Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα Α΄ ΛΔΔ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα Α΄ ΛΔΔ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Επιλεγμένα Διηγήματα Α΄ ΛΔΔ (4)

Της  κυπριακής  λευτεριάς  τ’ όραμα
του Γιώργου Κ. Μιχαηλίδη

Ο ήλιος άρχισε δειλά δειλά να ξεπροβάλλει από την ανατολή. Θα ξεκινούσε το καθημερινό του ταξίδι. Αυτός τον ξύπνησε. Ξύπνησε μαγεμένος. Κατάλαβε, όμως, ότι ήταν όνειρο. Τ’ όνειρο! Αχ, Θεέ μου, πόσο θα’ θελε να’ ταν αλήθεια… Και άρχισε να σκέφτεται ό,τι είχε δει μήπως ξεχάσει κάποια λεπτομέρεια. Ξεχνιούνται όμως αυτά;… Τα μάτια του λαμπύριζαν τόσο που συναγωνίζονταν τον ήλιο σε λάμψη.
Ήτανε λέει πουλί, άσπρο περιστέρι και πετούσε, πετούσε ψηλά στον ουρανό. Είχε φτερά για να φτάνει ακόμα και τ’ άστρα αν ήθελε. Μα το μόνο που ήθελε ήταν να περάσει τα συρματοπλέγματα, να πάει δυο βήματα πιο κει, στο σκλαβωμένο μισό της πατρίδας! Το χώμα, η βλάστηση, ο αέρας ήταν τα ίδια, κι εδώ και κει.
Πέρασε πετώντας κι έφτασε επιτέλους στο πιο ανατολικό άκρο του νησιού: στο μοναστήρι τ’ Αποστόλου Αντρέα. Είχε ακούσει πως, πριν το πατήσουν οι Τούρκοι εισβολείς, οι άνθρωποι με τα ζωντανά τους περπατούσανε μέρες για να φτάσουνε και να προσκυνήσουν εκεί. Παρ’ όλ’ αυτά, η αγάπη των προσκυνητών προς τον άγιο υπερνικούσε την κούραση και την ταλαιπωρία. Αχ, πόσο πονούσε η καρδιά του για ν’ ανάψει ένα κερί κι ας ήξερε ότι θα’ λιωνε. Ήτανε πουλί, όμως, και δεν μπορούσε. ΄Ηπιε όμως νερό από την πηγή, στον ξηρό βράχο, που είχε δημιουργήσει ο ίδιος ο άγιος στο πέρασμα του.
Ήθελε τώρα να πετάξει πάνω από κάθε σπιθαμή γης τούτης της αγαπημένης στενής λωρίδας της Καρπασίας μέχρι την Αμμόχωστο. Το «θαλασσοστεφανωμένο τούτο πάτωμα στεριάς» κατά τον ποιητή Νόννον, την «Αχαιών ακτή» κατά τον Στράβωνα. Τη γη και θάλασσα που χάρηκε στα χρόνια τα παιδικά! Τη γη που πεισματικά φρουρούν οι ελεύθεροι πολιορκημένοι!
Αντάμωσε τη θάλασσα τ’ Αποστόλου Αντρέα. Εκείνη που κράτησε μέσα του ως την πιο όμορφη του νησιού. Σταμάτησε να περπατήσει στους αμμόλοφους. Θυμήθηκε τ’ ατέλειωτα παιγνίδια με τ’ αδέλφια του, τα τρεχαλητά ξοπίσω από τα καβούρια. Ήθελε τόσο πολύ να κολυμπήσει στα ρηχά, κρυστάλλινα νερά. Ήτανε πουλί, όμως, και δεν μπορούσε!
Ήθελε να δακρύσει σαν κατέβαινε τα σκαλιά για τον παλιό καμαροσκέπαστο ναό του καρπασίτη Αγίου Θέρισσου, πάνω στο κύμα. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ, παιδί τότε, την μέρα της πρώτης του επίσκεψης. Ήταν έξι του Μάρτη του 1966. Ήθελε πολύ να θυμάται τούτη την ημερομηνία. Την κατάγραψε για πάντα στο μυαλό του. Και κατάφερε να ξανάρθει!
Τη βασιλική της Παναγίας της Κανακαριάς την αναγνώρισε αμέσως. Την είχε πρωτοκοιτάξει με δέος με τα παιδικά του μάτια. Λες και ήξερε για τους θησαυρούς των ψηφιδωτών του 6ου αιώνα που έκρυβε τούτη η εκκλησιά κοντά στη Λυθράγκωμη. Που έγινε σύμβολο για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
Πέταξε χαμηλά πάνω από το Λεονάρισσο και μυρίστηκε τα πεύκα, τους αόρατους, τις αγριοελιές, τις σχινιές, τις μαζιές και το λάδανο. Κοντοστάθηκε έξω από τον κινηματογράφο, δίπλα από το σχολείο του χωριού. Εδώ είχε παίξει στη θεατρική παράσταση «Ενάτη Ιουλίου 1821» του Βασίλη Μιχαηλίδη, εθνικού ποιητή της Κύπρου.
Σαν πλησίασε στον Κοιλάνεμο ένιωσε ότι ο Θεός δημιούργησε ένα ξεχωριστό του ποίημα στον Κοιλάνεμο. Φτερούγισε χαρούμενα ανάμεσα στις ελιές, τις χαρουπιές και την άγρια θαμνώδη βλάστηση σε κάποια αρχαία μνημεία, σε χριστιανικούς ναούς του μεσαίωνα και σε νεκρικές δόμες. Είχε επισκεφτεί το χωριό με συμμαθητές του. Την κοιλάδα που οδηγούσε στη θάλασσα φύλαξε μες τη παιδική του ψυχή. Γι’ αυτό το μέρος έγραφε στις εκθέσεις στα χρόνια που ακολούθησαν…
Στη Σαλαμίνα του Τεύκρου κάθισε σ’ ένα από τα χοντρά ξηρά καλάμια να ξαποστάσει. Παιδί έφτιαχνε σπαθιά μ’ αυτά. Το πρώτο του ήτανε σαν εκείνο του Αίαντα. Το πρωτοείδε σε τραγωδία στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας με το ελλαδικό Εθνικό Θέατρο. Με το σπαθί εκείνο ήθελε ν’ αντισταθεί σ’ όλους τους κατακτητές του νησιού! Προχώρησε, με μάτια θαμπωμένα και καρδιά μεθυσμένη, ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο κόσμο που βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα της γης και θέλει να υπάρξει και πάλι στο φως.
Στην αμμουδιά της Σαλαμίνας βάλθηκε να μαζεύει κογχύλια με το ράμφος του. Τι τα’ θελε; Τα μάζευε και τότες λίγα-λίγα. Μ’ αυτά έφτιαχνε καλλιτεχνικά δημιουργήματα.
Εκεί κοντά και το μοναστήρι τ’ Αποστόλου Βαρνάβα, ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου. Ευλαβικά πέρασε την λαξευτή κλίμακα που οδηγεί στον τάφο τ’ Αποστόλου και στο πηγάδι με τ’ αγίασμα.
Έβαλ’ όλη του τη δύναμη ν’ ανέβει τον Πενταδάχτυλο στα φρούρια του και στα κυκλάμινα. Σ’ ένα από τα φρούρια, της βυζαντινής και φράγκικης εποχής, είχε ανέβει στα μαθητικά τα χρόνια. Για το μάθημα της γεωγραφίας είχαν πάει, για να μελετήσουν μια ποταμίσια κοιλάδα στους νότιους πρόποδες της οροσειράς.
Από ψηλά αντίκρισε την Κερύνεια, το «άνθος του γυαλού», με το λιμανάκι της και το κάστρο…Παιδί, μάζευε πολλές πολλές εικόνες της πόλης, τις ένωνε για να φτιάξει μια μεγάλη, για να τη ζωγραφίσει μ’ όλες τι ομορφιές της. Την Κερύνεια του Πράξανδρου και του Κηφέα. Την πόλη που καμιά ιστορική στιγμή δεν την αγνόησε. Ανήκει σ’ όλες τις εποχές.
Και κίνησε για την ιδιαίτερη πατρίδα… Μα είναι δυνατόν να μην σταματήσει στη θάλασσα των Πανάγρων; Εδώ είχε πρωτομάθει να κολυμπά σε μια λιμνούλα!
Στο αρχαίο θέατρο των Σόλων πέταξε χαμηλά και κάθισε στην ορχήστρα. Ήθελε ν’ απαγγείλει ένα ποίημα, όπως είχε κάνει όταν ήταν παιδί! Σαν πουλί που ήταν του άρεσαν τα ψηφιδωτά της Βασιλικής με την πάπια και τον κύκνο… Από κει δεν χόρταινε να βλέπει το μάτι την πράσινη γη και τη γαλάζια θάλασσα του Ποταμού του Κάμπου. Την ακρογιαλιά που πιο πολύ πήγαιναν ως οικογένεια.
Το τελευταίο μέρος του ταξιδιού άρχισε τότε. Τράβηξε κατά το χωριό του, την Κατωκοπιά. Δεν είχε ταξιδέψει ξανά τόσο γρήγορα. Μόλις αντίκρισε το χωριό ήθελε ν’ αφήσει τα δάκρυα του να κυλήσουν, να βγάλει όλη του την συγκίνηση που τον έπνιγε. Ήτανε, όμως, πουλί και δεν μπορούσε.. Ποιος είπε ότι τα πουλιά δεν κλαίνε;
Ήθελε να περάσει απ’ όλους τους δρόμους, τα σπίτια, τα χωράφια! Τον μάγεψαν οι μυρωδιές από τ’ ανθισμένα περιβόλια με τα εσπεριδοειδή. Το χωριό που έγινε πολύδενδρο από τον μόχθο των ανθρώπων…
Στο νεκροταφείο δεν υπήρχε τίποτα. Οι κατακτητές δεν άφησαν ίχνος μαρμάρου. Στην παλιά εκκλησιά, την Παναγία την Χρυσελεούσα, αφαιρέθηκαν όλα. Μπόρεσε, όμως να δει δυό τοιχογραφίες κατεστραμμένες και δυό χρονολογίες στους τοίχους, του 1818 και του 1904, από ανακαινίσεις του ναού. Σ’ αυτή την εκκλησιά, παιδί, παρακολούθησε εκστατικός ολόκληρη τη λειτουργία της Ανάστασης μέχρι να ξημερώσει! Η εκκλησία η καινούρια, αυτήν που βλέπουμε από μακριά και ξεχωρίζουμε ποιο είναι το χωριό, ήτανε τώρα τζαμί. Ήτανε σε άσχημη κατάσταση απ’ έξω.
Το παλιό Δημοτικό Σχολείο, ένα θαυμαστό δείγμα αρχιτεκτονικής, φτιαγμένο από πουρόπετρες και πέτρες του ποταμού, ήτανε τώρα χωρίς στέγη, πόρτες και παράθυρα. Όμως, έστεκε και ήθελε να στέκει για πάντα.
Στο καινούριο Δημοτικό Σχολείο δεν ήτανε πια ο πατέρας του δάσκαλος-διευθυντής. Πρόσφατα είχε φύγει από τη ζωή με το καημό του χωριού και του σχολείου, προσμένοντας ν’ ακούσει τις παιδικές φωνούλες στο σχολείο της Κατωκοπιάς.
Ένα καλοκαίρι, τούτο το σχολείο είχε γίνει το εργαστήρι πολιτισμού των εφήβων και νέων του χωριού. Εδώ ο ίδιος απάγγειλε ποιήματα του, έφτιαξε θεατρικά σκηνικά, συμμετείχε σε έκθεση τέχνης, δημιούργησε εκδόσεις, έκαμε ομιλία για το τραγούδι, προβλημάτισε με τις ιδέες του…
Είδε το θερινό σινεμαδάκι, το γήπεδο, τα συνεργατικά παντοπωλεία… Τη γειτονιά του που έπαιζε παιγνίδια.
Με λαχτάρα έψαξε τα σπίτια των παππούδων, των θείων, των ξαδελφιών, των γειτόνων! Χάλασαν οι κατακτητές το σπίτι του προπάππου του Νικολή, του παππού του Γιαννή και των θείων του από τον πατέρα του, γιατί ήταν παλιά… Έστεκε, όμως, του παππού του Γιώρκου και των άλλων συγγενών. Στου παππού είχε και οικογενειακές φωτογραφίες.
Σε λίγο πετούσε από χαρά! Τι συνέβη; Αντάμωσε το σπίτι το πατρικό, το σπίτι που γεννήθηκε!... Η εξώθυρα του ήταν ανοικτή, σα να τον περίμενε. Η καρδιά του σκίρτησε, κι ας ήταν καρδιά πουλιού. Το περιτείχισμα, η πέτρινη πρόσοψη με την σκαλισμένη ημερομηνία του 1951, η εξώθυρα με το σιδερένιο σχέδιο, το πάτωμα με τα διακοσμητικά μωσαϊκά, η εσωτερική στέγη με τα βολίτζια (ξύλινοι κορμοί), ήταν ολόϊδια. Όμως, τα έπιπλα του τα έκλεψαν όλα οι κατακτητές και τα πάμπολλα βιβλία τα έκαψαν. Τα βιβλία του, τα τετράδια του, ό,τι έγραψε, ό,τι ζωγράφισε, ό,τι έφτιαξε χάθηκαν… Πόσο λυπήθηκε για το θεατρικό έργο του για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο… Μα και για το εργαστήρι του των παραστάσεων Καραγκιόζη για τα παιδιά της γειτονιάς. Κι ακόμη για το ξύλινο ποδοσφαιράκι που’ φτιαξε με τα ίδια του τα χέρια. Κι ακόμη… Είχε πάρει, όμως, στο δρόμο του ξεριζωμού τα δικά του ποιήματα και ακόμη μερικά μυθιστορήματα για να διαβάζει μέχρι την επιστροφή που θα ήταν μέρες κι έγιναν χρόνια και χρόνια.
Τα δωμάτια τα θυμόταν πιο μεγάλα. Τώρα του φαίνονταν μικρά να χωρέσουνε τις παιδικές και εφηβικές θύμησες.
Προχώρησε κι αντίκρισε το δωμάτιό του, και αποφασιστικά μπήκε μέσα. Ήξερε πια τι θα’ κανε. Αφού ήτανε περιστέρι, εδώ θα έκτιζε τη φωλιά του και εδώ θα έμενε για το υπόλοιπο της ζωής του! Σκέφτηκε ότι όλα τα πουλιά, όλα τα ζωντανά θα’ πρεπε να μπορούσαν να πήγαιναν όπου ήθελαν. Κι πιο πολύ, να’ μεναν το κάθε ένα στο δικό του σπίτι!...
Γ.Κ.Μ.

