Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2021

Παρουσίαση του επετειακού Λευκώματος


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

 23ης Ιουνίου 2021 – 19.30΄

Προαύλιος χώρος του ιστορικού κτηρίου

Παρθεναγωγείου Έδεσσας

 

Παρουσίαση του επετειακού Λευκώματος

του Δήμου Έδεσσας:

«Η συμμετοχή της Έδεσσας και της περιοχής

στην Εθνεγερσία του 1821»

 

19.30΄       Έναρξη εκδήλωσης

                   Χαιρετισμός Δημάρχου Δημ. Γιάννου

                   Εισηγήσεις:

                   Φίλιππος Γκιούρος,

                   Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου

                   Νικόλαος Βασιλειάδης,

                   Καθηγητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας,

                   Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών,

                   Πανεπιστήμιο Μακεδονίας – Θεσσαλονίκη

                   Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

                   Συγγραφέας και Επιμελητής της Έκδοσης

 

Την εκδήλωση συντονίζει ο δημοσιογράφος

Χρήστος Δημητριάδης

         

20.30΄ Παρεμβάσεις – Ερωτήσεις κοινού

 

20.45΄ Καλλιτεχνικό μέρος

              Επιμέλεια μουσικής: Ευαγγελία Βελλή-Κοσμά,

              Ωδείο Δήμου Έδεσσας

 

21.15΄    Πέρας εκδήλωσης

 



 

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021

Επετειακό Λεύκωμα Δήμου Έδεσσας: Βιβλιοπαρουσίαση

 




Ήρθε η ώρα για την επίσημη παρουσίαση από τον Δήμο Έδεσσας του επετειακού Λευκώματος για το 1821:
Την ερχόμενη Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021 στο προαύλιο του Παρθεναγωγείου...

Τρίτη, 4 Μαΐου 2021

Διήγημα του Τρ. Ούρδα


 

Η «ΣΥΓΓΝΩΜΗ»

(Α΄ Βραβείο λογοτεχνικού περιοδικού ΚΕΦΑΛΟΣ, Κεφαλονιάς)

Ήταν μια μέρα του Πάσχα κάπου εκεί στη δεκαετία του εβδομήντα. Το ξένο αυτοκίνητο που μπήκε στο χωριό, σταμάτησε τελικά στο άλλο άκρο του, εκεί δίπλα στην Εκκλησία και ακριβώς μπροστά στο σπίτι της γριάς της Δέσποινας, της Κυρούλας όπως τη φώναζαν όλοι.
Κανείς δεν ήξερε τι ήθελε! Όσο για την ηλικιωμένη που πήγε, ήταν μια ανήμπορη και φτωχιά γυναίκα. Τόσο, που οι χωριανοί της τη φρόντιζαν και της έδιναν ένα κομμάτι ψωμί!
Από το αυτοκίνητο κατεβαίνει ένας καλοντυμένος κύριος. Αρκετά μεγάλος στην ηλικία. Τον συνοδεύει ένας πολύ νεότερος, που τον βοηθάει μάλιστα στην αποβίβαση. Και οι δυο κατευθύνονται στη σκουριασμένη αυλόπορτα. Την ανοίγουν με προσοχή και ο συνοδός φωνάζει το όνομα της Δέσποινας. Εκείνη ακούει και με το μπαστούνι της βγαίνει έξω από το σπίτι, ενώ με τη φωνή της που τρέμει, ρωτάει ποιοι είναι. Τότε πάλι ο πιο νέος, πάει κοντά της και κάτι της λέει.
-Να ζητήσει συγγνώμη; απαντάει εκείνη έκπληκτη. Γερμανός Αξιωματικός..! Τότε… Θεέ μου! Τι μου θυμίζεις…
Και πιάνουν τα κλάματα τη γριά. Κλαίει με λυγμούς..!

