Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα Β΄ ΛΔΔ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα Β΄ ΛΔΔ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Ανακοίνωση


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Φίλες/Φίλοι Βιβλιόφιλοι,

Σήμερα ολοκληρώθηκε, μέσω ΕΛΤΑ αυτήν την φορά, η αποστολή των βιβλίων του τόμου με τα διηγήματα του Β΄ διαγωνισμού διηγήματος. Ελπίζουμε ότι θα τα παραλάβετε σύντομα. Συγκεκριμένα η αποστολή πραγματοποιήθηκε προς τους παρακάτω:

1. Μαρίνος Διονύσης
2. Βαρελλάς Γιάννης
3. Κουμανάκος Γεώργιος
4. Γαϊτανίδης Ευστάθιος
5. Δασκαλάκη Μαρία
6. Μαρινάκης Γεώργιος
7. Ταλάντης Ευθύμιος
8. Ντάκος Στέφανος
9. Τοπαλίδου Αναστασία
10. Μαρουσσώ Στέλλα
11. Θηβαίος Απόστολος
12. Πασούλη Βάνα
13. Ζαβιανέλη Μαρία
14. Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις
15. Μελιτάς Χάρης
16. Περέογλου Δημήτριος
17. Παναγιώτου Ιωάννης


Παρακαλούμε, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για οτιδήποτε (παρατήρηση, σχόλιο, καθυστέρηση παραλαβής κλπ)
 
"Βιβλιόφιλοι Έδεσσας"
 
 
 

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Β΄ Λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος (3)


Β΄ Λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος

Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

Η ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΤΗ
                                 Του Ευθύμιου Χαρ. Ταλάντη

