυσώντας, «πώς θα τα καταφέρουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο του χωριού και να τον πείσουμε ότι λες την αλήθεια!»
Αυτά είπαν ο παπάς και ο πρόεδρος και σιωπηλοί βγήκαν απ’ το φτωχοκάλυβο. Πίσω τους η γιαγιά έβαλε τα κλάματα για τη συμφορά που τη βρήκε και με τις κατηγόριες που τις έσερναν. Ήταν άδικες. Με ποιο τρόπο όμως θα μπορούσε να τις αλλάξει; Κι αυτή δεν ήξερε.
Πέρασαν μερικές μέρες απ’ τη Σαρακοστή κι απ’ την επίσκεψη κι έφτασε κοντά του Ευαγγελισμού. Οι χωριανοί βγήκαν πια απ’ τα σπίτια τους κι έτρεξαν στα χωράφια για να τα περιποιηθούν. Έβγαλαν και τα ζώα απ’ τα παχνιά και τα πήραν μαζί τους για να τα βάλουν να βοσκήσουν τα φετινά δροσερά χορτάρια. Και αυτά τα έτρωγαν με ευχαρίστηση.
Στις ηλιόλουστες μέρες φάνηκαν και τα χελιδόνια. Πέταγαν πάνω απ’ τις στέγες και μέσα στις αυλές και αναζητούσαν σε κάθε τοίχο τις παλιές φωλιές τους για να γεννήσουν αργότερα τα μικρά τους. Όλοι έβλεπαν πως με ρόδα και κρίνα πάνω στα βουνά, τους κάμπους και τους φράχτες των μπαξέδων έφτανε για τα καλά η Άνοιξη με τον ευωδιαστό Απρίλη και το Πάσχα με την κατακόκκινη Λαμπρή του. Στα δύσκολα των καιρών η μεγάλη αυτή γιορτή της χριστιανοσύνης θα ήταν μια ανάσα για τους κατοίκους που στέναζαν απ’ τον φόβο και τη φτώχεια.
Αλλά στο σπίτι της γιαγιάς της Ντούσας η ζωή δεν πήγαινε προς το καλύτερο. Αν και κατάφερε η έρμη να ζήσει μέχρι σήμερα με τα λίγα που της έφερνε η εκκλησία, την ίδια την έτρωγε μεγάλη στεναχώρια. Και αυτό γιατί όσα της καταμαρτυρούν στο χωριό ήταν αδύνατο να τα κρατήσει το γέρικο κορμί της, ακόμα και η ζωντανή συνείδησή της. Πρωί και βράδυ βλέπει μπροστά της τα σκυμμένα κεφάλια και τα καχύποπτα βλέμματα των χωριανών της όταν την συναντούν στη γειτονιά και ραγίζεται η καρδιά της. Θέλει να πάρει σβάρνα τα δρομάκια, να βγει στην πλατεία και να φωνάξει σ’ όλους πως είναι αθώα και ότι μερικοί την κατηγορούν χωρίς να ξέρουν ότι όλα αυτά είναι ψέματα και της τρώνε τα σπλάχνα.
Πώς όμως μια αδύνατη και ταλαιπωρημένη απ’ τα χρόνια και την κακή της τύχη ηλικιωμένη γυναίκα θα μπορούσε ν’ αλλάξει τη γνώμη τόσων ανθρώπων; Ο κόσμος έχει μάθει ν’ ακούει τους πολλούς και όχι τον έναν, όσο κι αν αυτός τους εκλιπαρεί να τον πιστέψουν για την μπέσα του και την αλήθεια των λόγων του.
Γι αυτό η μόνη παρηγοριά που της απέμεινε ήταν ο Θεός και η Παναγία. Κάθε μέρα τώρα χωρίς να ξεχνάει, την ώρα του Εσπερινού ανάβει το καντήλι τους και προσεύχεται, μήπως βρεθεί τέλος πάντων αυτός που μπήκε στο σπίτι και έκλεψε το ψωμί. Έτσι, μήπως σταματήσει κι αυτή να κουβαλάει αυτό το φορτίο, που μαζί με τ’ άλλα ασήκωτα βάρη για έναν άνθρωπο η μοίρα της η σκληρή της φύλαγε να κρατάει στους ώμους.
Τώρα όμως. Που είναι ακόμα στη ζωή.
Την Κυριακή μετά τη Λειτουργία της Σταυροπροσκύνησης πήγε στον παπά για να την εξομολογήσει. Είχε ανάγκη για λίγη ανακούφιση. Έκατσε με ευλάβεια εκεί μπροστά στην Ωραία Πύλη και γονατιστή κάτω απ’ το πετραχήλι του ιερωμένου με δάκρυα στα μάτια και φιλώντας του το χέρι, είπε μαζί με τ’ άλλα και για την πείνα της εκείνο το απόγευμα και για τις κακές σκέψεις που έβαλε ο διάβολος μέσα στο κεφάλι της να θέλει να μπει στο σπίτι και να κόψει λίγο απ’ το ψωμί και να φάει. Απ’ τον τρόπο που μίλαγε έδειχνε πολύ λυπημένη, σχεδόν η καρδιά της να θέλει να σπάσει.
«Ναι παπά μου», εξομολογήθηκε, «πέρασε απ’ το μυαλό μου να κάνω αυτή την κακιά την πράξη. Αλλά στο τέλος επειδή άκουσα θόρυβο πίσω μου, μα πιο πολύ από μέσα μου μια φωνή να μου φωνάζει πως θα έκανα μεγάλη αμαρτία, η δόλια δεν έπεσα στον πειρασμό κι έφυγα ντροπιασμένη μόνο με την καταραμένη τη σκέψη που έκανα. Αλλά και πάλι παπά μου αν μ’ αυτό που πέρασε απ’ το μυαλό μου αμάρτησα, πέφτω στα πόδια σου και ζητάω απ’ τον Θεό κι από σένα να με συγχωρέσετε και να ησυχάσω».
Και ο σεβάσμιος ρασοφόρος, που πείστηκε πλέον από τα δάκρυα της εξομολογούμενης, κοιτώντας πάνω-ψηλά στον Παντοκράτορα, δεήθηκε σ’ Αυτόν να την ελεήσει και ν’ ακούσει τον πόνο που τη βάρυνε.
Ύστερα με το χέρι του την έπιασε απαλά απ’ τον ώμο και τη βοήθησε να σηκωθεί. Της έδωσε να φιλήσει το πετραχήλι και αφού την ευλόγησε με τη δεξιά του την προέτρεψε «να πορευθεί εν ειρήνη» στο σπίτι της. Και εκείνη έκανε ό,τι της είπε ο παπάς. Τώρα, μέσα της ήταν πιο ήρεμη.
Πέρασε αρκετή ώρα από τότε και ήρθε κοντά τ’ απόγευμα. Ο δρόμος για το άναμμα των καντηλιών στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής έφερε τον καλό γέροντα να περάσει απ’ την πλατεία και την Κοινότητα. Όταν άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο βρήκε εκεί τον πρόεδρο μοναχό του να στρίβει σέρτικο τσιγάρο και να σκέφτεται τη φτώχεια που έπεσε στο χωριό. Στα λίγα που κουβέντιασαν είπαν και για τη Ντούσα. Γι αυτό που ακούστηκε ότι έκανε και πολλοί της έριξαν ανάθεμα. Είπαν αρκετά.
Ο πρόεδρος όμως συνέχιζε και πάλι να έχει την αμφιβολία. Την έδειχναν τα λόγια και το πρόσωπό του. Ο άνθρωπος δεν πείστηκε, ακόμα και με όσα του εκμυστηρεύτηκε ο εφημέριος στην εξομολόγηση της.
Βέβαια όχι μόνο αυτός. Συνέχιζαν να μην την πιστεύουν και οι άλλοι χωριανοί της. Αν κι εδώ που τα λέμε από πολύ παλιά έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση και συμπάθεια σ’ αυτή. Μόνη γυναίκα ήταν και φτωχιά. Αλλά όμως, επειδή όλοι ξέρουν πως η πείνα είναι κακός οδηγός στη ζωή του ανθρώπου, τώρα δεν μπορούσαν ν’ ακούσουν τους ισχυρισμούς της και να της δώσουν πίστη. Και η στεναχώρια τους γι αυτή μεγάλωνε που πήρε ψωμί από μια οικογένεια με εφτά μικρά στόματα να θρέψει, μια και οι άγριοι κατακτητές δεν άφησαν και σ’ αυτήν τίποτα απ’ τα φετινά γεννήματα. Γι αυτό και τα παιδιά για να ζήσουν αναγκάστηκαν να ζητιανεύουν, όχι μόνο στο χωριό που ζούσαν αλλά και στην πόλη που είχε πλούσιους κι αριστοκράτες ανθρώπους κι έβρισκαν να φάνε. Μεγάλο φώναζαν το κρίμα της!
Προχωρούσε ο καιρός και οι γκρίζες μέρες της πείνας διαδεχόταν η μια την άλλη. Και στο διάβα τους, αυτό το τρισάθλιο κακό για την Ντούσα, κανένας δεν μπορούσε να το σταματήσει για να νοιώσει δικαιωμένη.
Κάποτε με το πέρασμα του χρόνου έφτασε στο χωριό και η γιορτή του Ευαγγελισμού. Οι καμπάνες της εκκλησιάς χτύπησαν δυνατά το πρωί για να πάει ο κόσμος στη Λειτουργία και ν’ ακούσει το χαρμόσυνο γεγονός του ερχομού του Κυρίου στον κόσμο. Και όταν αυτή τέλειωσε, ένας ένας οι πιστοί στάθηκαν στη σειρά για να πάρουν τ’ αντίδωρο και να γυρίσουν στα σπίτια τους με την ελπίδα για καλύτερες μέρες.
Σαν μέρα που ήταν και γιόρταζε και το Έθνος, μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας, κατέθεσαν κρυφά στεφάνι στη μνήμη όλων όσων πάλεψαν να ζήσουν ελεύθεροι. Εδώ, όσο κράταγε η δοξολογία και ο ψάλτης έλεγε τον Ακάθιστο Ύμνο δεν έλειψαν τα δάκρυα και για τη δική τους τη σκλαβιά. Όταν τέλειωσε όλοι τους μέσα απ’ την ψυχή έκαναν την ευχή του χρόνου να δώσει ο Θεός κι αυτοί να περπατάνε στο δρόμο χωρίς να φοβούνται.
Το λόγο, μέσες-άκρες εκφώνησε ο δάσκαλος. Γιατί είχε εντολή απ’ την κυβέρνηση να μην πει τίποτα για τη μέρα. Περισσότερο να μην τη γιορτάσουν στο σχολείο. Αυτός όμως, επειδή δεν το βάσταγε η καρδιά του, παράκουσε και με χίλιες δυο προφυλάξεις, όλοι μαζί με τα παιδιά είπαν ποιήματα και διαλόγους.
Πάνω απ’ όλα ο πατριώτης αυτός δάσκαλος είχε στο μυαλό του τα παιδιά να μην ξεχάσουν την ιστορία τους!
Εκεί, ζαρωμένη σε μια γωνιά μέσα στο «Οίκο του Θεού» και η Ντούσα με τη μαύρη μαντήλα στο κεφάλι της περίμενε κι αυτή να τελειώσει το Μυστήριο κι αυτά που έλεγε ο γραμματιζούμενος. Στο τέλος μαζί με τους άλλους χωριανούς τράβηξε γρήγορα για το σπίτι της. Η πίκρα της όμως ήταν μεγάλη που τους έβλεπε και σήμερα στο δρόμο να την κοιτάνε περίεργα. Δυστυχώς γι αυτούς ήταν η κλέφτρα που πήρε το ψωμί απ’ τα στόματα παιδιών. Και η κατηγόρια ήταν πέρα για πέρα άδικη. Και πολύ βαριά να την αντέξει μια αθώα.
Η κοινωνία με τα καλά και τα άσχημα!
Στο σπίτι άναψε το τζάκι. Άπλωσε τα χέρια της στη φλόγα κι ύστερα όταν ζεστάθηκε το κορμί της βγήκε έξω στον κήπο για να μαζέψει χόρτα. Τα λιάνισε με το μαχαίρι και με λίγο νερό, κάνα δυο σταγόνες λάδι και μια χούφτα αλεύρι που της απέμειναν απ’ τις προηγούμενες μέρες, τα ‘βαλε στην κατσαρόλα και τα ‘βρασε πάνω στη φωτιά. Μετά κάθισε στο τραπέζι κι έφαγε. Έτσι πέρασε τη μέρα της, δοξάζοντας τον Θεό για τη μακροθυμία και τις ελεημοσύνες του.
Από μέσα της όμως η ταλαίπωρη περίμενε την Ανάσταση. Πίστευε ότι μονάχα αυτή θα τη λύτρωνε. Και η ίδια δεν ήξερε γιατί. Αλλά η μέρα ήταν ακόμα μακριά και αργούσε.
Παρά την απόσταση μέχρι τη γιορτή ο καιρός περνούσε. Και μάλιστα πολύ γρήγορα. Θα νόμιζε κανένας πως κι ο χρόνος, που κάθε μέρα και νύχτα έβλεπε τη γιαγιά να χάνεται όλο και πιο πολύ στον κόσμο που την ντρόπιαζε, βιαζόταν να της κάνει το χατίρι. Έτσι, έστειλε μήνυμα στον ήλιο να μην καθυστερεί το ταξίδι του καθώς πήγαινε με το άρμα του στον γαλάζιο ουρανό και στο φεγγάρι να συντομεύει τι στράτες του τη νύχτα μέσα στα σύννεφα και τα φωτεινά τ’ αστέρια.
Και αυτά την άκουσαν.
Φέτος, άνοιξαν στη γη πιο γρήγορα τα ζουμπούλια και οι μενεξέδες με τις όμορφες πασχαλιές στα χωράφια και στις γειτονιές, που με τα χρώματά τους θα στόλιζαν τον Επιτάφιο την Μεγάλη Εβδομάδα. Και στον ύπνο το μαγικό ραβδάκι της Πούλιας και του Αυγερινού έκανε τα όνειρα των χωριανών να μην κρατάν πολύ και έτσι να καθυστερούν να έρθουν τα πρωινά με τις πολύχρωμες αυγές τους και τα τραγούδια των πουλιών.
Έτρεξε να προλάβει ο χρόνος, έτρεξε κι η γη με τα λουλούδια της, ο ήλιος, το φεγγάρι με τη νύχτα και τα γλυκά όνειρα των χωριανών που τα έβλεπαν μέσα στις ξέφρενες αγκαλιές του ύπνου τους, όμως κανένας δεν πρόλαβε το μοιραίο για την Ντούσα. Πρόλαβε πιο μπροστά ο θάνατος. Ακριβώς την πρώτη μέρα της Ανάστασης! Ποιος θα μπορούσε να το πιστέψει;
Τώρα, ξαπλωμένη η κακομοίρα μέσα στο καλύβι της περιμένει να τη διαβάσει ο παπάς και να τη σηκώσουν για να την πάνε στη γη που τόσο καιρό την περίμενε να γείρει και να ξαποστάσει. Το βασανισμένο της κορμί και η μαυρισμένη απ’ τα χτυπήματα της ζωής ψυχή της δεν άντεξαν παραπάνω.
Απάνω της λίγα λουλούδια που έφερε ο καθένας απ’ τους χωριανούς της και ψέλλιζε μ’ ένα δάκρυ στ’ αυτιά της, μια ατέλειωτη ΣΥΓΝΩΜΗ για να παρηγορήσει τον εαυτό του και να δώσει ένα τέρμα στις ενοχές του για το κακό που της προξένησε προτού να κλείσουν τα μάτια της.
Άδικος όμως ο κόπος. Ήταν πια αργά. Δεν τους άκουγε πλέον.
Γιατί σήμερα, μέρα που όλοι δίνουν τα χέρια και συγχωράνε όλους, ακόμα κι αυτούς που τους έβλαψαν, σε κάποιο απ’ τα διπλανά χωριά, ο Θεός με τη δικαιοσύνη του το ‘φερε και βρέθηκε αυτός που έκλεψε το ψωμί. Και τα είπε όλα ο άθλιος, χαρτί και καλαμάρι.
Φτωχός γυρολόγος που γάνωνε μπακίρια και κατσαρόλες ήταν ο ανθρωπάκος και πεινούσε, αλλά πήρε στο λαιμό του, χωρίς να το θέλει μια ψυχή. Τη Ντούσα.
Λίγο πριν πεθάνει να τη φωνάζουν κλέφτρα.