Πολλά χρόνια πιο πίσω από σήμερα. Πάλι μια μέρα του Πάσχα! Ένας άνθρωπος περπατάει μόνος του σε δρόμο του χωριού. Είναι αδύναμος και ισχνός. Τα ρούχα του, ένα στρατιωτικό μπουφάν και ένα μαύρο παντελόνι είναι βρώμικα και κουρελιασμένα. Το πρόσωπό του είναι δύσκολο να φανεί από τα πολύ μακριά του γένια και από τα μεγάλα απεριποίητα μαλλιά του. Περπατάει πάνω στο χώμα και σχεδόν σέρνει το βήμα του, ενώ το ένα από τα τελείως φθαρμένα άρβυλα που φοράει, αφήνει να φανούν τα δάχτυλα του ποδιού του…
Στον ώμο του κουβαλάει και ένα όπλο. Πολεμικό. Του είναι όμως πολύ βαρύ για το κοκκαλιάρικο σώμα του αλλά δεν το πετάει για να αλαφρωθεί!
Ο άνθρωπος ψάχνει. Κάτι γυρεύει αλλά από ποιον να το ζητήσει. Τίποτα δεν κινείται γύρω του. Όλοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Μονάχα ένας σκύλος είναι ζωντανή ψυχή κοντά του και τον παίρνει «καταπόδι», έτοιμος να του χιμήξει που τον βλέπει έτσι ξένο στο χωριό. Το άτομο όμως κάθε τόσο γυρίζει πίσω και με τα χέρια του τον φοβερίζει. Στο τέλος ο σκύλος τον παρατάει και «μισοτρέχοντας» χάνεται σε κάποιο στενό. Τι να πάρεις, από κάποιον που δεν έχει. Τζάμπα ο κόπος!
Περιπλανώμενος ο άγνωστος, μέσα στην κούραση και την αγωνία που φαίνεται να περνάει, βλέπει μπροστά του ένα σπίτι που του κάνει μεγάλη εντύπωση. Είναι καινούργιο και απάνω του έχει πολλά λουλούδια. Παντού λουλούδια! Λουλούδια στον εξώστη, στα περβάζια των παραθύρων, έξω στην πόρτα, στην αυλή ακόμα και γύρω από τις αστρέχες του και μέσα στον κήπο του.
Όλα λουλούδια ανθισμένα, τώρα την Άνοιξη. Πασχαλιές, ζουμπούλια, κρίνα και κατακόκκινες παπαρούνες Αν βάλεις και τα ανθισμένα δένδρα γύρω, ο τόπος μοιάζει παραδεισένιος. Εδώ, ένα χαρούμενο καλωσόρισμα της εποχής και της «Λαμπρής» με τις πρώτες γλυκές αχτίνες του ήλιου!
Και στη μέση της αυλής του σπιτιού, ένα πηγάδι. Απάνω του είναι μόνιμα τραβηγμένος ο κουβάς, γεμάτος με καθάριο νερό που αστράφτει στον ήλιο και γίνεται «καμβάς» για να ζωγραφιστεί μέσα του ένα μέρος από τον γαλάζιο ουρανό.
Σε αυτόν τον «χρυσό» κουβά πέφτει και μένει για λίγο σταθερά το μάτι του ανθρώπου. Είναι σίγουρο πως διψάει. Γι αυτό και χωρίς μεγάλη σκέψη, σαν «σίφουνας» παραβιάζει τη συρμάτινη πόρτα της αυλής και τρέχει προς το πηγάδι. Πιάνει τον κουβά και για να ξεδιψάσει, είναι έτοιμος να βάλει ακόμα και το κεφάλι του μέσα και να πιει το νερό του
Δεν προλαβαίνει όμως! Μια ριπή από σφαίρες περνάνε «ξυστά» από δίπλα του, και ο κουβάς του φεύγει από τα χέρια. Το άτομο σωριάζεται κάτω και η μέχρι τότε ηρεμία της ατμόσφαιρας ταράζεται. Ενώ οι άνθρωποι της γειτονιάς από το φόβο τους, μπαίνουν ακόμα πιο βαθιά μέσα στα σπίτια τους!
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους ιδιοκτήτες αυτού του «όμορφου» στην όψη σπιτιού. Ο ένας από αυτούς, μια γυναίκα, όταν ακούει τον κρότο από το όπλο, βγαίνει έξω στην πόρτα της. Κοιτάζει στην αυλή και βλέπει έκπληκτη έναν άνθρωπο πεσμένο δίπλα στο πηγάδι, να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τις χτισμένες πέτρες πάνω στο στόμα του. Αψηφώντας καινούργιες ριπές, έξαλλη τρέχει κοντά του και τον σηκώνει. Του φωνάζει αν είναι τραυματισμένος και αν πονάει..!
Από πίσω την ακολουθεί ένας άντρας. Είναι ο άντρας της. Σακάτης αυτός με το ένα του το πόδι κομμένο και με ένα αυτοσχέδιο ξύλο, φτιαγμένο για «πατερίτσα» έτσι ώστε να στηρίζεται και να περπατάει.
Και τότε ακριβώς, πάνω από ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο που σταματάει απότομα μπροστά στο δρόμο και αφήνει πίσω του ένα «ντουμάνι» από σκόνη, ακούγεται μια δυνατή φωνή με ακαταλαβίστικα λόγια.
Ήταν η ψυχρή φωνή από το στόμα ενός γερμανού Αξιωματικού, που μαζί με άλλους στρατιώτες, έκαναν περίπολο εκείνη την ώρα στο χωριό. Είδαν το άτομο στην αυλή με το όπλο κρεμασμένο στον ώμο του και του έριξαν. Και τώρα διατάζουν τη γυναίκα να το αφήσει και να απομακρυνθεί από κοντά του με όλες τις κάννες στραμμένες πάνω της, έτοιμες αν χρειαστεί να βγάλουν για άλλη μια φορά τη φωτιά και το μολύβι τους και να τρυπήσουν το σώμα της!
Όμως εκείνη κάνει πως δεν ακούει και δεν βλέπει την απειλή «πάνω» από το κεφάλι της. Συνεχίζει να φωνάζει στον άνθρωπο αν είναι πληγωμένος και επειδή αυτό δεν της απαντάει, να ψάχνει πάνω στο σώμα του και μέσα από τα κουρέλια που φοράει, μήπως και τα βρει αιματοβαμμένα.
Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα, η περιπολία κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και φτάνει πλέον κοντά της σε «σημείο αναπνοής» και μπροστά από τον άντρα της, που τον τραβάνε με τη βία να κάνει πίσω στον τοίχο του σπιτιού. Ακόμα, ένας από τους στρατιώτες, εκνευρισμένος γιατί η γυναίκα δεν συμμορφώθηκε και δεν απάντησε στη διαταγή που πήρε, χωρίς να περιμένει εντολή από τον ανώτερο Αξιωματικό του, βάζει την κάνη πίσω από το κεφάλι της και την ώρα που αυτή είναι σκυμμένη πάνω στο σώμα του ανθρώπου και τον περιποιείται, είναι έτοιμος να πατήσει την σκανδάλη του όπλου!
Σταματάει όμως καθώς ο Αξιωματικός τον αγριοκοιτάζει και του πιάνει το όπλο. Ύστερα νευριασμένος τον σπρώχνει προς τα πίσω με τόση δύναμη, που τον ρίχνει στο έδαφος. Στο τέλος ο Αξιωματικός, αφού βάζει το δικό του πιστόλι στη θήκη με μεγάλη προσοχή μην τρομάξει τη γυναίκα, την πιάνει απαλά από τους ώμους της και τη σηκώνει. Ευγενικά της ψιθυρίζει δυο κουβέντες στη γλώσσα του και εκείνη δεν αντιστέκεται. Υπακούει και μαζί πάνε μέχρι την πόρτα του σπιτιού της. Την αφήνει και αυτή μπαίνει μέσα.
Όσο για τον άνθρωπο που η ίδια πήγε να «μαζέψει» με τη ριπή, συνεχίζει να είναι εκεί στο ίδιο μέρος, βουβός και ξαπλωμένος, σχεδόν πεθαμένος, ίσως από το φόβο που πήρε αλλά και από το άγχος και την εξάντληση που είχε. Τραύματα όμως από σφαίρες δεν έφερε στο σώμα του.
Μόλις η γυναίκα μπαίνει στο σπίτι και με τον άντρα της έντρομο να την ακολουθεί, ο Αξιωματικός δίνει πάλι εντολή να σηκώσουν τον άνθρωπο που ήταν πεσμένος στο χώμα. Να του πάρουν το όπλο από τον ώμο του και ύστερα με ένα αλουμινένιο κύπελλο, που βρίσκεται κρεμασμένο στο πηγάδι να βρέξουν το κεφάλι του και να του δώσουν να πιει λίγο νερό.
Δεν τον κακομεταχειρίζεται, αλλά και ούτε του μιλάει. Απλά τον κοιτάζει στα μάτια. Παρατηρεί ότι το στήθος του ανεβοκατεβαίνει γρήγορα και η ανάσα του βγαίνει βαριά. Ξέρει, είναι σίγουρος πως θα πεθάνει!
Δεν θα ζήσει γιατί φαίνεται να τον βαρύνουν οι πολλές κακουχίες και οι ταλαιπωρίες που πέρασε το σώμα του. Δεν έχει σημασία που η ψυχή μέσα του στέκεται «όρθια» και έχει τη σφοδρή επιθυμία να «αντιδράσει» που τον βλέπει απέναντί του. Εχθροί και οι δύο! Όμως αυτός τώρα έχασε. Έτσι είναι ο πόλεμος! Και πραγματικά ο άνθρωπος σε λίγο πεθαίνει..!
Εκείνο το πρωινό της Ανάστασης, τότε στην περίοδο της «Κατοχής», σε όλο το χωριό επικρατούσε μια μοναδική «νεκρική σιγή». Άλλη τέτοια δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν. Δεν χτύπησε η καμπάνα χαρμόσυνα και ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία να πει το «Χριστός ανέστη». Αλλά ούτε και οι κάτοικοι βγήκαν έξω στην πλατεία να τσουγκρίσουν τα πασχαλιάτικα αυγά τους! Τα αεροπλάνα που πέρασαν πολύ πριν την αυγή και μούγκριζαν σαν θεριά πάνω από τα κεφάλια τους στον καταγάλανο ουρανό, έσπειραν το φόβο στις καρδιές τους και τους έκλεισαν στα σπίτια.
«Τάχατες» έτσι θα είχαν μεγαλύτερη προστασία!
Ωστόσο το σπίτι που αναφερόμαστε, είναι όπως είπαμε ανοιχτό και κανένας σε αυτό δεν φοβάται. Η περίπολος τώρα μέσα στην αυλή του, παίρνει τις τελευταίες εντολές από τον Αξιωματικό-διοικητή και είναι έτοιμη να ανέβει στο αυτοκίνητο και να αναχωρήσει.
Τους σταματάει όμως ο θόρυβος από την πόρτα του σπιτιού που ανοίγει με τη γυναίκα να ξαναβγαίνει. Όλοι τη βλέπουν να βαδίζει αργά με το κεφάλι της ψηλά σαν να πηγαίνει να γίνει νύφη και με ένα γλυκό-πικρό, δύσκολο να το προσδιορίσεις, μειδίαμα στα χείλη. Στο στήθος της κρατάει ένα μπουκέτο με λουλούδια. Μια αγκαλιά από πολύχρωμα λουλούδια της Άνοιξης, κομμένα από τις γλάστρες, που τις είχε φυτεμένες πάνω στο μπαλκόνι της.
Φτάνει κοντά στους στρατιώτες και ένα, ένα τους τα μοιράζει. Ψάχνει και τα όπλα τους, που τα έχουν κρεμασμένο στον ώμο και βάζει άλλο ένα στην κάνη τους. Όσα απομένουν στα χέρια της, τα πιο πολλά, πιάνει και τα δίνει στον Αξιωματικό. Μετά γυρίζει την πλάτη της για να φύγει και να μπει ξανά στο σπίτι. Αλλά στα μισά της διαδρομής σταματάει και γυρίζει το κεφάλι της προς το πηγάδι που βρίσκεται ο νεκρός. Λυπάται! Δεν κράτησε γι αυτόν να του αφήσει ένα λουλούδι!
Πάνω στη μεγάλη της απελπισία, κοιτάζει τα χέρια και την αγκαλιά της. Μόλις τα βλέπει, αγαλλιάζει. Ειρωνεία της τύχης, ένα μικρό ζουμπούλι έμεινε κρεμασμένο μπροστά στο στήθος της. Από εκείνα τα άσπρα-κάτασπρα, ευλογημένα λουλούδια, που κάθε χρόνο στολίζουν και το Σώμα του Χριστού στον Επιτάφιο. Ικανοποιημένη πηγαίνει και το αφήνει πάνω στο άψυχο σώμα του άγνωστου πεθαμένου.
Όλα αυτά μπροστά στα «άφωνα» μάτια της στρατιωτικής περιπολίας, που δεν είχε φύγει ακόμα, θαυμάζοντας πραγματικά την ευγένεια της ψυχής της, αλλά και το θάρρος της!
Στο τέλος η γυναίκα εξαφανίζεται μέσα στο σπίτι της, ενώ η περιπολία συνεχίζει το έργο της στους δρόμους του χωριού.
Τον νεκρό, ενημερώνεται να τον διαβάσει και να τον θάψει ο παπάς με τους ψάλτες του..!

-Ποιοι είστε, ρώταγε και ξαναρώταγε με δάκρυα στα μάτια της, η γριά η Δέσποινα τους ανθρώπους που εκείνο το ζεστό ηλιόλουστο πασχαλιάτικο πρωινό την επισκέφθηκαν στο σπίτι της.
Πάλι ο νεώτερος παίρνει την πρωτοβουλία και για άλλη μια φορά με περισσότερο χαμόγελο και μειλίχιο ύφος, της απαντάει:
-Ο κύριος, της λέει, είναι ο πατέρας μου και κάποτε σαν σήμερα μέσα στον πόλεμο, ήρθε εδώ στο σπίτι σας σαν «εχθρός!» Και σας θαύμασε για τον ηρωισμό σας! Τώρα έρχεται σαν «φίλος» και μάλιστα «μέρα» που έχετε, θέλει να σας ζητήσει και «συγγνώμη» για τις οποιεσδήποτε υπερβολές έγιναν τότε στο σπίτι σας ! Μακάρι να μην υπήρχε ο πόλεμος…
Μαζί, της λέει με το ίδιο ακριβώς ύφος, επιθυμεί να σας ανταποδώσει και τα λουλούδια που του προσφέρατε τότε εσείς..!
Και πραγματικά ο πατέρας του, βγάζει από το αυτοκίνητο μια ανθοδέσμη με κάθε λογής ανοιξιάτικα λουλούδια και φιλώντας με θρησκευτική ευλάβεια το χέρι της γριάς, υποκλίνεται και της τα προσφέρει, ζητώντας ταπεινά τη συγγνώμη της!
Ήταν ο Αξιωματικός της περιπολίας!

28-3-2020

 ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

  


Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

Ευχές



Το Δ.Σ. του Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας"
εύχεται
Καλή Ανάσταση και ΥΓΕΙΑ 
σε όλες/όλους

 

Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

Νέα βιβλία



Τα θερμά μου συγχαρητήρια  στον ακούραστο Μανώλη Βαλσαμίδη για το "άρτι παραληφθέν" νέο του βιβλίο-σταθμό στην θρησκευτική, κοινωνική και οικονομική ιστοριογραφία της Νάουσας. Τον ευχαριστώ πολύ για την ιδιόχειρη αφιέρωση και οφείλω να εκφράσω για μια ακόμη φορά τον θαυμασμό μου για την συνεχή προσφορά του στον πνευματικό πλούτο της περιοχής μας...

ΔΕΕ
 

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2021

Παγκόσμια μέρα ποίησης



Με αφορμή την Παγκόσμια μέρα Ποίησης (21 Μαρτίου) 
ένα ποίημα και 5 χαϊκού από το μέλος μας Γιάννη Μπαχά.



Είναι γιατί φωτοσυνθέτω


Κατεβήκαμε τις σκάλες,

δάσκαλοι και μαθητές μαζί.

Η τηλεκπαίδευση, ο νέος συρμός,

μας είπαν στο μέλλον πως πηγαίνει.


Κάποτε, ο ήλιος έμπαινε απ' τα παράθυρα 

και τα πρόσωπα μιλούσαν.

Χτυπούσε η πόρτα όταν έβγαιναν  

και στην αυλή του γυμναστή η σφυρίχτρα.


Τώρα, συνηθίσαμε το σήμα του υπογείου

και τους συρμούς που αναχωρούν στην ώρα τους.