Βιογραφικό
Ο Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης γεννήθηκε στο χωριό Κατωκοπιά (σκλαβωμένο από το 1974) της Κύπρου.
Ο Δρ. Γ. Μιχαηλίδης είναι πολιτικός μηχανικός, μηχανικός υδάτων, περιβαλλοντολόγος, εκπαιδευτικός και ερευνητής.
Υπηρέτησε εθελοντικά και αμισθί στο «κρυφό σχολειό» (το Γυμνάσιο) του σκλαβωμένου Ριζοκάρπασου της Κύπρου κατά την σχολική χρονιά 2003-2004.
Υπηρέτησε ως εθελοντής στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας (2004).
Είναι εκλεγμένο μέλος ( αναπληρωτής κοινοτάρχης ) του Κοινοτικού Συμβουλίου Κατωκοπιάς.
Είναι Γραμματέας της Εταιρείας Πολιτιστικής Κληρονομιάς Κατωκοπιάς.
Είναι ο Εκδότης του περιοδικού «Το περιοδικό της Κατωκοπιάς» το οποίο εκδίδει το Κοινοτικό Συμβούλιο Κατωκοπιάς.
Όσον αφορά το συγγραφικό του έργο, ο Γιώργος Μιχαηλίδης έχει γράψει και εκδώσει τα βιβλία (α) «Η Κατωκοπιά μας προσμένει..» το 1994 , (β) «Τάσος Ισαάκ και Σολάκης Σολωμού : τα σύμβολα ενός καινούργιου ξεκινήματος» το 1997 και (γ) «Σκλαβωμένη Κύπρος 2003-2006» το 2006. Το τελευταίο πήρε το πρώτο βραβείο στον διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό «Αλησμόνητες Πατρίδες» τον οποίο οργάνωσε το περιοδικό «Κελαινώ» το 2007.
Συμμετείχε στους ΚΒ΄ Ποιητικούς Αγώνες Δελφών της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών το 2007 με το ποίημα «Μεσαορία της Κύπρου» και έλαβε Έπαινο.
Πήρε το πρώτο βραβείο στην κατηγορία πατριωτικής ποίησης με το ποίημα «Λευτεριάς άγγελμα» στον ποιητικό διαγωνισμό «Σικελιανά 2007».
Πήρε το πρώτο βραβείο ταξιδιωτικού δοκιμίου με το δοκίμιο «Οδοιπορικό στα σκλαβωμένα σχολεία της Κύπρου» στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ποίησης, Διηγήματος και Ταξιδιωτικού Δοκιμίου τον οποίο διοργάνωσε το περιοδικό για τα γράμματα και τις τέχνες «Ύφος» το 2008. Ο διαγωνισμός έγινε στην μνήμη του Νίκου Καζαντζάκη.
Βιογραφικό σημείωμα του Γιώργου Μιχαηλίδη περιλαμβάνεται στο «Λεξικό της ελληνικής διανόησης – Τόμος Α΄» το οποίο έχει εκδώσει η «Αμφικτυονία Ελληνισμού» στην Θεσσαλονίκη το 2007.
Η διεύθυνση του είναι Οδός Αυλώνος 11, Περιστερώνα 2731, Κύπρος και η ηλεκτρονική του διεύθυνση είναι esmichae@cytanet.com.cy

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Επιλεγμένα Διηγήματα Α΄ ΛΔΔ (3)

Το Κυνήγι
Πλάτωνας Λασούρια

Το πιο δύσκολο είναι να ξεκινήσεις. Κάτι που παλιότερα ήταν γνώριμο και φυσικό, τώρα μοιάζει άθλος που πρέπει να υπερπηδηθεί. Σίγουρα θα γίνουν λάθη, ίσως έχουν γίνει ήδη, αλλά να τον πάρει και να τον σηκώσει – ένιωθε ωραία. Ο άντρας στους θάμνους κινήθηκε λίγο. Κάποτε μπορούσε να περνά μέρες χωρίς να κουνήσει ούτε έναν μυ. Είχε σκουριάσει. Μετά από τόσα χρόνια αδράνειας ήταν ξανά στο κυνήγι. Όχι από δικιά του επιλογή. Τουλάχιστον στην αρχή. Τώρα είχε ξαναρχίσει να νιώθει την έξαψη, τον παλιό του γνώριμο σ’ όλα τα καρτέρια.
Μέσα απ’ το σκόπευτρο παρακολουθούσε την όχθη του ποταμού. Ήταν ένας καλοκαιρινός ποταμός που κυλούσε τον χειμώνα, οτι μπορεί να σημαίνει αυτό. Όχι ότι είχε σημασία –σ’αυτά τα μέρη ο χειμώνας ελάχιστα διέφερε από τις υπόλοιπες εποχές. Απ’την πλευρά του άντρα, πάνω σε στρώμα με χαλίκια, ήταν ένα πέτρινο θυσιαστήριο, τουλάχιστον έτσι πίστευε ότι λεγόταν. Ήταν ένα μέρος στο όποιο έρχονταν και έκαναν θυσίες και προσφορές σ’έναν συγκεκριμένο θεό. Ίσως κάποτε ο τόπος αυτός να είχε γνωρίσει κάποιες δόξες, όταν όμως ο κυνηγός έφτασε η πέτρα ήταν στεγνή από αίμα και η οποιαδήποτε θυσία ήταν μακρινή ανάμνηση.
Τώρα, πάνω στη πέτρα ένα μοσχάρι αιμορραγούσε. Ένα δόλωμα. Δεν ήξερε πόσο θα έπρεπε να περιμένει, κρίνοντας από την κατάντια του βωμού ίσως πάρα πολύ. Είχε χρόνο.
Το όνομα του ήταν Τζον Στεπ. Καθόταν στην πιο απομακρυσμένη άκρη του δικού του μπαρ. Ίσως όχι ολοκληρωτικά δικού του, αλλά το 49% του έδινε ένα δικαίωμα να το αποκαλεί έτσι. Ήταν μια επένδυση, ήταν το μέλλον του. Είχε ξεχάσει ή καμωνόταν πως είχε ξεχάσει τις εντάσεις και τις χάρες του κυνηγιού. Σίγουρα είχε ξεχάσει τις παλιές του επαγγελματικές κάρτες, όσες του είχαν μείνει είχαν πεταχτεί, και ξαφνικά βρέθηκε να κοιτάει μια που έπεσε πάνω στο τραπέζι του. Ο Τζον χαμήλωσε την εφημερίδα που διάβαζε.
Η κάρτα είχε μια περίεργη γκρίζα απόχρωση.
Έγραφε: Τζον Στεπ. Κυνηγός –έκπτωτοι άγγελοι –δαίμονες – μικροί θεοί
Το τηλέφωνο είχε αλλάξει.
Ο Τζον έβαλε τα γυαλιά του και κοίταξε τον άντρα που είχε μπροστά του. Δεν ήταν τόσο χοντρός, όσο ασουλούπωτος. Έμοιαζε αδέξιος, σαν τα χεριά και τα πόδια του να ήταν έτοιμα να παρασύρουν στο πέρασμα τους καρέκλες, κατσαρόλες σκούπες και οτιδήποτε άλλο σταθεί εμπόδιο τους.
«Να καθίσω;» πρότεινε ο άγνωστος. Ο Τζον δεν απάντησε αλλά ο άντρας εξέλαβε την κίνηση του κεφαλιού του σαν πρόσκληση. Κάθησε βαριά, αλλά δεν έριξε την καρέκλα.
«Είσαι αυτός.» είπε δείχνοντας την κάρτα. Η φωνή του δεν είχε ερωτηματικό τόνο.
Ο Τζον ξαναφόρεσε τα γυαλιά του και σήκωσε την εφημερίδα. «Όχι» είπε από πίσω της.
«Το ξέρω ότι είσαι εσύ Τζον. Κύριε Στεπ…Πως προτιμάς…μάτε…»
«Τζον. Το όνομα είναι δικό μου, όλα τα άλλα στοιχεία στην κάρτα δεν ισχύουν πια.» Τον κοιτούσε και πάλι. Ο χοντρός φαινόταν ενδιαφέρον άτομο. Ο Τζον είχε ένστικτο σ’αυτά τα πράγματα.
«Γιάννης Κολτ το όνομα μου.» έτεινε το ιδρωμένο χέρι του. Μετά από δυο δευτερόλεπτα ο Τζον το έσφιξε.
«Θα ήθελα να σου μιλήσω. Αν δεν έχεις αντίρρηση ή δεν είσαι απασχολημένος.» ο Γιάννης έριξε μια μάτια γύρω. Τέτοια ώρα το μπαρ ήταν άδειο, ο μπάρμαν θα ερχόταν σε καμιά ώρα.
«Γιατί όχι; Μ’ αρέσουν οι συζητήσεις.»
«Θέλω την βοήθεια σου. Θέλω να μισθώσω τις υπηρεσίες σου και είμαι πεπεισμένος να σε βγάλω από την σύνταξη σου.»
«Σύνταξη; Ωραία ακούγεται. Γιατί να θέλω να ξανακάνω κάτι τόσο επίπονο και επικίνδυνο όταν έχω βολευτεί. Δεν είναι ο παράδεισος, αλλά έχω την επιχείρηση μου και τα χρήματα μου, τους φίλους και έρωτες μου, την ησυχία μου τέλος πάντων. Έχω καταργήσει τα ξυπνητήρια, μια από τις πιο διαβολικές εφευρέσεις του ανθρώπου. Είμαι ελεύθερος να κάνω ότι θέλω. Να πιω ένα μοχίτο στο ηλιοβασίλεμα. Να πάω ταξίδι στο Παρίσι. Ένα βήμα πριν την απόλυτη ευτυχία, Γιάννη.»
«Και όμως.» ο Γιάννης έγειρε το αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο πιο κοντά «Τώρα που σε βλέπω από κοντά, είμαι σίγουρος πια. Δεν είσαι ευτυχισμένος, ούτε κατά διάνοια. Βαριέσαι –όχι, δεν είναι η σωστή λέξη, μιζεριάζεις –ούτε… Τελματώνεις, αυτό είναι, είσαι σ’ένα τέλμα και νομίζεις ότι είσαι ευχαριστημένος επειδή δεν βουλιάζεις. Αλλά αυτό ακριβώς είναι ένα τέλμα, μια αδράνεια, μια αδήφαγη αδράνεια που κάποτε, όχι ακόμα αλλά κάποτε, θα σε καταβροχθίσει ολόκληρο. Είμαι σίγουρος ότι αυτή είναι η σωστή λέξη και μόλις μ’ένα γράμμα διαφορά από το τέρμα. Το τέλος. Το τέλος είναι για τους νεκρούς. Εσύ δεν είσαι νεκρός. Όχι ακόμα.»
Ο Γιάννης σταμάτησε και ξεροκάταπιε. Τα μάτια του έκαιγαν. Ο Τζον δεν μιλούσε για αρκετή ώρα. Επιτέλους άνοιξε το στόμα του.
«Όχι, δεν είμαι νεκρός. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους. Έχεις πολύ θράσος να έρχεσαι εδώ και να μου μιλάς μ’ αυτόν τον τρόπο. Επειδή ξεκίνησες θέλω να ολοκληρώσεις. Τι είναι αυτό που θέλεις από μένα;»
«Θέλω να αγκαλιάσεις την φύση σου. Θέλω να κυνηγήσεις ξανά. Μια τελευταία φορά, αν αυτό σε ηρεμεί, αν και εγώ πιστεύω πως θα είναι μια καινούρια αρχή. Σίγουρα χρειάζεσαι ένα μεγαλύτερο κίνητρο και οι τιμές έχουν αλλάξει από τότε που ήσουν εν’ ενεργεία, με τον πληθωρισμό και όλα αυτά.»
Ο Γιάννης πήρε την κάρτα και στην πίσω πλευρά έγραψε ένα ποσό. Ο Τζον το κοίταξε σκυθρωπά. Άνθρωποι είχαν σκοτωθεί και αυτοκρατορίες είχαν γκρεμιστεί για μικρότερα ποσά.
«Προτού απαντήσεις, μαθέ ότι δεν είναι όλη η προσφορά. Αγόρασα το άλλο μισό του μπαρ. Θα είναι ολοκληρωτικά δικό σου. Έχεις δείξει ότι το αγαπάς.»
Ο Γιάννης έβγαλε το χαρτί της μεταβίβασης. Όλα νόμιμα. ΄΄Γαμώτο, Απόλλωνα!΄΄ έβρισε νοητικά τον πρώην συνέταιρο του.
Μπορούσε να συνεχίσει να διαπραγματεύεται και να αραδιάζει επιχειρήματα, αλλά μέσα του ήξερε ότι είχε λυγίσει, είχε δεχτεί. Ένα μεγάλο σφάλμα για τα χρήματα ή … Ο Τζον σκέφτηκε όλα τα καταθλιπτικά ηλιοβασιλέματα μεθυσμένος από τα μοχίτος, όλα τα βαρετά απογεύματα και ανυπόφορα πρωινά που πέρασε στο Παρίσι. Ίσως το ήθελε, ίσως το είχε ανάγκη πιο πολύ από τον χοντρό ιδρωμένο τύπο μπροστά του.
«Δείξε μου»
Ο Γιάννης χαμογέλασε και έβγαλε έναν φάκελο.