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ 
10- 4 – 2022

 


 

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (6)


 Γ΄ έπαινος

Κόκκινο ρόδι  

Προφητηλιώτη Ευαγγελία 

Η νύχτα μύριζε γιασεμί. Με τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές και τις σίτες για ασπίδα από τα κουνούπια, ήταν άλλο ένα όμορφο βράδυ του Σεπτεμβρίου. Είχε ζέστη αρκετή και ένα απαλό αεράκι που σου χάιδευε τα μαλλιά, ενώ από μακριά έρχονταν χαρούμενες φωνές από παρέες που πήγαιναν στο λιμάνι για διασκέδαση. Πέρασε από μπροστά μου, ρίχνοντας μου μια γλυκιά ματιά και κάθισε στο μπαλκόνι να ξεκουραστεί μετά από μια κουραστική και δύσκολη βάρδια στην δουλειά. Ήταν απογευματινή και την άλλη μέρα πρωινή. Πόσο πολύ θα ήθελε και αυτή να βγει έξω για ένα ποτάκι να χαλαρώσει, αλλά που τέτοια τύχη. Αρχικά δεν πήγαινε το σώμα της, είχε κάτσει στην καρέκλα και δεν έλεγε να κουνηθεί από την κούραση και έπειτα με ποιον να βγει αφού ο αρραβωνιαστικός της είχε φύγει για τριήμερο στην πρωτεύουσα, για να παρακολουθήσει έναν αγώνα από την αγαπημένη του ομάδα. Πώς να του το αρνηθεί να μην πάει, ένα χόμπι είχε και αυτός. Πάντα έδειχνε κατανόηση η Αληθινή, πάντα καταλάβαινε. Άλλωστε έπρεπε να ξυπνήσει την άλλη μέρα στης έξη το πρωί για να πάει ξανά στην δουλειά. Μια χαρά ήταν και στο σπιτάκι της. Είχαν νοικιάσει ένα όμορφο καινούργιο διαμέρισμα με τον Παντελή, κέντρο απόκεντρο κοντά στην αγορά και στο λιμάνι αυτού του υπέροχου νησιού. 

        Αγόρασαν και έπιπλα σε μοντέρνα γραμμή που αρμόζουν στα νέα ζευγάρια, σε αποχρώσεις άσπρο και γκρι. Λίγες πινελιές σε κόκκινο χρώμα υπήρχαν στο σαλόνι τόσο μικρές αλλά εξίσου όμορφες. Ένα αυτοκινητάκι αντίκα στα ράφια πάνω από την τηλεόραση, δυο μαξιλάρια στον γωνιακό καναπέ, ένα πήλινο ρόδι για γούρι, το αγαπημένο της, πάνω στην τραπεζαρία και ένας μεγάλος πίνακας με δυο ανθισμένα κλαδιά κερασιάς ζωγραφισμένα στην μέση, έργο της Αληθινής, που λάτρευε την ζωγραφική, την ηρεμούσε. Μόλις έπιανε τα πινέλα και τις μπογιές της ταξίδευε σε έναν άλλον κόσμο, τον δικό της, σε άγνωστους προορισμούς με όμορφα τοπία με θέα, σαν την θέα που είχε μπροστά της. 

        Το μπαλκόνι της από την μια πλευρά έβλεπε το βουνό, που το χειμώνα γινόταν άσπρο από τα χιόνια και από την άλλη πλευρά έβλεπε την θάλασσα, όχι πολύ, αλλά της έφτανε για να καταλάβει αν φυσάει στην παραλία, αν έχει κύματα η θάλασσα για να αποφασίσει να πάει για βουτιά ή όχι. Άλλωστε πέντε λεπτά με τα πόδια ήθελε για να φτάσει, δίπλα ήταν. Ευθεία μπροστά της απλωνόταν η μια πλευρά της χώρας, έτσι λένε στα νησιά την πρωτεύουσα, που στο τελείωμα της φαίνονταν μακριά κάποια παραθαλάσσια χωριά και παραλίες. Αν και έμενε στο κέντρο, αυτό το διαμερισματάκι ήταν λαχείο για αυτούς γιατί ήταν ψηλά, στον πέμπτο όροφο και δεν είχε από πουθενά τριγύρω εμπόδια από σπίτια, όλα ήταν ποιο χαμηλά, για αυτό και είχε τόσο ωραία θέα. Το λάτρευαν και οι δυο.

        Το στομάχι της παραπονέθηκε που το άφησε νηστικό τόσες ώρες και με ότι δύναμη της είχε απομείνει πήγε στην κουζίνα να φτιάξει ένα κολατσιό. Περνώντας μου έκλεισε το μάτι και έκατσε στο γραφείο για να φάει παρακολουθώντας στον υπολογιστή την αγαπημένη της σειρά μέσω δικτύου που την έχασε λόγω δουλειάς όταν έπαιζε στην τηλεόραση. Συνήθως όταν έβλεπε σε επανάληψη τις σειρές χρησιμοποιούσε το κινητό της. Σήμερα όμως το έβαλε να φορτίσει και έτσι άνοιξε τον σταθερό υπολογιστή του Παντελή. Είχε και αυτή υπολογιστή, ένα laptop, αλλά είχε μικρότερη οθόνη και έτσι προτίμησε τον σταθερό, κάτι χρόνια είχε να τον χρησιμοποιήσει.

        Με τον Παντελή ήταν έξι χρόνια μαζί, τα τέσσερα συζούσαν σε αυτό το όμορφο σπίτι. Εκεί είχαν κλείσει την ευτυχία τους, την αγάπη τους, τα όνειρα τους, τα ταξίδια τους. Αγαπούσαν τα ταξίδια, έκαναν αρκετά και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Περνούσαν όμορφα μαζί, βρίσκονταν με φίλους για καφέ, φαγητό, καμιά βόλτα στο λιμάνι, περπατάδα την έλεγαν οι ντόπιοι. Η Αληθινή δεν ήταν από το νησί, εκεί βρέθηκε λόγω δουλειάς, γνώρισε αργότερα και τον Παντελή μέσω μιας συναδέλφισσάς της. Ήταν καρμικό, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον, ακόμα και στις παραξενιές. Από το πόσες φορές θα έλεγχαν αν κλείδωσαν την πόρτα, αν έκλεισαν τα φώτα, αν έσβησαν τον θερμοσίφωνα, αν κλείδωσαν το αμάξι, όλα ίδια. Η παρέα του Παντελή σαν ντόπιος γέννημα θρέμμα, ήταν μεγάλη και κρατούσε από την παιδική ηλικία ακόμα. Όλοι του οι φίλοι είχαν κοπέλες, άλλοι αρραβωνιάστηκαν, άλλοι παντρεύτηκαν και είχαν και παιδιά. Σαν έλεγαν ότι κάνουν κάποια συνάντηση για καφέ στο σπίτι, μαζεύονταν πάνω από δεκαπέντε άτομα την φορά, κανονικό πάρτυ. Γέλια, χαρές, νέα, κουτσομπολιά και περνούσαν οι ώρες ευχάριστα, οι μήνες, τα χρόνια. Οι δικοί της φίλοι ήταν στην πόλη της, τα κολλητάρια όπως τα αποκαλούσε, με αρχηγό τον Θοδωρή που τον είχε σαν αδερφό της και το ίδιο ένιωθε και αυτός για αυτήν. Στο νησί όμως δεν είχε κανέναν δικό της, ούτε καν γνωστό όταν ήρθε. Έφυγε από τον τόπο της για ένα καλύτερο αύριο λόγω δουλειάς και τώρα χάρη στον Παντελή είχε αποχτήσει, εκτός από τα πεθερικά της που ήταν υπέροχοι άνθρωποι και είχαν άριστες σχέσεις, εκτός από τους συγγενείς του και μια ολόκληρη στρατιά από φίλους. Ένιωθε τόσο γεμάτη από ευτυχία, τύχη, πετούσε στα ουράνια.