Η φινετσάτη κυρία με το ροδαλό -απ’ το ρουζ- μάγουλο, το μπουκλωτό κορακί μαλλί και τη διεισδυτική ματιά, τράβηξε μ’ αργές κινήσεις το μαγικό χαρτάκι απ’ την κληρωτίδα. Το ξεδίπλωσε με ακόμα πιο βασανιστικό ρυθμό, εντείνοντας την αγωνία όλων κι εκφώνησε με σταθερή φωνή το όνομά του που ’τανε γραμμένο πάνω σ’ αυτό.
Στην αίθουσα τα περισσότερα κεφάλια γύρισαν απότομα προς το μέρος του. Σηκώθηκε με δυσκολία απ’ τη θέση του, σαν αρσιβαρίστας που του ’βαλαν να δοκιμάσει περισσότερα κιλά. Τα πόδια έτρεμαν απ’ το βάρος του σώματος. Το φορτίο στους ώμους βαρύ κι ασήκωτο. Δεν ήταν σίγουρος αν θα τ’ άντεχε! Ωστόσο όμως, ήταν υποχρεωμένος να το δοκιμάσει.
Ξαφνικά μια ακαταμάχητη δύναμη αναπήδησε απ’ τα σωθικά του. Μια βαθιά εσωτερικιά ανάταση, που ήρθε απροσδόκητα την τελευταία στιγμή να τον λυτρώσει απ’ την αβεβαιότητα.
Ήταν σένια ντυμένος –«καθ’ υπόδειξιν» βέβαια- με κουστούμι και γραβάτα, όπως ακριβώς άρμοζε στην περίσταση κι αυτό προσέδιδε κύρος και κάπως μεγαλοπρέπεια στο παρουσιαστικό του. Όρθωσε ολόισια το κορμί του και κοίταξε όλους τους παράγοντες μ’ αυτοπεποίθηση κι αποφασιστικότητα στα μάτια.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου κοίταξε τον συνήγορο υπεράσπισης κι αφού δεν υπήρξε καμιά αντίδραση, μ’ ένα νεύμα του χεριού τού ’καμε νόημα ν’ ανέβει στην έδρα. Με σταθερό βήμα απόλυτης σιγουριάς, κατευθύνθηκε κι έκατσε στα έδρανα των δικαστών του Μικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείο.
Οφείλω να ομολογήσω, πως, απ’ την ημέρα που ο εντεταλμένος ένστολος αστυνομικός τού επέδωσε, μ’ όλους τους τύπους της γραφειοκρατικής διαδικασίας, το συστημένο έγγραφο κλήσης, ανάμικτα συναισθήματα, δέους, υπευθυνότητας ακόμα κι ανασφάλειας, τον είχαν κατακυριεύσει. «Δεν είναι δυνατόν...» είπε μέσα του, «Εμένα!… από πού κι ως πού;». Αλλά και πάλι σκέφτηκε, «γιατί όχι!.. Είμαι ενεργός πολίτης αυτής της χώρας κι επιβάλετε η ουσιαστική συμμετοχή μου στις όποιες διαδικασίες ορίζουν οι Νόμοι και τα ψηφίσματα του Κράτους. Άλλωστε αυτό επιτάσσουν οι δημοκρατικοί θεσμοί κι είμαι υποχρεωμένος να τους σεβαστώ!».
Βέβαια, η αλήθεια ήταν, πως η διατύπωση του εγγράφου, ήταν παραπάνω από σαφής και δεν άφηνε πολλά περιθώρια για τη μη συμμόρφωση από μέρος του, στις απαιτήσεις της κλήσεως, «καλείστε όπως εμφανισθείτε ως ένορκος, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, δημόσια συνεδριάζοντας στο ακροατήριό του κατά τις διαδικασίες του Α΄ 12ημέρου του μηνός Μαΐου, ήτοι την 6η ημέρα Τετάρτη και ώρα 09:00 κατά την οποία θα εκδικαστεί υπόθεση κακουργήματος. Σε περίπτωση μη εμφανίσεώς σας θα υποστείτε τις νόμιμες συνέπειες…. κλπ».
Για πρώτη ίσως φορά, η απόλυτη επίγνωση της βαρύτητας μιας συμμετοχής σε κακουργιοδικείο και μάλιστα απ’ τη θέση του ένορκου δικαστή, του ανατροφοδοτούσε την αίσθηση της μέγιστης ευθύνης, για την ουσία στις λεπτές αποχρώσεις που απορρέουν απ’ την ανάληψη άσκησης «εξουσίας» ζωής ή θανάτου επί άλλου ανθρώπου. Άσχετα αν στη χώρα μας έχει προ πολλού ανασταλεί η θανατική ποινή.
Όσο κι αν στην καθημερινότητά του πλανιόταν η διάθεση για σχολιασμό, κριτική, ή και κατάκριση των πράξεων, ή των παραλήψεων των συνανθρώπων του, η συνειδητοποίηση ότι κι απ’ τη δικιά του ετυμηγορία θα κρινόταν άμεσα η υπόθεση της ζωής ενός ανθρώπου, τον έβαζε σε διαδικασία αυστηρής αυτοκριτικής.
Κριτής για τις πράξεις των άλλων!… Ήταν άραγε άξιος για να κρίνει; Όχι πως ήταν μειωμένης αντίληψης, αλλά να!, εκείνο το: «ἐν ᾧ γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῑτε μετρηθήσεται ὑμῑν» στο κατά Ματθαίον, του ’βαζε ψηλά τον πήχη της κριτικής του άποψης.
Η κρίση είναι δώρο Θεού, για να ’χει ο άνθρωπος την ικανότητα να ερμηνεύει τα γεγονότα, να εμβαθύνει και να εκφέρει γνώμη κι άποψη για την ορθότητα ενεργειών ή παραλήψεων των άλλων, χωρίς να παρεκκλίνει στην κατάκριση, πολύ δε περισσότερο στην εξουθένωση του συνανθρώπου.
Η απονομή δικαιοσύνης με την παραδειγματική τιμωρία, είναι σοβαρή υπόθεση που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ικανοποιεί μονομερώς το περί δικαίου αίσθημα, μόνο και μόνο για να καταπραΰνει πάθη αντεκδίκησης, αλλά πρωτίστως να βάζει φραγμούς σε αχαλίνωτες συμπεριφορές και πράξεις. Σε μια συντεταγμένη κοινωνία προτάσσεται επιτακτικά η αναγκαιότητα της θέσπισης κανόνων και νόμων που να ρυθμίζουν την αρμονική συμβίωση, κι απορρέει απ’ τη βούληση της πολιτείας στο να διασφαλίσει την έννομη τάξη μεταξύ των μελλών που την απαρτίζουν. «Η ελευθερία του καθενός μας, πρέπει να σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, διαφορετικά είμαστε πρωτόγονοι κι ας διατεινόμαστε ως λελογισμένα όντα» ισχυριζόταν στις συζητήσεις με τους φίλους του.
Οι υποθέσεις που δικάζουν τα μικτά ορκωτά κακουργιοδικεία, δεν είναι γνωστές εκ των προτέρων στους ενόρκους. Οι ένορκοι καλούνται να εκφέρουν γνώμη απ’ αυτά που θα ακουστούν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασία. Έτσι δεν είχε ιδέα για το τι υπόθεση επρόκειτο να δικάσει το δικαστήριο, στο οποίο καλούταν να παρουσιαστεί ως ένορκος.
Στις συζητήσεις που είχε με τη γυναίκα του, σχετικά με τη βαρύτητα και την ευθύνη της άποψης του ενόρκου, αν και ξεκινούσαν από διαφορετική αφετηρία, στην πορεία, με τη ζύμωση των συζητήσεων, το ’’δογματικό’’ συμπέρασμα, «καλύτερα να αθωωθεί ένας ένοχος, παρά να δικαστεί ένας αθώος», όταν υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία, τους έβρισκε και τους δυο σύμφωνους.
Την επίμαχη ημέρα, φρόντισε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο γραβατωμένος, όπως απαιτούσε το πρωτόκολλο, ή για να ήμαστε πιο ακριβείς, όπως απαιτούσε ο συγκεκριμένος πρόεδρος του δικαστηρίου, ο οποίος προφανώς ήθελε να διαφυλάξει τη σοβαρότητα, ή τη σοβαροφάνεια του δικαστηρίου του.
Ακριβώς στην προκαθορισμένη ώρα, οι τακτικοί δικαστές, ο εισαγγελέας και η γραμματέας του δικαστηρίου εμφανίστηκαν στην έδρα. Ησυχία επικράτησε παντού στην αίθουσα. Σε λίγο ο πρόεδρος, ένας κομψοντυμένος ευπαρουσίαστος μεσήλικας, κήρυξε την έναρξη των εργασιών του δικαστηρίου και ξεκίνησε η διαδικασία.
Αρχικά εκφώνησε μεγαλοφώνως τα στοιχεία του κατηγορουμένου.
Από τ’ όνομα κατάλαβε ότι επρόκειτο για άτομο αλλοδαπής καταγωγής. Ένας λιπόσαρκος φτωχοντυμένος ανθρωπάκος που καθόταν ανάμεσα σε δύο ένστολους αστυνομικούς σηκώθηκε όρθιος.
Ο πρόεδρος ρώτησε αν γνώριζε ελληνικά κι αν είχε δικηγόρο. Ο κατηγορούμενος δήλωσε πως γνώριζε τη γλώσσα, αλλά δεν είχε δικηγόρο. Το δικαστήριο με συνοπτικές διαδικασίες διόρισε έναν απ’ τους παριστάμενους δικηγόρους, ως συνήγορο του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια ο πρόεδρος απάγγειλε τις κατηγορίες, οι οποίες ήταν: απόπειρα βιασμού, καθώς και, παράνομη είσοδο και παραμονή στη χώρα. Η καρδιά του αύξανε επικίνδυνα τους ρυθμικούς παλινδρομικούς της χτύπους, κατά τη διάρκεια που η γραμματέας στην έδρα, ξεκινούσε τη διαδικασία κλήρωσης των ενόρκων. Είχε μια ελπίδα να μην κληρωθεί στην έδρα, η οποία εξανεμίστηκε γρήγορα σαν την πρωινή δροσοσταλιά, όταν η γραμματέας διάβασε φωναχτά τ’ όνομά του. Σε λίγο η σύνθεση του επταμελούς μικτού ορκωτού δικαστηρίου διαμορφωνόταν ως εξής: Ο πρόεδρος και δύο νεαρές δικαστίνες, απ’ την πλευρά των τακτικών δικαστών. Τρεις γυναικείες υπάρξεις κι η δικιά του παρουσία απ’ την πλευρά των ενόρκων.
Οι ένορκοι, έδωσαν τον επιβαλλόμενο όρκο, πως θα αποφανθούνε αμερόληπτα και χωρίς προκατάληψη, σύμφωνα με τα χρηστά ήθη, περί των πράξεων του κατηγορουμένου. Όλοι μαζί τακτικοί και ένορκοι -μάλιστα με πλειοψηφία των ενόρκων- θ’ αποφαίνονταν πρωτόδικα επί των αδικοπραξιών του κατηγορουμένου, σε βαθμό κακουργήματος.
Η πλοκή της υπόθεσης π’ αναφυόταν μέσα απ’ την ακροαματική διαδικασία, είχε το χαρακτήρα μάλλον ατυχούς επεισοδίου.
Ο κατηγορούμενος, αλβανικής καταγωγής, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, είχε εισέλθει παράνομα στη χώρα μας. Μετά από πολλές περιπλανήσεις, βρέθηκε να εργάζεται σε παραθεριστικό κέντρο, σε παραλία κάπου στον Μαλιακό Κόλπο. Στο ίδιο κέντρο παραθέριζε επίσης αλλοδαπή μεστωμένη δεσποινίδα, από χώρα της βόρειας Ευρώπης, η οποία γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο. Ήταν ο σερβιτόρος που της σέρβιρε καθημερινά -για το διάστημα των λίγων ημερών που βρέθηκε εκεί-, τον καφέ της στην παραλία.
Κάποια μέρα -σύμφωνα πάντα με την μηνυτήρια αναφορά της αλλοδαπή δεσποινίδας- ο κατηγορούμενος εισέβαλε στο δωμάτιό της, την ώρα που αυτή ήταν με το μαγιό και προσπάθησε να τη βιάσει. Αυτή αντιστάθηκε! Έβαλε τις φωνές κι ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή. Η αστυνομία επιλήφθηκε του επεισοδίου. Κατατέθηκε μήνυση. Συνελήφθη ο δράστης ο οποίος προφυλακίστηκε, με τις κατηγορίες, απόπειρας βιασμού, παράνομης εισόδου και παραμονής στη χώρα μας.
Το πόσο στενή ήταν η γνωριμία του κατηγορούμενου με την μηνύτρια, πριν το επεισόδιο κι από πού άντλησε αυτός το θάρρος ή το θράσος ώστε να επιδιώξει στενότερες επαφές, αυτό δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί, αφού η μηνύτρια δεν παραβρισκόταν στην εκδίκαση της υπόθεσής της. Η όλη ακροαματική διαδικασία, στηριζόταν αποκλειστικά στην έγγραφη μηνυτήρια αναφορά, που είχε καταθέσει το υποψήφιο θύμα την ημέρα του συμβάντος και στις μαρτυρίες των αστυνομικών που επιλήφθηκαν του επεισοδίου.
Είχε σχεδόν ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία, όταν ο κύριος πρόεδρος πρότεινε ημίωρη διακοπή για ξεκούραση, λόγω ότι είχε περάσει αρκετή ώρα απ’ την έναρξη του δικαστηρίου.
Λίγα λεπτά αργότερα το θέλγητρο της Θέμιδος πλημμυρισμένο με τ’ αρώματα των ενόρκων γυναικών, π’ αντανακλούσαν μεθυστικό καθωσπρεπισμό, έτοιμο να αποδώσει δικαιοσύνη, κατέκλυζε το χώρο του πολυτελούς γραφείου του προέδρου. Οι δερματόντυτες πολυθρόνες του σαλονιού βόλεψαν τους περισσότερους, ενώ επιστρατεύτηκαν δυο ακόμη από διπλανό χώρο για τους υπόλοιπους.
Ο πρόεδρος καθισμένος πίσω απ’ το σκαλιστό ξύλινο -σε στυλ ροκοκό- γραφείο πήρε το λόγο για μια πρώτη διερευνητική συζήτηση μεταξύ τους.
-Λοιπόν αγαπητοί μου, όπως αντιληφθήκατε εδώ συζητάμε μια υπόθεση η οποία βασικά παραπέμφθηκε με το άρθρο του ποινικού κώδικα ως απόπειρας βιασμού. Έχετε την εντύπωση πως θα έπρεπε να τη δικάσουμε με το άρθρο του ποινικού κώδικα το οποίο προβλέπει την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας;
-Δεν νομίζω κύριε πρόεδρε! Η υπόθεση πρέπει να δικαστεί όπως πραγματικά είναι, ως απόπειρα βιασμού, βιάστηκε να τοποθετηθεί η μία από τις δυο κομψοντυμένες νεαρές τακτικές δικαστίνες.
-Παρακαλώ κύριε πρόεδρε, μπορείτε να γίνετε πιο σαφής, σε σχέση με την τοποθέτησή σας, είπε, μη γνωρίζοντας τα δικονομικά.
-Δηλαδή εξηγήστε μας τι ακριβώς διαφορά έχει το ένα με το άλλο, απ’ αυτά που είπατε, συμπλήρωσε μια απ’ τις ενόρκους, υπάλληλος σε δημόσια υπηρεσία.
-Μάλιστα!.. απάντησε ο πρόεδρος και συνέχισε, στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, αν δεχτούμε ότι υπήρξε απόπειρα βιασμού, η πράξη θεωρείται κακούργημα και η ποινή που πρέπει να επιβληθεί, είναι έως δέκα χρόνια κάθειρξη. Στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, η πράξη δε θεωρείται κακούργημα και η προβλεπόμενη ποινή είναι έως δυο χρόνια φυλάκιση. Σ’ αυτή την περίπτωση ουσιαστικά ο κατηγορούμενος, γι’ αυτή του την πράξη, έχει σχεδόν εκτίσει την ποινή, αφού είναι δεκαέξι μήνες προφυλακισμένος. Απομένει μόνο οι υπόλοιπες πράξεις περί παράνομης εισόδου και παραμονής στη χώρα μας κλπ.
Η τακτική δικαστίνα επέμενε στην απόπειρα βιασμού. Ισχυριζότανε πως η περίπτωση προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, έχει εφαρμογή σε εκούσια προκλητική επαφή εντός εσωτερικού χώρου και πως στην περίπτωση που δικάζανε δε συνέτρεχε λόγος για κάτι τέτοιο, αντίθετα επέμενε πως υπήρχε προμελετημένη απόπειρα βιασμού.
-Το σχετικό άρθρο στο οποίο αναφερθήκατε κ. πρόεδρε, προβλέπει τα εξής: «Όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, ή χρηματική ποινή» στην περίπτωσή μας δεν συντρέχει κάτι τέτοιο…, συμπλήρωσε η μελετηρή δικαστίνα.
Προβληματίστηκε κάμποσο απ’ αυτά που άκουγε απ’ τους τακτικούς δικαστές. Γι’ αυτό είχε την εντύπωση, πως απ’ τη στιγμή που δεν είχε συντελεστεί το αδίκημα, επίσης το γεγονός πως ο κατηγορούμενος τράπηκε σε φυγή από την αντίδραση της μηνύτριας, πράγμα που δήλωνε αβεβαιότητα στις προθέσεις του κι αναποφασιστικότητα στην άσκηση βίας, καθώς και το γεγονός ότι βρισκόταν ήδη δεκαέξι μήνες στο φρέσκο -κατά δήλωση του προέδρου- θεώρησε πως θα ήταν ίσως υπερβολή να παραπεμφθεί ως κακούργημα και εξοντωτική την εφαρμογή μιας ανώτατης ποινής.
Εκείνη η λέξη «κάθειρξη» τον τρόμαζε κυριολεκτικά. Αν και γνώριζε τη σημασία του όρου, ωστόσο, το σύμπλεγμα των λέξεων «κάθειρξη, καθαίρεση, καρατόμηση» του ανατροφοδοτούσαν εικόνες από κατάδικους που τους οδηγούσαν στο θάνατο. Όπως εκείνους που τους περνούσαν τη θηλιά στο λαιμό και το σώμα έπεφτε στο κενό, καθώς άνοιγε η καταπακτή κάτω απ’ τα πόδια τους, κι ακουγόταν ο χαρακτηριστικός γδούπος του κορμιού, την ώρα που αυτό τερμάτιζε στο τέντωμα του σχοινιού. Ή τους άλλους, αυτούς που τους κολλούσαν το κεφάλι στην καρμανιόλα κι ακουγόταν ο ανατριχιαστικός τσιριχτός ήχος της βαριάς λεπίδας, καθώς έπεφτε από ψηλά, λίγο πριν αποκόψει την κεφαλή απ’ το σώμα. Ή σε πιο πρόσφατες πρακτικές, με αυτούς που έστηναν στο εκτελεστικό απόσπασμα κι άκουγες το κροτάλισμα των όπλων, ενώ ταυτόχρονα το κορμί εκτινασσόταν τρυπημένο απ’ τις σφαίρες. Όσο για το κώνειο, αυτό υπέθετε πως ήταν ξεχασμένο απ’ την εποχή του Σωκράτη. Η ηλεκτρική καρέκλα και το σταύρωμα, δεν είχαν ποτέ εφαρμογή στη χώρα μας, ήταν πρακτικές άλλων λαών. Όχι πως μ’ αυτές τις πρακτικές η τελευτή γινόταν πιο ανώδυνα, αντίθετα είχε τη γνώμη πως όλες οι πρακτικές ήταν εξίσου βάρβαρες. Μάλλον επρόκειτο για θέμα κουλτούρας των λαών!
Έτσι λοιπόν ήταν επιφυλακτικός ως προς την εξάντληση της αυστηρότητας του νόμου. Συνέχισε τις παρεμβάσεις του κατά τη διάρκεια της συζήτησης, με σκοπό να καταδείξει πως δεν έπρεπε να δικάσουν την υπόθεση ως κακούργημα και να δώσουν μια ευκαιρία σ’ αυτόν τον άνθρωπο, να σταθμίσει ενδεχομένως το όποιο σφάλμα του. Εξάλλου είχε ήδη τιμωρηθεί με δεκαεξάμηνη παραμονή στις φυλακές, όπου παρά το βαρύγδουπο τίτλο τους, ως σωφρονιστικά καταστήματα, απείχαν πολύ ακόμα στο να παρέχουν σωφρονισμό.
Η πιθανότητα αλλαγής του κατηγορητηρίου από κακούργημα σε πλημμέλημα, ενδεχομένως να είχε αρνητικές εντυπώσεις στους δικαστικούς κύκλους, διαφορετικά δεν εξηγούταν η επιμονή της τακτικής δικαστίνας, η οποία είχε σχεδόν εκτραχυνθεί, γιατί βλέποντάς τον να διαφωνεί βάλθηκε να επιστρατεύσει μη σύννομες πρακτικές.
-Από πληροφορίες που έχω, ο κατηγορούμενος είναι υπότροπος στην ίδια αδικοπραξία, κατά τη διάρκεια κάποιας άδειας που πήρε απ’ τις φυλακές, είπε η δικαστίνα, έτσι αόριστα, χωρίς περισπασμό.
Από την εμπειρία που είχε, γνώριζε πως άδεια απ’ τις φυλακές λαμβάνουν οι κατάδικοι που έχουν εκτίσει το μεγαλύτερο μέρος της ποινής τους κι όχι οι προφυλακιστέοι. Ήταν ολοφάνερο! Με την πληροφορία που τους έδινε η δικαστίνα, βαυκάλιζε τους ενόρκους, για να επηρεάσει την ετυμηγορία τους, ώστε να μην καταρρεύσει το κατηγορητήριο. Προς στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του, κάτι που άκουγε απ’ τη συχωρεμένη τη γιαγιά του «Άμα σε τυλίξουν σε μια κόλα χαρτί, θα βρεθείς μπερδεμένος κι άιντε να ξεμπλέξεις».
Γύρισε προς το μέρος της νεαρής δικαστίνας.
-Αγαπητή μου, εδώ δεν ήρθαμε σε κάποιο απ’ αυτά τα τηλεοπτικά talk show, όπως τα λένε, για να πούμε το κοντό, ή το μακρύ μας, ή ότι άλλο πρεσβεύει ο καθένας μας. Εδώ καλούμαστε να εκφέρουμε γνώμη κι άποψη για ένα συγκεκριμένο γεγονός και με την τοποθέτησή μας να απονείμουμε δικαιοσύνη για τις πράξεις ενός ανθρώπου. Λυπούμαι πολύ που η συζήτησή μας δεν έχει το ανάλογο επίπεδο, της είπε με σοβαρό ύφος.
Αυτή τον κοίταξε επιτιμητικά.
-Εάν ήταν η γυναίκα σας ή η κόρη σας, στη θέση του θύματος, θα τα λέγατε αυτά αγαπητέ κύριε;… τ’ αντέτεινε με σοκαριστική ευθύτητα.
Προς στιγμή η δικαστίνα έκλεψε τις εντυπώσεις κι ομολογημένος τον προβλημάτισε κάμποσο στην πιθανότητα μιας λαθεμένης από μέρος του εκτίμησης. Αν ήθελε πραγματικά να δικαιώσει τις πεποιθήσεις του, έπρεπε να υπερβεί τις όποιες πιθανές αδυναμίες, ώστε να μη χαθεί στα δαιδαλώδη σοκάκια των διλημμάτων, αλλά ούτε να διαλέξει την εύκολη λεωφόρο της ανευθυνότητας. Η ουσία ήταν να διατηρήσει πάση θυσία την αυτοκυριαρχία του, δίχως να πνιγεί στα όποια συναισθήματα ενέσκηπταν ως καθαρή αντίφαση της στιγμής, αμφισβητώντας τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο πρόεδρος έκαμε μια κίνηση με το δεξί χέρι, σημάδι πως επιθυμούσε να καταλαγιάσει κάπως η συζήτηση, που είχε αρχίσει να διεξάγεται σε έντονο ύφος.
Η παρέμβαση του κυρίου προέδρου ηρέμησε κάπως την ατμόσφαιρα, αφού συνέστησε σ’ όλους να προσεγγίσουνε την υπόθεση με βάση αυτά που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
Μια απ’ τις κυρίες ενόρκους, που καθόταν πλησίον του, έσκυψε προς το μέρος του. «Έλα καλέ πως κάνεις έτσι, ένας κωλο-Αλβανός είναι, χώστονε μέσα να τελειώνουμε!» τού είπε ψιθυριστά.
Οι λέξεις βούιζαν στ’ αυτί του σαν πυροβολισμοί εκτέλεσης σε μουντό φθινοπωρινό σκηνικό βικτωριανής εποχής. Ρίγος διαπέρασε το κορμί του σαν ν’ άκουσε μοιρολόι ενός προαποφασισμένου με σύννομες διαδικασίες θανάτου. Με την εν λόγω κυρία δεν είχε ιδιαίτερες γνωριμίες. Περισσότερες γνωριμίες είχε η γυναίκα του, που τ’ έλεγαν κάθε φορά που βρισκόντανε στο κομμωτήριο. Έτσι ότι γνώριζε γι’ αυτή, ήταν μέσω κάποιων συζητήσεων -σε στυλ κουτσομπολιού- π’ είχε με τη γυναίκα του.
Γύρισε προς το μέρος της. Την κοίταξε συμπαθητικά.
-Ωραίο το χωρατό σας Μαντάμ!.. της είπε χαμογελώντας ευγενικά.
Στην ουσία όμως, ανατρίχιασε. Όχι γιατί διακατεχόταν από αμοραλιστικές τάσεις κι ήθελε να απαλλάξει κάποιον από μια τέτοια κατηγορία ηθικής φύσεως. Αντίθετα μάλιστα, είχε σταθερά την πεποίθηση πως η έννοια της ηθικής, έχει διαχρονική αξία για κάθε τόπο και κάθε λαό.
Το γεγονός όμως ό,τι πλανιόταν η έντονη διάθεση να επιβληθεί μια εξοντωτική ποινή, για απόπειρα ενός πιθανού αδικήματος και το γεγονός πως εκείνος ο άνθρωπος είχε ήδη δεκαέξι μήνες φυλακή, έβαζε σε δοκιμασία τα δικά του πιστεύω, ως προς την απονομή της δικαιοσύνης. Τον έφερνε προ των δικών του ευθυνών. Πίστευε ακράδαντα πως η απονομή δικαιοσύνης είναι μια σοβαρή υπόθεση που έπρεπε να παίρνεται αμερόληπτα κι ανεπηρέαστα. Το ό,τι και οι «Κρίνοντες Κρίνονται» κι ίσως κάποια μέρα θα κλιθούμε να δώσουμε λόγο για αποφάσεις που πήραμε κι επηρεάζουν τη ζωή των άλλων, τον καθιστούσε ισχυρό στο να απαιτεί να γνωρίζει όλες τις παραμέτρους που ενδεχομένως συνέβαλλαν στο να πάρει ορθή απόφαση. Η δυσαρμονία κι η αμετροέπεια λόγων και έργων, εκθέτει ανεπανόρθωτα τον άνθρωπο και καταρρακώνει την προσωπικότητά του στα μάτια του ευρύτερα γνωστού κοινωνικού του περίγυρου. Πως θα έπαιρνε λοιπόν μια απόφαση, έτσι «ελαφρά την καρδία» επειδή απλά ο κατηγορούμενος ήταν αλλοδαπός.
Ο κύριος πρόεδρος, ομολογουμένως, κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να ισορροπήσει τις αντεγκλήσεις στο θέατρο του παραλόγου, όπου ο καθένας τους έπαιζε το δικό του ρόλο. Όχι δε φορούσανε περούκες σε στυλ Λουδοβίκου δεκάτου τετάρτου, ούτε γουνάκια στους ώμους! Αυτά μάλλον αποτελούσαν ατραξιόν σ’ άλλη κομπανία.
-Θα ακούσουμε και τις προτάσεις του κυρίου Εισαγγελέα και θα επανέλθουμε στο ζήτημα, είπε στο τέλος για να εκτονωθεί κάπως η κατάσταση, όσο για το δεύτερο μέρος της κατηγορίας η νομοθεσία προβλέπει δύο μήνες φυλάκιση και άμεση απέλαση. Δεν πιστεύω να έχετε αντίθετη άποψη;… συμπλήρωσε ο πρόεδρος με νόημα.
Ως προς το σκέλος αυτό κανείς τους δεν είχε διαφορετική τοποθέτηση.
Ήταν τότε κοντά που είχαν ανοίξει τα σύνορα κι είχαν εισβάλει αρκετοί λαθρομετανάστες ανεξέλεγκτα στη χώρα. Η κοινωνική άποψη για τους αλλοδαπούς, δεν ήταν η καλύτερη. Είχε συμβάλει στη δημιουργία ενός κλίματος φοβίας κι αποστροφής για τους ξένους, η συμπεριφορά ορισμένων απ’ αυτούς.
Το γεγονός αυτό δεν επηρέαζε τη θέση του, ως προς πρώτο σκέλος του κατηγορητηρίου. Ωστόσο, η ανοχή στην αθρόα επέλαση λαθρομεταναστών τον εύρισκε κάθετα αντίθετο. Το φαινόμενο ικανοποιούσε εν μέρει, μόνον αυτούς που ήθελαν να διατηρήσουν σε χαμηλά επίπεδα την παροχή της εργατοτεχνικής κι αγροτικής αμοιβής στη χώρα.
Η άποψή του ήταν πως τα εργασιακά κενά όπου αυτά υπήρχαν, μπορούσαν να καλυφθούν με ελεγχόμενη εισροή οικονομικών μεταναστών κι όχι μ’ αυτό το μπάχαλο που έζησε η χώρα μας τα τελευταία χρόνια.
Δεν κατασταλάξανε κάπου, αφού έπρεπε να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να ακουστούν οι θέσεις του εισαγγελέα.
Στο διάδρομο των εσωτερικών χώρων του δικαστικού μεγάρου, στο πίσω μέρος της αίθουσας εκδίκασης των υποθέσεων, ο εισαγγελέας, ένας εύσωμος κύριος γύρω στα πενήντα πέντε, βημάτιζε αργά πέρα δώθε, περιμένοντας τους δικαστές, ώστε να ξαναμπούνε όλοι μαζί στην έδρα.
Καθώς πλησίαζε κοντά τον άκουσε να μονολογεί, τάχατες αδιάφορα, ώστε να ακουστεί μοναχά από αυτόν «Δε ξέρουν να κάνουν τη δουλειά τους, τρία-ένα σύνθεση και μετά φταίει ο εισαγγελέας που είναι υποχρεωμένος να κάνει τη δικιά του! Γίνονται αυτά σε τέτοιες δίκες;» Αργότερα κατάλαβε πως αναφερόταν στη σύνθεση των ενόρκων και στην αδιαφορία του διορισμένου δικηγόρου να εξαιρέσει κάποιες απ’ τις γυναικείες παρουσίες.
Στην αίθουσα του δικαστηρίου η διαδικασία συνεχίστηκε κανονικά -από το σημείο που ’χε σταματήσει-, μ’ όλους τους τύπους και τη σοβαρότητα που προέβλεπαν οι νόμοι. Ο εισαγγελέας επέμενε στο κατηγορητήριο για απόπειρα βιασμού. Ζήτησε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος και να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης έξι χρόνων.
Το δικαστήριο αποσύρθηκε για συνεδρίαση, ώστε να αποφανθεί τελικά επί των αδικοπραξιών του κατηγορούμενου.
Λίγη ώρα αργότερα στην αίθουσα του δικαστηρίου απλώθηκε βαθιά σιωπή. Ο κατηγορούμενος σηκώθηκε όρθιος. Στο αγωνιώδες βλέμμα ήταν ζωγραφισμένη η ελπίδα, η παρηγοριά για μια δίκαια απόφαση. Έψαχνε εναγωνίως στα μάτια των δικαστών να εκμαιεύσει την απόφαση, πριν αυτή εκφωνηθεί από τον πρόεδρο.
Ο πρόεδρος, αφού τακτοποίησε για λίγο τα χαρτιά του, κοίταξε προς το ακροατήριο. Οι λέξεις έβγαιναν αργόσυρτες απ’ το στόμα κι ακούγονταν σαν χοντρές σταγόνες βροχής που έπεφταν σε ασάλευτο νερό.
-Το δικαστήριο αφού έλαβε υπ’ όψιν του όλες τις παραμέτρους που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και τις προτάσεις του κυρίου εισαγγελέα. Αποφαίνεται: Για την πρώτη κατηγορία, κρίνει κατά πλειοψηφία έξι προς ένα, ένοχο τον κατηγορούμενο για απόπειρα βιασμού και επιβάλει ποινή, έξι χρόνων φυλάκιση. Ένας εκ των ενόρκων είχε διαφορετική άποψη. Για τη δεύτερη κατηγορία, ομόφωνα επιβάλει ποινή δύο μηνών φυλάκιση και απέλαση του κατηγορούμενου μετά το πέρας εκτίσεως της ποινής του…, είπε με σταθερή φωνή.
Ο κατηγορούμενος, ένα ανθρώπινο ράκος έσκυψε το κεφάλι. Βυθίστηκε στο σκοτάδι των συλλογισμών. Ποιος ξέρεις τι εικόνες περνούσαν απ’ το μυαλό του και τι γνώμη σχημάτιζε για την απονομή της δικαιοσύνης. Αφού κοίταξε για λίγο τους δικαστές έκατσε αμήχανα στο εδώλιο.
Την ώρα που εγκατέλειπε τα δικαστικά έδρανα γύρισε και κοίταξε τον κατηγορούμενο με συμπάθεια. Είχε τη γνώμη πως η ανθρώπινη υπόσταση δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια, για ν’ αντιμετωπίζεται κατά το δοκούν, αναλόγως της εθνολογικής ταυτότητας, ή της οικονομικής ευμάρειας, ή της κοινωνικής θέσης, που έχει ο καθένας. Τα ίδια μέτρα και σταθμά έπρεπε να ισχύουν για όλους.
Λίγο αργότερα στο γραφείο του προέδρου, την ώρα που υπόγραφε τα σχετικά έγγραφα με την απόφαση της δίκης, ο πρόεδρος του είπε με συγκαταβατικό ύφος.
-Μην έχεις τύψεις αγαπητέ μου, κάναμε όλοι σωστά το καθήκον μας. Ο κατηγορούμενος θα προσφύγει στο εφετείο. Εκεί θα λάβουν υπ’ όψιν τους και τη δικιά σου θέση και θα του μετριάσουν την ποινή.
Έφυγε φορτωμένος μ’ ένα σωρό σκέψεις και προβληματισμούς για το είδος απονομής της δικαιοσύνης των ανθρώπων. Ωστόσο, είχε ήσυχη την συνείδηση του πως έπραξε αμερόληπτα κι ανεπηρέαστα, χωρίς καμία προκατάληψη, το καθήκον του!