Όμως, σαν μπουν οι επιβάτες στο βαγόνι,

τον δάσκαλο στην αποβάθρα αφήνουν.


Τα τζάμια σκοτεινά και μέσα δεν μπορείς να δεις.

“Δικαιώματα” και “ιδιωτικότητα”, είπαν.

Ερμητικά την πόρτα κλείσανε.

Ο δάσκαλος γυμνός μπροστά στους επιβάτες.

Η Επιστήμη “ελπίδες δίνει αλήθεια σε όλους μας

και σ' έναν έναν τάζει”.


Όταν μας πρότεινε στον υπόγειο να κατέβουμε,

εκεί που οι συρμοί φεύγουν στην ώρα τους,

όπου δεν χάνονται ώρες διδακτικές,

εκεί που οι αρρώστιες δεν περνούν τα τουρνικέ.


Δεν πάει όμως σε όλους τους σταθμούς

της τηλεκπαίδευσης ο υπόγειος.

Επίπεδα έχει πολλά για να κατέβεις με τα όνειρα σου ανάλογα.

Το εισιτήριο γράφει τη θέση σου

και πιο πολλά για σένα λέει από το πρόσωπο σου.


Η συσκευή και το δίκτυο τα νέα ρούχα σου είναι.

Αυτά κρίνουν σε ποιόν προορισμό πηγαίνεις.

Στον δάσκαλο στην αποβάθρα δώσε το χέρι,

και στήριξε τον για να ανέβει.


Πιο εύθραυστος είναι πια.

Είναι που οι άνθρωποι φωτοσυνθέτουν απ’ τα χαμόγελα

και οι δάσκαλοι χάσανε το χρώμα τους

και σαν τους συναντήσεις σε τοίχους πλέον μοιάζουν.

 Ιωάννης Μπαχάς - Θεσσαλονίκη, 21/3/2021


Χαϊκού

 1

Με τα νύχια

η Άνοιξη να ‘νοίξεις

σου κάνει νύξεις.

 2

Άδειες αυλές,

από οθόνες τυφλές

το διάλειμμα.

 3

Σφύριζε μόνος

σε αδειανή αυλή

ο γυμναστής μας.

4

Μην πιείς καφέ

τρέχα πήγε επτά

δεν θα προλάβεις.

 5

Κλειστές οθόνες

της γνώσης νεκροψία

θα καταγράψουν.

  Ιωάννης Μπαχάς - Θεσσαλονίκη, 21/3/2021


Κυριακή, 21 Μαρτίου 2021

Νέα βιβλία



Ιωάννης (Γενναίος) Κολοκοτρώνης,
ο έφηβος οπλαρχηγός του 1821

Συγγραφέας: Ιωάννης Β. Δασκαρόλης

Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης έλαβε τα όπλα υπέρ του Αγώνα για την ελευθερία στην εφηβική ηλικία 15 ετών κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς και ορίστηκε πρώτη φορά οπλαρχηγός σε ηλικία 16 ετών. Έλαβε μέρος διακριθείς σε όλες τις μεγάλες νικηφόρες μάχες που έλαβαν χώρα στην Πελοπόννησο στα πρώτα στάδια της επανάστασης, πολεμώντας και προκινδυνεύοντας στην πρώτη γραμμή. Ήταν από τους λίγους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου που εκστράτευσε δύο φορές εκτός αυτής (στη Δυτική Στερεά Ελλάδα το 1822, όσο και στην πολιορκία της Ακρόπολης το 1827). Στάθηκε παραστάτης στον Καραϊσκάκη σε όλες τις μάχες που προηγήθηκαν της τελικής καταστροφής των Ελλήνων στο Ανάλατο, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που οδήγησε στον ηρωικό του θάνατο. Εκεί όμως που αναδείχθηκε ίσως ο κορυφαίος Έλληνας οπλαρχηγός αναγνωρισμένος ακόμη και από τους άσπονδους εχθρούς του, στην καταπολέμηση των δυνάμεων του Ιμπραήμ την περίοδο 1825-1828. Αρίστευσε στις δύο μάχες στην Τραμπάλα και στα Τρίκορφα, δεν σταμάτησε ποτέ με το τμήμα του να αντιστέκεται στις επιδρομές του Ιμπραήμ, να τον παρενοχλεί με νυχτερινές επιδρομές και αιφνιδιαστικές επιθέσεις, αμφισβητώντας το έδαφος υπό τον εχθρό σπιθαμή προς σπιθαμή.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 ετών από την επανάσταση του 1821,  η παρούσα βιογραφία αποκαθιστά τον Γενναίο Κολοκοτρώνη ανάμεσα στους κορυφαίους αγωνιστές της Εθνεγερσίας. Εξετάζεται σε βάθος η στάση του Γενναίου στις δύο εμφύλιες διαμάχες όπου επίσης πρωταγωνίστησε, την αμέριστη στήριξη που παρείχε στον Καποδίστρια κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, αλλά και τις σημαντικές υπηρεσίες του στην διατήρηση των ισορροπιών στις επαρχίες της Πελοποννήσου κατά την διετία της αναρχίας που ακολούθησε τη δολοφονία του Κυβερνήτη. Τέλος υπάρχει μια αποτίμηση της προσωπικότητάς του όπως αυτή αναδύεται στα χρόνια της επανάστασης και μια συνοπτική αναφορά για τον τρόπο που οι Έλληνες πολέμησαν στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Το υλικό και οι πληροφορίες της βιογραφίας βασίζεται στα τέσσερα γραπτά αρχεία που έχει αφήσει ο στρατηγός  (Επιστολαί και διάφορα έγγραφα αφορώντα την ελληνικήν Επανάστασιν (1821-1827), Αθήνα 1856, Απομνημονεύματα, Απομνημονεύματα (Χειρόγραφον Δεύτερον 1821-1862) με εισαγωγή και σημειώσεις του Εμμανουήλ ΠρωτοψάλτηΔιάφορα έγγραφα και επιστολαί αφορόντα τας κατά το 1832 μετά τον θάνατον του Καποδίστρια συμβάσας κατά την Ελλάδα ανωμαλίας και αναρχίας) και αναδεικνύει άγνωστες πτυχές των πρώτων πολεμικών επιτυχιών της επανάστασης, των εμφυλίων πολέμων, της καταπολέμησης του Ιμπραήμ, της περιόδου Καποδίστρια και της δραματικής αναρχίας που ακολούθησε. Οι πληροφορίες αυτές έχουν διασταυρωθεί με όλα τα διαθέσιμα απομνημονεύματα άλλων αγωνιστών καθώς και με πολλές συνθετικές εργασίες ιστορικών για το 1821. Στις υποσημειώσεις παραθέτουμε αυτούσια αποσπάσματα από τα απομνημονεύματά του που μας παρουσιάζουν πως βίωσε ο ίδιος τα κοσμοϊστορικά για τον ελληνισμό, γεγονότα στα οποία πρωταγωνίστησε.

 Ο Γενναίος προκινδύνεψε στα πεδία των μαχών υπό τις διαταγές του πατέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, όμως η στίλβη και η ακτινοβολία του ονόματος του πατέρα του τελικά του στέρησε την ιστορική αναγνώριση στη συνείδηση του ελληνικού λαού, που αναμφίβολα του άξιζε. Η παρούσα βιογραφία έχει ως στόχο ακριβώς να επανορθώσει αυτή την αδικία. 

 


 

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2021

Χρονογράφημα


ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
(αφιερωμένο στον εγγονό μου, τα παιδιά μου, τα ξαδέρφια μου και τους συμμαθητές μου στο χωριό, που βλέπουν το fb). 

Καλοκαίρι, μέσα Ιουλίου, απομεσήμερο. Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρόνων. Η γιαγιά μου η Ελένη, μου δίνει ένα καλάθι με φαγητά, να τα πάω στον αδελφό της, τον θείο Αναστάση, να τα πάει με την σειρά του στον μικρότερο γιο της, τον θείο μου τον Σταύρο, που πότιζε στις Πρώτες (τοποθεσία νοτιοδυτικά του χωριού), μαζί με το πετρέλαιο. Εκεί, στις Κόκκινες Πρώτες (εξαιτίας του κόκκινου αργιλόχωματος), η γιαγιά μου είχε ένα χωράφι, δώδεκα στρεμμάτων, εξ ημισείας με τον αδελφό της και ο θείος μου ο Σταύρος το πότιζε, εξ ου και η υποχρέωση του θείου Ανάσταση να του μεταφέρει τις προμήθειες. Φαγητό για τον ίδιο και πετρέλαιο για το μοτοράκι. 
Έφτασα, λοιπόν, με το βαρύ καλάθι, στο σπίτι του θείου Ανάσταση. Ήταν ένα χαμηλό σπίτι του Εποικισμού, το ένα από τα δύο που υπάρχουν ακόμη στο χωριό 