        Τα μάτια της άρχισαν να κλείνουν, ανυπομονούσε να τελειώσει το επεισόδιο για να πάει να κοιμηθεί. Σκέφτηκε ότι δεν μίλησε πολύ σήμερα με τον Παντελή, θα του τηλεφωνούσε μετά για να του πει καληνύχτα, όταν θα ξάπλωνε. Η ώρα είχε πάει μιάμιση το βράδυ και μόλις τελείωσε η αγαπημένη της σειρά. Την είδα που νύσταζε. Ήταν ώρα για ύπνο, δεν έβλεπε μπροστά της από την κούραση. Στην προσπάθεια της να κλείσει το παράθυρο του υπολογιστή κατά λάθος πατάει μια άλλη επιλογή και της εμφανίζονται διάφορες φωτογραφίες από έναν φάκελο που δεν είχε ξαναδεί. Η μοίρα χόρευε μπροστά στα μάτια της, ταράχτηκε η ψυχή της με αυτό που είδε, η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια της. Η μια φωτογραφία διαχέονταν την άλλη και όλο και ποιο πολύ έπεφτε στο κενό. Οι εικόνες ήταν από συνομιλίες που είχε ο Παντελής με μια άλλη γυναίκα με σεξουαλικό περιεχόμενο λες και ήταν διάλογος από ταινία πορνό, με ναζάκια, με λέξεις αγάπης που την χτύπησαν σαν κανονιά στην καρδιά. Διάφορες φωτογραφίες που τους έδειχναν μαζί αγκαλίτσα, σε άλλες να δίνουν φιλάκια, μια ζωγραφιστή καρδούλα σε ένα παγκάκι, σε ένα θολωμένο τζάμι αυτοκινήτου που ήταν έξω νύχτα, το δικό του αυτοκίνητο. Δεν είχαν τελειωμό. Ποια Θεϊκή δύναμη την έσπρωξε να ανοίξει τον δικό του υπολογιστή;

        Τρελαμένη από τον πόνο όπως ήταν άρπαξε το κινητό της και άρχισε να βγάζει φωτογραφίες τις εικόνες που έβλεπε στην οθόνη. Κάπου στα μισά το τηλέφωνο της κουδούνισε, ήταν ο Παντελής. 
"Αληθινή μου τι κάνεις, σε πήρα για να σε καληνυχτίσω, ήταν ωραίος ο αγώνας σήμερα". 
"Α ναι; Μπράβο, άνοιξε την συνομιλία στο κινητό σου, να σου στείλω μια εικόνα και πάρε με τηλέφωνο".
Του το έκλεισε στα μούτρα, δεν άντεχε ούτε να τον ακούει. Του έστειλε την φωτογραφία που είναι αγκαλίτσα με την άλλη και να τα μέλια να τρέχουνε. Ο κόσμος γύρω της θολός χωρίς αρχή και τέλος, μια μουτζούρα όλα σε έναν καμβά, είχε πληγωθεί βαριά. Πάγωσε ο χρόνος, πάγωσε η στιγμή, πάγωσε και η καρδιά της έσπασε σε κομμάτια, τρέχει να κρυφτεί, να κλάψει, να φωνάξει γιατί, τι λάθος έκανε. Το μυαλό τρέχει να σκεφτεί, να βρει απαντήσεις, να βρει λύσεις, να βρει την μικρή καρδούλα και να την αγκαλιάσει, να την παρηγορήσει ότι έμεινε από αυτήν. Και δουλεύει, δουλεύει πυρετωδώς να συνεχίσει να ζει, να αναπνέει. Αλλά δεν τα καταφέρνει, το σώμα αντιδρά, η πίεση στο κόκκινο, οι σφύξεις στο κόκκινο, τα κλάματα, τα νεύρα, η απογοήτευση στο κόκκινο και αυτά. Μόνο το αίμα που τρέχει σαν καταρράκτης από την μύτη της λόγω υψηλής πίεσης θυμίζει ότι η ζωή συνεχίζεται.

Το κινητό της κουδούνισε ξανά. 
"Σε ακούω" του λέει, τι άλλο να του πει δηλαδή. 
"Αληθινή μου" ακούγεται από την άλλη γραμμή ο Παντελής. 
"Αληθινή μου δεν είναι αυτό που φαίνεται, δεν ισχύει, μια πλάκα ήταν. Άσε με να σου εξηγήσω, μπορεί παλιά να έγινε ότι έγινε αλλά δεν ισχύει πια". 
"Αλήθεια; Συνεχίζεις και μου λες ψέματα, οι φωτογραφίες δεν έχουν τελειωμό. Οι ημερομηνίες τους είναι πρόσφατες. Πως μου το έκανες αυτό, τόσο θέατρο πια έπαιζες; Πώς με αγκάλιαζες, πως με φιλούσες, πως κοιμόσουν δίπλα μου; Δεν είχες τύψεις; Ένιωθες όμορφα για τα ψέματα που μου έλεγες; Πού είναι η αγάπη σου; Μου έλεγες ότι με έβλεπες σαν γυναίκα σου, σαν μάνα των παιδιών σου. Με τι θεμέλια θα ξεκινούσες μια οικογένεια; Μου έλεγες κοίτα τι έχουμε φτιάξει εδώ και μου έδειχνες το σπίτι μας. Αν σου τελείωσε η αγάπη σου για μένα γιατί δεν μου το είπες, έκανα πολλές θυσίες για σένα και το ξέρεις. Δεν είσαι άντρας εσύ". 
Από την άλλη γραμμή δεν ακούγονταν παρά μόνο κάτι ψίθυροι που έλεγαν περίμενε να γυρίσω, να τα πούμε από κοντά και κάτι κλαψουρίσματα. Έκλαιγε και μάλιστα αληθινά, αλλά δεν την ενδιέφερε, δεν την ένοιαζε πια, για αυτήν είχαν όλα τελειώσει. 
"Όταν θα έρθεις θα πάρεις τα πράγματα σου, θα μου δώσεις τα κλειδιά του σπιτιού και να μην σε ξαναδώ στα μάτια μου". 
Έπιασε το τηλέφωνο της, έστειλε ένα βιαστικό μήνυμα στον φίλο της τον Θοδωρή:
"Δεν είμαι καλά, Παντελής τέλος", και το απενεργοποίησε.

Έψαξε να βρει από τον υπολογιστή πληροφορίες για αυτήν την γυναίκα, κάτι της θύμιζε. Άνοιξε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που είχε και άρχισε να ψάχνει, δεν άργησε να την βρει. Μα βέβαια ήταν συνάδελφοι με τον Παντελή, δούλευαν στον ίδιο χώρο, τώρα θυμήθηκε που την είχε δει. Διαπίστωσε από την προσωπική της σελίδα ότι ήταν γύρω στα δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη του, παντρεμένη με παιδί, η κόρη της μόλις είχε πάρει πτυχίο και ο άντρας της συνεργάτης της, συνεργάτης της Αληθινής, δεν πίστευε στα μάτια της. Πώς μπόρεσε και μπήκε μέσα σε μια οικογένεια ο Παντελής, μα δεν είχε καθόλου καρδιά τελικά αυτός ο άνθρωπος; Αποφάσισε βέβαια στον εαυτό της να μην πει τίποτα στον άντρα αυτής της γυναίκας που τον ήξερε χρόνια, που συνεργάζονταν και ας τον έβλεπε με μισή καρδιά στην δουλειά της από εδώ και πέρα πλέον, δεν θα του έλεγε τίποτα και το τήρησε. Η ώρα ήταν τέσσερις και δέκα το πρωί και δεν είχε καμία όρεξη για ύπνο, διαλυμένη ψυχολογικά όπως ήταν περνώντας μπροστά από την τραπεζαρία έριξε κατά λάθος κάτω στο πάτωμα το αγαπημένο της γούρι, το κόκκινο ρόδι, δεν έδωσε καμία σημασία και μπήκε στο μπάνιο να κάνει ένα ντουζ για να χαλαρώσει, να ηρεμίσει, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να κλάψει, να κλάψει με λυγμούς.

Στην δουλειά της την άλλη μέρα το πρωί, δεν την κατάλαβε κανείς, ότι ήταν άυπνη όλο το βράδυ, ότι ήταν πληγωμένη. Ήξερε από μικρό παιδί να κρύβει καλά τα συναισθήματα της. Μόνο σε μια συναδέλφισσά της το είπε, την Κυριακή, που την εμπιστευόταν και αυτή στάθηκε δίπλα της σαν βράχος για να στηριχτεί και να αναρρώσει. Όλοι οι φίλοι και οι φίλες που είχε αποχτήσει από την παρέα του Παντελή εξαφανίστηκαν. Οι βόλτες, οι καφέδες, τα γεύματα στα ταβερνάκια, οι συναντήσεις στα διάφορα σπίτια, σαν να μην έγιναν ποτέ. Έξη χρόνια φιλίας χάθηκαν μέσα σε ένα βράδυ. Ούτε ένα άτομο από την παρέα δεν νοιάστηκε να την ρωτήσει πως είναι, πως περνάει, να πάνε καμιά βόλτα, αφού όλοι γνώριζαν ότι δεν ήταν από το νησί. Στο τέλος φάνηκε τι φιλία είχαν τελικά και ας έτρεχε η Αληθινή να συνδυάσει την δουλειά με μαγειρέματα και ετοιμασίες στο σπίτι που θα έρχονταν τα παιδιά το βράδυ και ας ήταν κουρασμένη. Όλες και όλοι χάθηκαν.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει κάποιος έναν χωρισμό, πόσο μάλλον έναν αιφνίδιο, είναι ίσος με έναν θάνατο. Δείχνει τον χαρακτήρα του, την ανατροφή του, τα θεμέλια που έχει χτίσει η οικογένεια του για να επιβιώσει στη ζωή. Όταν ήρθε ο Παντελής να πάρει τα πράγματα του, η Αληθινή ήταν ήρεμη, φιλική και πέρα ως πέρα συνεργάσιμη. Είχε αποδεχτεί την κατάσταση και την αντιμετώπισε με τον καλύτερο τρόπο. Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες και ο Θοδωρής από το τηλέφωνο και η Κυριακή από κοντά την βοήθησαν να κολλήσει ένα ένα τα σπασμένα κομμάτια της καρδιάς της. Η Κυριακή επέμενε να της γνωρίσει και έναν φίλο του αδερφού της .
"Άσε με να στον γνωρίσω, είναι καλό παιδί, θα δεις", της έλεγε ξανά και ξανά. 
"Δεν είμαι σίγουρη", της απαντούσε. 
"Και αν πληγωθώ ξανά;". 
"Αν δεν τον γνωρίσεις δεν θα ξέρεις". Και λέγε λέγε την έπεισε να του δώσει το νούμερο του τηλεφώνου της. Έτσι ένα όμορφο απόγευμα της ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό της από έναν άγνωστο αριθμό, χαμογέλασε, το σκέφτηκε λιγάκι και μετά απάντησε. Ήταν έτοιμη να συνεχίσει την ζωή της. Εκείνη την βραδιά της αποκάλυψης όμως, εκείνη την στιγμή που είχε χάσει την γη κάτω από τα πόδια της, η καρδιά της Αληθινής είχε γίνει όπως ακριβώς και εγώ, όταν με παρέσυρε άθελα της και έπεσα στο πάτωμα, χίλια κομμάτια.