Ως μικρός θεός, και η λέξη κλειδί εδώ είναι ΄΄μικρός΄΄, ο Αζούρ δεν ήταν δημοφιλής. Πλήθη ανθρώπων δεν μαζεύονταν στις πλατειές, μικρά παιδάκια δεν του απεύθυναν προσευχές πριν πάνε να πλαγιάσουν, εγκλήματα και αποτρόπαιες πράξεις δεν διαπράττονταν εις το όνομα του. Καμία σχέση με την αναγνώριση του πολεμοχαρή Άρη, το κύρος του Βούδα ή έστω την συμπάθεια που έτρεφαν για τον Λόκι. Αλλά ούτε μισητός και κατάπτυστος ήταν. Το όνομα του δεν αναφερόταν στο Νεκρονόμικον, δεν είχε φανατικούς οπαδούς σαν τον Βελζεβούλ, ούτε το άκουσμα του ονόματος του προκαλούσε τρόμο, όπως της Κάλι, ή έστω μια ανησυχία, μια οποιαδήποτε αντίδραση πέραν του χασμουρητού. Και όντας μη δημοφιλής θεός αυτό συνεπαγόταν απουσία προσφορών. Χωρίς ναούς, τόπους λατρείας και ανθρώπους που του έκαναν θυσίες. Ναι, σ’αυτόν τον κόσμο ένας αφανής θεός πεινούσε. Χρειαζόταν να κατέβει από τον οποιονδήποτε Όλυμπο ή Άσγκαρντ και να κυνηγήσει. Κάποιοι άλλοι μπορεί να το έβρισκαν απαξιωτικό. Όχι ο Αζούρ. Είχε να δεχτεί θυσία για εκατόν δυο χρόνια. Ο τόπος που επέλεξε να κυνηγάει ήταν ένα δάσος στο όποιο βρισκόταν ο μοναδικός βωμός που είχε χτιστεί προς τιμήν του. Μια οικογένεια ξυλοκόπων ή υλοτόμων, πολύ πιθανόν τα δυο να σήμαιναν το ίδιο πράγμα –σκεφτόταν, το είχε χτίσει και τον λάτρευε. Όχι με ζήλο, βέβαια, αλλά του Αζούρ του αρκούσε. Μέχρι να πεθάνουν όλοι από μια μαζική αυτοκτονία, ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες του. Ένιωθε επιθυμητός, ένιωθε την αγάπη.
Τώρα με ανάλαφρα άλματα κινιόταν από δέντρο σε δέντρο, στο έδαφος και πάλι στα δέντρα, αναζητώντας την λεία του. Που και που, περισσότερο συχνά οπόσο ήθελε να παραδεχτεί στον εαυτό του, ερχόταν να ελέγξει τον βωμό, με ελπίδα να βρει καινούριους προσκυνητές. Μετά από τόσα χρόνια είχε καταντήσει ρουτίνα. Απλώς μια μηχανική κίνηση.
Αλλά όχι σήμερα. Εκεί που έτρεχε, ξαφνικά σταμάτησε και σηκώθηκε όρθιος. Μπορούσε να το μυρίσει από μισό χιλιόμετρο, ακόμα και αν δεν το έβλεπε. Φρέσκο αίμα. Εκεί που ήταν ο βωμός.
«Σταμάτα, βλάκα» σύριξε στον εαυτό του. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. «Μάλλον μια αντιλόπη, σκόνταψε και έσπασε το κεφάλι της. Ή μπορεί λύκοι να κατασπάραξαν μια γίδα. Ηρέμησε, μπορεί να μην είναι τίποτα.» προσπαθούσε να καταλαγιάσει τις ελπίδες του. Πολύ αργά. Είχαν ήδη αναπτερωθεί και πετούσαν ψηλά.
Ο Αζούρ μισόκλεισε τα μάτια του, μετατόπισε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο και μη μπορώντας να περιμένει άλλο όρμησε για τον βωμό.
Ο Τζον κοιμόταν έχοντας ανοιχτά τα μάτια του. Ένα κόλπο, ο ίδιος θα το ονόμαζε τέχνη, που του είχε φανεί απαραίτητο στη δουλειά που έκανε. Ξύπνησε αμέσως, μόλις είδε κίνηση γύρω απ’ τον βωμό. Τον πήρε δυο δευτερόλεπτα να περάσει από την αποχαύνωση σε κατάσταση απόλυτης εγρήγορσης. Κάποτε θα χρειαζόταν μόνο μισό.
Το πλάσμα, που διέσχισε το ποτάμι και στάθηκε μπροστά στο κουφάρι, μόνο σε κάποια παρακμιακή μυθολογία θα μπορούσε να ονομαστεί θεός. Ήταν χρυσαφί, είχε κέρατα και μια τεράστια κοιλιά. Στάθηκε μπροστά στον βωμό σε στάση κατάπληξης σαν να μην μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ξαφνικά άρχισε να χοροπηδεί πάνω-κάτω.
Ο Τζον χαμογέλασε πικρά. Έσφιξε απαλά την σκανδάλη. Το βελάκι έφυγε από την καραμπίνα και καρφώθηκε κατευθείαν στον ποπό του. Το πλάσμα σταμάτησε να χοροπηδάει, τράβηξε το βελάκι και το κοίταξε με απορία. Την επόμενη στιγμή έπεσε στο έδαφος. Το βελάκι δεν είχε ηρεμιστικό, που έτσι και αλλιώς δεν θα έπιανε σε κανέναν θεό, αλλά απλό νερό. Με την ίδια επιτυχία θα μπορούσε να το γεμίσει με κρασί ή γκαζόζα. Δεν είχε σημασία το όπλο ή τα πυρομαχικά, αλλά το χέρι που τα χειριζόταν.
Ο Τζον βγήκε από την κρυψώνα του και ζύγωσε τον μικρό, χρυσό θεό. Στάθηκε από πάνω του, αναστενάζοντας. Ήταν γυμνός. Το κουσούρι με τους θεούς ήταν πως νόμιζαν ότι δεν χρειάζονταν ρούχα.
Ονειρευόταν χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες πιστών να συρρέουν. Να πέφτουν μπροστά του στα γόνατα, να τον προσκυνούν. Να απορρίπτουν τον Χριστό, τον Μωάμεθ, τον Γιογκ-Σογκόθ. Αυτός και μόνο αυτός στα μυαλά και καρδιές εκατομμυρίων, εκατοντάδων εκατομμύριων. Ονειρευόταν ψαλμούς και λιτανείες.
Σιγά-σιγά όρχησε να συνέρχεται. Το πρώτο που αντιλήφθηκε ήταν το σκοτάδι, ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια. Το δεύτερο ήταν η κίνηση, τρανταζόταν ολόκληρος. Τρίτο, τον περιορισμένο χώρο στον οποίον, βρισκόταν, μικρός σαν ντουλάπα. Τελικά κατάλαβε ότι ήταν δεμένος.
Τι χαζό. Έκανε να σπάσει τα δεσμά του. Περιέργως τα σκοινιά τον κρατούσαν καλά. Πολύ χαζό. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Τσάτισε κάποιον θεό, κάποιον από τους μεγάλους; Τον έπιασαν αιχμάλωτο; Που τον πήγαιναν;
Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Η μηχανή έσβησε, η πόρτα άνοιξε και έκλεισε, βήματα πλησίασαν και επιτέλους φως μπήκε μέσα στο πορτμπαγκάζ. Ο Αζούρ κοίταξε πάνω για να δει για πρώτη φορά τον Τζον Στεπ. Ήταν ένας απλός άνθρωπος, είχε δει εκατό άλλους σαν αυτόν. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει;
Ο Τζον τον βούτηξε σαν ένα σακί με πατάτες. Ο Αζούρ έμεινε άφωνος από αυτήν την αναίδεια. Αγκομαχώντας ο Τζον τον μετέφερε μέσα στο σπίτι και τον κατέβασε στο κελάρι. Τον απίθωσε σε μια γωνιά. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του και είπε «Χρειάζομαι κάτι να πιω.» Κοίταξε τον Αζούρ και του κούνησε το δάχτυλο. «Εσύ μείνε εδώ.»
Ο Τζον ξαναγύρισε μετά από δέκα λεπτά. Κρατούσε ένα ποτήρι με χυμό στο ένα χέρι, έναν φάκελο στο άλλο. Από μια γωνιά πήρε μια καρέκλα και την έβαλε με την ράχη μπροστά, προτού κάτσει, ακριβώς απέναντι από τον Αζούρ.
Ο Αζούρ, στον χρόνο που έλειπε ο απαγωγέας, είχε ανακαθίσει , δοκίμασε ξανά και ξανά να σπάσει τα δεσμά του, χωρίς αποτέλεσμα. Η αρχική σαστιμάρα είχε περάσει. Αγριοκοίταξε τον Τζον και βρυχήθηκε:
«Πως τολμάς, θνητέ!! Εγώ είμαι ο ΑΖΟΥΡ!! Ο Άρχοντας των-…»
Στην μέση της πρότασης του και χωρίς καμιά προειδοποίηση ο Τζον μισόσκυψε και του έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι.
«Άσε τις υστερίες.» του είπε κοφτά.
Ο Αζούρ γούρλωσε τα μάτια του. Ούρλιαξε:
«ΕΙΜΑΙ ΘΕΟΣ!! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ-…»
Το δεύτερο χαστούκι ήταν ακόμα πιο δυνατό. Τώρα και τα δυο του μάγουλα έγιναν πορτοκαλί.
«Βούλωσε το, αν δεν θέλεις άλλη μια σφαλιάρα.»
Ο Αζούρ πήγε να ανοίξει το στόμα του, είδε το χέρι του Τζον να υψώνεται, και το ξανάκλεισε.