Ο Ευθύμιος Χ. Ταλάντης γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1960. Είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στέλεχος στον Ο.Τ.Ε Φωκίδας. Επιπλέον δραστηριοποιήθηκε με το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Ι.Δ.ΕΚ.Ε), στην εκπαίδευση ενηλίκων, στις «Νέες Βασικές Δεξιότητες με χρήση ψηφιακής τεχνολογίας», ως εκπαιδευτής, σε ευαίσθητη κοινωνική ομάδα του Νομού Φωκίδος. Στα γράμματα εμφανίστηκε αρχικά με την καταγραφή της τοπικής ιστορίας και τη λαογραφία. Έχει εκδώσει βιβλία, με ιστορικά & λαογραφικά θέματα τοπικού ενδιαφέροντος, ενώ άρθρα του, έχουν δημοσιευτεί στον τοπικό τύπο και σε επιλεγμένες εκδόσεις. Ασχολήθηκε με την αφηγηματική πεζογραφία κι ιδιαίτερα με το διήγημα. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Λογοτεχνικά έργα του έχουν διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς λογοτεχνικών ενώσεων-σωματείων κι έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Λογοτεχνική Δημιουργία» της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, στο περιοδικό «Σελίδες απ’ τη Φωκίδα» της Εταιρείας Φωκιών Μελετών στην οποία είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Στο περιοδικό «Μουσών Μέλαθρον» της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και σε τόμο που εξέδωσε η Πανελλήνια Ένωση Συνεργασία Νέων Λογοτεχνών, με τίτλο «Σύγχρονοι Έλληνες Δημιουργοί». Διαμένει μόνιμα στην Άμφισσα.