Ε. Π.

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (4)


 Α΄ έπαινος

Η στράτα του απείρου

Αντώνης Ευθυμίου 

Κοντοστέκεται στην πόρτα κι ανάβει ηδυπαθώς ένα τσιγάρο σέρτικο. Το θαμπό της βλέμμα ακολουθεί υπνωτισμένο την ελικοειδή διαδρομή του καπνού μέχρι να γαντζωθεί στην κόχη του μισοφέγγαρου. Η σκέψη της χάνεται για λίγο στις αιθέριες ατραπούς της ξάστερης νύχτας κι ύστερα επανέρχεται στα τάρταρα του νου. Θα προτιμούσε να μη σκεπτόταν, να μη θυμόταν, μονάχα να αισθανόταν. Όταν δεν καταλαβαίνεις τον πόνο, είναι σα να μην υπάρχει. Κι εκείνη πόνεσε πολύ στη ζωή της.

Στην τρυφερή ηλικία των δέκα ετών έχασε και τους δύο γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η ψυχή της μουντζουρώθηκε μεμιάς πριν προλάβει να ζωγραφίσει εκεί το πρώτο της χαμόγελο. Στερήθηκε πρόωρα την ανιδιοτέλεια της αγάπης, προτού απασφαλίσει την περόνη της καρδιάς. Δεν έμαθε ποτέ τι σχήμα έχει η αγκαλιά, γιατί τα χέρια της πάντα έμπλεκαν στου μίσους τα αιχμηρά αγκάθια. Μεγάλωσε σ’ ένα ορφανοτροφείο θηλέων μέχρι την ενηλικίωσή της. Δυστυχώς, όμως, ούτε κι από κει είχε πολύ ευχάριστες αναμνήσεις. Το ίδρυμα έμοιαζε περισσότερο μ’ ένα αχανές κολαστήριο ασύμμετρων ανθρώπων, ένα κεκαλυμμένο χρηματιστήριο ξοφλημένων σκιών. Εκείνη την εποχή τα παιδιά στις γειτονιές διασκέδαζαν με αμπάριζα, μπερλίνα, κρυφτό, κυνηγητό, τυφλόμυγα. Στα χέρια τους κρατούσαν ευλαβικά πολύχρωμους βόλους ή ξύλινες σβούρες κι αισθάνονταν σαν τα ρηγόπουλα των παραμυθιών. Μα τα κορίτσια του ορφανοτροφείου γιόμιζαν τις χούφτες τους με χαρακιές και το μόνο παιχνίδι που ήξεραν ήταν το «παιχνίδι των λυγμών». Το κλάμα τους ήταν τόσο γοερό που μούσκευαν ακόμη κι οι μολυβένιοι τοίχοι του κολαστηρίου.

Το τσιγάρο σχεδόν σώθηκε κι οι στάχτες σαν ανυπόταχτα πουλιά είχαν σκορπίσει στον αγέρα. Η γόπα γλίστρησε νωχελικά από τα κατακερματισμένα χείλη της και προσγειώθηκε  στην παγερή μαρμάρινη επιφάνεια. Έχωσε το χέρι της στην τσέπη κι έβγαλε διστακτικά μερικά χαρτονομίσματα. Αυτά τα παραλληλόγραμμα χαρτάκια που διαφεντεύουν τη ζωή μας. Το χρήμα ουδέποτε το λογάριασε, μα έπρεπε τώρα να πάρει μια μεγάλη απόφαση· να σώσει τον γιο της ή να του χαρίσει την εφήμερη ευτυχία. Δεν ήταν ακόμη σίγουρη, γι’ αυτό ξανάκρυψε τα χρήματα και χτύπησε με αποφασιστικότητα το κουδούνι. Έπρεπε πρώτα να συζητήσουν, να του αναλύσει κάποια πράγματα, μήπως επιτέλους καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν ληθαργικά σαν παροπλισμένα πλοία, αλλά κανείς δεν άνοιγε την πόρτα. Ένα σφοδρό αντάριασμα ξέσπασε στο στήθος της, μια ξαφνική τρικυμία, κι η ταχυπαλμία παρέλυσε τα άκρα της. Οι φλέβες της τρεμόπαιζαν στον άρρυθμο σκοπό της ανάσας της κι ένα ερεθισμένο ηφαίστειο απειλούσε τα σωθικά της. Ξαναχτύπησε το κουδούνι, ελπίζοντας αυτήν τη φορά κάποιος ν’ ανοίξει την πόρτα. Μάταια. Ο γιος της μάλλον έφυγε από το σπίτι αναζητώντας πάλι τη δόση του, μερικά γραμμάρια ευδαιμονίας, σαν ένας ξεπεσμένος Δον Κιχώτης, που πρόδωσε τη Δουλτσινέα του για την αβάσταχτη γοητεία του προσωρινού.

Ξαφνικά, μια στριγκή κραυγή ακούστηκε από μέσα. Ένα λεπίδι κοφτερό που τεμάχισε τη σιγαλιά. Η μάνα δεν έχασε διόλου καιρό. Έβγαλε το κλειδί από τη δερμάτινη τσάντα της κι επιχείρησε να ξεκλειδώσει την πόρτα. Τα χέρια της πάλλονταν από την αγωνία, όμως, τελικά κατάφερε να μπει. Διέσχισε το σαλόνι σαν αλαφιασμένο αγρίμι και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Τότε τα μάτια της αντίκρισαν το σπλάχνο της να σπαρταράει στο πάτωμα. Ένα πληγωμένο ζαρκάδι έτοιμο να υποκύψει στα τραύματά του. Τον πήρε αμέσως αγκαλιά κι ας μη γνώριζε πώς πρέπει ν’ αγκαλιάζουν. Άνοιξε απλώς διάπλατα τις τσακισμένες φτερούγες της και τον έκλεισε μέσα στο τόξο της στοργής. Εκείνος της χαμογέλασε φευγαλέα και λίγο μετά εξέπνευσε σαν το τελικό σίγμα της ζωής. Αβαρής πια κι ανένταχτος θα διάβαινε τη στράτα του απείρου χωρίς σανδάλια. Η μάνα κράτησε το διάτρητο κορμί του σαν την Πιετά του Μιχαήλ Αγγέλου. Ήθελε τόσο πολύ να ξεσπάσει σε αναφιλητά, αλλά τα δάκρυά της στέγνωσαν με τα χρόνια, έγιναν πέτρες και πλέον σα διάφανα βαρίδια ζυγιάζουν τη θλίψη της.

Άρχισε να βαριανασαίνει και τα χνότα της δημιούργησαν μαύρα σύννεφα γύρω από το πρόσωπό της. Ένιωθε γυμνή, ακρωτηριασμένη, νηπενθής· ένα άοσμο γεράνι που φύτρωσε μέσα στην υψικάμινο του νεφεληγερέτη χρόνου. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι το παιδί της είχε γίνει άγγελος με τις δικές της φτερούγες. Άρπαξε κάτι ξεραμένα άνθη από ένα γυάλινο βάζο πάνω στο κομοδίνο, τα έπλεξε στεφάνι και τα φόρεσε στα ανακατωμένα της μαλλιά. Με αυτό το φτηνό διάδημα έστεψε την απελπισία της. Μετά σήκωσε σαν τον Άτλαντα στους ασθενικούς ώμους της το κουφάρι του παιδιού της κι έφυγε από το σπίτι. Έπαψε να είναι μάνα κι έγινε εσταυρωμένη, που φέρει κατάσαρκα τον σταυρό του μαρτυρίου. Αντί για ήλους, έχει τα συρίγγια  της ουτοπίας καρφωμένα στις παλάμες της.

Τα βήματά της την έφεραν σε μια πιάτσα λευκού θανάτου.  Εκεί όπου η ηρωίνη χρίζει ψεύτικους ήρωες και το χασίσι καλουπώνει τα όνειρα των τελευταίων ρομαντικών. Πασχίζει να βρει τους δήμιους του γιου της, να τους ρωτήσει γιατί τον παρέσυραν στη δίνη της κόλασης και ποιο είναι άραγε το τίμημα μιας ψευδαίσθησης. Θέλει ν’ ανέβει τον δικό της Γολγοθά μέχρι να ματώσουν τα γόνατά της και να σβήσουν όλα τα κεριά της μοναξιάς της. Ένας ναρκομανής την σταματάει και της ζητάει λίγα χρήματα. Η εσταυρωμένη αφήνει χάμω το σώμα του παιδιού της, βγάζει τα χαρτονομίσματα από την τσέπη της, με τον αναπτήρα τους βάζει φωτιά κι εν συνεχεία ανάβει ένα τσιγάρο. Αυτό το τσιγάρο δεν πρόκειται να σβήσει, θα το καπνίζει εσαεί μέχρι να έρθει κάποτε μια ανέσπερη ανάσταση, η μεταχρονολογημένη ευτυχία που εγκλωβίστηκε στο περιθώριο της ελπίδας.

Αντ. Ευθ.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Αντώνιος Ευθυμίου είναι πολιτικός μηχανικός, συγγραφέας και αρθρογράφος. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στην Ολλανδία, τις Φιλιππίνες και τη Γερμανία. Έχει διακριθεί σε πανελλήνιους και διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλά ανθολόγια. Επίσης, έχει αρθρογραφήσει σε ποικίλα ελληνικά και ξένα έντυπα / ιστοσελίδες: Drachme, cine.gr, tovivlio.net, MAXMAG κ.ά. Τον Ιούλιο του 2019 ανέβηκε στο θέατρο «Αργώ» το μονόπρακτο θεατρικό έργο του «Χαμόγελο Υψηλής Τάσης», ενώ το 2022 θα κυκλοφορήσει η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο «Ψυχηλασία», από τις Εκδόσεις Βεργίνα.


Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (3)


Γ΄ βραβείο: Ιωάννης Μπαχάς

Επιστροφή στην Ομορφοπλαγιά

 Κεφάλαιο 1 

Η νεκροκεφαλή στη ντουλάπα

5 Απριλίου 1973, 9:00    

Μόναχο, Marienplatz, Καφέ Glockenspiel

 Στρατηγός Φερντινάντ Σέρνερ:

        «Σκέφτεσαι ποτέ τι κάναμε;»

        Με ενοχλεί αφάνταστα ο λοχαγός. Κάθε πρωϊ που βρισκόμαστε στο καφέ της πλατείας, αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μου λέει μόλις με συναντήσει. Με τρομαγμένη έκφραση και ένα κλαψιάρικο ύφος που με προκαλούν να τον χαστουκίσω. Από την άλλη, σκέφτομαι: ποιός είμαι σήμερα εγώ που θα χαστουκίσω τον, έτσι κι' αλλιώς πιό δυνατό από μένα, πολύ νεότερο μου λοχαγό; Εάν το κάνω είμαι καταδικασμένος να πίνω όλη την εβδομάδα μόνος τον καφέ μου σε αυτό το στέκι των αξιωματικών ανάμεσα σε παιδαρέλια, που δεν γνωρίζουν από ιεραρχία, σεβασμό, ηρωϊσμό, που δεν γνωρίζουν τίποτα, τίποτα. Δεν τον χαστουκίζω. Του απαντώ όμως:

         «Το σκέφτομαι Κλάους. Δεν περνάει μέρα χωρίς να το σκεφτώ και χάρη σε σένα ούτε αυτές τις λίγες ώρες που περνάω ανάμεσα σε κόσμο μέσα στην εβδομάδα. Το σκέφτομαι και το μετανιώνω πάντα. Αυτό δεν θέλεις να ακούσεις; Κλαίω, αν θέλεις να μάθεις, τα βράδια. Όχι όμως από τύψεις όπως ελπίζεις. Κλαίω για το κατάντημα του στρατού μας. Κλαίω γιατί καταλήξαμε να είμαστε η ορντινάντσα των γιάνκηδων».