«Λοιπόν.» είπε σκεφτικά ο Τζον, ανοίγοντας τον φάκελο. «Τι έχουμε εδώ; Αζούρ ο Χρυσοστόλιστος ή Αζούρ ο Χρυσός. Μια μικρή θεότητα, τόσο μικρή που το ευρύ κοινό δεν σε έχει ακουστά. Ακόμα και οι πιο κρυφοί κύκλοι πρέπει να το ψάξουν πάρα πολύ για να μάθουν κάτι για σένα. Πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά βρίσκουμε στα τέλη του 19ου αιώνα. Από ένα ημερολόγιο που κρατούσε ένας ξυλοκόπος. Αν και το ημερολόγιο αναφέρει δυο πηγές από τις οποίες είσαι γνωστός: πρώτο είναι το Μάγκνα Μιράκουλους, γνωστό βιβλίο μυστικιστών και όμως το όνομα σου δεν αναφέρεται εκεί. Και εγώ είχα την τύχη να διαβάσω ένα από τα δυο εναπομείναντα πρωτότυπα. Όποτε ή είναι λάθος ή ψέμα. Η δεύτερη πηγή είναι ένα υποτιθέμενο βιβλίο που ονομάζεται ΄΄Αζούρ Ενούμ Μα΄΄ Λέω υποτιθέμενο γιατί κανένα ποτέ δεν το έχει ακούσει, πόσο μάλλον δει. Ένα βιβλίο που να αναφέρεται αποκλειστικά σε σένα; Ευσεβείς πόθοι.
Ξέρεις τι νομίζω εγώ; Ο Ξυλοκόπος τα σκαρφίστηκε όλα. Είναι μύθευμα -όχι, εσύ είσαι μύθευμα. Ένας ψεύτικος θεός, ο οποίος υπήρξε μόνο στις σελίδες ενός ημερολογίου κάποιου που πελεκούσε δέντρα για να ζήσει και τώρα ακόμα και οι απόγονοι των σκουληκιών, των οποίων έγινε τροφή, έχουν πεθάνει.»
Έκλεισε τον φάκελο και τον πέταξε περιφρονητικά στο έδαφος. Ο Αζούρ που έτρεμε από οργή, τον κοιτούσε με μίσος.
«Ψέματα.» σύριξε μέσα από τα δόντια του.
«Α, ναι;» χαμογέλασε ο Τζον. Είχε να νιώσει τόσο καλά εδώ και παρά πολύ καιρό. Το μούδιασμα, που τον είχε καταβάλλει μετά από βδομάδες και μήνες αδράνειας, ήταν μια ανάμνηση τώρα.
«Και που είναι τώρα οι πιστοί σου; Ποιοι προσεύχονται σε σένα;» Με μια κλοουνίστικη γκριμάτσα κοίταξε γύρω-γύρω το κελάρι «Εγώ δεν βλέπω κανέναν. Και για να έχουμε καλό ρώτημα, τίνος ακριβώς θεός είσαι; Του πολέμου, της φωτιάς, τον ναυτικών, του δάσους, της τουαλέτας;»
«Είμαι ο Χρυσός Άρχοντας. Ο Φιλεύσπλαχνος Θεός. Ο Σοφός και…»
«Μαλακίες.» τον έκοψε ο Τζον. «Δεν κάνεις τίποτα. Απλώς κάθεσαι μέσα στο δάσος σου και τρως τα γίδια και τα πρόβατα ή τέλος πάντων τι είναι αυτά που τρως. Έχω άδικο; Πες μου; Εκτός από το να τρως και να κοιμάσαι, και να χέζεις προφανώς, τι είναι αυτό που κάνεις;»
Ο Αζούρ άνοιξε το στόμα του «Είμαι … Κάνω … Όταν…»
Ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπο του. Κουλουριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να κλαίει.
«Τώρα φτάνουμε κάπου.» είπε ο Τζον.
Ο Κολτ ξύπνησε και με το χέρι του έριξε το τηλέφωνο στο πάτωμα. Αυτό δεν σταμάτησε να χτυπά. Ήταν ο Στεπ.
«Τον έχω. Έλα να τον πάρεις.»
Ο Κολτ χαμογέλασε. Το ήξερε ότι ήταν καλή ιδέα να προσλάβει τον κυνηγό. Όπως συνήθως οι ιδέες του ήταν καλές. Για ένα ή δυο λεπτά χουζούρεψε στο κρεβάτι και μετά σηκώθηκε. Φόρεσε το κοστούμι του, τη γραβάτα και το καπέλο, που τον έκανε να φαίνεται εκπρόσωπος άλλης εποχής. Έκανε ένα τηλέφωνο. Όσο περίμενε έφτιαξε μια ομελέτα. Όταν ήρθε το μπεζ βαν, βγήκε και κάθησε στην θέση του συνοδηγού.
Ο Κολτ ήταν ένα μυστήριο για του περισσότερους ανθρώπους, εξαίρεση ίσως την πρώην γυναίκα του για την οποία ήταν ένα γουρούνι. Έτσι τον χαρακτήρισε, έλεγε ότι πηρέ ένα γουρούνι στο σακί –το σακί βέβαια είχε λεφτά, αλλά αυτό το ξεχνούσε. Ενώ φαινόταν αδέξιος, έμοιαζε να ξέρει τα πάντα για ό,τι τον ενδιέφερε και τις περισσότερες φορές ήταν στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή.
Η απόσταση ως το σπίτι του Τζον δεν ήταν μεγάλη. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Ο Στεπ του άνοιξε. Φορούσε παντόφλες.
Μαζί κατέβηκαν στο κελάρι. Και εκεί ήταν. Δεμένος χειροπόδαρα, κίτρινος σαν λεμόνι. Αυτός, μάλιστα, έμοιαζε όντως με γουρούνι.
«Είσαι πράγματι καλός.» είπε στον Τζον «Και δεν χρειάζεται να μου πεις ότι νοιώθεις ωραία. Το βλέπω στα μάτια σου. Για σένα.» Του έτεινε έναν μεγάλο φάκελο. «Αν ενδιαφέρεσαι μπορούμε να κάνουμε την συνεργασία μας πιο μόνιμη.» Ύψωσε το χέρι του, προλαβαίνοντας την αντίρρηση του. «Σκέψου, προτού απαντήσεις. Προς το παρόν ας τον κανονίσουμε αυτόν.»
Ο Αζούρ, που παρέμεινε αμίλητος, γύμνωσε τα δόντια του σε μια τρομακτική γκριμάτσα.
«Κάνε φάτσες όσο θέλεις» του κούνησε το δάχτυλο ο Γιάννης «Θα έρθεις μαζί μου.»
Φώναξε τον μπράβο του από πάνω και μαζί τον έβαλαν στο φορτηγάκι.
Ο Αζούρ βρισκόταν μέσα σ’ένα κλουβί φτιαγμένο στα μέτρα του. Τον είχαν λύσει, αλλά τα κάγκελα αποδείχτηκαν σκληρότερα από αυτόν. Το κλουβί βρισκόταν στο πίσω μέρος ενός μισοσκότεινου δωματίου, γεμάτου με έπιπλα, πίνακες και διάφορα μπιχλιμπίδια. Όλα έμοιαζαν σκονισμένα, ακόμα και αν ήταν πεντακάθαρα.
Άκουγε φωνές από την μεγάλη αίθουσα. Όταν τον είχαν φέρει εδώ, η αίθουσα ήταν άδεια. Τώρα άκουσε κάποιον να μιλάει, αλλά ένιωθε ότι ήταν πιο πολλοί εκεί. Κάθε πέντε λεπτά δυο χοντροκέφαλοι μπαμπουίνοι με στολές έρχονταν μέσα και έπαιρναν και από ένα αντικείμενο. Στο τέλος το μόνο που είχε απομείνει ήταν το κλουβί του Αζούρ.
Ξαφνικά η φωνή του ομιλητή έγινε δυνατότερη. Ο Αζούρ άκουσε το όνομα του. Οι γορίλες ήρθαν και στάθηκαν στις δυο πλευρές του κλουβιού. Σήκωσαν δυο σκοινιά από το πάτωμα και όρχησαν να τραβάνε. Το κλουβί είχε ρόδες και κύλησε πολύ εύκολα.
Μέσα από τις διπλές πόρτες τον έβγαλαν στην μεγάλη αίθουσα. Άπλετο φως έλουζε την εξέδρα στην οποία τον τοποθέτησαν. Μπροστά του ήταν ένα βήμα πίσω από το οποίο, με γυρισμένη την πλάτη του, ήταν ο ομιλητής. Και από κάτω, καθισμένοι σε καρέκλες και όρθιοι τοίχο-τοίχο, ήταν άνθρωποι. Δεκάδες, εκατοντάδες. Και όλοι τον κοιτούσαν. Ψιθύριζαν μεταξύ τους, γούρλωναν τα μάτια.
Ο Αζούρ έγειρε μπροστά και χαμογέλασε. Ήρθαν να τον λατρέψουν. Να τον προσκυνήσουν. Αυτός ήταν ο ναός. Δεν άκουγε σχεδόν τίποτα απ’όσα έλεγε ο άντρας. Ήταν σε μια παραζάλη. Μόνο σκόρπιες λέξεις, όπως ΄΄ θεός ΄΄, ΄΄ εξαιρετικά σπάνιο ΄΄, ΄΄ μοναδικό ΄΄.
Ένας μουστακαλής από την μπροστινή σειρά σήκωσε μια ταμπέλα.
«Και έχουμε εκατό χιλιάδες από τον Φον Μπράουν.» φώναξε ο ομιλητής. «Μην ξεχνάτε, απόψε είναι μια μοναδική ευκαιρία. Μήπως έχουμε 125; Ναι! 125 από τον κύριο με το κίτρινο παλτό. 150 από την κύρια Άντερσεν. 175: Ναι…»
Ο άντρας συνέχισε να φωνάζει νούμερα και οι άνθρωποι συνέχισαν να ανεβοκατεβάζουν ταμπέλες. Ο Αζούρ δεν καταλάβαινε. Ήταν μια πολύ παράξενη λειτουργία, όσο παράξενος και ο ιερέας που την τελούσε. Αλλά, ίσως έτσι έπρεπε να γίνει. Ήταν ασυνήθιστος θεός, όποτε και όλα τα άλλα θα ήταν ασυνήθιστα. Ο Αζούρ κάθησε σταυροπόδι και αναπόλησε τις υπέροχες μέρες που θα έρχονταν. Θα έπαιρνε επιτέλους τον σεβασμό που έπρεπε.
Ένας γκριζομάλλης φώναξε κάτι, από το πίσω μέρος της αίθουσας. Ξάφνου έγινε ησυχία, και έπειτα το μουρμουρητό εντάθηκε σε διπλάσια ένταση.
Ο άντρας φώναξε εκστατικός.
«Πουλήθηκε για τρία εκατομμύρια. Συγχαρητήρια κύριε Παπαδόπουλε, αποκτήσατε τον δικό σας προσωπικό θεό.
Π.Λ.