Αναγκαία παρένθεση. Το χωριό όλο, η Νέα Πέλλα, κατοικούνταν από πρόσφυγες που ήρθαν με την ανταλλαγή του '24 από το Τσιφλίκ-κιόι της Ανατολικής Θράκης. 
Άφησαν τα διώροφα σπίτια τους και τα 40.000 στρέμματα της γης τους και πήραν 10.000 στρέμματα, που είχαν να καλλιεργηθούν από το τέλος της αρχαιότητας, λόγω ελονοσίας, και από ένα οικόπεδο. Στο οικόπεδο αυτό έχτισαν, στην αρχή καλύβες. Αργότερα ήρθε ο Εποικισμός, μια κρατική εταιρεία, και τους έχτισε κάτι χαμόσπιτα, τα οποία ξεπλήρωναν σε βάθος εικοσαετίας στην Εθνική Τράπεζα. 
Δεύτερη παρένθεση. Η ανταλλαγή του '24 ήταν μια μοναδική, σε παγκόσμια κλίμακα, διακρατική συμφωνία, που υπέγραψαν Βενιζέλος και Κεμάλ. Ήταν μια ρεαλιστική πολιτική πράξη, που μακάρι να περιελάμβανε και την Δυτική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη. Μακάρι να εφαρμόζονταν το '61 και στην Κύπρο. Τα πράγματα θα ήταν πολύ-πολύ καλύτερα για όλους. 
Η ρεαλιστική, όμως, αυτή ανταλλαγή πληθυσμών, παρ’ ότι αναίμακτη, εκ πρώτης όψεως, είχε πολλά θύματα. Ο πληθυσμός της Νέας Πέλλας, συνηθισμένος στο ξηρό κλίμα της Ανατολικής Θράκης, δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στο ελώδες περιβάλλον της Κεντρικής Μακεδονίας. Μέσα στην δεκαετία 1924-34 (το ‘32 αποξηράνθηκε η λίμνη) έχασε το 40% του ανθρώπινου δυναμικού του. 
Θυμάμαι μια γειτόνισσα, την γιαγιά Αριάδνη, που έρχονταν στο σπίτι μας. Είχε γεννήσει οκτώ παιδιά και της απέμειναν τα τέσσερα, εκ των οποίων το ένα, ο Απόστολος, σακάτης από σπασμούς, λόγω υψηλού πυρετού. 
Έμενε, λοιπόν η γιαγιά Αριάδνη στην γειτονιά μας με τον Απόστολο και την εγγονή της την Αριάδνη (η μητέρα της ήταν στην Γερμανία). Επειδή οι γειτόνισσες είχαν βαρεθεί να ακούν τα βάσανα της, έβρισκε καταφύγιο στο σπίτι μας, όπου η πονόψυχη μάννα μου, άκουγε υπομονετικά. Ξεκινούσε τις διηγήσεις της πάντα με τον ίδιο τρόπο. 
- Είχα μια Γιαννούλα. Πέθανε δύο χρόνων... 
Αλλά και με τα ζωντανά παιδιά της δεν είχε καλύτερη τύχη. Η μία κόρη της παντρεύτηκε στην Αθήνα, η άλλη έφυγε στην Γερμανία και η τρίτη παντρεύτηκε στο διπλανό χωριό 
Τον άντρα της, Κυριάκο νομίζω τον έλεγαν, δεν τον ανέφερε συχνά. Μάλλον είχε πεθάνει νέος. Το μεγάλο, όμως, βάσανο της ήταν το στερνοπαίδι της ο Απόστολος. Δεν μπορούσε να περιποιηθεί τον εαυτό του και αποτελούσε αντικείμενο χλευασμού από τον κόσμο και κυρίως από τα παιδιά. Κανένας δεν τον φώναζε με το βαφτιστικό του. Όλοι χρησιμοποιούσαν κάποιο από τα πολλά παρατσούκλια που του είχαν κολλήσει. Πιο πολύ τον ενοχλούσε το παρατσούκλι «Πέτρος», δεν ξέρω γιατί. Κάθε μεσημέρι, που σχολούσαν τα παιδιά, πηγαίνοντας προς την κάτω γειτονιά, περνούσαν μπροστά από την σπίτι του, από την άλλη άκρη του δρόμου, για σιγουριά, και φώναζαν Πέτροοο, Πέτροοο. Έβγαινε τότε ο Απόστολος και τους κυνηγούσε με τις πέτρες.
Ο θεός έδωσε πολλά χρόνια στην γιαγιά Αριάδνη, για να φροντίζει το άρρωστο παιδί της. Κάποτε, όμως, την πήρε κοντά του και έμεινε ο Απόστολος μόνος και απροστάτευτος. Οι συγγενείς, τότε, τον πήγαν στο Λεμπέτ (Σταυρούπολη). Τον εξέτασαν οι γιατροί και αποφάνθηκαν ότι ο Απόστολος έχει μόνο κινητικά προβλήματα και όχι ψυχιατρικά η πνευματικά. Ξέχασα να σας πω ότι ήξερε όλες τις γιορτές του εορτολογίου, ακόμη και τις πιο μικρές. Είχε, ακόμη, και άλλες ικανότητες. Οι γιατροί, λοιπόν, είπαν στους συγγενείς ότι ο Απόστολος δεν είναι για το ψυχιατρείο τους, να τον πάρουν και να φύγουν. Εκείνη την ώρα, όμως, κάποιος φώναξε έναν γιατρό με το μικρό του όνομα, Πέτρο. Αυτό ήταν. Ο Απόστολος νόμισε ότι τον κοροϊδεύουν και άρχισε να βρίζει με τον μοναδικό τρόπο που ο ίδιος είχε αναπτύξει όλα τα χρόνια της ψυχολογικής του κακοποίησης στο χωριό. Τοτε οι νοσοκόμοι τον άρπαξαν και τον έβαλαν στα ενδότερα ! 
Έμεινε αρκετό καιρό στο Λεμπέτ ο Απόστολος. Μια μέρα, όμως, έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Αφού πέρασαν κάμποσοι μήνες οι συγγενείς αποτάθηκαν στην Νικολούλη για να τον αναζητήσει. Μια ολόκληρη βραδιά ξενύχτησε όλο το χωριό παρακολουθώντας το «φως στο τούνελ». Έβγαιναν κάποιοι και έλεγαν ότι τον είδαν στα ξεροσφυράδικα στο Βαρδάρη, άλλοι έλεγαν ότι τον είδαν στα ξυλάδικα, άλλοι εδώ, άλλοι εκεί. Δεν βρέθηκε, τελικά, ο Απόστολος και το χωριό πολύ στεναχωρήθηκε. 

Φτάνοντας στο σπίτι του θείου Αναστάση, με το βαρύ καλάθι, τον βρίσκω καθισμένο σε μια πέτρα, να πίνει τον απογευματινό του καφέ, που μόλις είχε φέρει η μονάκριβη κόρη του η Σταυρούλα, το τέκνο, όπως την έλεγε. 
Βγήκε και η θεία Ασημένια να με καλωσορίσει. Πολύ την αγαπούσα την θεία Ασημένια, νύφη της γιαγιάς μου, γιατί στα κάλαντα μου έδινε το μεγαλύτερο μουζντέ (φιλοδώρημα) πάντα δίφραγκο, συν μανταρίνια ! 
Τα άλλα σπίτια έδιναν μια δραχμή, μισή δραχμή ή μόνο φυρίκια βολιώτικα ή μανταρίνια χιώτικα. Η θεία Ασημένια έδινε πάντα δίφραγκο, παρ όλο που ήταν από τις πιο φτωχές του χωριού! 
Υπήρχε, όμως, εξήγηση. Ήταν χήρα, ο πρώτος άντρας είχε σκοτωθεί στον πόλεμο του ' 40 και έπαιρνε σύνταξη. Ζούσε στο χαμόσπιτο του Εποικισμού, που υπάρχει ακόμη, με τον δεύτερο άντρα της, τον θείο Αναστάση, την κόρη τους Σταυρούλα, το τέκνο, και τον Γιώργο, από τον πρώτο της γάμο. Τα άλλα σπίτια, παρ’ όλο που ήταν πλουσιότερα δεν είχαν δραχμές να δώσουν! Πώς εξηγείται το παράδοξο; Η πολιτική της σκληρής δραχμής των Μαρκεζίνη-Ζολώτα-Καραμανλή, είχε σαν αποτέλεσμα την περιορισμένη κυκλοφορία νομίσματος. Ο κόσμος, στα χωριά, δεν είχε δραχμές και συναλλάσσονταν με ανταλλαγή προϊόντων, όπως τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, πριν οι άνθρωποι βρουν ψήγματα χρυσού στον Πακτωλό ποταμό και κόψουν νομίσματα. Περνούσε ο πλανόδιος ψαράς; Έβγαινε η γιαγιά μου η Ελένη, έδινε σιτάρι ή βαμβάκι και αγόραζε ψάρια. Περνούσε ο Σιδέρης ή ο Γιώργος ο πραματευτής, έδινε αυγά και αγόραζε κουβαρίστρες, τσίτια ή μολινέδες (moulineux) για την προίκα της θείας μου της Φωτεινιώς. Έδινε σιτάρι και αγόραζε παντόφλες από τον Δαρίβα. «Γκαλέτσια» (ξύλινα τσόκαρα), που ήταν πολύ της μόδας, τα αγόραζε από το μπακάλικο του Χατζόπουλου, με το τεφτεράκι. Μπορούσες να κρίνεις μια γυναίκα από τα γκαλέτσια που φορούσε. Η βιοτεχνία που τα κατασκεύαζε χρησιμοποιούσε ξύλο λεύκας, που ήταν μαλακό και εύκολο στην κατεργασία. Αυτό το ξύλο, όμως, είχε το μειονεκτήματα ότι φθείρονταν γρήγορα. Ξεκινούσε το γκαλετσι με 6-7 πόντους τακούνι και σε λίγο καιρό κατέληγε στον ένα πόντο. Μερικές μάλιστα τα έφθειραν εντελώς, σε βαθμό που έλειωνε εντελώς το τακούνι και η φτέρνα ακουμπούσε στο έδαφος! Γι' αυτό είπα ότι μπορούσες να κρίνεις μια γυναίκα από τα γκαλέτσια! 
Βρήκα, λοιπόν, τον θείο Αναστάση να στρίβει το λαθραίο του τσιγάρο, πριν ρουφήξει την πρώτη γουλιά από τον καφέ που του είχε φέρει η θεία Σταυρούλα, το τέκνο. 
Πρέπει, όμως, να εξηγήσω, για τους αδαείς, τι ήταν το λαθραίο στριφτό τσιγάρο. Κατ’ αρχήν είχε ως περιτύλιγμα κόκκινο χαρτί, αφορολόγητο, και όχι λευκό φορολογημένο. Τα κόκκινα αυτά χαρτάκια τα έδινε το κράτος στους καπνοπαραγωγούς, κλειστό επάγγελμα, για δική τους χρήση. Ο θείος Ανάστασης ,καθ’ ότι φτωχός και μεγάλος καπνιστής, δεν μπορούσε να αγοράσει πακέτο από το περίπτερο του Κυριαζή, που ήταν απέναντι από το σπίτι του. 
Πήγαινε, λοιπόν, στο διπλανό χωριό, το Μεσσιανό, όπου είχε πολλούς καπνοπαραγωγούς, αγόραζε καπνόφυλλα, τα οποία ψιλόκοβε πάνω σε ένα κούτσουρο, και κόκκινα χαρτάκια του μονοπωλίου. Αυτό, όμως, είχε και τους κινδύνους του. Έμπαινε ο χωροφύλακας η ο υπάλληλος της εφορίας καπνού στο καφενείο και όποιον έβλεπε να καπνίζει κόκκινο τσιγάρο του ζητούσε την άδεια καπνοπαραγωγού. Αν δεν είχε ήταν παράνομος και έτρωγε πρόστιμο ! 
Ο θείος Ανάστασης λοιπόν κάπνιζε λαθραίο και μάλιστα με μια φωτιά. Τι σημαίνει αυτό; Άναβε με αναπτήρα μόνο το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Στην συνέχεια, πριν σβήσει το πρώτο, έστριβε το δεύτερο και το άναβε με την φωτιά του πρώτου, στην συνέχεια άναβε το τρίτο με την φωτιά του δεύτερου κοκ μέχρι το βράδυ! Σίγουρα θα γελάει, από ψηλά που βρίσκεται, με τους σημερινούς καπνιστές που χρησιμοποιούν φίλτρα, τσιγάρα σλιμ, λάιτ κλπ. 
Το λαθραίο, μάλιστα, τσιγάρο ήταν συχνά θέμα συζήτησης στα καφενεία. Πριν λίγα χρόνια βρέθηκα στο διπλανό καπνοχώρι σε ένα μνημόσυνο. Στο τραπέζι που ακολούθησε βρέθηκα να κάθομαι δίπλα στον αδελφό του συγχωρεμενου, που είχε έρθει από την Αμερική, για την περίσταση. Είχε ξενιτευτεί μικρός, δούλεψε, πρόκοψε στην πατρίδα του καπιταλισμού, αλλά δεν άλλαξε ιδεολογία, παρέμεινε κομμουνιστής! Κι ως γνωστόν οι κομμουνιστές έχουν ένα χούι. Κάνουν προπαγάνδα! Εκεί, λοιπόν, που πίναμε καφέ μου λέει: 
- Είναι κατάσταση αυτή; Να είσαι καπνοπαραγωγός και να μην μπορείς να κεράσεις ένα τσιγάρο τον φίλο σου; Κράτος είναι αυτό; 
Είχε αποκοπεί, ο καημένος, από την ελληνική πραγματικότητα, ζουσε ακόμη στην δεκαετία του ' 60, με τα λαθραία τσιγάρα και δεν γνώριζε τη νεότερη προπαγάνδα (ΕΟΚ, ΝΑΤΟ, επιχειρηματικοί όμιλοι κλπ). 
Πέθανε κι αυτός, το περασμένο καλοκαίρι, εν μέσω κορωνοϊού και είπε στα παιδιά του, ως τελευταία επιθυμία, να τον φέρουν και να τον θάψουν στην Ελλάδα. Πώς, όμως; Με τον κορωνοϊό στο φουλ, τα αεροπλάνα στο έδαφος και ένα σωρό περιορισμούς. Τα κατάφεραν, όμως, μετά από ταλαιπωρία ημερών και βασιλικά έξοδα και τον έφεραν! 