         «Από τύψεις θα έπρεπε να κλαις, αλλά είσαι αδιόρθωτος και αγύριστο κεφάλι. Αλλά σύντομα θα τον συναντήσουμε και θα λογαριαστούμε όλοι μας μπροστά στο Θεό».

         «Προτεσταντικές ηθικολογίες και καλβινισμός του κερατά. Αυτά ζέχνουν στο γέρικο κεφάλι σου. Ας πιούμε τώρα τον καφέ μας και ας μιλήσουμε για το ταξίδι. Τα άλλα θα τα λύσουν οι ιστορικοί».

          Ο λοχαγός δεν ξαναγύρισε στο θέμα. Ευτυχώς, ίσως τον χαστουκίσω τελικά για την αυθάδεια του αλλά η θύμηση των ατέλειωτων παγωμένων βραδιών στο Στάλινγκραντ εκείνον τον κολασμένο Δεκέμβρη του '42, όταν αναρωτιόμουν αν η φωνή που έρχονταν από τα πτώματα που στοιβάζονταν γύρω μου, άνηκε όντως σε ζωντανό και που ένας μισοπεθαμένος αξιωματικός δεν δίστασε να χάσει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού από κρυοπαγήματα για να μου δώσει τα γάντια του, δεν με αφήνουν. Ένας ανθυπολοχαγός, που μου έτριβε τα χέρια σε εκείνον τον παγωμένο κρατήρα όπου περάσαμε τρία ολόκληρα εφιαλτικά μερόνυχτα. Όταν το θυμάμαι, πλημμυρίζουν δάκρυα τα μάτια μου. Αναθεματισμένη ευαισθησία! Δεν είναι έτσι οι σωστοί στρατηγοί. Δέχτηκα και πάλι να με κεράσει. Χωρίσαμε το μεσημέρι και τον παρακάλεσα να φύγω πρώτος προφασιζόμενος κάποια κοινωνική υποχρέωση. Δεν τον έπεισα αλλά φυσικά δέχθηκε. Ήθελα να σκεφτώ.

          Τα οικονομικά μου είναι φρικτά. Δεν είναι λίγες οι φορές που μετανιώνω για την ξεροκεφαλιά μου να αρνηθώ να φορέσω και πάλι τα διακριτικά του βαθμού μου και να σταθώ μπροστά σε ένα στράτευμα. Μόνο που θα έπρεπε να ράψω στις επωμίδες μου και το μισητό σφυροδρέπανο. Θα αναγκαζόμουν να γλύψω τους πουλημένους συμπατριώτες μου που αντί να αυτοκτονήσουν όταν ο «Τοίχος» τους έφραξε το δρόμο  και τους μάντρωσε στην Ανατολική Γερμανία, δέχτηκαν να λάβουν μισθό εκπορνευόμενοι στο μπουρδέλο που λέγεται «Κόκκινος Στρατός».

           Αυτόν που πολέμησαν.

           Αυτόν που βίασε τις Βερολινέζες μητέρες.

           Αυτόν που σκότωσε τα παιδιά μας.

           Μπροστά στον καθρέφτη μου, μπροστά στις φωτογραφίες μας από το μέτωπο, από όλα τα μέτωπα, τους φτύνω και τους δικάζω, ξανά και ξανά:

           «Αυτούς δεν πολεμήσαμε συμπολεμιστές; Τα κόκκινα σκυλιά δεν έστειλαν στη Βαλχάλα τους συντρόφους μας; Τα κορμιά των συμμαθητών μας στις σχολές αξιωματικών του Ράϊχ δεν ήταν αυτά που φορτωθήκαμε στην πλάτη για να μην τα σκυλέψουν οι βρωμορώσοι; Το δικό μας τευτονικό αίμα δεν ήπιαν οι κόκκινοι βρυκόλακες στις στέπες τους; Με αυτό δεν λούστηκε ο “πατερούλης” Στάλιν, για να ζήσει, σαν μια άλλη Λαίδη Μπάθορυ, μέχρι τα γεράματα; Πώς μπορέσατε να επανδρώσετε τις σκοπιές στο σιχαμένο τείχος που διαπερνά σαν ξίφος το Βερολίνο μας; Πώς διατάζετε πυρ, συνάδελφοι, στις πλάτες των συμπολιτών μας που σκαρφαλώνουν τον φράκτη; Για μερικά ψωρορούβλια, για μερικά κόκκινα αστέρια στο αμπέχωνό σας, για μερικές τρομαγμένες χαιρετούρες, για λίγα λαθραία τσιγάρα, για λίγη βότκα. Σιχάματα. Βγδελύματα. Προδότες».

         Στρέφομαι τα βράδια στη ντουλάπα μου και βγάζω τη στολή μου. Δεν μου κάνει πια. Έχω παχύνει, αν και δεν τρώω καλά. Πιθανόν από το ποτό. Χαϊδεύω το σακάκι μου με τα διακριτικά των Ες Ες. Η νεκροκεφαλή στο πέτο, μου χαμογελάει και με ευχαριστεί που δεν την ξεχνάω τόσα χρόνια. Που δεν την πρόδωσα για το κόκκινο άστρο. Είμαι ένας στρατηγός των Ες Ες και όσα χρόνια και να περάσουν θα είμαι περήφανος για τα κατορθώματά μου.

         Δεν έχω ανάγκη μόνο εγώ τα χρήματα, τα έχει σίγουρα και ο Κλάους. Αρνήθηκε και ο ίδιος την πρόταση των Ανατολικογερμανών να ενταχθούμε στον Κόκκινο Στρατό.  Ίσως το έκανε από ιδεολογικούς λόγους, ίσως πάλι το έκανε για μένα. Δεν ξέρω εάν καταλαβαίνει πόσο με τιμάει αυτό. Δεν το συζητήσαμε ποτέ. Το Γερμανικό Κράτος δεν μας έδωσε ποτέ σύνταξη ή κάποιο επίδομα. Τελευταία αναγκαζόμαστε να πουλήσουμε προσωπικά μας αντικείμενα σε συλλέκτες και δεχόμαστε με ντροπή κάποια μικρή βοήθεια από τον σύλλογο των βετεράνων. Εμείς οι αξιωματικοί είμαστε ψυχαναγκαστικοί. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την οικονομική βοήθεια ακόμη και στον καταδικασμένο ως «εγκληματία πολέμου» συνάδελφο, όπως εγώ και ο Κλάους. Μπορούν όμως να μας αρνηθούν έστω και μια μικρή κίνηση αβροφροσύνης, έναν χαιρετισμό, ένα νεύμα. Δεν μας μιλάει κανείς εδώ και χρόνια. Μας δίνουν όμως κάποιο επίδομα.  

           Κανονίσαμε με τον Κλάους να κατεβούμε στην Ελλάδα τον Απρίλιο. Θα έδινα μια σειρά διαλέξεις και ομιλίες καλεσμένος ενός μικρού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος που θα μας κάλυπτε τα έξοδα και θα μας εξασφάλιζε και μια ικανοποιητική αμοιβή. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του ο ηγέτης μας, μαγνήτιζε από τον τάφο του ανθρώπους από όλο τον κόσμο που τον πίστεψαν και ακολούθησαν το όραμά του. Ήμουν περήφανος που που θα μιλούσα μπροστά στους νέους Έλληνες συναγωνιστές για τη δική μου συμβολή στην εκπλήρωσή του. Πολέμησα και εγώ στην Ελλάδα και μπήκα όρθιος πάνω στο στρατιωτικό τζιπ στη Θεσσαλονίκη. Τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα. Και ναι, θυμάμαι ολοκάθαρα και αυτό που επιμένει να μου θυμίζει ο Κλάους. Δεν ήταν μια εύκολη περιπέτεια η Ελλάδα. “Σκοτώθηκα” και εγώ στα βουνά της. Αύριο θα πετάξουμε για τη Θεσσαλονίκη. Θα κάνω το χατήρι του Κλάους και θα επισκεφθούμε την Ομορφοπλαγιά στις Σέρρες. Αν αυτό τον βοηθήσει να κοιμάται τα βράδια και να πάψει να μου το χτυπάει θα περάσω και από το Πολυβολείο Νούμερο Οκτώ. Εκεί που γνώρισα τον Λοχία Ίτσιο.

 

           5 Απριλίου 1973, 9:00    

           Μόναχο, Marienplatz, Καφέ Glockenspiel

            Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

           Με χαστούκισε.

           Πάλι.

           Καθόμασταν στη θέση μας, στο μαρμάρινο τραπεζάκι δίπλα στη βιβλιοθήκη, στο καφέ Glockenspiel στη Marienplatz του Μονάχου, όπως κάθε πρωϊ, στις 9:00 ακριβώς. Διάβαζα τη Local  και είχα παραγγείλει, όταν έφθασε. Τον ρώτησα, όπως πάντα:

 «Μπόρεσες να κοιμηθείς καλά χθες; Τον ονειρεύτηκες;»

   Στάθηκε από πάνω μου, ψηλός, Με τα καλογυαλισμένα πάντοτε παπούτσια του όπου μπορούσες να καθρεφτιστείς. Ήταν το ένα από τα δύο ζευγάρια που είχε και το φορούσε μόνο στην πρωϊνή μας έξοδο στο καφέ. Όπως πάντα. Τα ρούχα του δεν ήταν καινούργια, πώς θα μπορούσαν άλλωστε στην κατάσταση μας, αλλά φρόντιζε με επιμέλεια να τα διατηρεί καθαρά και σιδερωμένα. Το σακάκι του  ατσαλάκωτο  και τα τελευταία ασημένια μανικετόκουμπα που απέφευγαν το ενεχυροδανειστήριο εδώ και δέκα χρόνια, άστραφταν κάτω από τους πολυέλαιους του καφέ. Ήμουν δέκα χρόνια νεότερος, αλλά αυτό δεν έχει σημασία όταν είσαι εβδομήντα, έτσι δεν είναι; Έβγαλε το δερμάτινο γάντι του αριστερού του χεριού και με κοίταξε βλοσυρά. Τα πυκνά φρύδια του έσμιξαν και καταδύθηκαν κάτω από την γραμμή των γυαλιών του σαν υποβρύχια που ετοιμάζονταν να τορπιλίσουν τον εχθρό. Με χτύπησε με το γάντι στο μάγουλο.   

«Πώς τολμάς να με ρωτάς κάτι τέτοιο, Λοχαγέ Herle; Είσαι αναιδής και αδιόρθωτος».

    Τα παραμορφωμένα δάχτυλα του δεν είχαν δύναμη και η επαφή τους με το μάγουλο μου μάλλον τους προκάλεσε περισσότερο πόνο από ό,τι σε μένα. Ο διάλογος μας και το χαστούκι ήταν μέρος της χορογραφίας. Ένα “Battement”, μέρος αυτού του μπαλέτου «για δυο γέροντες»  που ανεβάζαμε κάθε πρωϊ, στις εννέα ακριβώς, στη σκηνή του Glockenspiel.