Σύντομο βιογραφικό
Γεννήθηκα το 1983 στο Σοχούμ της Αμπχαζίας. Μικρός ήρθα στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά μου. Έχω ζήσει στην Αθήνα, Ξάνθη και τώρα στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Διοίκηση Επιχειρήσεων στην Καβάλα και έχω δουλέψει σε διαφημιστικές εταιρείες. Από μικρός γράφω σύντομα διηγήματα.


Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Επιλεγμένα Διηγήματα Α΄ Λογοτ. Διαγωνισμού (2)

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΥ…

Μαρία Ζαβιανέλη -Διαμαντάκη

Η μέρα ήταν όμορφη. Από εκείνες τις μέρες που σε ξεγελούν.
Σε κάνουν να σκεφτείς ότι η ζωή έχει μια γλύκα.
Να έτσι όπως τo χρώμα του ήλιου που ξεπρόβαλε.
Δειλός σαν να φοβότανε κάτι.
Ο γεράκος άφησε τα πράγματα του στο παγκάκι δειλά-δειλά.
Ένα μόνο παρακαλούσε από τότε που αποφάσισε να φύγει από το σπίτι. Να μη κάνει κακό καιρό. Mα η ευχή του δεν έπιασε. Tόσες μέρες τώρα ο αέρας και η βροχή δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό., Mα τούτο το χάραμα σαν να είχε το χρώμα του μελιού. Και ο ουρανός ένα χρώμα μπλε, με πολλές υποσχέσεις…
Aχ! οι δρόμοι της Αθήνας είναι τόσο αφιλόξενοι, τόσο γκρίζοι. Μα και τα μάτια των ανθρώπων είναι πολλές φορές άγρια. Σαν όρνεα αρπαχτικά. Έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Καμία φορά όμως γλυκαίνουν... Μπορεί όμως και να σου χαμογελάσουν. Πολλές φορές κουνούν το κεφάλι με κατανόηση.
Τόσες μέρες μόνος, πολλά είχε πια καταλάβει. Βιβλίο θα μπορούσε να γράψει. ..
Την πρώτη μέρα μέτρησε τα χρήματα. Ίσα –ίσα για μια βραδιά στο ξενοδοχείο. Ένα άθλιο ξενοδοχείο κοντά στο σταθμό Λαρίσης.
Ήταν όμως ακόμα πιο έρημος εκείνο το βράδυ .Αδύναμος. Στάθηκε στο παράθυρο. Η επιγραφή αναβόσβηνε. Μπλε χρώμα, παγερό. Στο τζάμι αναγνώρισε τη μορφή του.Ένα δάκρυ δειλά –δειλά είχε πάρει δρόμο του. Τις επόμενες μέρες είχε παρέα τη μοναξιά. Ούτε εκείνη έκανε χώρια του ούτε εκείνος χωρίς αυτή. Μαζί συμπορεύονταν.
Μια βαλίτσα με λίγα ρούχα. Μια φωτογραφία. Ένα μικρό Ευαγγέλιο, ένα μικρό βιβλίο με ένα μυθιστόρημα. Όλη του η περιουσία, ότι είχε και δεν είχε με μια ματιά, με ένα άγγιγμα το είχε στα χέρια του.
Δεν περίμενε τηλέφωνο από κανένα. Γι' αυτό το άφησε πίσω το κινητό του. Σίγουρα τα παιδιά του γιού του θα το χρησιμοποιούσαν.
Δεν ήθελε να είναι βάρος πια. Εξάλλου τα λόγια της νύφης του ήταν ξεκάθαρα.
-Α! όλα και όλα. Έχω μεγάλη οικογένεια. Δεν μπορούμε να μένουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Μπορείς να νοικιάσεις αλλού. Μείνε τώρα εδώ! Βράδυ Σαββάτου ήτανε.
Ξημέρωμα Κυριακής με το αυγινό φως, ο κυρ- Άγγελος εξαφανίστηκε. Ούτε τον ένοιαζε αν τον ψάξουν, ούτε αν ανησυχήσουν. Μπήκε στο δωμάτιο των μικρών παιδιών τα φίλησε στα κεφαλάκια. Έμεινε σκεφτικός για λίγα λεπτά. Οι κρυσταλλένιοι ήχοι της βροχής δυνάμωναν. Νοέμβρης μήνας. Χειμώνας. Ένα βάρος είμαι, σκέφτηκε. Είναι πικρές οι μέρες, ψέλλισε.
Μέσα στη βροχή χάθηκε, μια σκιά ανάμεσα στις τόσες σκιές της νύχτας. Ένας άστεγος προστέθηκε ανάμεσα στους τόσους. Ένας παραπάνω...
Έξι μέρες έλειπε από το σπίτι. Έξι μοναξιές. Έξι μαχαιριές στην καρδιά.
Σήμερα είχε γενέθλια. Γι' αυτό θα το γιόρταζε. Την είχε πάρει την απόφαση του. Τίποτα δεν την άλλαζε. Ορκίστηκε...
Θα έπαιρνε τη μικρή σύνταξη από την τράπεζα, θα έμπαινε στο λεωφορείο, θα έβλεπε την μικρή εγγονή. Έτσι σαν τον κλέφτη στα κρυφά. Τα είχε σχεδιάσει όλα. Ανάμεσα στα κάγκελα θα έβαζε το κεφάλι, οι φυλλωσιές θα τον έκρυβαν καλά. Δεν ήθελε με τίποτα να τον δουν.
Άσε που έπρεπε να πάει αλλού να μείνει... Εξ άλλου πρόσεξε ότι ο περιπτεράς τον κοίταζε με μισό μάτι. Έπρεπε να φύγει από εκεί, ναι έτσι θα έκανε.
Σίγουρα δεν ήταν μια όμορφη εικόνα ένας άστεγος. Ίσως να φοβόταν μήπως τον κλέψει κιόλας. Σάμπως τον γνώριζε από τα παλιά;
Όμως ποιος δεν λαχταρά να αντικρίσει στη ματιά του την συμπόνια ;
Όχι τον οίκτο, την λύπηση, όχι. Θα μπορούσε να εξηγήσει στον άνθρωπο ποιος είναι, θα μπορούσε να μοιραστεί τη μαύρη του απελπισία.
Ίσως να του έδειχνε ενδιαφέρον, ίσως και να τον βοηθούσε. Μα ο περιπτεράς όλο στο τηλέφωνο μιλούσε, όλο κάποιους πελάτες εξυπηρετούσε. Που να βρει ώρα για τον άστεγο.
Σήκωσε λοιπόν την μεγάλη του περιουσία, σήκωσε το ηθικό του, όσο είχε μείνει τέλος πάντων. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Ένας πόνος στο στήθος τον λύγισε. Μια μαύρη γραμμή πέρασε από τα μάτια του. Λουρίδα σκοτεινή. Πηκτό ύφασμα. Μια σιωπή σαν το ξυράφι! Η μέρα μάλλον τον ξεγέλασε δεν ήταν όμορφη. Μα, ούτε και δίκαια...
Κάποιος κάλεσε το ασθενοφόρο. Κάποια κορίτσια που δούλευαν καθαρίστριες περίμεναν στη στάση. Οι εργαζόμενοι κοιτούσαν τα ρολόγια τους. Οι μαθητές ανέβαιναν στα σχολικά λεωφορεία. Τα αυτοκίνητα έτρεχαν με μανία. Όλοι βιαζότανε. Έτρεχε και το ασθενοφόρο.
Για μια στιγμή άκουσε τη λέξη καρδιά… Κάποιος είπε αυτή τη λέξη. Είχε καιρό να ακούσει αυτή τη λέξη. Ραγισμένη είναι λοιπόν η καρδιά του. Μαύρος πόνος, βουβός. Σφάλισε τα μάτια. Αχ, πόσο πλούσιο μπορεί να σε κάνει η φαντασία. Το μυαλό πόσο μπορεί να σχεδιάσει. Ένας θεός είναι το μυαλό! Η μικρή του εγγονή τώρα θα ήταν στο προαύλιο του σχολείου. Στις πρώτες αχτίνες του ήλιου τα ξανθά μαλλιά της σίγουρα θα ήταν σα ένα φωτοστέφανο!
Γύρισε και έριξε μια ματιά στη κοπέλα δίπλα του. Σαν να είδε το αγγέλιασμα του. Θα πέθαινε στα χέρια μιας ξένης γυναίκας. Μα όχι, ακόμα, όχι!
-Στο σχολείο της ψέλλισε σιγά –σιγά στο αυτί. Εκείνη έριξε μια ματιά στον διπλανό της. Μπορεί να νομίζει, ότι είμαι τρελός σκέφτηκε ο κυρ-Άγγελος, μπορεί να νομίζει, ότι πεθαίνω. Μα δεν γίνεται πρέπει να σταθώ όρθιος. Να την δω έστω και τελευταία φορά. Πόσο άραγε να στενοχωρέθηκε που έφυγα; Παραμύθια ποιος θα της διαβάζει; Φιλιά στα μεταξένια της μαλλιά ποιος θα της χαρίζει;
Μέσα στο ασθενοφόρο λίγο πριν ξεψυχήσει. Ταξίδεψε στο παρελθόν του με τη λίγη δύναμη που του είχε απομείνει. Πονούσε πολύ. Ακόμα πιο πολύ όταν κανένα στόμα δεν σου ψιθυρίζει λόγια παρηγοριάς, κανένα χέρι λατρεμένο στο δέρμα δεν αφήνει βάλσαμο. Τότε ο πόνος είναι ακόμα πιο οξύς. Μα που ταξίδευε θεέ μου, τα χιλιάδες χρώματα ποιος τα έριξε μέσα στο κεφάλι του;
Τον είδε λέει αστραπιαία να τρέχει σ΄ ένα δρόμο, ανέμελος. Είχε μια δύναμη στα πόδια, αλλόκοτη, διαβολική, θαρρείς. Ναι, αυτός ήταν. Την αναγνώρισε τη μορφή εκείνη.
Φοιτητής, επιτέλους Είχε περάσει! Διάβασε το όνομα του στη λίστα. Μήπως από τη χαρά του δεν διάβασε καλά; Περιγράφεται το άρωμα ενός λουλουδιού; Τόση χαρά και που να πάει να την μοιραστεί. Αχ! Γιατί να πάει μόνος του στο σχολείο; Τόση ευτυχία, πώς να μη τρελαθεί;
Μα, πάλι η όμορφη μέρα, άλλαξε, πάλι σκοτείνιασε ο ουρανός..
-Λεφτά δεν υπάρχουν για σπουδές έχεις και δύο αδερφές ελεύθερες, μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι, τι να τα κάνεις τα πτυχία; μουρμούρισε ο πατέρας του. Αντί να δουλέψεις να βοηθήσεις, ζητάς γράμματα; Τα γράμματα είναι 24 δεν θα τα κάνεις εσύ 25.
Έτσι άφησε τ΄ όνειρα του στην άκρη, για άλλη μια φορά. Οικοδόμος, χτίστης έγινε. Ούτε την πόρτα του Πανεπιστημίου δεν πέρασε, ούτε καν κοιτούσε όταν περνούσε. Έτσι η ζωή πήρε το δρόμο της...
Μόνο τις πληγές από το μυστρί μετρούσε. Μια πληγή, δυο πληγές, τρεις, τέσσερις, τα χρόνια πέρασαν. Έκανε οικογένεια, μικροχαρές, παιδιά, πίκρες, λιακάδες, εγγόνια, βάσανα, χαμόγελα.
Μα τώρα όλο έτρεχε τ' ασθενοφόρο, το νήμα της ζωής του και έφτανε στην άκρη του. Να πεθάνει και να μη προλάβει να πάει στο σχολείο; Να ήτανε το ασθενοφόρο διάφανο, να μπορούσε να δει για τελευταία φορά!
Μια αθώα ψυχή παλεύει να βγει από το κορμί, μέσα σ΄ ένα ασθενοφόρο που ουρλιάζει .Είναι η μέρα τόσο φωτεινή. Ένα μικρό κορίτσι παίζει μαζί με τις συμμαθήτριες της στην αυλή του σχολείου.
Στις φυλλωσιές ανάμεσα κρύβεται ένας γεράκος, ένα χρυσαφένιο μικρό κεφάλι στριφογυρίζει, ένα χέρι απλώνεται ένα δάκρυ κυλά, ένα μόνο.
Ένα περιστέρι πετάρισε από πάνω της, τόσο κοντά της σα να ήθελε να την αγγίξει, σχεδόν όμως την χάιδεψε . Αόρατος Άγγελος πέταξε πάνω από τη πόλη. Κανείς άλλος δεν τον είδε. Μόνο ένα κορίτσι, ένα μικρό κορίτσι του έγνεψε, τον χαιρέτησε για τελευταία φορά!
Μ.Ζ.