 

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Β΄ Λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος (2)


Β΄ Λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος

B΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ
                                 Της Ρίας Σπανού

Δεν είναι εύκολο να είσαι αναγκασμένος εκ των πραγμάτων ν` αντιμετωπίσεις την μοχθηρία, την ευφυΐα και την σκοτεινή δύναμη ενός λύκου που αποφάσισε να σε συμπεριλάβει στην ζωή του και ταυτόχρονα να ζεις όπως σου αρέσει. Αυτό συνέβη σ εμένα. Αν κάποιος με ρωτούσε αν θάθελα να συμβεί θάλεγα ένα τρανταχτό όχι. Λέω ότι δεν το επέλεξα αν και καταλαβαίνω εκ των υστέρων ότι το προκάλεσα
Νομίζω ότι ο λόγος που τράβηξα την προσοχή του είναι γιατί μ' έβλεπε σαν ένα τραγανό προβατοκούνελο που περιεργαζόταν την φύση και χοροπηδούσε στους αγρούς με εξοργιστική αφέλεια και πρωτογενή αθωότητα. Του άνοιξα την όρεξη με τ΄ άσπρο σγουρό μου τρίχωμα, τα μεγάλα τεντωμένα αυτιά μου, πάντα ευαίσθητα σε ήχους και υπόηχους, την μουσούδα μου που τρεμόπαιζε πάντα έτοιμη να εξερευνήσει τις μυρωδιές που πρόσφερε η φύση, το χαρούμενο ένστικτό μου που ανάβλυζε από ένα μυστικό πυρήνα της ύπαρξής μου.
Μπορώ να πω σίγουρα ότι ο λύκος προσδιόρισε την ψυχική μου ταυτότητα, τα οξυμένα ένστικτά του ήταν αλάνθαστα και την έβαλε μπροστά στην μύτη μου να την αναγνωρίσω. Για κάποιο άγνωστο λόγο έπρεπε να με μάθω βαθύτερα.
Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που μια μέρα βόσκωντας και χοροπηδώντας στους αγρούς ανακάλυψα την φωλιά του λύκου.
Η ζωή για μένα μέχρι τότε ήταν ένα παιχνίδι χωρίς αιχμηρές γωνίες που κάποιο αγαθό πνεύμα μου το χάρισε μαζί με την ουσία του για να παίζω και να χαίρομαι. Τα πάντα μέσα στην ζωή ήταν προσβάσιμα, ή έτσι νόμιζα, πάντως αυτή την αίσθηση απεκόμισα. Με δυό τρείς πήδους, με το ολόλευκο σώμα μου, το αγαθό κι αθώο βλέμμα μου, άνοιγα όποια πόρτα μου άρεσε, οι άλλοι μ΄ αντίκριζαν μ' επιφωνήματα χαράς, μου χάιδευαν τ' αυτιά την πλάτη και την μουσούδα, μ' άφηναν να βόσκω όσο θέλω κι όπου θέλω και λυπόντουσαν όταν χόρταινα κι έφτανε η ώρα να φύγω. Κάποιοι δάκρυσαν για να με συγκινήσουν, άλλοι μούταξαν δώρα και πολύτιμα αντικείμενα κι εγώ τότε κατάλαβα ότι είχα κάτι που ήταν σημαντικό για τους άλλους αλλά δεν ήξερα τι κι έγινα κάπως αυτάρεσκη, εγωίστρια και κακομαθημένη, χωρίς όμως ποτέ να χάσω την εσωτερική μου ουσία. Έτσι χαρούμενα, αθώα κι αυτάρεσκα, με άγνοια ενός σημαντικού μέρους του κόσμου έβλεπα την ζωή που ξετύλιγε τον ανθισμένο κόσμο της στα πόδια μου. Ερωτικό πλάσμα, ερωτευόμουν τα πάντα, όλα γύρω μου μού άρεσαν ήθελα να τα δοκιμάσω, να τα μυρίσω, να τ' ανακαλύψω. Ένοιωθα έντονα τον παλμό της ζωής μέσα μου. Η δημιουργία του κόσμου ήταν υπέροχη, γεμάτη γεύσεις, μυρωδιές και φαντασία.
Η φωλιά του λύκου ήταν ένα τούνελ στη γη που όπως είπα το ανακάλυψα τυχαία μια συνηθισμένη ημέρα περιπλάνησης. Εξωτερικά υπήρχε το στόμιο μιας μικρής σπηλιάς, που στένευε αμέσως και φαινόταν μια τρύπα να προχωράει σε βάθος της γης ίσως με μια δαιδαλώδη διαδρομή. Η βαρύτητα της σπηλιάς με κρατούσε δέσμια και συχνά- πυκνά όλο εκεί βρισκόμουν ν' αφουγκράζομαι ήχους με παράξενη και μυστηριώδη γοητεία που έβγαιναν από το βάθη του τούνελ. Φανταζόμουν ότι υπήρχε μια μυστική θάλασσα μέσα στο σκοτάδι που τα σκοτεινά νερά της έκρυβαν θαλάσσιους δράκους που φύλαγαν βυθισμένους θησαυρούς. Όταν οι δράκοι αναμόχλευαν ουρές και πτερύγια μια κρυφή τρικυμία γινόταν στο εσωτερικό, τα κύματα του νερού χτυπούσαν πάνω σε σπάνια πολύχρωμα κρύσταλλα και πολύτιμους λίθους και ακούγονταν ήχοι σα να χτυπούσαν καμπανάκια που ανακατεύονταν με τα μουγκρητά των δράκων και το υπόκωφο βουητό της θάλασσας. Κι έπειτα φανταζόμουν ότι αυτή η εικόνα μεταφερόταν στον ουρανό, ήταν ένας μεγάλος φωτεινός αστερισμός μέσα σε μια κρύα και ξάστερη νύχτα με τον μύθο της κρυφής θάλασσας της φωλιάς του λύκου να τον συνοδεύει στους αιώνες.
Έτσι λοιπόν, η σπηλιά και τα κρυφά μυστικά της με γοήτευσε σαν ένας μυστηριώδης και ανεξιχνίαστος κόσμος που λαμπύριζε μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Ερωτεύτηκα το σκοτάδι και τα μυστικά του. Με μαγνήτιζε και σαν υπνωτισμένη πήγαινα όλο και πιο μέσα στο στόμιο μπας και ακούσω ή δω κάτι περισσότερο. Μ' έλκυε σαν αντίθετος πόλος του λευκού που μετέφερα.
Δεν είχα δει τον λύκο ακόμα, αλλά ήξερα ότι κάποια μέρα θα τον έβλεπα και θα γινόμασταν φίλοι, μαζί με τον σκοτεινό και μυστηριώδη κόσμο του. Θα χάιδευε την μουσούδα και την πλάτη μου, θα περιεργαζόμουν και θα βοσκούσα στα φύκια της υπόγειας θάλασσας που κατοικούσε και είχε το αντίτυπό της στον ουρανό και ο κόσμος μου θα μεγάλωνε και θα πλούτιζε εύκολα κι ευχάριστα.
Αυτό που δεν κατάλαβα ήταν ότι ο λύκος με είχε από καιρό εντοπίσει και παραμόνευε.
Εκείνη την ημέρα οσφραινόμουν δυνατά την Άνοιξη που έμπαινε στους αγρούς αγκαλιά με μια ζεστή λιακάδα που έδιωχνε το κρύο του χειμώνα από το χώμα, αγαπούσα όλες τις εποχές του χρόνου και περίμενα με ιερή συγκίνηση την αλλαγή τους, νά `την λοιπόν η Άνοιξη, ξύπνησε η Φύση, τεντώθηκε, τίναξε τον ύπνο και την παγωνιά από πάνω της, ξεκίνησαν μέσα από τα σπλάχνα της οι ρίζες που θα πρασινίσουν τη γη και θα ευωδιάσουν τον αέρα, σε λίγο καιρό θα μασουλάω και θα κυλιέμαι σε δροσερό χορτάρι, ο ενθουσιασμός της νέας γέννησης με συνεπήρε, αν κι από τη φύση μου δεν ήθελα και πολύ να ενθουσιαστώ, μπορώ να πω μάλιστα ότι ήμουν μονίμως ενθουσιασμένη με τα πάντα.
Έτσι, αυτή τη μέρα, εγώ, το χαρμόσυνο βήμα της άνοιξης και ο ενδυναμωμένος ενθουσιασμός μου βρεθήκαμε πάλι στο στόμιο της σπηλιάς.
Η έλξη ήταν πολύ δυνατή.
Δυνατές ανατριχίλες σαν σεισμός με διαπέρασαν, η μουσούδα μου τρεμόπαιζε σαν τρελλή, το υπόκωφο βουητό με τους ανάκατους ήχους κι υπόηχους από δράκους κρύσταλλα και κύματα τύλιξε με την μαγνητική του δύναμη το ολόλευκο σώμα μου και με ρούφηξε μέσα.
Επικρατούσε σκοτάδι αλλά εγώ εξέπεμπα ένα χαμηλό φωτισμό εξ αιτίας της λευκότητάς μου που με βοηθούσε να διακρίνω το περιβάλλον γύρω μου. Στα δυο μέτρα το τούνελ έστριβε αριστερά. Προχώρησα στο βάθος μέχρι την στροφή του και κοίταξα που πάει. Η πορεία του διαγραφόταν πλάγια και καθοδική σαν τσουλήθρα. Η κατάληξη χανόταν μέσα στο σκοτάδι. Γύρω μου το χώμα ήταν μαλακό και γλιστερό, μια υγρασία είχε διαβρώσει τα τοιχώματα και σ' ένα κοίλωμα του τοίχου υπήρχε ένας σωρός από κόκκαλα και μισοφαγωμένα πτώματα ζώων. Μύριζε απαίσια. Οι ήχοι είχαν σταματήσει ξαφνικά μόλις έφτασα στην στροφή και μια συνωμοτική σιωπή βάραινε τώρα τον λιγοστό αέρα. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Δεν μπορούσα ν' αναπνεύσω. Ήθελα καθαρό αέρα. Το φως που εξέπεμπα άρχισε να λιγοστεύει, τρεμόσβηνε, το σκοτάδι πλήθαινε και σκέπαζε την ορατότητα μου. Ένοιωσα τον κίνδυνο ύπουλο και υποχθόνιο να παραμονεύει έτοιμος να εκτιναχτεί από τα έγκατα της γης. Με μια ενστικτώδη αντίδραση όρμησα με μεγάλα πανικόβλητα πηδήματα προς την έξοδο. Βρέθηκα στο φως και στον καθαρό αέρα και συνέχισα να τρέχω σπάζοντας το προσωπικό μου ρεκόρ ταχύτητας. Ο λύκος μ' ακολούθησε για λίγο αλλά το φως που επικρατούσε εδώ ήταν τόσο κυριαρχικό που τον έσπρωξε πίσω στα σκοτάδια του.
Μετά απ' αυτό το περιστατικό ο λύκος δεν μ' άφησε από τα μάτια του. Μ' ακολουθούσε παντού. Και το περίεργο είναι ότι ποτέ ξανά δεν μου επιτέθηκε, μόνο δήλωνε την παρουσία του σαν μια αιωρούμενη απειλή που ήταν συνάμα και προστασία αφού αρκετές φορές μ' έσωσε με το βαθύ του ένστικτο, την πονηριά και την δύναμη που είχε να σκοτώνει, από άλλα ζώα που με παραμόνευαν για να τραφούν. Ποτέ δεν με πλησίαζε. Πάντα από μακριά, ένοιωθα τις ανατριχίλες και τα βουητά από τις δονήσεις του, τον έβλεπα να στέκεται σε κάποιο ύψωμα της γης με ατέλειωτη υπομονή και πειθαρχία και να ελέγχει με το βλέμμα του το χωράφια που έβοσκα ή περιεργαζόμουν. Η αιμοβόρα φύση του είχε γίνει ένας άγγελος προστασίας για μένα.
Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό και σκεφτόμουν ότι δεν θα μου κάνει ποτέ κακό γιατί αν ήθελε θα τόκανε μέχρι τώρα, αλλά συνάμα η ύπαρξή του ήταν και μια υποψία για το αντίθετο. Και μ αυτή την απειλητική προστασία συνέχισα την ζωή μου μη μπορώντας να κάνω αλλιώς.
Κάποια μέρα, στην καρδιά του καλοκαιριού, μεσημέρι στους αγρούς που ή γη αντανακλούσε την θέρμη του ήλιου στον αέρα πηχτός σαν ζεστή σούπα, εγώ στην σκιά ενός μεγάλου δέντρου γευόμουν το καλοκαίρι σαν την γλυκιά καρδιά ενός ώριμου και σφιχτού καρπουζιού. Τα τζιτζίκια μ' απογείωναν κι έφτανα να αιωρούμαι με τους ήχους πάνω στα δέντρα, όλοι οι παλμοί της φύσης αντηχούσαν μέσα μου, θροίσματα των φύλλων, τιτιβίσματα κοφτά και συνεχόμενα, έντομα με μεγάλα διάφανα φτερά που πετούσαν στο φως, οι γλυκοπυρωμένες ρίζες του δέντρου που με φιλοξενούσε στην σκιά του, αισθανόμουν ότι το φως είχε εισβάλλει από παντού, θάμπωνε κι αποκάλυπτε, ένοιωσα μια έκρηξη φωτός μέσα μου, ξεθάρρεψα τελείως, μια αστραπιαία ταχύτητα με ώθησε και βρέθηκα σαν βολίδα κοντά του στο ύψωμα που στεκόταν.
Πρέπει να τόθελα από καιρό.
Δεν ξαφνιάστηκε που με είδε. Ήξερε να υπολογίζει τις ενδεχόμενες κινήσεις των άλλων και να προετοιμάζεται για τα γεγονότα.
Πρώτη φορά τον έβλεπα από κοντά.
Τα μάτια του ήταν μαύρα σαν σκληρό γυαλισμένο κάρβουνο. Το σώμα γεροδεμένο με μαύρο τρίχωμα εκτός από την μύτη του και τα πλαϊνά της που ξεκινούσε μια άσπρη λωρίδα κι έφτανε ως την κορυφή του κεφαλιού του. Λες κι ήταν ένα πλάσμα που το γέννησε η σκοτεινή νύχτα αλλά την τελευταία στιγμή πρόλαβε η μέρα κι άφησε το φωτεινό αποτύπωμά της στο πρόσωπο και το κεφάλι. Μπορώ να πω ότι ήταν ωραίος εξωτερικά.
Κοιταχτήκαμε καλά-καλά αναγνωριστικά.
Κάποιοι επιθετικοί μύες τρεμόπαιζαν στο σώμα του κι έμοιαζαν να υποδαυλίζουν μια εφόρμηση, όμως αυτός πειθαρχούσε το σώμα του κρατώντας τα πόδια του καρφωμένα στη γη.