   Πόσο μεγάλο όμως είναι το δράμα στο οποίο παίζουμε τόσα χρόνια και ας μην το παραδέχεται ο Στρατηγός!  

 Κεφάλαιο 2

 Ένα ταξίδι, δύο προορισμοί

5 Απριλίου 1973

Μόναχο, Πανσιόν της Φράου Rosa Bernile Nienau, 21:00

 

           Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ:

        Αύριο θα ταξιδεύαμε για την Ελλάδα. Έδωσα εντολή στον Κλάους να σχεδιάσει, όπως κάνει άλλωστε πάντα, και αυτή την αποστολή μας. Πόσο ανόητο ακούγεται αυτό το “έδωσα εντολή”! Ο πόλεμος τελείωσε το '45 και από εκεί και πέρα μπορεί κανείς να πει πως για πολλά χρόνια μόνο λάμβανα εντολές. Στη δίκη που ακολούθησε τη σύλληψή μας, στα χρόνια της φυλακής και αργότερα, που αν και ήμασταν ελεύθεροι πολίτες πλέον, δεν απολαμβάναμε κανέναν σεβασμό. Τον ενημέρωσα ότι θα κάνω μια βόλτα μέχρι την ώρα του δείπνου και πως όταν τελειώσουμε, θέλω να μου περιγράψει όλες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού μας. Μια ιεροτελεστία που κρατούσε τόσα χρόνια όσα γνωριζόμασταν. Μια τελετή που μου πρόσφερε μεγάλη ικανοποίηση. Ο Λοχαγός περίμενε να αποσυρθούν οι λιγοστοί πελάτες της ετοιμόρροπης πανσιόν όπου μέναμε λόγω του χαμηλού ενοικίου και τότε άπλωνε στο τραπέζι μας έναν πολυχρησιμοποιημένο ευρωπαϊκό χάρτη που είχα κρατήσει από τον Πόλεμο. Η Φράου Rosa Bernile Nienau ξέστρωνε πάντα με υποδειγματική σχολαστικότητα το τραπέζι και αποσύρονταν αθόρυβα στην κουζίνα της. Εξάλλου, γνώριζε πως αυτές οι εξορμήσεις που σχεδιάζαμε θα πλήρωναν και το νοίκι μας.

          Ο καημένος ο Κλάους. Προσποιούνταν πως σημείωνε με ευλάβεια τις παρατηρήσεις μου πάνω στα σκόπιμα κενά και τις ασάφειες που άφηνε στο πρόγραμμα μας ακριβώς για να έχω τη χαρά να προσθέτω, να κρίνω, να διορθώνω, να διοικώ. Όμως είμαι σίγουρος πως είχε υπολογίσει και ρυθμίσει ήδη τα πάντα. Είχε επικοινωνήσει με τους διοργανωτές, είχε βγάλει (και χρεώσει σε αυτούς φυσικά), τα εισιτήρια μας, είχε φροντίσει τα καταλύματα μας, είχε επιμεληθεί με γλυκύτητα το μενού που απαιτούσε το ζάχαρο μου, είχε ετοιμάσει τις βαλίτσες μας, αφού έπλυνε και σιδέρωσε τη στολή μου και γυάλισε τις μπότες μου. Ο εργένης Κλάους,  είχε παντρευτεί εμένα και είχε τάξει σκοπό της ζωής του να με υπηρετεί αγόγγυστα μέχρι να φύγω, πιθανόν πρώτος, από τη ζωή.

      Πέρασα τη γέφυρα του Eisbach και πήρα το δρόμο για την πανσιόν. Ένοιωθα πως αγαπούσα αυτόν τον άνθρωπο που κάθισε μαζί μου πίσω από το γυάλινο χώρισμα στη δίκη των αξιωματικών. Και όταν ήρθε η ώρα να απολογηθεί δεν είχε ούτε μία κουβέντα να πει εναντίον μου για να μειώσει την ποινή του. Δεν ισχυρίστηκε ότι φοβήθηκε ποτέ την οργή μου, δεν δικαιολόγησε τις ενέργειες του, όπως έκαναν πολλοί άλλοι τρομοκρατημένοι συμπολεμιστές μας, με την αδήριτη ανάγκη να υπακούσουν τις διαταγές του Διοικητή τους. Τιμωρήθηκε και αυτός με την ίδια ποινή. Όταν σηκωθήκαμε από το εδώλιο, γνωρίζαμε πως θα πεθαίναμε στη φυλακή. Ευτυχώς δεν έγινε αυτό. Και όταν οι Ανατολικογερμανοί μας προσέγγισαν, αυτόν χρησιμοποίησαν για να έρθουν σε επαφή μαζί μου. Όμως,  ο ίδιος ήταν που τους απάντησε, σκληρότερα και από μένα, πως δεν μπορεί να φορέσει τη στολή του Κόκκινου Στρατού. Αυτού που βίασε τις γερμανίδες του Βερολίνου και σκλάβωσε τα παιδιά μας. Ήμουν περήφανος για τον φίλο και συμπολεμιστή μου Κλάους. Δεν με κατηγόρησε ούτε όταν έδωσα εκείνη τη φρικτή διαταγή να εκτελεστούν είκοσι στρατιώτες του τάγματος μου. Η  αλήθεια είναι πως η τύχη που τους επιφύλαξα ήταν καλύτερη από αυτή που θα είχαν εάν παραδίδονταν στους Σοβιετικούς. Γνωρίζω όμως πως  δεν θα μου συγχωρέσει ποτέ μία μου διαταγή. Αυτή που έδωσα στον ίδιο σε εκείνη την κολασμένη βουνοπλαγιά στην Ελλάδα. Να εκτελέσει έναν Λοχία. Δεν θα παραδεχθώ ποτέ μπροστά του ότι έσφαλλα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν το πιστεύω. Έφθασα στην πόρτα της πανσιόν λίγο πριν η Φράου Nienau σερβίρει το δείπνο. Ο Κλάους με περίμενε όρθιος. Θα του άλλαζα λίγο τα αυριανά σχέδια. Αναρωτιόμουν αν και αυτό το είχε προβλέψει.

 Κεφάλαιο 3

 Στο πεδίο της Μάχης

6 Απριλίου 1973, 8:00  

Μόναχο-Θεσσαλονίκη, αεροδρόμιο

Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

Το πρωί της 6ης Απριλίου 1973, αναχωρήσαμε από το αεροδρόμιο του Μονάχου για την Ελλάδα.  Θα φθάναμε στη Θεσσαλονίκη δυόμιση ώρες αργότερα και θα μας υποδέχονταν οι διοργανωτές του συνεδρίου του μικρού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της χώρας. Επέμενε να μας συνοδεύσει ο επικεφαλής της τοπικής οργάνωσης και να μας παρέχει προστασία στην εξόρμηση που πρόσθεσε ο Στρατηγός στο πρόγραμμά μας πριν την ομιλία του. Με αιφνιδίασε το προηγούμενο βράδυ στο δείπνο, όταν μου είπε:

            «Λοχαγέ, μερίμνησες πως θα πάμε και θα γυρίσουμε φυσικά, στα Οχυρά αύριο; Έχουμε άφθονο χρόνο στη διάθεσή μας και θα ήθελα να θυμηθώ τις μέρες εκείνες».

          Κόντεψα να πνιγώ με τη μπύρα μου. Προσπάθησα να μείνω ψύχραιμος.

          «Βεβαίως σκέφθηκα και εγώ πως θα το θέλατε και έχω κάνει όλες τις απαραίτητες συνεννοήσεις. Θα επισκεφθούμε τα Οχυρά και θα έχετε αρκετό χρόνο να αναπαυτείτε πριν μιλήσετε στο συνέδριο». 

           Το υπόλοιπο βράδυ ξόδεψα το φτωχό μου κομπόδεμα σε κέρματα στο τηλέφωνο της πανσιόν. Όταν ο Στρατηγός πήγε για ύπνο, τηλεφώνησα στον διοργανωτή και του είπα για την επιθυμία του Σόρνερ. Με ξάφνιασε η προθυμία του να μας εξυπηρετήσει. Θα μας έπαιρνε ο ίδιος με αυτοκίνητο, και με συνοδεία μάλιστα, και θα μας πήγαινε στις Σέρρες και όπου αλλού θέλαμε. Μας ζήτησε την άδεια να βγάλει φωτογραφίες και φυσικά δεν μπορούσα να του την αρνηθώ. Το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Η αποφασιστικότητα του Στρατηγού με θορύβησε και με ανησύχησε. Πριν κοιμηθώ τα χαράματα έβαλα στη βαλίτσα τις δύο φωτογραφίες που είχα τραβήξει τότε στην πλαγιά. Ο Στρατηγός ήταν σαφής στη διαταγή του. 

            Σε όλο το ταξίδι ο Στρατηγός ήταν αμίλητος, όχι πως μιλούσε δα και πολύ ποτέ αλλά ήταν πάντα απορροφημένος σε κάποιο βιβλίο ή εφημερίδα ή χτένιζε τον λόγο του. Αυτοί οι λόγοι και τα άρθρα που έγραφε σε διάφορα έντυπα εθνικοσοσιαλιστικών και αποκρυφιστικών κομμάτων και ομάδων σε όλο τον κόσμο ήταν που μας εξασφάλιζαν τον φτωχό αλλά αξιοπρεπή τρόπο ζωής μας από τότε που αποφυλακιστήκαμε το 1955. Κατεβήκαμε από το αεροπλάνο και συναντήσαμε στην αίθουσα υποδοχής τον σύνδεσμό μας. Έκανα τις συστάσεις με τη δέουσα επισημότητα. Ήταν το τελετουργικό της εργασίας μας και απαιτούσε μια κάποια θεατρικότητα.

6 Απριλίου 1973, 13:00

Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Ομορφοπλαγιά Οχυρά Ρούπελ     

 Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ:

        Ο άνδρας που μας περίμενε ήταν όπως τον περίμενα. Είχα συναντήσει πολλούς σε όλο τον κόσμο ολόϊδιους με αυτόν. Ψηλός, ευρύστερνος, μυστακοφόρος και με εντυπωσιακούς μυς στα χέρια. Κάποιοι έρχονταν να με συναντήσουν με κοντομάνικα μπλουζάκια με κάποιο σύμβολο, ένα κέλτικο σταυρό, μια περικεφαλαία, έναν κεραυνό. Σε αυτούς έδειχνα τη δυσαρέσκεια μου με κάποιο μορφασμό που πιστεύω πως δεν καταλάβαιναν. Άλλοι όπως ο Έλληνας, φορούσαν χακί πουκάμισο με ζώνη περασμένη χιαστί και ομοιόχρωμο πουκάμισο. Αυτοί μου θύμιζαν τον στρατό και η εμφάνιση τους με ικανοποιούσε και τους το έδειχνα. Ο Αρχηγός τους και οι δύο συνοδοί του ήταν ομοιόμορφα ντυμένοι ενώ ο πρώτος είχε και κάποιο διακριτικό στο αριστερό μπράτσο. Με χαιρέτησαν στρατιωτικά αν και δεν φορούσαν καπέλα ή εθνόσημα. Έχω δει τόσα όμως αλλοπρόσαλλα πράγματα όλα αυτά τα χρόνια που δεν έχει καμιά σημασία. Άλλο έχει σημασία τώρα. Να με πάνε στην Ομορφοπλαγιά.