Σύντομο Βιογραφικό

Η Μαρία Ζαβιανέλη –Διαμαντάκη γεννήθηκε και κατοικεί στα Χανιά. Εργάζεται στην Α.Ν.Ε.Κ. (Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία Κρήτης). Είναι παντρεμένη και έχει μια κόρη. Είναι μέλος της Αμφικτιονίας (εδρεύει στην Θεσσαλονίκη) καθώς και στην Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Επιλεγμένα Διηγήματα Α΄ Λογ. Διαγωνισμού

ΤΟ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟ ΣΑΚΑΚΙ
Μαρία Παύλου

Χιόνιζε απ’ το πρωί. Άνοιξε την κουρτίνα κι έμεινε για λίγο ακίνητη να κοιτά τις νιφάδες που ’πεφταν ανάλαφρα. Έπειτα ντύθηκε, έβαλε το ζεστό μάλλινο σκουφάκι και το κασκόλ της και βγήκε έξω. Ένοιωθε τον αέρα να βιτσίζει το πρόσωπο της και να παγώνει τα ρουθούνια της. Ευτυχώς στη στάση δεν είχε πολύ κόσμο. Πήρε το 14 για Πλατεία Αριστοτέλους. Κόντευαν Χριστούγεννα και το κέντρο ήταν κατάμεστο απ’ τον κόσμο που είχε έρθει για τα τελευταία γιορτινά ψώνια. Οι βιτρίνες, όπως πάντα τέτοια περίοδο, ήταν διακοσμημένες με φάτνες, αγγελάκια και κάθε λογής στολίδια και πολύχρωμα λαμπιόνια, ενώ μια χορωδία ενηλίκων έψελνε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Τα πιτσιρίκια, συνεπαρμένα απ’ τη γιορτινή ατμόσφαιρα, τσίριζαν ενθουσιασμένα κι άπλωναν τα χέρια ν’ αρπάξουν τις νιφάδες που είχαν τώρα αρχίσει να πυκνώνουν. Οι σαλεπάδες μόλις που προλάβαιναν να δίνουν το ζεστό σαλέπι και μύριζε όλη η Αριστοτέλους φρεσκοψημένα κάστανα. Τέσσερεις-πέντε Άγιοι Βασίληδες είχαν στριμωχτεί απ’ το πρωί κάτω από τη στοά περιμένοντας τους νεαρούς λιλιπούτιους πελάτες τους. Η πιο προνομιακή θέση ήταν δίπλα στην είσοδο του πολυκαταστήματος παιχνιδιών. Αυτή την είχε καταλάβει ένας χοντρός Άης Βασίλης με κόκκινα μάγουλα, έξυπνα μάτια και μπάσα φωνή. Καμιά εικοσαριά παιδιά είχαν κάνει κύκλο γύρω του και περίμεναν ανυπόμονα τη σειρά τους για να καθήσουν στα γόνατα του μυστήριου αυτού παππού και να του εκμυστηρευτούν τους κρυφούς πόθους και τις επιθυμίες τους. Αυτός τα έπαιρνε στην αγκαλιά του, άφηνε ένα μπάσο «χο, χο, χο» και πόζαρε καμαρωτός- καμαρωτός για τη φωτογραφία. Λίγο πιο κάτω στη γωνία Αριστοτέλους με Τσιμισκή, άλλος ένας Άης Βασίλης είχε στήσει το λημέρι του. Αυτός βέβαια δεν είχε μήτε την κοιλιά, μήτε τη ζωηράδα του πρώτου. Ήτανε ψηλός, κοκαλιάρης και κακομοίρης. Η στολή του ’πεφτε μεγάλη και με κόπο προσπαθούσε να κρατήσει το παντελόνι κάθε φορά που κουνούσε το βραχνό κουδούνι που κρατούσε στο δεξί του χέρι. Στο ένα μάγουλο είχε μια βαθειά ουλή κι η φωνή του ήταν σπασμένη. Ίσως από το αλκοόλ, ίσως πάλι να είχε το κουσούρι αυτό απ’ τα γεννοσφάσκια του. Ποιος ξέρει; Ένα πάντως ήταν σίγουρο, ότι τούτος ο Άη-Βασίλης δεν είχε μήτε τάρανδους, μήτε ξωτικά στο σπιτικό του. Αν είχε βέβαια σπιτικό.
Η Ράνια αγόρασε ένα ζεστό κουλούρι και προχώρησε προς την Τσιμισκή. Πήρε το διδακτορικό της στην Ιστορία ένα χρόνο πριν και τώρα ήταν στο ψάξιμο για δουλειά. Έδώσε εξετάσεις στον ΑΣΕΠ το περασμένο καλοκαίρι, αλλά δυστυχώς το όνομα της δεν «φιγούραρε» στις επιφυλλίδες με τα ονόματα των εκλεκτών, κι ας ήταν σίγουρη ότι τα είχε πάει περίφημα. Κι έπειτα σου μιλάνε για αξιοκρατία και το αδιάβλητο των εξετάσεων! Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα μετα το πέρας των σπουδών της πίστευε ότι τα πράγματα δε θα ’τανε και τόσο ζόρικα. «Με διδακτορικό από αναγνωρισμένο γερμανικό πανεπιστήμιο, ένα βιβλίο υπό έκδοση και δύο χρόνια διδακτικής πείρας, ε δεν μπορεί, κάτι θα βρεθεί» έλεγε και ξανάλεγε. Δεν της πήρε πολύ να καταλάβει ότι τελικά άλλα είναι αυτά που μετράνε για τις περίοπτες θέσεις και πρωτοκαθεδρίες. Όσο μεγαλύτερος και πιο επιβλητικός ο τάφος, τόση περισσότερη βρόμα και δυσωδία κρύβει μέσα του. Αναγκαστικά λοιπόν βρήκε κι αυτή, όπως και τόσοι άλλοι «ομοιοπαθούντες», δουλειά σε κάποιο φροντιστήριο.
Είχε να πληρώσει νοίκι, λογαριασμούς, τη δόση του φοιτητικού δανείου που είχε κάνει για να μπορέσει να σπουδάσει, κι ένα σωρό άλλες υποχρεώσεις. Οι γονείς της, φτωχοί άνθρωποι, μεροκαματιάρηδες, δεν μπορούσαν πλέον να τη συντηρούν. Δεν το ’θελε ούτε και η ίδια άλλωστε. Η αλήθεια είναι ότι δεν έπαιρνε πολλά και μόλις που τα ’βγαζε πέρα. Είχε όμως μια δουλειά ενόσω περίμενε στωικά μια εκ των κεκλεισμένων θυρών ν’ανοίξει. Ναι, είχε μια σίγουρη δουλειά τουλάχιστον μέχρι την προηγούμενη Δευτέρα, όταν το αφεντικό της χωρίς καμιά προειδοποίηση την απέλυσε γιατί αποφάσισε λέει να μετακομίσει στη Νέα Ζηλανδία και να κάνει εκεί ένα νέο ξεκίνημα με μία νεαρά δίμετρη Ρουμάνα καλλονή αφήνοντας στο έλεος του θεού τρία παιδιά και μια άρρωστη γυναίκα. Τώρα λοιπόν ήταν απένταρη και πάλι στο ψάξιμο.
Έβλεπε τις γιορτινές βιτρίνες με μάτια βουρκωμένα κι ένοιωθε ένα κόμπο να φράζει το στήθος της. Θυμόταν όταν ήταν ακόμη φοιτήτρια στο δεύτερο έτος στη Φιλοσοφική Αθηνών και τα Χριστούγεννα πήγε με τους γονείς της στα μαγαζιά για ψώνια. Είδε τότε ο πατέρας της στην Πατησίων ένα δερμάτινο σακάκι που τ’ άρεσε πολύ. Δεν ήταν πολύ ακριβό, αλλά μεροκαματιάρης άνθρωπος πώς να τ’ αγοράσει; Τότε ήταν που υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι, όταν θα τέλειωνε με το καλό της σπουδές της και θα ’βρισκε δουλειά, θα έκανε απ’ ένα ακριβό δώρο στους γονείς της. Ένα συνολάκι για τη μαμά της κι ένα ωραίο δερμάτινο σακάκι για το μπαμπά της, να σαν αυτό που έμεινε τώρα να κοιτάζει στη βιτρίνα. Ένοιωθε τόσο πικραμένη, λες και τους είχε προδώσει κι αυτούς και τον εαυτό της. «Τόσα χρόνια σπουδές, ξενύκτι, κόπος, έξοδα για ένα μεροκάματο, κι αυτό αβέβαιο», σκέφτηκε και σκοτείνιασε το πρόσωπο της. Εκείνη τη στιγμή βγήκαν απ’ το διπλανό κατάστημα, γνωστό οίκο μόδας, δύο νεαρές κοπέλες γεμάτες έξαρση και ενθουσιασμό:
«Αχ χρυσή μου, εκείνο το μοντελάκι το Versace σου πάει μούρλια. Και μόνο 1500 ευρώ. Τζάμπα!»
«Το ξέρω, το ξέρω. Θα ξετρελάθεί ο Μανούλης μου όταν το δεί. Τώρα πάμε για παπούτσια. Είδα ένα ζευγάρι χτες όνειρο. Ήτανε βέβαια λιγάκι ακριβούτσικα...»
«Μη σκέφτεσαι την τιμή καλή μου. Χριστούγεννα είναι! Ούτως ή αλλιώς τ’ αξίζεις και με το παραπάνω.»
«Ναι, καλά λες.»
Έκαναν να προχωρήσουν μα τις πήρε από κοντά ένα τσιγκανάκι, έτσι που τις είδε όλο φρου φρού κι αρώματα.
«Δώσε καλέ κυρία ένα ευρώ ν’αγοράσω ένα κουλούρι», είπε ναζιάρικα κι άπλωσε τα βρόμικα χέρια.
«Δεν έχω ψιλά» είπε η μια εκ των δύο.
Το τσιγκανάκι παίρνοντας ένα ύφος ακόμη πιο κακόμοιρο και περίλυπο άπλωσε τα χέρια στην άλλη.
«Άντε καλέ όμορφη κυρία, ένα ευρώ.»
«Δεν έχουμε σου είπε. Άντε, φύγε τώρα.»
«Βρομούσε από την κορφή ως τα νύχια!» είπε η πρώτη καθώς απομακρύνονταν.
«Ναι, για μια στιγμη κόντεψα να λιποθυμήσω απ’ τη βρόμα. Τι κατάντια θεέ μου! Λοιπόν πάμε για τα παπούτσια!»
Η Ράνια π’ άκουσε τη συνομιλία άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. «Κι έπειτα σου λένε σπούδασε για να ’χεις ένα καλύτερο μέλλον και μια άνετη ζωή. Μεγάλα λόγια και κουραφέξαλα!» Κοίταξε ξανά το δερμάτινο σακάκι της βιτρίνας.