<Πως σε λένε;> μίλησα πρώτη.

<Λύκο>, απάντησε κοφτά και βαριά.

Πρώτη φορά άκουγα την φωνή του.

<Εμένα προβατοκουνέλι>, αυτοσυστήθηκα χαρούμενα.

<Το ξέρω, τι μου το λες;>

<Για να γνωριστούμε.>

<Τώρα να γνωριστούμε; Είσαι ηλίθια. Σε γνωρίζω καλά.>

Έκανε αμέσως εντύπωση στις αισθήσεις μου το λάμδα στην προφορά του. Το πρόφερε παχύ και συρτό. Αν γράφαμε την προφορά του στις λέξεις θα έπρεπε να βάλουμε τρία ή τέσσερα λάμδα τονισμένα με σκούρο χρώμα. Ήταν ένα αλήτικο, λίγο βρώμικο και περιπλανώμενο λάμδα που κάτω από την μαγκιά και την ειρωνεία που μετέφερε ίσως ζητούσε απελπισμένα μια στοργική στέγη να ξεκουραστεί.

<Γιατί με παρακολουθείς;> Θύμωσα ξαφνικά που με είπε ηλίθια.

<Σε παρακολουθώ; Ποιός το είπε;>

<Αφού σε βλέπω.>

<Μπά; Μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου έχεις!>

<Σε βλέπω>, είπα επιμένοντας.

< Εγώ σε είδα να μπαίνεις στην φωλιά μου,> είπε επιθετικά τονίζοντας τις λέξεις του.

<Τι γύρευες εκεί;> συνέχισε και με κοίταξε άγρια μέσα στα μάτια για να με εκφοβίσει.

<Ήθελα να δω την θάλασσα, τους δράκους και τον θησαυρό.> είπα απολογητικά.

<Τι; Είσαι πιο ηλίθια απ΄ ότι περίμενα.>

Πάλι με πρόσβαλε αλλά το λάμδα του ασκούσε μια περίεργη γοητεία επάνω μου, ήθελα να το ακούω συνέχεια.

<Μα γιατί;> Ήδη ένοιωθα ανόητη και αμήχανη.

<Τι φαντάστηκες; Ότι πας σινεμά;> είπε σαρκαστικά.

<Όχι....Άκουγα κάτι ήχους...Τι ήταν;.>

<Βογκούσαν τα ζώα που έτρωγα. Άκουγες τα κόκκαλα που έσπαγαν στα δόντια μου..>

Ανατρίχιασα.

<Ααα!...Κι εγώ νόμιζα.....>

<Κανείς δεν έχει βγει ζωντανός από την φωλιά μου,> είπε δείχνοντας απειλητικά τα δόντια του. <Μόνο εσύ.>

<Φίλους δεν έχεις;> ρώτησα χαμηλώνοντας μέσα στην σιωπηλή φρίκη μου.

<Φίλους;> Γέλασε σαρκαστικά και μοχθηρά. Έβλεπε την φρίκη μου και το φχαριστιόταν. <Προσπαθώ,....όταν πεινάω πολύ και δεν έχει τίποτα να φάω,>

είπε μακρόσυρτα και υποχθόνια.

<Τρως και τους φίλους σου;>

<Οτιδήποτε για να χορτάσω>.

<Θα μπορούσες να φας κι εμένα;>

Με κοίταξε ξελιγωμένα στενεύοντας τα μάτια του.

<Δεν μ' αφήνει αυτή η σκέψη>.

Καθώς με κοίταζε έντονα ένα αυλάκι σάλιου είχε ξεκινήσει από την άκρη του στόματός του.

<Να πηγαίνω σιγά-σιγά>, ξεστόμισα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα προσπαθώντας να μη καταλάβει το φόβο μου.

<Να μας γράφεις,> είπε βαριά και συρτά

Έφυγα σαν βολίδα όπως ήρθα. Αυτός παρέμεινε πίσω μου στο ίδιο μέρος τόσο ακίνητος όσο τον συνάντησα.

Πήγα πάλι κάτω από το δέντρο μου για να ηρεμήσω στην δροσιά του. Αυτό το δέντρο ήταν το καταφύγιό μου όλο το χρόνο. Οι δυνατές ρίζες του τρυπούσαν και αγκάλιαζαν βαθειά και σφιχτά την γη που του πρόσφερε γενναιόδωρα το σώμα της. Άντεχε στην ζέστη, στο κρύο, στην ξηρασία, στους ανέμους και προστάτευε σαν πράσινος γήινος άγγελος τις ώρες μου κοντά του.
Αυτή ήταν η πρώτη μας συνάντηση και συνομιλία κι ακολούθησαν κι άλλες. Οι κουβέντες που ανταλλάσαμε ήταν μια σειρά από παρεξηγήσεις και παρερμηνεύσεις της έννοιας των λέξεων. Κι αυτό γιατί είχαμε διαφορετικό κώδικα σύλληψης των εννοιών.
Τα πάντα μέσα στο δικό του μυαλό του ήταν τυποποιημένα από τον μηχανισμό ενός καχύποπτου νου, κλεισμένα με τάξη σε κονσέρβα. Ένα κι ένα ίσον δύο, το μεγάλο ζώο τρώει το μικρό, αυτός που νικά ξεσχίζει τον άλλον, σε κάθε γεγονός που μας παρουσιάζεται υπάρχει ιδιοτέλεια και δόλος. Δεν εμπιστευόμαστε παρά μόνο τον εαυτό μας και την προσωπική μας δύναμη. Δεν είχε καμμιά φαντασία, δεν μπορούσε να καταλάβει πως ένοιωθα τον κόσμο, κάθε λέξη μου και οι σουρεαλιστικές αισθήσεις μου ήταν μια αφορμή για υποψία, ειρωνεία και αντιπαράθεση. Μια μέρα του Φθινοπώρου του`χα πει ότι είδα τις πνοές τις γης που ανάβλυζαν κι έπαιρναν χρώμα, χαλκοκόκκινο που χρύσιζε κι αγκάλιαζε τα δέντρα σαν μελαγχολική μαγεία. Κάγχασε ειρωνικά και είπε ότι κάποτε πρέπει να με δει γιατρός γι αυτά που φαντάζομαι. Τσακωνόμασταν συνεχώς, ο εκνευρισμός και η ένταση ήταν διάχυτα στην ατμόσφαιρα, κάθε συνάντησή μας έκρυβε ένα κίνδυνο. Δεν συνευρεθήκαμε ποτέ ερωτικά. Βέβαια, μέσα από βλέμματα και υπονοούμενα στις λέξεις και τις κινήσεις άστραφταν ερωτικές σπίθες που έσβηναν όμως μέσα σε αντιλογίες. Οι αισθήσεις άναβαν και πάγωναν αμέσως .Τώρα νομίζω ότι ο κύριος λόγος της μη συνεύρεσης μας ήταν η σιδηρά πειθαρχία του Λύκου που είχε κρίνει εν κρυπτώ ότι το σεξουαλικό του ένστικτο ήταν επικίνδυνο για μένα κι αποφάσισε τελεσίδικα να μη με αγγίξει.
Ήμασταν οι αντίθετοι πόλοι μιας μπαταρίας που δεν μπορούσαν να συνεργαστούν και συνέχεια βραχυκύκλωναν. Ευκολόθικτοι κι εγωιστές κι δυό αλλά από διαφορετική γωνία. Εγώ καλομαθημένη και κακομαθημένη από χαϊδέματα γλυκόλογα κι ανοιχτές αγκαλιές αισθανόμουν να τσαλακώνεται η εικόνα που είχα για τον φιλάρεσκο εαυτό μου και να μειώνεται η αυτοπεποίθησή μου από τις προσβολές και την επιθετικότητά του. Νευρίαζα τότε και πρόβαλλα τα δαιμόνια μου που απαιτούσαν θυμωμένα να ικανοποιηθεί το χαϊδεμένο εγώ μου. Τα δαιμόνια μου όμως αποδεικνύονταν συνεχώς φαιδρά, κι εντελώς αδύναμα κι έτρεχαν να κρυφτούν όταν αντίκριζαν τα δικά του που ήταν ανήλεα και αιμοβόρα.
Σιγά-σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι οι σκοτεινές δυνάμεις που εμπεριείχα ήταν μικρές κι αφελείς σε σύγκριση με τις δικές του. Έμαθα επίσης ότι ένα λύκο δεν μπορείς να τον απειλήσεις γιατί είναι ο ίδιος η μεγαλύτερη απειλή του κόσμου, ούτε να τον καλοπιάσεις γιατί δεν αντιδρά σε καλές διαθέσεις, ακόμα δεν μπορείς να επηρεάσεις τις αποφάσεις του γιατί πηγάζουν από μια πηγή κλειστή από εξωτερικές επιρροές που είναι σκοτεινή και σταθερή μέσα στο είναι του.
Αυτός συνέχιζε να με παρακολουθεί σε μόνιμη βάση. Ήταν φοβερά εκνευριστικό να με παρακολουθεί συνεχώς, αλλά συνάμα μου `χε γίνει και συνήθεια, επίσης θαύμαζα την επιμονή, την υπομονή και την αντοχή του. Το θεωρούσα τελείως βαρετό να το κάνει κάποιος, ενώ αυτός δεν βαριόταν ποτέ, ήταν εκεί πάντα, βρέξει-χιονίσει, με ζέστη, με αέρα, με κρύο, η μοναχική φιγούρα του διέγραφε τον ορίζοντα πάνω στο ύψωμα. Ήταν εκεί ακόμα και μετά τους καυγάδες μας που εγώ έφευγα τρέχοντας με την μεγαλύτερη ταχύτητά μου θυμωμένη και φοβισμένη ταυτόχρονα κι αποφασισμένη να μην τον ξαναδώ. Για μεγάλα διαστήματα δεν πήγαινα κοντά του, αλλά δεν είχε σημασία τι έκανα εγώ. Αυτός ήταν πάντα σ' επιφυλακή κι επαγρύπνηση να μην με πειράξει κανείς. Μου `χε απομείνει η αίσθηση ότι η παρουσία του σαν σκοτεινός ήλιος με φώτιζε.
Μ' αυτή την αίσθηση πήγα κοντά του μια μέρα έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα που είχα να τον πλησιάσω. Με διακατείχε πλήρως ο αγαθός ρομαντισμός της ύπαρξής μου ότι ένας λύκος μπορεί να φυλάει και να προστατεύει ένα πρόβατο, ότι οι σκληροί νόμοι της φύσης είχαν ανατραπεί από μια μεγαλύτερη δύναμη που χαλιναγωγούσε και τα πιο άγρια ένστικτα.
Έμελλε όμως να με διαψεύσει η πραγματικότητα.
Ήταν χειμώνας, επικρατούσε ένα σκληρό κρύο, χιόνιζε συνεχώς τις προηγούμενες μέρες μαζί με δυνατό αέρα. Το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα κι ο αέρας το έκανε μεγάλες στοίβες που πάγωσαν, γλιστρούσε παντού. Η φύση με συνεπήρε πάλι, αγαπούσα όλες τις εποχές, χαιρόμουν την παγωμένη φύση και διασκέδαζα γλιστρώντας πάνω στο χιόνι, το λάτρευα εξ άλλου, ήταν φίλος αγαπημένος το άσπρο χρώμα, είχα μείνει με τις ώρες να το κοιτάζω όταν έπεφτε, θαύμαζα την αγνότητα τ' ουρανού που σκέπασε με κρινένια δάκτυλα τον κόσμο.
Ο Λύκος ήταν στα χειρότερά του. Όπως δεν τον είχα δει ποτέ. Ήταν μια δύσκολη εποχή γι' αυτόν, δεν έβρισκε εύκολα τροφή κι έμενε πολλές μέρες νηστικός. Είχε αδυνατίσει κι η όψη του αγρίεψε. Η πείνα κυριαρχούσε το βλέμμα του.