Πριν τελειώσει, ο θείος Ανάστασης τον καφέ, έστριψε το επόμενο τσιγάρο, το έβαλε στα χείλη και άρχισε να ζεύει το άλογο στο κάρο. Βοήθησα κι εγώ, παρ’ ότι πέντε χρόνων, γιατί ο παππούς μου ο Πάνος, το ζέψιμο του αλόγου, ήταν το πρώτο πράγμα που μου είχε μάθει. Αφού φορτώσαμε το βαρύ καλάθι με τα τρόφιμα, γεμίσαμε κι ένα μικρό σταμνί με νερό, για ώρα ανάγκης, από την βρυσούλα που ήταν μπροστά στο σπιτάκι του θείου Αναστάση και της θείας Ασημένιας. 
Αυτό το νερό έρχονταν από δύο χιλιόμετρα μακρυά, από μια μυστηριώδη σπηλιά, από τον Κεσμέτσικο και είχε την φήμη ότι ήταν καλύτερο από το νερό των πηγαδιών και το νερό του δικτύου (ναι, ναι, είχαμε δίκτυο ύδρευσης στο χωριό). 
Στην συνέχεια ανεβήκαμε στο κάρο και πήγαμε στο βενζινάδικο του Μήτσου του Ροΐδη, που ήταν απέναντι, για πετρέλαιο.
Γεμίσαμε τα δύο σαραντάλιτρα βαρελάκια με το κόκκινο υγρό με την βαρειά μυρωδιά και τις μπλε ανταύγειες. Το ένα, μάλιστα, βαρελάκι, επειδή δεν είχε καπάκι το κλείσαμε με μια πατάτα! Το πετρέλαιο αυτό θα έδινε, εμμέσως, ζωή στο διψασμένο βαμβακοχώραφο. Πήραμε τον δρόμο προς τα δυτικά. 
Βγήκαμε από το χωριό, περάσαμε έξω από τα μνήματα, όπου κάναμε τον σταυρό μας και κινηθήκαμε παράλληλα προς την Χαντάκα. 
Ο δρόμος δεν είχε χαλικοστρωθεί και οι οπλές του αλόγου βούλιαζαν στο λεπτό σαν πούδρα χώμα. Αποφύγαμε τον δημόσιο δρόμο, γιατί είχε αυτοκίνητα. Ο πραγματικός λόγος ήταν ότι ο θείος Ανάστασης δεν ήταν πολύ καλός με τα άλογα. Εκείνη την εποχή συνυπήρχαν στον ασφαλτοστρωμένο επαρχιακό δρόμο Θεσσαλονίκης-Γιαννιτσών άλογα και αυτοκίνητα. Τα άλογα είχαν συνηθίσει την παρουσία των αυτοκινήτων και δεν «σκιάζονταν». Το μόνο που τα φόβιζε ήταν οι νάυλον σακούλες, που τότε άρχισαν να πρωτοεμφανίζονται, όταν τις μετακινούσε ο αέρας. Υπήρχε κίνδυνος να αφηνιάσει το άλογο. Τότε καλύτερα να πηδούσες κάτω από το κάρο, παρά να έκανες τον ήρωα να προσπαθήσεις να το τιθασεύσεις. 
Φτάσαμε, λοιπόν, χωρίς απρόοπτα στις Κόκκινες Πρώτες, εκεί που είναι σήμερα ένα ξενοδοχείο για άστεγα ζευγαράκια. 
Ο θείος μου ο Σταύρος μας είδε ως μάννα εξ ουρανού, όχι τόσο για το φαγητό, όσο για την ευκαιρία που του παρουσιάζονταν να δραπετεύσει, για λίγο, από την μοναχική δουλειά που τον είχαν υποχρεώσει να κάνει. 
Είπε, λοιπόν, πώς ήθελε να πάει, για λίγο στο χωριό να ξυριστεί, γιατί ήταν πάνω από μια βδομάδα που ήταν μόνος στα χωράφια, όλο το 24ωρο. Θα μέναμε, λοιπόν, εμείς, να προσέχουμε το μοτοράκι που πότιζε και αυτός δεν θα αργούσε να γυρίσει. 
Δεχτήκαμε την πρόταση. Ξεφορτώσαμε τα πράγματα, ήπιαμε κρύο νερό από το βρυσάκι της κεντρόφυγας και είδαμε το κάρο να ξεμακραίνει. 
Ο ήλιος εν τω μεταξύ είχε πέσει, πίσω από το Βέρμιο. Ο θείος Αναστάσης, αφού έστριψε ένα ακόμη λαθραίο, μου λέει: 
- Παιδί μου, θα πάω να φέρω κανένα καρπούζι να φάμε. Εσύ να προσέχεις το μοτοράκι! 
Εγώ, παιδί πέντε χρόνων, θα πρόσεχα το μοτοράκι! Ήταν ένα από τα θρυλικά πετρελαιοκίνητα «Μαλκότση», που χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι στον κάμπο (οι υπόλοιποι χρησιμοποιούσαν Αποστολίδη). Το μηχάνημα αυτό είχε δίπλα του ένα μεγάλο βαρέλι για να ψύχεται και ένα πλατύ λουρί που μετέδιδε την κίνηση στην αντλία (κεντρόφυγα). Μπορούσε να δουλεύει ακατάπαυστα επί δέκα εικοσιτετράωρα! Όταν οι Γερμανοί έτρωγαν βελανίδια, ο Μαλκότσης είχε κατασκευάσει αυτό το θαύμα της μηχανολογίας. Ας είναι καλά, τρόπος του λέγειν, ο γέρο Καραμανλής που του έκλεισε το εργοστάσιο! Κάθε βαλτοχώρι και κάθε ψαροχώρι (χρησιμοποιούσαν τις ίδιες μηχανές σε βάρκες και καΐκια) έπρεπε να του έχει κάνει άγαλμα του Μαλκότση. 
Έφυγε, λοιπόν, ο θείος Αναστάσης να πάει στα εννιάρια (τοποθεσία που αποτελείται από χωράφια εννέα στρεμμάτων το καθένα) να φέρει καρπούζια και έμεινα μόνος. 
Ο ήλιος είχε φύγει και το σκοτάδι της ασέληνης νύχτας έπεσε πυκνό. Σμήνη από κουνούπια μαζεύτηκαν πάνω από το κεφάλι μου. Τι να κάνω; Βρήκα ένα παλιό σακάκι ανάμεσα στα πράγματα, ξάπλωσα στο χώμα ,κουλουριάστηκα και σκεπάστηκα ολόκληρος. Οι παλιοί έλεγαν: δεν θα πηγαίνεις στα χωράφια τον χειμώνα χωρίς ψωμί και το καλοκαίρι χωρίς σακάκι. 
Γλύτωσα, λοιπόν, από τα κουνούπια, αλλά σε λίγο παρουσιάστηκε άλλο πρόβλημα. Τα σκυλιά από το διπλανό χωριό, την Παραλίμνη, γαυγιζαν ασταμάτητα. Βέβαια ο θόρυβος της μηχανής, το χαρακτηριστικό τάκα-τάκα και τα κουάξ των χιλιάδων βατράχων του κάμπου με ενθάρρυναν κάπως, αλλά αν τα σκυλιά πλησίαζαν, τι θα έκανα; Σηκώθηκα τότε, έψαξα στα πράγματα και βρήκα έναν φακό. Ξάπλωσα πάλι στο χώμα, σκεπάστηκα με το σακάκι και άναψα τον φακό, για να μου φεύγει ο φόβος. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά. Ο θείος μου ο Σταύρος δεν γύριζε, ούτε και ο θείος Αναστάσης. Απ' ότι υπολογίζω σήμερα η απόσταση Πρώτες-εννιάρια, σε ευθεία γραμμή, πρέπει να είναι δυόμισι χιλιόμετρα. Για να αποφύγει, όμως τα κανάλια, που ήταν γεμάτα νερό, πρέπει να έκανε ζικ-ζακ, άρα τουλάχιστον τρεισήμισι χιλιόμετρα. Άλλα τόσα για τον γυρισμό, σύνολο επτά. Άρα δύο ώρες ποδαρόδρομο, δεδομένου ότι ήταν νύχτα και φορτωμένος! 
Απ' ότι φαίνεται με πήρε ο ύπνος με το νανούρισμα της μηχανής, τα κουάξ των βατράχων, τον φακό αναμμένο και τα κουνούπια να καιροφυλακτούν να βρουν λίγο ξεσκέπαστο πόδι να ορμήξουν. 
Κάποτε άκουσα μια φωνή, σαν χαρμόσυνη μελωδία: 
- Παιδί μου ήρθα ! 
Έκοψε ένα καρπουζακι, από εκεινα τα μικρά μαύρα, τα Σουγκαρμπεμπυ. Ήταν ζεστό, αλλά εμένα μου άρεσε. Σε λίγο γύρισε και ο θείος μου ο Σταύρος, ξυρισμένος, ανανεωμένος, να συνεχίσει τον αγώνα. Ανεβήκαμε στο κάρο, για τον γυρισμό. 
Δεν θυμάμαι πως έληξε η καλοκαιρινή μου περιπέτεια, γιατί ξανακοιμήθηκα πάνω στο κάρο. Πρέπει να φτάσαμε κατά τα μεσάνυχτα στο σπίτι. Το πιο πιθανόν οι γονείς μου να μην είχαν ανησυχήσει καθόλου, που το πεντάχρονο παιδί τους έφυγε για μια απογευματινή βόλτα και γύρισε μεσάνυχτα. 
Αλλά χρόνια, τότε… 