           Το ταξίδι με το αυτοκίνητο μέχρι τις Σέρρες δεν ήταν μακρύ. Το είχα κάνει ανάποδα με το τζιπ όταν υποτάξαμε το ατίθασο Ρούπελ το 1945 και μπήκαμε θριαμβευτές στη Θεσσαλονίκη. Διακόσιοι πενήντα όμως στρατιώτες και αξιωματικοί μου είχαν μείνει εκεί στην Ομορφοπλαγιά. Μα γιατί την έλεγαν έτσι οι Έλληνες; Αφού, καθόλου, μα καθόλου δεν ήταν «όμορφη» για τον στρατό μας εκείνο το πρωϊ. Όλη την ώρα οι νεαροί συνοδοί μας φλυαρούσαν ακατάπαυστα και βασάνιζαν τον Κλάους με ερωτήσεις σε άθλια αγγλικά για το ναζιστικό κόμμα της Γερμανίας, τους Εβραίους του Μονάχου, τους νέγρους και τόσα άλλα. Ο καημένος ο Κλάους δεν έπαιζε με την μοναδική πηγή εσόδων μας και δεν μπορούσε να είναι αγενής με τους οικοδεσπότες μας. Απαντούσε με ευγένεια, δίνοντας τους τις απαντήσεις που ήθελαν να ακούσουν: Παντού ο κόσμος γυρίζει στα λόγια του Μεγάλου Αρχηγού και μια νέα εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση είναι έτοιμη να κατακτήσει τη γη.  Ερχόμαστε και θα τρέμει η γη κάτω από τη μπότα μας. Καημένε Κλάους. Φθάσαμε στο Πολυβολείο αριθμός 8. Ζήτησα από τον Λοχαγό τις φωτογραφίες και άρχισα να ανεβαίνω την πλαγιά με αργά βήματα. 

 


6 Απριλίου 1973, 13:00

Θεσσαλονίκη, Σέρρες Ομορφοπλαγιά, Οχυρά Ρούπελ     

 Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

          Φθάσαμε στο Πολυβολείο αριθμός 8 στην Ομορφοπλαγιά Σερρών. Σε αυτόν τον τόπο είχα πολεμήσει το 1941. Όταν σταμάτησε ο ορυμαγδός από τις σφαίρες και τις οβίδες η καρδιά μου ήταν θρυμματισμένη σε 251 κομμάτια και διασκορπισμένη σε όλη την πλαγιά. Διακόσιοι πενήντα ένας συμπολεμιστές μου, νεαρά, αμούστακα παιδαρέλια, πότισαν με το αίμα τους τη ζοφερή πανίδα αυτού του λόφου. Ω, δεν μπορώ να περιγράψω το πόσο μίσησα τότε τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από εκείνη τη σχισμή της κόλασης που ξερνούσε φωτιά και μέταλλο στο μέλλον μας. Οι συμπολεμιστές μου είχαν ονόματα, πατεράδες και μητέρες, είχαν κορίτσια που τους αποχαιρέτησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό, είχαν όνειρα και συναντήθηκαν με εφιάλτες. Από την παράκρουση που έπαθα όταν τα μολυσμένα χόρτα της πλαγιάς άγγιξαν τις αρβύλες μου, με έβγαλε ο Στρατηγός.

           «Λογαγέ Χέρλε, δώσε μου τις φωτογραφίες και .... πες τους ότι θα ήθελα να επιθεωρήσω το πεδίο της μάχης μόνος μου. Ας μείνουν στους πρόποδες κοντά στο αμάξι. Εσύ εάν θέλεις, έλα μαζί μου να με βοηθήσεις».

      «Ναι, Στρατηγέ, τις έχω εδώ, ορίστε». Του έδωσα τις φωτογραφίες και έσπευσα να ενημερώσω τους νεαρούς για την επιθυμία του Στρατηγού. Δεν ήταν δύσκολο  να την ικανοποιήσουν. Τριγυρνούσαν με θόρυβο, ενθουσιασμένοι και έπαιρναν φωτογραφίες. Όχι σαν αυτές όμως που πάρει εγώ τότε.

           Εκείνη τη μέρα μετά από ώρες τρομερών εκρήξεων και πυροβολισμών  καταλάβαμε πως δεν έρχονταν καμία απάντηση από το πολυβολείο. Ρίχναμε μόνοι μας. Δεν έπεφταν άλλα κορμιά στο έδαφος και η μαύρη σχισμή έχασκε σιωπηλή για ώρα πολλή, λες και η κόλαση κουράστηκε να διεκδικεί ψυχές και απόκαμε. Δεν είχα ποτέ δει τον Στρατηγό αναποφάσιστο. Αναμετρηθήκαμε με το  βλέμμα με τη σχισμή, όμως δεν κουνήθηκε για πολλή ώρα. Ώσπου αντί για τις ορδές δαιμόνων που περιμέναμε να βγουν από αυτή βγήκαν τρεις στρατιώτες με τα χέρια ψηλά και κατευθύνθηκαν προς το μέρος μας.

         Περπατήσαμε μέχρι την είσοδο του Πολυβολείου. Ο Στρατηγός με δυσκολία που  δεν μπορούσε να κρύψει έσυρε τα βήματα του μέχρι ένα σημείο. Το σημείο που έδειχνε η φωτογραφία που είχα βγάλει εγώ. Το σημείο που το αίμα του Έλληνα Λοχία πότισε τον λόφο. Το αίμα που χύσαμε εμείς. Ο Στρατηγός γονάτισε πάνω από τα βράχια που έδειχναν οι φωτογραφίες, λίγο πιο μπροστά, λίγο πιο πίσω, τι σημασία είχε; Χάϊδεψε το χορτάρι τρέμοντας. Ήμουν σίγουρος πως έκλαιγε. Πλησίασα για να τον βοηθήσω να σηκωθεί.

            «Συγχώρησε με, Λοχία», ψιθύρισε πολλές φορές. Μου φάνηκε πως είδα όρθιο τον Ίτσιο από πάνω του να ατενίζει πέρα στην πεδιάδα, περήφανος που μόνο αυτός και οι σύντροφοι του καθήλωσαν ολόκληρο Ραϊχ, που τόσο τρόμαξε από την ανδρεία του, που στοίχειωσε τη συνείδηση ενός λαού όταν αυτός θέλησε να υποτάξει ένα ελεύθερο έθνος. Τον είδα να μιλάει με όλους τους ήρωες της ιστορίας του. Μάλλον τίποτα από αυτά δεν είδα, γιατί τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα και έπεσα και εγώ στα γόνατα. Εξάλλου εγώ είχα τραβήξει τη σκανδάλη και ζητούσα εξιλέωση. Αν ήταν δυνατόν! Βοηθώντας ο ένας το άλλο σηκωθήκαμε και κατηφορίσαμε την πλαγιά πλησιάζοντας τους νέους μας συντρόφους που σίγουροι πως αναπολούσαμε τα περασμένα μεγαλεία μας χαιρέτησαν ξανά στρατιωτικά με ένα γελοίο τρόπο. Όπως μας άρμοζε.    

 

Κεφάλαιο 4

 «Μίλησε μας για το Έπος, Στρατηγέ»

6 Απριλίου 1973, 23:00

Θεσσαλονίκη, άγνωστη τοποθεσία συνεδρίου

 Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

      Σταμάτησε απότομα να μιλάει. Η άσπρη θάλασσα από ξυρισμένα κεφάλια

σήκωσε κύμα και εκατοντάδες μυώδη μπράτσα με τατουάζ υψώθηκαν σαν λόγχες

καρφωμένες σε χαράκωμα ενώ ένα κοπάδι αλυκτίσματα υποδέχθηκαν τη σιωπή του:

«Sieg Heil, Seig Heil, Seig Heil». Όταν κόπασε, οι νεαροί περίμεναν τον γηραιό

στρατηγό να μιλήσει και πάλι. Μάταια. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στις σημαίες, μια ελληνική και μια ναζιστική. Τον κοίταζαν χλευαστικά από τον απέναντι τοίχο. Δεν θα έπρεπε να ακουμπάνε καν μεταξύ τους, σκέφτηκε. Οι νεαροί δεν πτοήθηκαν. Άρπαξαν το σύνθημα μόλις ελευθερώθηκε από το στόμα του πυρηνάρχη τους και πρόγκηξαν τα φαντάσματα που μπήκαν στην αυλή τους:

«Αναρχικοί και Μπολσεβίκοι, αυτή η γη δεν σας ανήκει». Το έφτυσαν τρεις φορές, σαν παραμορφωμένη χριστιανική ευχή. Και πάλι όμως ο γέροντας δεν μίλησε. Έβλεπε και κάποια άλλη μορφή στο βάθος της αίθουσας. Η μορφή του ένευσε πως ήταν η ώρα να μιλήσει πραγματικά. Ο πυρηνάρχης τον πλησίασε και τον ακούμπησε απαλά στο μπράτσο.

         «Στρατηγέ, πες μας για εκείνη τη μέρα στην Ομορφοπλαγιά. Πες μας για το

έπος που έγραψε η Βέρμαχτ στο Ρούπελ».

        Τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Γύρισε με ένα πλατύ χαμόγελο και του

απάντησε:

        «Ναι, παλαιέ συναγωνιστή μου. Θα σας μιλήσω για ήρωες, για σημαίες, για

Καθήκον και για μια μεγάλη πατρίδα που κανένας δεν μπόρεσε να υποτάξει».

       Τον κοίταξα με τρόμο, όπως τότε που έδωσε διαταγή να εκτελέσουν τους είκοσι συντρόφους μας μόνο και μόνο γιατί “περιφέρονταν ασκόπως”. Τότε, στην υποχώρηση. Ήμουν σίγουρος πως μια τέτοια διαταγή θα έδινε και τώρα. Είχα δίκιο.Τους μίλησε για τον Ήρωα που εκτέλεσε ο ίδιος εκεί στην κατηφοριά της Ομορφοπλαγιάς. Τον Λοχία Δημήτρη Ίτσιο.

       Για να μην τον σκοτώσουν ποτέ ξανά, οι συμπατριώτες του αυτή τη φορά.

       Μία ώρα μετά, όταν τελείωσε την ομιλία του, τα ξυρισμένα κεφάλια δεν

μιλούσαν. Κοιτάζονταν μόνο αμήχανα. Ήταν αυτός τώρα πίσω από τη θυρίδα του

πολυβολείου. Είχε αδειάσει όλες τις σφαίρες του και οι μουδιασμένοι εχθροί του, τον

περίμεναν να βγει στην πλαγιά. Έπρεπε να φύγουμε αμέσως.

 

6 Απριλίου 2019, 23:00

Θεσσαλονίκη, άγνωστη τοποθεσία συνεδρίου

      Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ: 

Έμεινα για λίγο σιωπηλός μπροστά στο βήμα που είχαν στολίσει με τη σβάστικα και κοίταζα στο βάθος της αίθουσας. Ήταν και αυτός εκεί και περίμενε να με ακούσει. Του ένευσα. Σήκωσα το χέρι μου και έγινε ησυχία. Τώρα ήμουν εγώ πίσω από τη θυρίδα και θα άδειαζα όλους τους τελαμώνες με τις λέξεις που ζώστηκα, πάνω στους επιτιθέμενους. Ξεκίνησα όπως πάντα υψώνοντας τη φωνή μου και με το ύφος που απευθυνόμουν στους στρατιώτες μου. Αυστηρό και αποφασιστικό: 

           «Συναγωνιστές, βλέπω πολλές ελληνικές σημαίες. Βλέπω και πολλές γερμανικές, βλέπω ακόμη και κάποιες σβάστικες και κέλτικους σταυρούς. Όλες μαζί κουνιούνται ξέφρενα και όλες τις κρατάνε χέρια ελληνικά. Τα δικά σας χέρια. Όμως αυτές οι σημαίες δεν φτιάχτηκαν για να ανεμίζουνε μαζί. Μάλλον η σβάστικα δεν φτιάχτηκε για να ανεμίζει με καμιά άλλη. Ένα σωρό προκαταλήψεις και μυθεύματα φτιάχτηκαν για να δικαιολογήσουν μέσα σας πράγματα τόσο ξεκάθαρα που θα μου κάνει πάντα εντύπωση πως δεν μπορείτε να τα δείτε».