<Φύγε>, είπε με μια βάναυση χοντρή φωνή μόλις με είδε.

<Τι έπαθες καλέ; Φύγε μόλις με είδες;> είπα γεμάτη καλή διάθεση.

<Γιατί είσαι πάντα ηλίθια;> γρύλλισε ο Λύκος δείχνοντας τα δόντια του.

Νευρίασα. Τι είπα τώρα και με απόπαιρνε πάλι; <Άρρωστος είσαι;> είπα προσπαθώντας. Το λευκό του χρώμα στο κεφάλι ήταν θολό.

<Ότι θέλω είμαι. Λογαριασμό θα σου δώσω; Φύγε>

Πείσμωσα. <Δεν θα σου κάνω την χάρη. Όλο το δικό σου θέλεις να γίνεται.>

<Έτσι νομίζεις....>είπε αινιγματικά και μοχθηρά. Σάλιο έβρεξε το στόμα του.

<Θα σου κάνω παρέα, θα μιλήσουμε, θα παίξουμε στο χιόνι, θα γίνεις καλά...>επέμενα ξεροκέφαλα.

<Η βλακεία σου μ' αρρωσταίνει,> σφύριξε αγανακτισμένα μέσα από τα δόντια του.

<Μια χαρά είμαι εγώ. Εσύ είσαι προβληματικός. Κάποτε θα το καταλάβεις ,>είπα επιστρατεύοντας την υπέρτατη σοφία μου και την πείρα.

Έσφιξε τα δόντια του σα να `θελε να τα σπάσει.

<Φύγε σου λέω, αρχίζω να χάνω τον έλεγχό μου...>

Κόλλησα τα πόδια μου στο έδαφος.

<Δεν φεύγω.> Είχα μουλαρώσει. <Συνέχεια με προσβάλλεις>

<Φύγε,> βόγκηξε σα να τον διαπερνούσε ένας φοβερός πόνος.

<Όχι.>
Το βλέμμα του θόλωσε και σκοτείνιασε, τα μάτια του στένεψαν σα να υπέφερε πολύ βαθειά, το σώμα του κινήθηκε ευθυγραμμισμένο στην ακτίνα μου. Υπολογισμένα βήματα γρήγορα και σταθερά σα να είχε μετρήσει από πριν την απόσταση μεταξύ μας και γνώριζε που πατάει. Ήταν ένα βέλος που εκτοξευόταν από έμπειρο τοξότη και κατευθυνόταν μ' ακρίβεια στο στόχο του. Αυτά συνέλαβαν οι αισθήσεις μου μαζί με τους τονισμούς των λάμδα που είχε προφέρει σαν αργά υπόκωφα ρυάκια και με κρατούσαν εντυπωσιασμένη και γοητευμένη ακόμα κι όταν έπεσε επάνω μου. Δεν πρόλαβα να καταλάβω τι συνέβαινε γι αυτό και δεν φοβήθηκα αμέσως. Βρέθηκα ακινητοποιημένη κάτω από το μαύρο όγκο του πεσμένη στο πλάι με τα δόντια του να χαράζουν την κεντρική αρτηρία του λαιμού μου με την ακρίβεια ενός έμπειρου χειρούργου. Το νυστέρι των δοντιών του είχε σταθεί στην επιφάνεια του δέρματος ωστόσο δεν προχώρησε βαθύτερα. Με κράτησε εκεί αρκετή ώρα μέχρι που συνειδητοποίησα ότι ήμουν αντιμέτωπη με τον θάνατο. Έτρεμαν οι μύες του επάνω μου από μια εσωτερική μάχη που γινόταν μέσα του. Είχα αρχίσει να τρέμω κι εγώ από φόβο και περίμενα το τέλος. Κάτι άλλαξε έξαφνα όμως κι ένοιωσα τον Λύκο ν' αφουγκράζεται και την προσοχή του να έχει αποσπαστεί από κάτι. Με την άκρη του ματιού μου είδα ένα σκούρο όγκο να μας πλησιάζει τρέχοντας. Ένοιωσα το ισχυρό του ένστικτο να μετακινείται και το σώμα μου να ελευθερώνεται. Ο Λύκος όρμησε με λύσσα προς τον κινούμενο όγκο που μας πλησίαζε. Ήταν ένας άλλος λύκος που μυρίστηκε θήραμα.
Σηκώθηκα, πάτησα στα τρεμάμενα πόδια μου, έτρεξα παραπατώντας, γλίστρησα πάνω στο παγωμένο χιόνι, έγινα μια μπάλα που κατρακυλούσε στην χιονισμένη πλαγιά χτυπώντας δεξιά κι αριστερά στα δέντρα, ώσπου βρέθηκα με σπασμένα πλευρά στο δέντρο μου, στο καταφύγιό μου, στον φύλακά μου, εφ' ου εκίνησα.
Έκτοτε δεν ξαναείδα τον Λύκο ούτε από μακρυά. Η μοναχική φιγούρα του δεν διαγράφηκε ποτέ ξανά πάνω στο ύψωμα. Συνέχισα την ζωή μου χωρίς την απειλή και χωρίς την προστασία του. Δεν έμαθα αν πέθανε ή αποφάσισε ν αποτραβηχτεί από την ζωή μου. Δεν γνωρίζω αν ο ξένος λύκος μ' έσωσε από τα δόντια του ή αυτός μ' έσωσε από τον ξένο λύκο. Ίσως και τα δύο. Ίσως όλο αυτό το διάστημα της γνωριμίας μας λειτούργησε στην ψυχή του αυτή η μικρή λευκή δύναμη που αποτυπωνόταν πάνω στο κεφάλι του.
Ήμουν μπερδεμένη ως προς τα αισθήματά μου, λύπη και ανακούφιση πήγαζαν ταυτόχρονα από την καρδιά μου, ναι μεν αισθανόμουν τυχερή που κάποια δύναμη της ύπαρξής μου με προστάτεψε, όμως, κατά ένα περίεργο και ακατανόητο τρόπο αισθανόμουν φτωχότερη.


Γεννήθηκα στο νομό Κιλκίς και μεγάλωσα στην Θεσσαλονίκη. Ασχολούμαι με το γράψιμο, την αγιογραφία και την Αστρολογία.
Έχω εκδώσει ένα βιβλίο με διηγήματα «Άστρα ωσάν φανός θυέλλης», από τις εκδόσεις «Δίον» - προσαρμοσμένα σε Αστρολογικά δεδομένα.
Έχω λάβει διακρίσεις και βραβεία σε πανελλήνιους ποιητικούς διαγωνισμούς.
Το 2011 έλαβα το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό νουβέλας από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών στην Αθήνα.



Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Β΄ Λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος (1)