Πολύβιος Μοσχόπουλος 




Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2021

22-24 Φεβρουαρίου 1821 – Η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης

Η Διάβαση του Προύθου από τον Υψηλάντη. 
Πίνακας του Peter von Hess

 Του Κώστα Βαϊούλη

Η μεγάλη Εθνικοαπελευθερωτική Επανάσταση του 1821 δεν προέκυψε ούτε ξαφνικά ούτε τυχαία. Οι θρήνοι για την άλωση της Πόλης, που εκφράζουν όχι μόνο τη θλίψη και την απελπισία αλλά και την πίστη για τη Ελευθερία, ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά και οι προφητείες που προέβλεπαν την ανάσταση του Γένους, αναθέρμαιναν τις ελπίδες των υπόδουλων Ελλήνων. Η ιδέα της εθνικής ενότητας καλλιεργήθηκε με βασικούς συντελεστές την ελληνική γλώσσα, την ορθόδοξη θρησκεία και την παράδοση. Κατά την περίοδο της σκλαβιάς από τους Οθωμανούς αναπτύχθηκε ο θεσμός των Κοινοτήτων (η τοπική αυτοδιοίκηση που υπήρξε απαρχή της πολιτικής οργάνωσης) και ο Κλεφταρματολισμός (ο πρώτος πυρήνας της στρατιωτικής δύναμης των Ελλήνων).. Η Επανάσταση δεν γεννήθηκε σε μια στιγμή απροσδόκητης εξέγερσης. Δεν προέκυψε από προσμονή θαύματος. Χρειάσθηκαν πολλά χρόνια προετοιμασίας αλλά και θυσιών για το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Γιατί για να φτάσουμε στο 1821, το Ελληνικό Έθνος έδωσε πολλούς αγώνες για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και οι πρόγονοί μας πλήρωσαν με βαρύτατο φόρο αίματος τούς ξεσηκωμούς για την Ελευθερία. Από το 1453 έως το 1821 ξέσπασαν 16 Επαναστατικά απελευθερωτικά κινήματα και υπήρξαν 124 τοπικές εξεγέρσεις!
H Ελληνική επανάσταση της Παλιγγενεσίας ξεκίνησε στις 22 Φεβρουαρίου 1821 στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τελείωσε με τη μάχη της Πέτρας στις 12 Σεπτεμβρίου 1829.
Από τον Μάϊο του 1820, ο εμφύλιος πόλεμος που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β’ και τον Αλή Πασά, απασχολώντας μεγάλο όγκο δυνάμεων των Οθωμανών, αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για τους Έλληνες που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Από την άλλη πλευρά είτε εξαιτίας απρόσεκτων κινήσεων της γενικευμένης πια στρατολόγησης μελών στη Φιλική Εταιρεία είτε μέσω προδοτικών ενεργειών, όπως αυτή του προδότη Ασημάκη Θεοδώρου, ο οποίος κατέδωσε στους Τούρκους την δράση των Κωνσταντινουπολιτών Φιλικών. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε έναρξη των επαναστατικών ενεργειών στην περιοχή της Πελοποννήσου. Η διστακτικότητα, όμως, των προεστών σε συνδυασμό με την ελλιπή οργάνωση, καθιστούσαν την παραπάνω σκέψη αδύνατη. Προτιμήθηκε η περιοχή της Μολδοβλαχίας, η οποία θα χρησίμευε περισσότερο ως τόπος οργάνωσης του στρατιωτικού σώματος, που θα κατέφθανε αργότερα στο Μωριά. Άλλωστε, το γεγονός ότι για να εισέλθει οθωμανικός στρατός στην περιοχή έπρεπε πρωτίστως, να λάβει άδεια από τη Ρωσία διευκόλυνε το έργο του Υψηλάντη.
Έτσι φτάνουμε στις 16 Φεβρουαρίου 1821 στο Κισνόβιο της Βεσσαραβίας (σημερινό Κισινάου της Μολδαβίας) στο αρχοντικό των Υψηλάντηδων, όταν και λαμβάνεται η οριστική απόφαση για την έναρξη της επανάστασης. Κοινή η απόφαση των αδελφών:
«Μένει νὰ δοθῆ τὸ σύνθημα τοῦ ἀγώνα καὶ στὶς καρδιὲς τῶνἙλλήνων τὸ σάλπισμα ν’ ἀντιλαλήση κι ἀπὸ τὰ θεμέλια της νὰ σείση τὴν Τουρκιά. Ἂς δώσωμε καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς ἑαυτούς μας στὸ βωμὸ τῆς Πατρίδας. Ἔτσι θὰ ἐκτελέσωμε τὴν παραγγελία τοῦ πατέρα μας καὶ θὰ πάρωμε ἐκδίκηση γιὰ τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέφερε ὁ πάππος μας καὶ πέθανε ἀπ’ αὐτά. Ὅλα ἂς τὰ δώσωμε στὴν πατρίδα. Ἂς κινήσωμε τὸν ἱερὸ ἀγώνα».

Στις 21 Φεβρουαρίου, διεξήχθη η πρώτη μάχη μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, περίπου 150 Κεφαλλονιτών ναυτών κυρίως, με επικεφαλής τον Βασίλειο Καραβιά, στο Γαλάτσι, όπου οι Έλληνες επαναστάτες υπερίσχυσαν και τερμάτισαν την τουρκική κυριαρχία.
Στις 22 Φεβρουαρίου 1821, ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, φαναριώτικης καταγωγής, με επιτυχημένη στρατιωτική υπηρεσία και σημαντική πολεμική δράση, ήταν ήδη υποστράτηγος του ρωσικού στρατού και έχαιρε της εκτίμησης και εμπιστοσύνης του Τσάρου. εισέρχεται στο Ιάσιο, καθώς περνά τον ποταμό Προύθο και υψώνει τη σημαία της Ελληνικής Επανάστασης. Μετά από δυο μέρες, στις 24 Φεβρουαρίου, εξέδωσε προκήρυξη με τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Η προκήρυξη άρχιζε : «Η ώρα ήλθεν, ω Άνδρες Έλληνες! « και κατέληγε : «Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς Μάς Προσκαλεί!» Αυτοί που τον ακολούθησαν ήταν οι ο Ι. Φαρμάκης από την Βλάστη Κοζάνης και ο Γ. Ολύμπιος από το Λιβάδι Ολύμπου, Σάββας Καμινάρης και ο Ρουμάνος Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου. Οι δύο τελευταίοι δυστυχώς σύντομα θα τον πρόδιδαν ενώ οι δύο πρώτοι, ο Ι. Φαρμάκης και ο Γ. Ολύμπιος , έμειναν μέχρι τέλους πιστοί, θυσιάζοντας τη ζωή τους. Μαζί και ο Γεώργιος Λασσάνης , χιλίαρχος του Ιερού Λόχου, υπασπιστής του Αλέξανδρου Υψηλάντη και πιστός σύντροφός του στις μάχες, στη φυλακή και μέχρι την ημέρα του θανάτου του το 1828.

«Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στρατολόγησεν εθελοντάς καί υπέρ τάς δύο χιλιάδας ευρισκομένους εν Ιασίω Έλληνας, εκ τών οποίων εσχημάτισεν εν μέρος, ονομάσαν αυτό Ιερόν Λόχον καί ενέδυσε μέ στολήν μελανήν, θέσας καί εις τό άκρον τού επί τής κεφαλής καλύμματος, τρίχωον σφαιροειδές σύμβολον ελευθερίας (κονκάρδαν) από χρώμα κόκκινον, κυανούν καί λευκόν, κατά δέ τό μέτωπον τού καλύμματος δύο οστά μέ κρανίον από άργυρον σημαίνοντα ελευθερίαν ή θάνατον…» (Ηλία Φωτεινού, Οι Άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής Επαναστάσεως, Λειψία 1846).

Ο Υψηλάντης επέλεξε να δώσει την πρώτη μάχη, στην κωμόπολη του Δραγατσανίου, στις 7 Ιουνίου 1821, όπου ήταν εγκατεστημένη ισχυρή τουρκική φρουρά. Μετά από μία δύσκολη πορεία κάτω από πολύ κακές καιρικές συνθήκες, ο Ιερός Λόχος φτάνει απέναντι από το Δραγατσάνι όπου στρατοπεδεύει.