«Ίσως, ίσως κάποια μέρα μπορέσω να τ’ αγοράσω» είπε χαμηλόφωνα και έκανε να φύγει. Δεν πρόσεξε την κοπέλα που στεκόταν δίπλα της και την πάτησε χωρίς να το θέλει.
«Ω! με συγχωρείτε, δε σας πρόσεξα» είπε, λες και τώρα μόλις είχε ξυπνήσει από βαθύ λήθαργο.
«Μην ανησυχείτε, δεν είναι τίποτα» απάντησε η κοπέλα νηφάλια κοιτάζοντας την με τα μεγάλα καταπράσινα της μάτια, «είναι όντως πολύ ωραίο σακάκι» είπε θλιμμένα.
Η Ράνια ένιωσε λίγο αμήχανα μιας και συνειδητοποίησε ότι μάλλον θα την είχε ακούσει που μονολογούσε.
«Ναι, ναι, είναι ωραίο» είπε μονολεκτικά κι απομακρύνθηκε.
Η Ηλέκτρα, έτσι την έλεγαν, είχε σκούρα μαύρα μακριά μαλλιά που είχε πιασμένα σε κοτσίδα με μια μαύρη σατέν κορδέλα. Ήτανε 28 χρονών και δούλευε στην επιχείρηση του πατέρα της. Πέρασε απ’ το κατάστημα αυτό καμιά εικοσαριά μέρες πριν. Τότε ήταν που πρωτοείδε το δερμάτινο σακάκι της βιτρίνας. Ήτανε όντως ακριβό, αλλά το λάτρεψε με την πρώτη ματιά. Τόσο, που αποφάσισε να το κάνει δώρο στον πατέρα της για τα Χριστούγεννα. Δεν έχασε στιγμή, μπήκε στο κατάστημα και το ζήτησε. Δυστυχώς δεν είχαν το νούμερο που έψαχνε.
«Το σακάκι αυτό έχει μεγάλη ζήτηση», της είχε ’πει ο υπάλληλος. «Δεν είναι μια βδομάδα που το φέραμε κι έχουμε ξεπουλήσει. Περιμένουμε νέα παραγγελία σε καμιά δυο βδομάδες. Αν θέλετε, δίνετε τώρα τα μισά χρήματα και σας κρατάμε το νούμερο που θέλετε όταν θα τα παραλάβουμε.»
Άφησε 200 ευρώ ως προκαταβολή. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο πατέρας της θα το λάτρευε!
Έμεινε για λίγα λεπτά ακίνητη να κοιτά το σακάκι κι ένοιωθε τα μάτια της να καίνε και να βουρκώνουν. Ο πατέρας της, Ηλία τον έλεγαν, είχε πεθάνει πριν δεκαπέντε μέρες από καρδιά. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά, τόσο αναπάντεχα που κάποιες φορές νόμιζε ότι ήταν απλά ένα κακό όνειρο, ένα όνειρο που κάποια στιγμή θα τελειώσει. Η μητέρα της κατέρρευσε και το είχε ρίξει στο ποτό, ενώ η μικρή της αδελφή αρνιόταν πεισματικά να αποδεκτεί το γεγονός, φώναζε με υστερία κι έμενε κλεισμένη για ώρες στο δωμάτιο της. Ένας θεός ξέρει πόσο αγαπούσε τον πατέρα της! Πόση αδυναμία του είχε! Κυρίως από τότε που πήγε να δουλέψει στην οικογενειακή επιχείρηση μετά το πέρας των σπουδών της ένοιωθε ότι η σχέση τους έγινε ακόμη πιο δυνατή. Τούτα θα ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που θα περνούσανε χωρίς εκείνον. Τούτα και όλα τα επόμενα. Δεν πρόλαβε καν να του πει πόσο πολύ τον αγαπούσε, πόσο υπέροχος πατέρας υπήρξε για κείνην και την αδελφή της. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος κι ανελέητος.
Μπήκε μουδιασμένη στο κατάστημα για να πάρει πίσω τα χρήματα της προκαταβολής.
«Λυπάμαι, αλλά τελικά δε θα πάρω το σακάκι. Μήπως είναι δυνατόν να μου επιστρέψετε την προκαταβολή;» ρώτησε τον υπάλληλο που τη θυμήθηκε μόλις την είδε.
«Συνήθως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό» είπε εκείνος με σοβαρό ύφος. «Είσαστε όμως πολύ τυχερή μιας και η δεσποινίδα με τα ξανθά μαλλιά που βλέπετε στο βάθος μόλις τώρα με ρωτούσε αν έχουμε το σακάκι αυτό στο νούμερο και χρώμα που κρατήσατε. Καταστεναχωρέθηκε όταν της είπα ότι έχει εξαντληθεί. Τα σακάκια αυτά έχουν γίνει ανάρπαστα. Μεγάλη επιτυχία! Το καλύτερο δώρο για τα Χριστούγεννα. Κρίμα π’ αλλάξατε γνώμη. Ελπίζω να μην το μετανοιώσετε.» Έγνεψε στην κοπέλα στο βάθος με μια κίνηση θριαμβευτική, «Δεσποινίς Ελπίδα, ελάτε, ελάτε. Βρήκαμε το σακάκι!»
Η κοπέλα άφησε στην άκρη κάτι γραβάτες που κοίταζε και πλησίασε στο ταμείο.
«Η δεσποινίς Ηλέκτρα» είπε ο υπάλληλος «κράτησε το σακάκι στο νούμερο και χρώμα που θέλετε προ πολλού, αλλά τώρα έχει αλλάξει γνώμη. Οπότε μπορείτε να το πάρετε εσείς.»
«Τι καλά!» είπε η κοπέλα και γυρίζοντας στην Ηλέκτρα, «σας ευχαριστώ πολύ. Ξέρετε, θέλω να το κάνω δώρο στον πατέρα μου για τα Χριστούγεννα.»
Η Ηλέκτρα με κόπο συγκράτησε τα δάκρυα της. «Ελπίζω να του αρέσει» είπε με τρεμάμενη φωνή.
Αυτό ήταν το μόνο που κατάφερε να ξεστομίσει. Όταν βγήκε απ’ το κατάστημα τα δάκρυα έτρεχαν ήδη καυτά στα μάγουλα της. Εκείνο που ’θελε αυτή τη στιγμή ήταν να επιστρέψει στο σπίτι της, να κλειστεί στο δωμάτιο της και να χαθεί στην άυλη πια αγκαλιά του πατέρα της.
«Λοιπόν, δεσποινίς Ελπίδα, ορίστε το σακάκι. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ο πατέρας σας θα το λατρέψει! Καλά Χριστούγεννα και εύχομαι να σας ξαναδούμε» είπε ο υπάλληλος με ένα βλέμμα όλο υπονοούμενα.
Η Ελπίδα άφησε ένα αμυδρό χαμόγελο και βγήκε αργά από το κατάστημα. Ήταν χλομή και η ξανθιά περούκα που φορούσε τη χλόμιαινε ακόμη περισσότερο. Τα μεγάλα της όμως γαλανά μάτια και τα σαρκώδη χείλη της έδιναν μια σπάνια, αλλιώτικη ομορφιά. Τελείωσε το Μετσόβειο Πολυτεχνείο και τα τελευταία δύο χρόνια δούλευε σ’ενα αρχιτεκτονικό γραφείο στο κέντρο. Δεν ήταν παντρεμένη και ζούσε με τους γονείς της. Περίπου ένα χρόνο πριν άρχισε να μην νοιώθει καλά: ζαλάδες κι αφάνταστη αδυναμία. Πήγε στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Είχε καρκίνο στο στήθος και ήταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Έκανε αμέσως εγχείρηση και έπειτα άρχισε χημιοθεραπεία. Οι γιατροί της έδωσαν ελπίδες και η ίδια ήταν αισιόδοξη. Δυστυχώς όμως, τέσσερεις μήνες μετά ο καρκίνος έκανε μετάσταση στο παχύ έντερο. Άλλη εγχείρηση και ξανά χημιοθεραπεία. Την τελευταία φορά που είδε το γιατρό της της φάνηκε αρκετά ανήσυχος.
«Ελπίδα, λυπάμαι, αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά» της είπε.
Εκείνη τη στιγμή ένοιωσε όλο τον κόσμο να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Δεν είπε λέξη, απλά σηκώθηκε μηχανικά απ’ την καρέκλα, άνοιξε την πόρτα του ιατρείου, βγήκε έξω κι άρχισε να περπατά χωρίς να ξέρει που πηγαίνει...
Τώρα πια τι σημασία είχε άλλωστε; Βαθιά μέσα της ήξερε ότι πια δεν της απέμενε πολύς χρόνος για να ζήσει. Τούτα τα Χριστούγεννα, αν βέβαια κατάφερνε να ζήσει μέχρι τότε, το ’ξερε πώς θα ’ταν και τα τελευταία της. Οι γονείς της έγιναν ράκος όταν το έμαθαν, κατέβαλαν όμως υπεράνθρωπες προσπάθειες να σταθούν δυνατοί και να της δώσουν κουράγιο και δύναμη. Την είχαν στηρίξει αφάνταστα καθόλη τη δύσκολη τούτη φάση της ζωής της. Πραγματικά δεν ήξερε τι θα ’κανε χωρίς την αγάπη και τη στήριξη τους. Ένοιωθε λοιπόν την ανάγκη αυτά τα Χριστούγεννα να τους κάνει ένα ξεχωριστό, ίσως τελευταίο, δώρο. Το δερμάτινο σακάκι της βιτρίνας ήταν το δώρο που θα έκανε στον πατέρα της.
Ήρθαν τα Χριστούγεννα, και τα επόμενα, και τα επόμενα, και τα επόμενα. Η Ράνια βρήκε δουλειά ως λέκτορας στη Φιλοσοφική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η Ηλέκτρα γνώρισε ένα καλό παιδί, παντρεύτηκε και γέννησε ένα αγοράκι, τον Ηλία. Και η Ελπίδα...
Ποιος ξέρει τάχα τι ν’ απόγινε η Ελπίδα;
Μ.Π.