          Ήταν σίγουρο πως κέρδισα την προσοχή τους. Όλοι είχαν στρέψει το βλέμμα τους στο βήμα και η ησυχία ήταν απόλυτη. Όπως ήθελα. Συνέχισα:

          «Μάθατε να λέτε πως εάν ο ανόητος Μουσολίνι δεν εισέβαλε στην Ελλάδα δεν θα αναγκαζόταν ο σύμμαχος του, ο Χίτλερ να σας επιτεθεί. Ο Χίτλερ άψογος στις απαιτήσεις της συμμαχίας, φίλος με λόγο και τιμή, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και ήρθε να σας κατακτήσει. Δεν ντρέπεστε ακόμη και να αναμασάτε τα λόγια του δικτάτορα στο Ραϊχσταγκ, πως  ο στρατός σας, μας αντιστάθηκε ηρωϊκά και πως δήθεν σας τίμησε ως στρατιώτες για την πολεμική σας αρετή»; Τότε έριξα την πρώτη ριπή από τo πολυβολείο: «Πόσο ανόητοι είστε! Οι Ναζί κήρυξαν τον πόλεμο στη χώρα σας, την κατέκτησαν και εσείς καμαρώνετε που σας ανακήρυξαν ως γενναιότερους όλων όσων μας αντιστάθηκαν! Καμαρώνετε να σας λένε φασίστες ενώ παραδέχεστε πως ο Μουσολίνι σας επιτέθηκε»;

             Γύρισα να κοιτάξω τον Κλάους. Σίγουρα αιφνιδιάστηκε και αυτός. Όμως δεν θα έπρεπε. Επί χρόνια ολόκληρα κάθε μέρα μου θύμιζε το έγκλημα που διαπράξαμε και για το οποίο κανένας δεν μας δίκασε. Είχε έρθει η ώρα για την απολογία μας και θα μιλούσα εγώ και για τους δύο. Ο πυρηνάρχης, μου έφερε ένα ποτήρι νερό και με κοίταξε γεμάτος έκπληξη όταν του χαμογέλασα για να τον διαβεβαιώσω ότι όλα πήγαιναν καλά. Μάλλον δεν το πίστεψε. Στα ακαλλιέργητα κεφάλια που έβλεπα μπροστά μου έπρεπε να μπήξω το υνί της ομολογίας μου πιο βαθιά: 

              «Σε αυτόν τον πόλεμο, εγώ πολέμησα τους παππούδες σας. Σκότωσα πολλούς από αυτούς, εκτέλεσα άλλους ακόμη και άοπλους. Ο γερμανικός στρατός έκαψε πάνω από εκατό χωριά, πέταξε σε ομαδικούς τάφους γυναίκες και παιδιά. Μερικούς ζωντανούς. Κάποιοι από αυτούς ήταν πρόγονοι σας. Όχι δικοί μου, δικοί σας. Οι δικοί μου ήταν οι δήμιοι. Με κάποιους από αυτούς κοιμηθήκαμε στους ίδιους κοιτώνες ως δόκιμοι αξιωματικοί, μεθύσαμε και παρελάσαμε μπροστά στη σβάστικα μαζί. Ο Φύρερ μας παρασημοφόρησε, μας έσφιξε το χέρι γιατί εκτελέσαμε αντιστασιακούς, εξαρθρώσαμε δίκτυα αντίστασης στην Ελλάδα, γιατί κάψαμε χωριά για αντίποινα και δείξαμε ότι κανείς δεν πρέπει να αψηφά το Ράϊχ. Πως μπορείτε να είστε περήφανοι για τους δολοφόνους των γονιών σας; Σας κοροϊδέψαν πως το Ράιχ θα ήταν ελληνικό, πως αφού στείλατε τη φλόγα στο Βερολίνο, έγιναν οι Γερμανοί, Έλληνες. Πιστέψατε πως αφού στολίστηκε με αγάλματα το Ράϊσταγκ, το ελληνικό κάλλος κέρδισε τους νέους Ρωμαίους. Όμως εμείς, όπως και εκείνοι, σας αγαπήσαμε μόνο αφού σας  υποτάξαμε. Ναι ξέραμε αρχαία ελληνικά, όμως αυτό δεν μας εμπόδισε, μάλλον μας διευκόλυνε να κλέψουμε τις αρχαιότητες, και να επικοινωνήσουμε καλύτερα με τους χαφιέδες που τόσο πρόθυμα κάθε λαός έσερνε πίσω μας».

         Δεν είμαι πια ο τριαντάχρονος ταγματάρχης με τη βροντερή φωνή και το σκληραγωγημένο σώμα. Η ένταση και η συγκίνηση μου προκάλεσαν τρέμουλο και κρατήθηκα δυνατά από τις άκρες του βήματος. Ο Κλάους ήταν δίπλα μου. Ήξερα πως θα με έπιανε όταν θα…. βουτούσα. Και η θάλασσα από τα γυμνά κεφάλια άρχιζε να ανταριάζει. Πήρα βαθιά ανάσα και συνέχισα:  

            «Πολέμησα εναντίον των προγόνων σας. Εκείνοι όμως δεν μέριασαν για να περάσω όταν έπεσα με τιτάνια δύναμη πάνω τους. Εκείνοι, νέα παιδιά, αγρότες και εργάτες ή νεαροί αξιωματικοί που θα μπορούσαν να περιμένουν τιμές  από την παράδοσή τους, ακόμη και αν δεν ήξεραν το παράδειγμα των Θερμοπυλών και της Σαλαμίνας ή των τόσων άλλων ορόσημων της δικιάς σας ιστορίας, έκαναν ακριβώς το ίδιο: Μας είπαν ελάτε να τα πάρετε. Μας προειδοποίησε η ιστορία σας πως δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση αυτό. Πως θα μας κοστίσει ανυπολόγιστα και όμως εμείς ήρθαμε. Κάποιοι λένε πως όταν τα όπλα  ήταν  σπαθιά και δόρατα ασπίδες και τόξα η ικανότητα μετρούσε και σήμερα με τις σφαίρες και τις βόμβες ο ηρωϊσμός χάθηκε. Τότε πως έγινε και τόσοι νέοι γερμανοί στρατιώτες σκέπασαν τις πλαγιές του Ρούπελ; Έγινε γιατί υπάρχουν ήρωες και δεν ήμασταν εμείς. Εμείς που εισβάλλαμε με έναν γιγάντιο μεταλλικό στρατό για να νοιώσουμε πως λιώνουν τα μέταλλα. Έναν τέτοιο ήρωα  που δεν κατάφερα να καταβάλλω, τον σκότωσα όταν το όπλο του έπεσε από το χέρι του, όχι γιατί δεν μπορούσε να το κρατήσει, όχι γιατί κουράστηκε, εξαντλήθηκε, νύσταξε, πληγώθηκε, απογοητεύτηκε αλλά γιατί δεν είχε άλλες σφαίρες. Ο Λοχίας Ίτσιος δεν νικήθηκε, μα νίκησε. Δεν παραδόθηκε, μα αιχμαλώτισε. Δεν τον εκτέλεσα, με σκότωσε. Ο Λοχίας Ίτσιος είναι ο δικός σας πατέρας όχι ο δικός μου, είναι ο δικός σας ήρωας, όχι εγώ, ο Λοχίας Ίτσιος ζει, εγώ όχι. Όχι από τότε που τον σκότωσα».

            Δεν μπόρεσα να κρατηθώ άλλο. Τα δάκρυα μου ξεχύθηκαν αλλά μόνο εγώ και ο πιστός μου Κλάους το ξέραμε. Είδα πως έκλαιγε και αυτός. Έπρεπε όμως να πω δυο τελευταία λόγια πριν παραδοθώ: «Αν αφήσετε αυτή την ιδεολογία που όπλισε το χέρι μου, να δώσει και άλλες τέτοιες μάχες, θα δημιουργήσετε και άλλους τέτοιους ήρωες, μόνο που δεν θα είναι δικοί σας, αλλά εσείς θα είστε στη δική μου θέση του φονιά.  Γιατί τον σκότωσε η σβάστικα που σαν μαχαίρι δολοφόνου κάνει στροφές στο υπογάστριο σας. Η σβάστικα δεν έχει καμία θέση στη γη των ηρώων. Στη γη σας».

            Γνωρίζω πολύ καλά ελληνικά και δεν θα πρέπει να άφησα καμιά αμφιβολία σε κανέναν. Τα σαστισμένα τους πρόσωπα και το σιγανό μουρμουρητό που απλώθηκε στην αίθουσα μάλλον αυτό έλεγαν. Το μάτι μου πήρε και κάποιους που μάζευαν τις σημαίες με τη σβάστικα. Σταμάτησα να μιλάω και σήκωσα ξανά το βλέμμα μου στο βάθος της αίθουσας. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε. Ναι, τώρα σήκωσα το βλέμμα μου . Ήμουν για λίγο έστω περήφανος.

             Ο Χέρλε μου πιάνει συνωμοτικά το μπράτσο και με τραβάει μαλακά  πίσω από το βήμα. Το βλέμμα του είναι έντρομο αλλά και με κοιτάει με βουρκωμένα μάτια  γεμάτος περηφάνια. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Βγαίνουμε από την πίσω πόρτα  και κατευθυνόμαστε προς τα ταξί. Ο καλός μου Χέρλε, τα έχει φροντίσει όλα. Το ίδιο βράδυ γυρίσαμε στο Μόναχο. Σε αυτή τη μάχη δεν σκότωσα τον Ίτσιο. Δεν προλαβαίνω όμως να δώσω και άλλες. Δίνω οδηγίες στον Χέλερ να δημοσιεύσει την ομιλία μου ως πολιτική διαθήκη. Με κοιτάει παραξενεμένος. Ούτε ο ίδιος μπορεί να αντέξει τόσες εκπλήξεις.

Επίλογος

 «Η παρουσία σας δεν είναι επιθυμητή στην κηδεία»

2 Ιουλίου 1973, Μόναχο, Πανσιόν Φράου Rosa Bernile Nienau                

 Λοχαγός Χέρλε:

            Σήμερα 2 Ιουλίου 1973, ο Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ αποστρατεύτηκε από τον επίγειο βίο. Ήταν ντυμένος με την επίσημη στολή του βαθμού του και κρατούσε σφιχτά στα χέρια του τη φωτογραφία με τον Λοχία Ίτσιο. Αυτήν που τράβηξα εγώ. Ντυμένος και εγώ με τη στολή μου, μπήκα στο δωμάτιο του και τον χαιρέτησα με τον δέοντα στρατιωτικό τρόπο. Είμαι σίγουρος πως χαμογελούσε. Η Φράου Nienau κανόνισε τις λεπτομέρειες της κηδείας με τα χρήματα της αμοιβής μας. Εγώ βγήκα μια βόλτα στο ποτάμι μέχρι την κηδεία. Θα πηγαίναμε μόνο οι δυο μας το απόγευμα για να τον αποχαιρετίσουμε. Θα αλλάξω ρούχα. Απαγορεύονται οι ένστολοι στην κηδεία του. Το Υπουργείο Άμυνας μας ενημέρωσε πως η παρουσία όποιου ήθελε να έρθει στην τελετή δεν «είναι επιθυμητή». Αυτό φυσικά δεν είχε καμιά σημασία για τον νεαρό Έλληνα που ανταπέδωσε την πρόσφατη επίσκεψη μας και μοιράστηκε τον καφέ μαζί μου στο αγαπημένο μας Glockenspiel.

  Ι.Μ.