Η μάχη στο Δραγατσάνι

Οι άντρες του Ιερού Λόχου, με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη, πολέμησαν ηρωικά και έγραψαν πραγματικά μια ένδοξη σελίδα στην ιστορία του Γένους. Όμως μέσα από λάθη, αλλά και κάποιες προδοτικές ενέργειες εκείνης της επιχειρήσεως, υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Είκοσι πέντε αξιωματικοί και 180 Ιερολοχίτες σκοτώθηκαν, ενώ 37 αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στο Βουκουρέστι και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποκεφαλίστηκαν. Στη κρίσιμη στιγμή της μάχης έφτασε ο Γεωργάκης Ολύμπιος, ο σημαντικότερος στρατιωτικός ηγήτορας του στρατεύματος του Υψηλάντη, ο οποίος διέσωσε τους υπόλοιπους, 136 συνολικά, μεταξύ των οποίων και τον αρχηγό τους Νικόλαο Υψηλάντη και τον υπασπιστή του Ιερού Λόχου Αθανάσιο Τσακάλωφ. Διέσωσε επίσης τη σημαία του Λόχου από το σημείο όπου είχε πέσει ο σημαιοφόρος.

(Παλιός αρματολός στον Όλυμπο ο Γιωργάκης, είχε βοηθήσει τους Σέρβους στην επανάστασή τους του 1799, είχε πολεμήσει τους Τούρκους το 1805 στο πλευρό των Ρώσων – οι οποίοι του απένειμαν τον βαθμό του συνταγματάρχη. Μετά την αποχώρηση του Υψηλάντη συναντά τον Φαρμάκη και μαζί δημιουργούν δύναμη 800 ιππέων, με στόχο δια μέσου Μολδαβίας και Βεσσαραβίας να κατέλθουν στην Ελλάδα. Από τις ταλαιπωρίες και τη θλίψη αρρωσταίνει, οι πιστοί του στρατιώτες τον μεταφέρουν σε φορείο. Συνέρχεται από την αρρώστια του και καταδιωκόμενος από τους Τούρκους, συνεχίζει την πορεία του ανάμεσα στις απόκρημνες πλαγιές και τα βουνά της Βεσσαραβίας. Με τους 350 άνδρες που του απέμειναν, κλείνεται στην οχυρή Μονή Σέκου στη Μολδαβία και στις 5 Σεπτεμβρίου 1821 δίνει την πρώτη μάχη με τους Τούρκους και τους προκαλεί μεγάλες απώλειες. Την 8η Σεπτεμβρίου 1821 δύναμη 4000 Τούρκων επιτίθεται κατά της Μονής. Η μάχη διαρκεί 12 ημέρες, χωρίς οι Τούρκοι να μπορούν να επιτύχουν την κατάληψη της Μονής. Τα πυρομαχικά όμως και τα τρόφιμα εξαντλούνται. Ο Σαλήχ Πασάς επιχειρεί να δελεάσει τον Ολύμπιο, για να παραδοθεί, αλλά ο ήρωας απορρίπτει με περιφρόνηση τις προτάσεις του και στους συντρόφους του λέει: «εγώ θα μείνω εδώ και καώ, αν θέλετε εσείς βγείτε, σας ανοίγω ο ίδιος την πόρτα». Αλλά κανείς δεν δέχθηκε να φύγει. Την 22α Σεπτεμβρίου πλήθος Τούρκων όρμησαν στον περίβολο της Μονής. Τα πυρομαχικά εξαντλήθηκαν και απέμειναν στο κωδωνοστάσιο μερικά μόνον βαρέλια πυρίτιδας. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος έκανε το σημείο του σταυρού και έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα παίρνοντας μαζί του στο θάνατο και πολλούς Τούρκους. Έτσι χάθηκε ο Γεωργάκης Ολύμπιος ωραίος, συνεπής, ακαταμάχητος. Ο «ενδοξότερος, πολέμαρχος, ο τιμιότερος άνδρας»).

Η έκβαση της επανάστασης στη Μολδοβλαχία ήταν ολέθρια για την ελληνική πλευρά, ωστόσο οι συνέπειές της αξιολογούνται θετικά, καθώς χάρις σε αυτήν κινητοποιήθηκε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, υπήρξε διεθνής συγκίνηση για τη θυσία των ανδρών του Ιερού Λόχου και ευνοήθηκε σε έναν βαθμό η εξέγερση στην υπόλοιπη χώρα. Η γεωγραφική θέση αποτελούσε στρατηγικό μειονέκτημα που δεν ευνοούσε τις προσπάθειές των επαναστατημένων. Επιπλέον, δεν τις ευνοούσε η εγγύτητα σε μεγάλες τουρκικές δυνάμεις ενώ ήταν δυσχερής έως αδύνατη η υποστήριξη του αγώνα από άλλες περιοχές ή από θαλάσσης. Έτσι κατεπνίγη σύντομα.
Το ίδιο συνέβη λίγο αργότερα στην Μακεδονία, όπου μετά την αποτυχία της Επανάστασης εκεί, οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου, του Βερμίου, της Χαλκιδικής και των άλλων περιοχών, αποφάσισαν τη συνέχιση του επαναστατικού αγώνα στη νοτίως του Ολύμπου Ελλάδα, στο πλευρό των αδελφών τους της Ηπείρου, της Ρούμελης, του Μωριά και των νησιών.
Οι άνθρωποι αυτοί, άφησαν τα ίχνη τους στην ιστορία. Εμείς οι νεότερες γενιές, οφείλουμε να διατηρήσουμε την ιστορική τους μνήμη, όπου μέσα από εκεί θα αντλούμε δύναμη και προοπτική αγώνα. Ας κλείσουμε με μερικούς στίχους από το ποίημα του Ανδρέα Κάλβου «Εις τον Ιερόν Λόχον»:

Ας μη βρέξει ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μή σκορπίση
το χώμα το μακάριον
που σας σκεπάζει.
Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα ψυχαί που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
καύχημα νέον.
Και δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν και ειπείν Τον ένδοξον
λόχον, τέκνα μιμήσατε,
λόχον Ηρώων.

Σημειώσεις:
α. Στο στρατιωτικό οργανισμό που συνέταξε ο Νικόλαος Υψηλάντης στις παραγράφους ΙΑ και ΙΒ η σχετική οδηγία για τη σημαία αναφέρει:
«Η Ελληνική σημαία τόσο εις τα της ξηράς στρατεύματα όσο και εις τα της θαλάσσης πρέπει να είναι κατασκευασμένη εκ τριών χρωμάτων: άσπρο, μαύρο και κόκκινο. Το άσπρο σημαίνει την αθωότητα της δικαίας ημών επιχειρήσεως κατά των τυράννων, το μαύρο το υπέρ πατρίδος και ελευθερίας θάνατον ημών και το κόκκινο την αυτεξουσιότητα του Ελληνικού λαού και την χαράν αυτού διότι πολεμεί δια την ανάστασιν της Πατρίδος»
Στη μία πλευρά της σημαίας αναγραφόταν το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ και υπήρχε στο κέντρο η εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Στην άλλη πλευρά υπήρχε η εικόνα του Φοίνικα αναγεννώμενου από τις φλόγες και αναγραφόταν: ΕΚ ΤΗΣ ΚΟΝΕΩΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ.


β. Όρκος Ιερού Λόχου
Στην Φωξάνη της Ρουμανίας, οι σπουδαστές που δεν είχαν καμιά στρατιωτική εμπειρία άρχισαν να γυμνάζονται και να εκπαιδεύονται στην χρήση των όπλων και της λόγχης. Η ορκωμοσία τους έγινε στο ναό της πόλης: «Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδος να μείνω πιστός εις την Πατρίδα μου και εις την Θρησκείαν μου. Ορκίζομαι να ενωθώ με όλους τους αδελφούς μου Χριστιανούς δια την ελευθερίαν της Πατρίδος μας. Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός μου υπέρ της θρησκείας και Πατρίδος μου. Να αποθάνω μετά των αδελφών μου υπέρ της Ελευθερίας της Πατρίδος και της Θρησκείας μου. Να φονεύσω και αυτόν τον ίδιον τον αδελφόν μου, εάν τον εύρω προδότην της Πατρίδος μας.
Να υποτάσσομαι στον υπέρ της Πατρίδος μου αρχηγόν. Να μη βλέψω εις τα όπισθέν μου, εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος και Θρησκείας μου.Να λάβω τα όπλα εις κάθε περίστασιν, ευθύς μόλις ακούσω ότι ο Αρχηγός μου εκστρατεύει κατά των τυράννων. Να συγκαταφέρω άπαντας τους φίλους και γνωρίμους μου εις το να με ακολουθήσωσιν. Να βλέψω πάντοτε τους εχθρούς μου με μίσος και με περιφρόνησιν.
Να μη παρατήσω τα όπλα προτού να ιδώ ελευθέραν την Πατρίδα μου και εξολοθρευμένους τους εχθρούς της.
Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της θρησκείας μου ή ν΄αποθάνω ως μάρτυς δια τον Ιησού Χριστόν. Ορκίζομαι τέλος πάντων εις το της Θείας Μεταλήψεως φοβερόν Μυστήριον ότι θα υστερηθώ της Αγίας Κοινωνίας εις την τελευταία μου εκείνην ώρα, εάν δεν εκτελέσω απάσας τας υποσχέσεις, τας οποίας έδωσα ενώπιον της εικόνος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού».


γ. Στο κοιμητήριο του Δραγατσανίου στη Ρουμανία υπάρχει το Μνημείο των Πεσόντων Ιερολοχιτών το οποίο ανεγέρθη στα 1884 με την πρωτοβουλία της συντακτικής επιτροπής της Ελληνικής εφημερίδας του Βουκουρεστίου «Σύλλογοι». Το μνημείο φιλοτέχνησαν από πεντελικό μάρμαρο οι Τήνιοι καλλιτέχνες Χαλεπάς και Λαμπαδίτης. Έχει ύψος συνολικά επτά μέτρων. Στην κύρια όψη του στηλοβάτη του υψώνεται μονόλιθος 5 μέτρων με ανάγλυφο σταυρό επί της ημισελήνου και από κάτω το σήμα των ιερολοχιτών. Στο κέντρο του στηλοβάτη εν μέσω δάφνινου στεφανιού αναγράφεται με χρυσά γράμματα: ΔΙΑΒΑΤΑ ΑΓΓΕΛΟΥ ΟΤΙ ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΜΕΘΑ ΥΠΕΡ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΑΓΩΝΙΣΑΜΕΝΟΙ/.