Β΄ Λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος

Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ

Ο ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ
                                                         Της Αναστασίας Τοπαλίδου
Έχει μόνο έναν πατέρα ο Απόστολος. Κι έναν αδερφό, αλλά δεν αντάμωσαν χρόνια τώρα. Αυτός ξέρει μόνο έναν πατέρα κι αφού κανείς άλλος δε γύρισε να κοιτάξει, να τον δει, ούτε κι αυτός γυρνά να δει άλλον εκτός από τον πατέρα του το μπάρμπα-Μήτσο. Καλός άνθρωπος ο μπάρμπα-Μήτσος, ασχολείται με το μπαξέ του. Ο Απόστολος με το ραφτάδικό του. Όποιο ρούχο χρειάζεται επιδιόρθωση, στα χέρια του βρίσκει την απαραίτητη φροντίδα. Μερακλήδες πελάτες τού πήγαιναν κάποτε ωραία υφάσματα από το εξωτερικό να τα μεταμορφώσει σε κοστούμια. Ευλογημένα τα χέρια του. Αν είχε γεννηθεί αλλού κι είχε κι η τύχη του τα μάτια ανοιχτά, θάτανε μεγάλη φίρμα.
«Εδώ στο σακάκι σού έκανα ένα μικρό σκίσιμο κύριέ μου να είσαι ντυμένος με την τελευταία λέξη της μόδας» ενθουσιάζονταν ο Απόστολος, χαίρονταν με τις δημιουργίες του, χαροποιούσε και τον πελάτη. Τώρα έσπασε η δουλειά κι οι ενθουσιασμοί λούφαξαν μες τη ραπτομηχανή. Φερμουάρ, στριφώματα, κοντέματα, ανοίγματα, στενέματα δουλεύει ο Απόστολος μα και πάλι ευχαριστημένος είναι.
Καιρό, σέρνεται η μπόχα πως είναι τοιούτος. Αυτοί που δε χώνεψαν πως ένας ολόκληρος άντρας με μουστάκι να διαθέτει τέτοιο ελάττωμα και στα σαράντα πέντε του δεν τόχει απαρνηθεί, καιροφυλακτούσαν κρυμμένοι έξω από το σπίτι του ν’ ανακαλύψουν τα Σόδομα και τα Γόμορρα αλλά τίποτα δεν ανακάλυπταν γιατί τίποτα δεν υπήρχε. Το φως στο εργαστήρι του Απόστολου έκαιγε ως αργά και μετά τις δώδεκα χώνονταν όλο το σπίτι στο σκοτάδι.
Ο Απόστολος δε γνώριζε αυτά που λέγονταν και συνέβαιναν πίσω από την πλάτη του…μόνο∙ γιατί για το άλλο μέρος του κορμιού του οι φήμες δεν ευσταθούσαν. Όταν του το ανέφερε ο φίλος του ο ταξιτζής γέλασε τόσο πολύ που παραλίγο να πνιγεί μ’ ένα κομμάτι μπιφτέκι που έτρωγε. Ευγενικός ναι κι ενθουσιώδης κι αζευγάρωτος κι ευαίσθητος, τοιούτος όχι. Σβήνει το φως να ξαπλώσει και δεν μπορεί να κοιμηθεί από τη σκέψη. Τρυπώνει εκεί μέσα μια Βουλγάρα, του χαμογελά, γυαλίζουν οι κρίκοι στα μικρά της αυτιά. Ιβάνκα, Ιβάνκα μονολογεί κι ανυπομονεί να της ράψει ένα φουστάνι.
Έχει λίγο καιρό που με το φίλο του τον ταξιτζή επισκέπτονται την αγορά κοντινής πόλης βουλγαρικής, φορτώνονται φτηνές μπύρες και αναψυκτικά κι αθλητικά φιρμάτα παπούτσια. Την τελευταία φορά ο Απόστολος φορτώθηκε και την έννοια της Ιβάνκα.
Η Ιβάνκα γνωρίζει πολύ λίγα ελληνικά και ο ταξιτζής κάνει το διερμηνέα. Καμμιά φορά θέλει να κάνει και τον εραστή αλλά σκιάζεται και μαζί κουτσογελά στο μυωπικό, τρυφερό βλέμμα του Απόστολου, δε θέλει να του χαλάσει την ιστορία, δεν κάνει να χαλάσει κι η φιλία τους. Την Ιβάνκα την ήξερε από παλιά. Πηγαινοέρχονταν μεγάλο διάστημα στην πόλη για τη μάνα της. Χήρα∙ γνώριζε πως ο ταξιτζής έχει οικογένεια αλλά δεν την ένοιαζε. Εκεί στην έδρα της ήταν ολόδικός της. Τον περίμενε τα Σαββατοκύριακα φορώντας τα εσώρουχα που της αγόραζε για το καλοστεκούμενο σώμα της. Αλλά πήρε είδηση η ταξιτζού, έπεσαν κι οι συγγενείς που την προστάτευαν, μην την αφήσει δίχως δεκάρα ο σαρδανάπαλος, και το αποτέλειωσαν το ζευγάρωμά τους. Με χίλια ζόρια ο ταξιτζής πηγαινοέφερνε τον Απόστολο κάθε βδομάδα. Τον έβαζε η γυναίκα του να ορκίζεται σε όλους τους αγίους για το άμεμπτο των ταξιδιών του ώσπου τη βαρέθηκε, «μη μου ζητήσεις άλλη φορά να ορκιστώ άτιμο γέννημα», της είπε, «κι ο ίδιος ο Θεός φωτιά θα ρίξει να σε κάψει».
**********************
Θα τη φέρω, μίλησε ορθά κοφτά ο Απόστολος στο μπάρμπα Μήτσο. Πήρε μια ώριμη ντομάτα και τη δάγκωσε προσεκτικά μην πεταχτεί ζουμί και τον λερώσει. Σκυμμένος ο μπάρμπα Μήτσος γέμιζε ένα μεγάλο καλάθι με κόκκινες πιπεριές. Αφού τη θέλεις, τούπε μοιραία. Τον πείραζε και δεν τον πείραζε που η μελλοντική του νύφη θα ήταν Βουλγάρα. Μα και πάλι, μια ζωή ο Απόστολος μονάχος την πέρασε, μπορεί από ατυχία, μπορεί κι από ξεροκεφαλιά και που νάβρει γυναίκα πούχαν φύγει όλες. Συνέχισε να γεμίζει τον κουβά κόκκινες πιπεριές.
Βραδιάζει. Ο Απόστολος κάθεται στη βεράντα σε μια πλαστική καρέκλα. Δε θέλει να ξαναμπεί στο εργαστήρι του. Είναι τόσο ήμερο το σούρουπο κι ένας αέρας ελαφρύς μπαίνει στ’ ακίνητα μάτια, περνά κάτω από τις μασχάλες και τις δροσίζει, χαλαρώνει τον κόμπο στο λαιμό του.
Ο μπάρμπα Μήτσος μπήκε στο κουζινάκι να πλυθεί. Έφαγε, χτενίστηκε στο στρογγυλό καθρέφτη δίπλα στο παράθυρο με τη θαλασσιά κουρτίνα, βούρτσισε τα παπούτσια του να γυαλίσουν κι έφυγε για το καφενείο να ξεσκάσει. Ο Απόστολος δε βγαίνει, σπάνια στην ταβέρνα με τον ταξιτζή. Τρώνε σουβλάκια, πίνουν μπύρες, σιγομιλούν για την Ιβάνκα, ανάβουν τα σωθικά του Απόστολου και πλαγιάζει πλανταγμένος στο κρεβάτι του από έρωτα.
Σκούπισε με τη μπλούζα τα γυαλιά του, τα ξαναφόρεσε κι έμεινε να χαζεύει στο δρόμο. Λιγοστά παιδιά στην άκρη του έπαιζαν, κλάμα μωρού γέμισε τον αέρα, βόμβος αεροπλάνου έφτασε στ’ αυτιά του από μακριά. Την άλλη εβδομάδα, τη Δευτέρα, θα τη φέρει την Ιβάνκα. Είναι όλα κανονισμένα. Την άλλη Δευτέρα.
***************************
Το ταξί σταμάτησε στη δεξιά άκρη του δρόμου. Ο Απόστολος κατέβηκε κι άνοιξε την πίσω πόρτα να βγει η Ιβάνκα. Λευκοντυμένη με πολύχρωμο πιαστράκι στα μαλλιά. Νέα. Στρώνει τη φούστα της, την τινάζει απαλά, κάτι λέει στον Απόστολο ο ταξιτζής, ο μπάρμπα Μήτσος παρακολουθεί από το παράθυρο, η Ιβάνκα περνά διστακτικά στον ώμο μια ψάθινη τσάντα και κοιτά προς το σπίτι, προλαβαίνει κρύβεται ο μπάρμπα Μήτσος, είναι ώρα να βγει για τα καλωσορίσματα.
Η Ιβάνκα έχει χαμόγελο μικρού παιδιού. Το χέρι της λεπτό σφίγγει το δικό του, αρθρώνει μια καλημέρα με τους φθόγγους να βαραίνουν κάτω από την προφορά της γλώσσας της. Την κοιτά στα μάτια. Καστανά γλυκά και αλλήθωρα όσο πατάει η γάτα. Της προτείνει να καθίσει στη σκιά στη χαμηλή βεράντα να ξεκουραστεί από το ταξίδι. Κατανοεί τα λόγια του και κάθεται χαμογελαστή κοιτώντας συνέχεια τον Απόστολο. Πρώτη φορά βλέπει έτσι ευδιάθετο το γιο του ο μπάρμπα Μήτσος. Τα μάτια του λαμπυρίζουν σαν εικοσάχρονου που έκανε τη μεγαλύτερη τόλμη της ζωής του. Χαλάλι σου σκέφτεται, κάτι μουρμούρισε, πως παράτησε τη δουλειά στο μπαξέ, και τους άδειασε τη γωνιά.
Ο Απόστολος μπήκε στο κουζινάκι να φτιάξει κάτι πρόχειρο να φάνε. Έμεινε μόνη η Ιβάνκα στη χαμηλή βεράντα. Ο μπαξές, εκατό, εκατόν πενήντα μέτρα παρακάτω, πρασίνιζε φαρδύς ανάμεσα σε καλοφτιαγμένους φράχτες. Μπροστά ο δρόμος, ο ταξιτζής είχε φύγει, πλάι της η μικρή κουζίνα και το ανοιχτό παράθυρο με τη θαλασσιά κουρτίνα, το τσιτσίρισμα από καυτό λάδι στο τηγάνι κι η μυρουδιά του τηγανισμένου αυγού, της φρέσκιας ντομάτας και του μαϊντανού και το σφύριγμα του Απόστολου. Έκλεισε τα μάτια, καλός είναι ο Απόστολος. Μήπως προτιμότεροι ήταν οι καυγάδες με τ’ αδέρφια της για τα χρήματα που ποτέ δεν έφταναν; Ο πατέρας στη Γερμανία πρωτομετανάστης και πρωτοκαψούρης με μια Γερμανίδα, τους παράτησε για τα καλά κι η μάνα κλάψα στην κλάψα πάντρεψε δυο γιους και λίγα χρόνια μετά το θάνατό του έδωσε την άδεια στον ταξιτζή να πηδάει το κατώφλι τους και την ίδια. Η Ιβάνκα δούλευε από δω κι από κει, περιστασιακά έκανε και την πόρνη και τότε ευχήθηκε να βρεθεί μακριά από την πόλη της και τη δουλειά αυτή που σιχαίνονταν. Έσφιγγε τα μάτια και φανταζόταν θάλασσα και ουρανό σε άχαρες στιγμές που ιδροκοπούσαν πάνω της οι άντρες και κάτι έλληνες που με τα ευρώ στη τσέπη, σα θεοί έκαναν τα κέφια τους. Σαν έτυχε να γνωρίσει τον Απόστολο αποφάσισε να τον ακολουθήσει χωρίς πολλή σκέψη. Κι ο Απόστολος μπορεί να μη γνώριζε όλη την αλήθεια αλλά τούτο δεν έκανε κακό σε κανέναν.
«Θα τον συνηθίσω», καθησύχασε, «είναι καλός. Παιδιά οι άντρες, λίγη γλύκα και καλοσύνη και πέφτουνε στα πόδια σου». Άνοιξε τα μάτια, τ’ αυγά με τη χωριάτικη, η ρετσίνα πιο πολύ, της λίγωσαν τη σκέψη.
*******************************
Η νύχτα ήταν φωτεινή κι είχε το φεγγάρι κολλημένο στο κούτελο κι η Ιβάνκα μετά από μερικά ποτήρια κρασί την ευφορία κολλημένη στο πρόσωπο που όμως τη διέλυε βλέμμα το βλέμμα ο ξανθός στο βάθος της ταβέρνας. Κοιτούσε την Ιβάνκα ώρα. Με νόημα. Για όνομα του Θεού, από δω από την πόλη είναι αυτός; ταράχτηκε η Ιβάνκα. Μούτρο πρόστυχο, αμάνικη μπλούζα να φαίνονται τα ηλιοκαμένα μπράτσα να μπορείς να φανταστείς και τα υπόλοιπα προσόντα. Ο Τζίμης. Ο ξανθός τσαμπουκάς του Red Night, του κέντρου που κάποτε η Ιβάνκα εργαζόταν. Μαζί της ανησύχησε και ο Απόστολος όταν σε μια στιγμή σπάνιας παρατηρητικότητας, αντιλήφθηκε τον περίεργο Τζίμη. Για δες, αυτός ο άγνωστος άντρας να μη σέβεται κανέναν και τη γυναίκα του ξεδιάντροπα να την κοιτά∙ αυτήν που παντρεύτηκε στο δημαρχείο, που πήρε επάνω της όλο το λερό νοικοκυριό τους κι αστραποβόλησε τις κατσαρόλες τους, τη γυναίκα που μόλις άνοιγε τα πόδια άνοιγαν και τα νυχτολούλουδα…….
«Εκεί που πίνεις ανέμελα το κρασί σου νάσου το κάθε παλιόμουτρο να παριστάνει το γόη και να σε κάνει να θες να του σπάσεις τα μούτρα».
Αλλά ο Απόστολος στάθηκε κύριος. Πήρε τη γυναίκα του και περπατήσανε ως το σπίτι να ευχαριστηθούν μια από τις μετρημένες νύχτες του καλοκαιριού προσποιούμενοι κι οι δυο πως κανείς δεν είδε , δεν κατάλαβε τίποτα. Ξέχασε αμέσως το αντιπαθητικό πρόσωπο της ταβέρνας, ήταν η Ιβάνκα πλάι του, θα γινόταν πανηγύρι στο κρεβάτι τους πάλι, ένας ανόητος δε θα χαλούσε ούτε μια στιγμή. Αντίθετα η Ιβάνκα, προμάντευε κακά ξεμπερδέματα. Τον γνώριζε τον Τζίμη. Πονηρός και θρασύς, δε θα καθόταν ήσυχος κι όλοι θάπιαναν τον Απόστολο στο στόμα τους κι ήξερε πως ένας τοσοδούλης τόπος πόσο σκληρός μπορεί να γίνει, να μη σ’ αφήσει ν’ ανασάνεις. Κι η ίδια δε θα μπορούσε να ζήσει πια εδώ. Κι είχε δίκιο γιατί αυτός ο άντρας δε βρέθηκε μπροστά της για καλό. Θα το άνοιγε το κουτί της Πανδώρας. Μπορεί να της έμενε η ελπίδα πως τίποτε δυσάρεστο δε θα συμβεί και πως η τύχη μπορεί να είναι με το μέρος της αλλά ξέχασε ότι η τύχη θέλει να τη δωροδοκείς καμμιά φορά. Έτσι επαναπαύτηκε στα χέρια του Θεού. Όμως o Θεός όπως κουράζεται από πολλά πολλά καμώματα, ξέχασε να στείλει μια φώτιση στο Τζίμη κι ο Τζίμης έπραξε εντελώς σαν άνθρωπος με το διάολο στο κεφάλι του. Σκόρπισε λόγια όπου περπάτησε κι άρχισε να κόβει βόλτες μ’ ένα σαράβαλο αυτοκίνητο εμπρός από το σπίτι που ζούσε η Ιβάνκα και ν’ ανοίγει τα νυσταγμένα μάτια των ανθρώπων και τη γόνιμη φαντασία τους που αυτή τη φορά δεν έπεφτε έξω.
Ένα βράδυ, την ώρα που η αναπνοή του Απόστολου θύμιζε νερό στο μπρίκι που πήρε να ζεσταίνεται, η Ιβάνκα βγήκε στη βεράντα να ζυγιάσει τα δεδομένα της. Ο Τζίμης μέρες δεν πέρασε από το σπίτι, αυτό ήταν και δεν ήταν παρήγορο. Η μέχρι τώρα έλλειψη κίνησης από μέρους του, ενός ανθρώπου που ενεργεί απερίσκεπτα, ίσως και να έδειχνε πως καμμιά όρεξη δεν είχε να ασχοληθεί μαζί της. Ήθελε νάναι αισιόδοξη, όλα θα πήγαιναν καλά. Δεν ένιωθε νύστα κι η ώρα δεν ήταν προχωρημένη, θα μπορούσε να κατέβει μέχρι τη Ζίφκα, πατριώτισσα που με τον άντρα της ήρθαν από τους πρώτους στην ελληνική πόλη προσφέροντας τις μισθωμένες υπηρεσίες τους. Το σπίτι που έμεναν δεν απείχε πολύ. Θα περνούσε από τον κεντρικό δρόμο που είχε κίνηση ως αργά. Δε δίστασε, ντύθηκε πρόχειρα και ξεκίνησε, περπάτησε αρκετά, έφτανε στο ύψος ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού κρυμμένο σε ψηλά πεύκα (για μερικούς στοιχειωμένο αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία), όταν την πορεία της έκοψε ο γνωστός ήρωας της νυχτερινής ζωής και της σύσφιξης των σχέσεων των χωρών. Ο Τζίμης. Το ίδιο στενό χαμόγελο, το κοροϊδευτικό του ύφος, της θύμισαν ταπεινωμένες νύχτες και πόσο ταπεινώνονταν και τώρα που την τραβούσε μες τα δέντρα, πόσο την ταπείνωνε ξανά. Ένα μηχανάκι διέσχισε το δρόμο με μεγάλη ταχύτητα σπάζοντας την ήδη χαλασμένη διάθεση της νύχτας. Θέλησε να ξεφύγει κουνώντας δυνατά το χέρι της. Την έριξε κάτω. Έπαιζε με το φόβο και την περηφάνια της γιατί δε θα τολμούσε ένα βοήθεια να φωνάξει. Κτήνος κι αγκομαχούσε, βρωμοκοπούσε κολλημένος στο πρόσωπό της, οσμίστηκε μια γεύση αναγούλας στο σάλιο της, φαντάστηκε τη θάλασσα, τον ουρανό τον είχε, ένα, δύο, τρία αστέρια ανάμεσα από τις κορφές των πεύκων κι είναι παράπονο το αποψινό κι είναι πιασμένη η ψυχή της κι είναι δοσμένη η ζωή της και μετρά, ένα, δύο, τρία αστέρια, κοντεύει να ξεψυχήσει από τη φούρια του, ένα μεταλλικό αντικείμενο γυαλίζει στο χώμα, ψαχουλεύει με το χέρι της, το παίρνει, το σφίγγει στη χούφτα της, πετάει ένα μακρύ λεπτό σουγιά, αγκαλιάζει το λαιμό του άντρα, ανασηκώνει με δύναμη το κεφάλι της, χωρίς δεύτερη σκέψη καρφώνει το σουγιά στην πλάτη του, δυνατό βογγητό, ένα, δύο, τρία ματωμένα αστέρια κι έπεσε βαρύς ο ουρανός, την πλάκωσε.
........................................................................
Ο Τζίμης έζησε και βασίλεψε, η Ιβάνκα γύρισε στην πόλη της, ο μπάρμπα Μήτσος δε βγήκε μέρες πολλές στο μπαξέ του που ξεραίνονταν απότιστος κι ο Απόστολος κλείστηκε στο εργαστήρι του να κονταίνει, φαρδαίνει και στενεύει την περηφάνια του. Όταν οι τέσσερεις τοίχοι μικραίνουν και στριφογυρίζουν οι λογισμοί του βγάζει ένα ποδήλατο που δε θυμάται τα χρόνια του κι όταν το σούρουπο αρχίζει να βαθαίνει, να παραμερίζει και το τελευταίο φως και παύουν τα πουλιά του κάμπου να φτεροκοπούν στα λιγοστά σύδεντρα, το καβαλάει και παίρνει τους χωματόδρομους και κλαίει κι αποκοιμιέται στους ψευτόθαμνους και γύρω τριγύρω βγαίνουν οι λαγοί από τις τρύπες τους καταχαρούμενοι για τούτο τον άκακο τον ποδηλάτη.