Μία ακόμη στήλη εις μνήμην των ιερολοχιτών, έργο του γλύπτη Λεωνίδα Δρόση, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη ο οποίος υπήρξε Ιερολοχίτης, έστησε ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος εις μνήμην του αδελφού του Δημητρίου, του ηρωικού εκατόνταρχου του Ιερού Λόχου στα1845 αρχικά, ΒΔ του Πανεπιστημίου. Από τα 1885 η στήλη μεταφέρθηκε δίπλα στον Ιερό Ναό των Ταξιαρχών στο Πεδίο του Άρεως κοντά στο μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Μνημείο Ιερού Λόχου 1821, Πεδίον του Άρεως. 
Σε σχέδια του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη (1843),  ο οποίος υπήρξε Ιερολοχίτης
δ. Ο Ιερός Λόχος του 1821 μπορεί να θεωρηθεί απόγονος του Θηβαϊκού Ιερού Λόχου του 4ου π.Χ. αιώνα που καταλύθηκε μαχόμενος ηρωικά στη μάχη της Χαιρώνειας από το ορμητικό Μακεδονικό ιππικό του Μ. Αλεξάνδρου. Το παράδειγμα του Θηβαϊκού Ιερού Λόχου, με την άρτια εκπαίδευσή τους, την αριστοκρατική καταγωγή και κυρίως την αυτοθυσία που επέδειξαν στη μάχη της Χαιρώνειας έκανε το στρατιωτικό αυτό σώμα πρότυπο αρετής και αυταπάρνησης. Ενσωμάτωσε όλα τα πολεμικά ιδεώδη (ανδρεία, φιλοπατρία, συναδέλφωση) και μάλιστα στο πρόσωπο νέων ανδρών, στο άνθος της ηλικίας τους. Τόσο οι ποιητικές περιγραφές του Πλουτάρχου όσο και ο καταλυτικός τους ρόλος στη μάχη των Λεύκτρων, έκαναν αρκετούς σε κατοπινές εποχές να τους μιμηθούν, ιδρύοντας αντίστοιχους «ιερούς λόχους» σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους. Ο Ιερός Λόχος στο Δραγατσάνι εκπλήρωσε το πεπρωμένο του με τον ίδιο ηρωικό τρόπο των προγόνων τους στη Χαιρώνεια. 

Το 1878 συγκροτήθηκε Ιερός Λόχος από φοιτητές και έλαβε μέρος σε μάχες στην Θεσσαλία: στον Πλάτανο, στα Φάρσαλα και στον Δομοκό. Τον Σεπτέμβριο του 1912 κηρύχθηκε γενική επιστράτευση στην Κρήτη, μία ημέρα μετά την κήρυξή της στην Ελλάδα. Χιλιάδες έσπευσαν να καταταγούν ως εθελοντές. Μεταξύ αυτών πολλοί φοιτητές, αλλά και τελειόφοιτοι μαθητές του Γυμνασίου. Οι Κρήτες φοιτητές έδωσαν στο λόχο τους την επωνυμία «Ιερός Λόχος Φοιτητών Κρητών – Δραγατσάνιον», ο οποίος ως έμβλημά του είχε μια νεκροκεφαλή με δύο μηριαία οστά χιαστί, σημεία της αυτοθυσίας που έπρεπε να δείχνουν κατά τη διάρκεια των μαχών. Ο Λόχος τους αριθμούσε 240 στρατιώτες και 27 βαθμοφόρους. Ο Ιερός Λόχος των Κρητών έλαβε μέρος στο μέτωπο της Ηπείρου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και αργότερα, κατά τον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

Ο επόμενος Ιερός Λόχος ήταν ελληνική στρατιωτική «μονάδα ειδικών δυνάμεων», που συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1942 στη Μέση Ανατολή και αποτελείτο εξ ολοκλήρου από Έλληνες αξιωματικούς και των τριών όπλων, της τότε Βασιλικής Χωροφυλακής και από μαθητές της στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, κάτω από την εντολή του συνταγματάρχη Τσιγάντε. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διαχρονική ιδέα του Ιερού Λόχου και η φλόγα της προσφοράς που εκφράζει, δεν έπαψε να υπάρχει και συντηρείται. Την διατηρεί σήμερα αναμμένη ένας επίλεκτος σχηματισμός, επιπέδου ταξιαρχίας, του Ελληνικού Στρατού. Είναι η 13η Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων η οποία φέρει την ονομασία «Ιερός Λόχος», αντλώντας δύναμη από το παράδειγμα των προγενεστέρων Ιερολοχιτών. Εκεί φυλάσσεται και η σημαία του τελευταίου Ιερού Λόχου.
ε. Η καταστροφή του Ιερού Λόχου
«Έτσι χάθηκε μέσα σε λίγη ώρα μία από τις γλυκύτερες ελπίδες της Ελλάδας, ο Ιερός Λόχος. Αλλά, έστω και αν νικήθηκε, αφού εγκαταλείφθηκε μόνος και τόσο ολιγάριθμος απέναντι σε υπεράριθμο εχθρό, επιβεβαίωσε, υπό την ηγεσία πατριώτη και γενναιόψυχου αρχηγού, του Νικολάου Υψηλάντη, τι μπορεί να κατορθώσει το πατριωτικό αίσθημα, η στρατιωτική τάξη και η αγάπη προς κάθε τι το ευγενές νέων καλής ανατροφής, έστω κι αν αυτοί μόλις είχαν επιστρατευθεί και μόλις είχαν διδαχθεί τη χρήση της λόγχης. Ως τέτοιος ο νέος Ιερός Λόχος αναδείχθηκε αντάξιος της τιμής του αρχαίου και όπως εκείνος γράφτηκε στην αρχαία ελληνική ιστορία, έτσι και αυτός γράφτηκε στη νέα, γενόμενος σε μικρογραφία το πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου. Ευτυχισμένες οι ψυχές των ιερολοχιτών! Με όση προθυμία και τιμή προσήλθατε σφάγια ιερά υπέρ της πατρίδας, με τόση χάρη να δεχθείτε από τις ουράνιες δυνάμεις την τιμή εκείνη, την οποία ως οφειλή προσφέρει στο όνομα και τη μνήμη σας το σύνολο των γνήσιων βλαστών της Ελλάδας».
Ιωάννου Φιλήμονος, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1859, σ. 183.

στ. Ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827. Η κλονισμένη υγεία του δεν του επέτρεψε έκτοτε να βοηθήσει το επαναστατημένο έθνος. 
Μετά την απελευθέρωσή του, αποσύρθηκε στη Βιέννη, όπου και πέθανε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και μιζέριας στις 19/31 Ιανουαρίου, 1828. Το σώμα του αρχικά θάφτηκε στο νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου της Βιέννης και αργότερα τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο κάστρο Υψηλάντη-Σίνα στo Rappoltenkirchen (δυτικά της Βιέννης) από μέλη της οικογένειάς του στις 18 Φεβρουαρίου του 1903. H τελευταία μεταφορά του συνέβη τον Αύγουστο του 1964, όταν τελικά μεταφέρθηκε στην εκκλησία των Αγ. Ταξιαρχών στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, 136 χρόνια μετά το θάνατό του. Η τελευταία του επιθυμία ήταν η καρδιά του να αποσπαστεί από το σώμα (συνήθεια διαδεδομένη στην εποχή του για σημαίνοντα πρόσωπα) και να σταλεί στην Ελλάδα. Η επιθυμία πραγματοποιήθηκε από τον Γεώργιο Λασσάνη, που την έκρυψε στον Άγ. Γεώργιο Βιέννης αρχικά. Το 1843 ο αδελφός του Γεώργιος Υψηλάντης την έστειλε στη μητρόπολη της Αθήνας (που τότε ήταν η Αγ. Ειρήνη Αιόλου). Ο Γεώργιος απεβίωσε το 1847 και η σύζυγός του Μαρία Μουρούζη μετέφερε το 1859 τις καρδιές των δύο αδελφών στον ναό των Παμμ. Ταξιαρχών του Αμαλίειου Ορφανοτροφείου (Στησιχόρου 6 & Λυκείου) στην Αθήνα. Η καρδιά του Αλεξάνδρου φυλάσσεται μέσα σε επίχρυση θήκη, ενώ του Γεωργίου σε επάργυρη λήκυθο. Βρίσκονται σε εσοχή του νότιου τοίχου με την επιγραφή «καρδίαι Αλ. και Γ. Υψηλάντου».
H Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη Ypsilanti, η οποία βρίσκεται εντός του δήμου, πήρε το όνομά της από τον αδελφό του, Δημήτριο. Επίσης, πόλεις στις πολιτείες της Βόρειας Ντακότα και της Γεωργίας φέρουν το όνομα του.
ζ. Όταν ρωτήθηκε η μητέρα των Υψηλάντηδων αν θα ήθελε να προσφέρει στην ενίσχυση του απελευθερωτικού αγώνα απάντησε: «Θα λυπηθώ τα κτήματά μου όταν διαθέτω στον αγώνα τα τέσσερα παιδιά μου, τις ζωές τους στην υπηρεσία της Επανάστασης;».

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Ο Ιερός Λόχος και η εν Δραγατσανίω μάχη. Κωνσταντίνος Ν. Ράδος, Πανεπιστημιακή Επιθεώρησις 1919

Αλέξανδρος Υψηλάντης- Η αιχμαλωσία του εις την Αυστρίαν 1821-1828, Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Εκδ.Παπαζήση, 1969

Ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μαρία Ε. Σκιαδαρέση, Εκδόσεις Πατάκη 2009

Μάχου υπέρ Πίστεως και πατρίδος, Αλεξ. Υψήλάντης, εκδόσεις Αιγαίον Λευκωσία 2010
1821 Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε, Αθηνά Κακούρη εκδόσεις Πατάκη 2017

Η επιστροφή. Αγωνιστές του Α. Υψηλάντη στον δρόμο για την Ελλάδα 1822/1823, Γεώργιος Γκέκος, εκδόσεις Καπόν 2019

Αλέξανδρος Υψηλάντης: Ο τελευταίος πρίγκιπας, Πέτρος Κασιμάτης, εκδόσεις Λιβάνη 2020

*Ο κ. Κώστας Βαϊούλης είναι καθηγητής – ιστορικός ερευνητής