Γεννήθηκα στο χωριό Δόξα του Έβρου. Μεγάλωσα στην Αθήνα και τελείωσα το Λύκειο στο Διδυμότειχο. Σπούδασα Δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη. Εξάσκησα για κάποιο χρονικό διάστημα το επάγγελμα της δημοσιογραφίας. Σήμερα, ζω στον τόπο μου, μεγαλώνω  δύο παιδιά, κατά καιρούς αρθρογραφώ σε εφημερίδες  και μεταξύ νοικοκυριού, σχολικών μαθημάτων, αγροτικών εργασιών και πολλών άλλων, η συγγραφή είναι η αγάπη και η επιβίωσή μου. Μερικά πράγματα δεν έχουν εξήγηση, υπάρχουν. Για να μπορώ να φτιάξω έναν κόσμο που ο παραμικρός ήχος είναι μια μεγάλη περιπέτεια κι η πιο συνηθισμένη φράση παίρνει το νόημα μιας ζωής.

 

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Ανακοίνωση Συλλόγου


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΥΛΛΟΓΟΥ

Θέλουμε να ενημερώσουμε τους συγγραφείς του τόμου με τα διηγήματα του Β΄ λογοτεχνικού διαγωνισμού, που είναι λογικό να αδημονούν για την παραλαβή των βιβλίων τους, ότι έχουμε αρχίσει τις αποστολές των δεμάτων, αρχικά προς τους προορισμούς που συνδέονται με το ΚΤΕΛ Πέλλας.
Θα ακολουθήσουν οι αποστολές μέσω ΕΛΤΑ προς μακρινότερους προορισμούς την επομένη των εκλογών, ώστε να μη κινδυνεύσουμε με απώλειες δεμάτων, λόγω προεκλογικής συμφόρησης στα Ταχυδρομεία. Ειδικότερα όμως με τους κατοίκους της Αθήνας που μπορούν να μεταβούν στον Σταθμό Υπεραστικών του Κηφισού, έχουμε την δυνατότητα αυθημερόν αποστολής. Όσοι λοιπόν επιθυμούν αυτόν τον τρόπο αποστολής ας στείλουν σχόλιο στην ανάρτηση αυτήν και μέσω μαίηλ ή τηλεφώνου θα ρυθμίσουμε τις λεπτομέρειες. Οι υπόλοιποι συγγραφείς ελπίζουμε να δείξουν την σχετική κατανόηση και να κάνουν λίγες ακόμη ημέρες υπομονή. Είμαστε βέβαιοι ότι μόλις παραλάβουν τα βιβλία θα μας συγχωρέσουν.

"Βιβλιόφιλοι Έδεσσας"

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Ανακοίνωση Συλλόγου


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Φέλες και φίλοι Βιβλιόφιλοι,
Επί τέλους, ο 2ος τόμος, που περιέχει τα διηγήματα του Β΄ λογοτεχνικού διαγωνισμού διηγήματος, είναι γεγονός! Το διορθωμένο δοκίμιο παραδόθηκε στον τυπογράφο και μέσα στην Μ. Εβδομάδα θα έχουμε τα βιβλία στα χέρια μας. Έτσι, καταφέραμε να είμαστε συνεπείς στην υπόσχεσή μας ότι πριν από το Πάσχα θα έχουμε παραλάβει τον τόμο, του οποίου η αποστολή θα πραγματοποιηθεί αμέσως μετά, ώστε να έχουν αποφορτισθεί τα ΕΛΤΑ από την πασχαλινή αλληλογραφία και να γίνει απρόσκοπτα η παράδοση των βιβλίων στους παραλήπτες.
Τελικώς, στον τόμο περιλήφθηκαν τα διηγήματα των παρακάτω συγγραφέων:

Τοπαλίδου Αναστασία «Ο ποδηλάτης»
Σπανού Ρία «Ο έρωτας του λύκου»
Ταλάντης Ευθύμιος «Η ετυμηγορία του κριτή»
Χατζηευστρατίου Φωτεινή «Διαδρομές, περιπλανήσεις και Όνειρα»
Βαζιργιαντζίκη Άρτεμις «Επιστροφή στο χωριό»
Γκέζος Χρήστος-Αρμάντο «Χάρτινος καθρέφτης»
Αρτεμίου-Φωτιάδου Ελένη «Το μειδίαμα της Μήδειας»
Γαϊτανίδης Ευστάθιος «Η καθημερινότητα ενός ήρωα»
Μαρινάκης Γιώργος «Το μαξιλάρι»
Κοτσώνης Κων/τίνος-Χρυσοβαλάντης
«Όλα γυρω μου αλλάζουν και όλα ίδια μένουν»
Ακριτίδης Αλέξανδρος «Οι ήρωες»
Αργυρόπουλος Αλέξανδρος «Η στιγμή της αιώρησης»
Βαρελλάς Γιάννης «Δέκα πορτοκάλια»
Βλάχου-Κράλλη Στέλλα «Γράμμα στην Ασημούλα»
Δασκαλάκη Μαρία «Βιογραφικό σημείωμα»
Ζαβιανέλη Μαρία «Η γιαγια ρεγγινα που αγαπουσε τα τριανταφυλλα»
Ζουρλίδου Στεφανία «Ο πακετάς»
Θηβαίος Απόστολος «Ανθρώπινα είδωλα»
Κ. Γ. «Η ερημιά του χρόνου»
Κυριακίδης Ιορδάνης «Αναζητείται ο... ζητών “ελπίδα”
Μαρίνος Διονύσης «Το λάθος σπίτι»
Μαρουσώ Στέλλα «Εκεί που είσαι ήμουνα και `δω που είμαι θα ’ρθεις»
Χάρης Μελιτάς «Το τέλος»
Ντάκος Στέφανος «Εισβολη ευσεβους ποθου
σε πρελουδιο αστυνομικης ιστοριας»
Παναγιώτου Ιωάννης «Ένοχη σιωπή»
Παπαγεωργίου Ανδρομάχη «Τεθλασμένη γραμμή»
Πασούλη Βάννα «Η μεταμόρφωση»
Περέογλου Δημήτριος «Ο γυρισμός»
Σκιαδαρέσης Χρήστος «Δυο ζωές στη σκιά»
Τελλίδης Ελευθέριος «Το άρωμα της λεμονιάς»
στους οποίους οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για την πνευματική (και όχι μόνον) συνεισφορά τους στην έκδοση του τόμου, τον οποίο σύντομα θα κρατούν στα χέρια τους.
 
Από το ΔΣ του Συλλόγου