Σύντομο Βιογραφικό
H Μαρία Παύλου γεννήθηκε στην Πάφο της Κύπρου το 1979.
Σπούδασε ελληνική φιλολογία (κλασική κατεύθυνση) στη Φιλοσοφική
Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στις κλασικές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Ακρωτηριασμένα Αγάλματα στο Σεληνόφως» θα κυκλοφορήσει το Μάϊο του 2009 από τις εκδόσεις Ιωλκός.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (9)

3ος Έπαινος Εφηβικού
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)

Μέρα ενός εφήβου!
του Κωστή-Χρυσοβαλάντη Κοτσώνη

Εφτά και τριάντα. Ο έφηβος σηκώνεται βαρύς από το κρεβάτι. Δεν βλέπει μπροστά του και κινδυνεύει να κουτουλήσει πάνω στο φωτιστικό. Βλέπετε, τώρα τελευταία ψηλώνει όλο και περισσότερο. Βγαίνει από το δωμάτιο και καλημερίζει τη «μητέρα»: «Γεια σου μάνα!» Η καημένη τρομάζει ακούγοντας την αρρενωπή πια φωνή του γιόκα της. Που είναι αυτή η αθώα παιδική φωνούλα που ήξερε;
Ο έφηβος κάθεται στην καρέκλα και καταβροχθίζει το πρωινό του με βουλιμία. Αφού φάει και την τελευταία φέτα με μαρμελάδα πηγαίνει να ντυθεί. Φοράει το τζινάκι, την μπλούζα με την στάμπα του 50 CENT, το ρολόι (με χρονόμετρο παρακαλώ!) και τα NIKE παπούτσια. Α! τι ξεχάσαμε; Το τζελάκι φυσικά! Αφού απλώσει μία τεράστια δόση ζελέ στα μαλλιά του κοιτάζεται στον καθρέφτη. Άντε μεγάλε, κούκλος είσαι, θα τις ρίξεις όλες μιλάμε!
Το χαριτωμένο δεκαπεντάχρονό μας χαιρετά αδιάφορα την μαμά, παίρνει την τσάντα και την κάνει… Βγαίνει στον κρύο δρόμο και πηγαίνει με το πάσο του. Έτσι κι αλλιώς τι θα γίνει αν αργήσει; Το πολύ πολύ καμία απουσία να πάρει. Σιγά τα ωά! Αγοράζει και μία τσίχλα από το περίπτερο να έχει να μασουλάει. Όταν τελικά φτάνει στο προαύλιο, πηγαίνει κοντά στους κολλητούς του. Τι θα έκανε χωρίς αυτούς; Με ποιους θα έβλεπε τα «ύποπτα» βιντεάκια του, με ποιον θα πήγαινε στο ίντερνετ καφέ, με ποιον θα έκανε πλάκες; Αυτοί τον «καλωσορίζουν» λέγοντας: «Άντε ρε μάγκα, άργησες!» Αυτός δικαιολογείται, ότι τον καθυστέρησε η μάνα του! Το κουδούνι διακόπτει αυτή την «εποικοδομητική» συζήτηση.
Αμέτρητα παιδιά τρέχουν να μπουν στις γραμμές τους. Σπρώχνονται, μαλώνουν. Ανάμεσα τους και ο φιλαράκος μας. Πρώτα προσευχή και μετά αρχίζει το κήρυγμα. Ναι, το ξέρουμε, κάποιοι έβαψαν τους τοίχους του σχολείου! Το είδαμε! Ναι, γνωρίζουμε για το χαμένο πορτοφόλι. Κάθε μέρα δεν χάνεται και από ένα; Αχ, αυτή η εφηβική αφηρημάδα δεν συγκρίνεται με τίποτα! Τελικά το βάσανο τελειώνει και τα χαρωπά εφηβάκια μπαίνουν στην τάξη. Μαζί και ο δικός μας. Βγάζει το χιλιοσκισμένο τετράδιο, με τα συνθήματα της αγαπημένης του ομάδας, τα διαβολάκια που μόνο αυτός ξέρει να ζωγραφίζει τόσο ωραία και βλέπει το πρόγραμμα: ΠΡΩΤΗ ΩΡΑ-ΑΡΧΑΙΑ. «Ωχ, όχι να πάρει!» σκέφτεται, αλλά δεν μπορεί να το γλιτώσει! Η καθηγήτρια μπαίνει μέσα.
Το μάθημα κυλά ήρεμα. Ο Θανάσης ζωγραφίζει, η Ντιάνα ονειροπολεί και ο Μάκης μιλάει με τον Παύλο. Ο έφηβός μας μπαίνει στην κουβέντα. Ποιος κάθεται τώρα να κάνει χρονική και εγκλιτική αντικατάσταση το «όμνυμι»; Προτιμά να μιλήσει για την Milan! Τι ατυχία όμως! Μόλις εξηγούσε για την γκολάρα στο εξηκοστό πέμπτο λεπτό, η καθηγήτρια τον αγριοκοίταξε πίσω από του φακούς της και του έδειξε την πόρτα. «Μα κυρία, δεν έκανα τίποτα» φωνάζει μηχανικά και τελικά βγαίνει ψιθυρίζοντας κατάρες.
Το κουδούνι χτυπάει κι ο έρημος διάδρομος γεμίζει ξαφνικά παιδιά. Τα πιο πολλά πεινάνε σαν λύκοι και τρέχουν να προλάβουν την πρωτιά στο κυλικείο. Άλλα βγαίνουν στην αυλή και συζητάνε.
Ο τιμωρημένος μας φεύγει πριν βγει η καθηγήτρια και αρχίσει να του απαριθμεί όλες τις στερεότυπες εκφράσεις των μεγάλων! Κατεβαίνει και μπλέκεται στις παρέες. Ένας βγάζει κρυφά ένα PLAYBOY και το δείχνει στους άλλους. Σφυρίγματα και γουρλωμένα μάτια παντού, όταν ξαφνικά ακούγεται: «Ξύλο παιδιά, Ξύλο!» Το πλήθος τρέχει να δει. Μπα, τίποτα ιδιαίτερο. Ο Πραλίδης με τον Τριανταφυλλίδη. Ο Πραλίδης τον βγάζει νοκ-άουτ σχεδόν αμέσως. Πράγματι και μετά την επέμβαση τον μεγάλων δυνάμεων (των καθηγητών) οι δράστες οδηγούνται στο τμήμα (στο γραφείο) και ο Τριανταφυλλίδης κουτσαίνει από τον πόνο.
Οι υπόλοιπες έξι ώρες κυλούν περίπου με τον ίδιο τρόπο. Τίποτα ιδιαίτερο, εκτός από ένα τεστάκι στα θρησκευτικά και τη γυμναστική φυσικά!
Στο σχόλασμα, το εφηβάκι μας συνεννοείται με τα φιλαράκια για το βράδυ και τρέχει σπίτι (παραλίγο να τον πατήσει και το λεωφορείο 38). Τρώει λαίμαργα και όταν τελειώνει κοιτάζει λίγο την κοιλιά του. «Πρέπει να αδυνατίσω, πρέπει, πρέπει!» Ο γλυκός μεσημεριανός ύπνος τον νανουρίζει καθώς βλέπει στο όνειρό του τον εαυτό του μυώδη κι αδύνατο όσο χρειάζεται για έναν άντρα.
Όταν ξυπνάει, πλένεται, βάζει τη λοσιόν για τα σπυράκια, φοράει το μποξεράκι και τα πιο καλά του. Έχει έξοδο δεν είπαμε; Αρπάζει το μπουκαλάκι με την κολόνια και βάζει. Πάει και αυτό. Ξαναβάζει και τζελάκι, παίρνει το χαρτζιλίκι που του είχε δώσει ο πατέρας του και φεύγει. Ραντεβού στην πλατεία είχε συνεννοηθεί με τα φιλαράκια του. Το βραδινό αεράκι του χτυπά το πρόσωπο. Όταν τελικά φτάνει στο σημείο συνάντησης δεν βλέπει κανέναν. Θα είχε φτάσει κάπως νωρίς. Κάθισε στο παγκάκι να περιμένει. Και ενώ σκεφτόταν μήπως τον είχαν στήσει οι άλλοι, είδε την Ελένη.
Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν ταμπούρλο! Η Ελένη ήταν συμμαθήτριά του, μα αυτός θα ήθελε να είναι κάτι παραπάνω! Πόσο θαμπώνονταν από την παρουσία της! Την σκεφτόταν συνέχεια! «Γεια» του ψιθύρισε με την τόσο γλυκιά φωνή της. «Γεια» ψελλίζει κι αυτός. «Πάει μεγάλε, αν είσαι έτσι το έχασες το παιχνίδι» λέει μέσα του και μπαίνει αμέσως στο ψητό: «Θέλεις να έρθεις μαζί μας;» ρωτάει και ο ιδρώτας τρέχει στο πρόσωπο του. Η Ελένη χαμογελά και σκέφτεται ή κάνει πως σκέφτεται. Τελικά απαντά «Μπα, sorry αλλά δεν γίνεται! Κάποια άλλη φορά.» και φεύγει. Αυτό ήταν. Η απογοήτευση κυριεύει τον έφηβό μας και κατεβάζει μούτρα. Σε λίγο έρχονται και οι φίλοι του. «Τι συμβαίνει;» τον ρωτούν και αυτός τους εξηγεί το επεισόδιο με την τσαχπινιάρα συμμαθήτριά τους. Εκείνοι χαμογελούν. Δείχνουν να καταλαβαίνουν. Λες και αυτοί δεν ξέρουν τι σημαίνει χυλόπιτα!! Τελικά, η παρέα φεύγει και κατευθύνεται προς το πλησιέστερo GOODY’S. Αχ, πόσα έχουν περάσει σε αυτό το χαριτωμένο ταχυφαγείο! Πόσα χάμπουργκερ έχουν κατεβάσει! Από μικρά παιδάκια πήγαιναν με τον παππού και την γιαγιά και τώρα πάνε με τα κορτσούδια!
Κάθονται στο τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Παραγγέλνουν πατάτες, χάμπουργκερ, σάντουιτς και φυσικά κόκα κόλα! Αρχίζουν και μιλούν για τα νέο άλμπουμ των Metallica, τα νέα βιντεοπαιχνίδια… Τι, δεκαπεντάχρονοι και θα μιλούν για τα νέα του χρηματιστηρίου; Είναι αντίθετο στην φύση τους. Ξαφνικά, ένας αρχίζει την πλάκα πετώντας μία πατάτα στο πρόσωπο του κολλητού του. Όσο νόστιμες και αν είναι οι πατατούλες, κανείς δεν τις θέλει στη μούρη! Σύντομα λοιπόν, άρχισε ένας πατατοπόλεμος που όμοιός του δεν υπάρχει! Σιγά σιγά μπήκαν στο παιχνίδι και τα παγάκια.
Τελικά, αναγκάστηκαν να την κάνουν(όπως είπαν) γιατί οι υπεύθυνοι μόνο που δεν τους έδειραν! Βγήκαν στο δρόμο, έβγαλαν τα κινητά και τραγουδούσαν τα αγαπημένα τους σουξέ, εκεί, μπροστά σε όλους. Μία γριούλα έκανε και το σταυρό της. Αυτή είναι η εφηβεία! Χωρίς να πιεις σε πιάνει μία μέθη! Δεν καταλαβαίνεις τι κάνεις, που πας, τι λες! Έτσι και ο έφηβός μας. Στις δέκα η ώρα οι ιδρωμένοι, θολωμένοι έφηβοί μας, χαιρετήθηκαν και ο καθένας πήγε στο σπίτι του.
Οι γονείς του πάλι έλειπαν. Σπάνια τους βλέπει στο σπίτι. Ή δουλεύουν ή έχουν υποχρεώσεις! Κάθεται στον υπολογιστή. Πόσες φορές είναι για αυτόν καλύτερη συντροφιά! Τον ταξιδεύει στους φανταστικούς κόσμους του ηλεκτρονικού παιχνιδιού και του ίντερνετ, τον βοηθάει με τις εργασίες του και του παίζει μουσική όλη νύχτα γιατί ξεχνάει να τον κλείσει. Άσε που του έχει ρίξει ένα σωρό χρήματα, για να συμβαδίζει πάντα με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Μπαίνει να παίξει διαδικτυακό παιχνίδι. Στην αρχή η ικανοποίηση φαίνεται στο πρόσωπό του, αλλά μετά από λίγο, χτυπάει γεμάτος οργή το πληκτρολόγιο. Τελικά τον κλείνει βρίζοντας και σηκώνεται. Πάει στο σαλόνι και κάθεται στην τηλεόραση. Τι έχει; Α, να ένα ωραίο θρίλερ! Με σκοτωμούς, με τέρατα, με τα όλα του! Ο έφηβος καθηλώνεται στην οθόνη και τελικά τον παίρνει ο ύπνος στον καναπέ. Μάλιστα, η κόκα κόλα που πήρε να πιει (άντε πάλι!) χύθηκε.
Όταν τελικά οι γονείς του επιστρέφουν στο σπίτι, η μαμά κοιτάζει τον γιόκα της να ροχαλίζει σαν αγριογούρουνο και θυμάται πως τον νανούριζε στην αγκαλιά της (Αμάν πια αυτές οι μαμάδες, όλο τα παλιά θυμούνται;). Κατόπιν παρατηρεί τον γεμάτο κόκα κόλα καναπέ και την αναμμένη τηλεόραση με το τέρας να καταβροχθίζει το μικρό παιδάκι και αναστενάζει. Τότε μπαίνει και ο πατέρας μέσα, της πιάνει το χέρι και της λέει: Αχ, ακόμα να το μάθεις;
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΦΗΒΕΙΑ!

Σύντομο Βιογραφικό

Γεννήθηκα και κατάγομαι από τη Θεσσαλονίκη. Είμαι 15 χρονών και φοιτώ στο 30ο Γενικό Λύκειο Θεσσαλονίκης. Αυτή είναι η πρώτη φορά που συμμετέχω σε επίσημο διαγωνισμό. Ασχολούμαι, εκτός από τη συγγραφή διηγημάτων, με το σκίτσο και τα κόμικς. Επιπλέον, η δημιουργία σύντομων βίντεο και η αναμετάδοση ραδιοφωνικού σταθμού στο Διαδίκτυο είναι δραστηριότητες που μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Μολονότι είναι δύσκολο ακόμα να κατασταλάξω σε κάποιο επάγγελμα, σκέφτομαι να ασχοληθώ με τη γλώσσα (ως δημοσιογράφος, συγγραφέας ή γλωσσολόγος).


Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (8)


2ος Έπαινος Εφηβικού
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)

Η ζωή ενός ζητιάνου
 

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (7)

1ος Έπαινος Εφηβικού
του Α΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος (2008)

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
της Δέσποινας Ζαχαριάδου

Ο καθρέφτης μου μιλούσε σιγανά. Πρώτη φορά είδα τα μάτια μου μαύρο χρώμα. Έφταιγε όμως και το φως του ήλιου που βασίλευε πίσω από τις κορυφές μακρινών βουνών. Ήταν λοιπόν αυτός κι όχι η απόφασή μου που τα έκανε μαύρα. Μ’ αυτά έβλεπα ό,τι βλέπουν όλοι, τους ανθρώπους, τα δέντρα, το ποτάμι, το φεγγάρι, τις νεράιδες. Να λοιπόν και κάτι που δεν το έβλεπαν οι άλλοι, οι νεράιδες.
Οι νεράιδες μου ήταν πολλές. Κάποιες ξυπνούσαν την νύχτα και γυάλιζαν στο σκοτάδι τα φτερά τους. Υπήρχαν όμως κι άλλες που φτερούγιζαν την ημέρα και έβαφαν με χρώματα την αυγή και με ξυπνούσαν κάθε πρωί. Αυτές τις έπαιρνα μαζί μου όπου πήγαινα κι ήταν το μυστικό μου, που όμως δεν χρειαζόταν να το κρύψω, γιατί απλούστατα κανείς δεν μπορούσε να το δει.
Κάτω από τα μάτια ήταν η μύτη. Αυτή την πήρα από τον πατέρα μου και με βοηθούσε πολύ αυτό, όποτε ήθελα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήμουν αγόρι. Ήταν όμως χρήσιμη και για άλλον λόγο. Ανακάλυπτε νέες μυρωδιές. Την άνοιξη με βασάνιζε με το εθιστικό άρωμα της γαρδένιας που τόσο υπερβολικό μου φαινόταν, αλλά δεν μπορούσα να του αντισταθώ. Το καλοκαίρι πάλι με γέμιζε με μυρωδιές από τα ώριμα ροδάκινα, ενώ μετά από λίγο ένιωθα τη μούχλα και την υγρασία των πρώτων βροχών.
Όμως το στόμα μου το αγαπούσα περισσότερο. Ήταν λίγο παράξενο, μ’ ένα φούσκωμα στο πάνω χείλος και τις λυπημένες άκρες του στραμμένες προς τα κάτω. Όταν λοιπόν μ’ έπιανε εκείνη η τρελή επιθυμία να βρω νέες γεύσεις δοκίμαζε τα πάντα. Συνδύαζε την ζεστή σοκολάτα με γλυκό πιπέρι, και την βαθιά γεύση της κανέλας με το γάλα ξυπνώντας κρυμμένες αισθήσεις.
Κοιτώντας στον καθρέφτη δεν χρειάστηκε να στρέψω το κεφάλι μου για να δω τα’ αυτιά μου καθώς ήταν ήδη αρκετά ευδιάκριτα. Το καλό με τα αυτιά μου ήταν ότι τους άρεσε η μουσική. Το άκουσμα μιας νότας ήταν αρκετό, για να τα ερεθίσει, να τραβήξει το ενδιαφέρον τους. Και έτσι με τον καιρό δημιουργούσαν και δικές τους μουσικές, δικές τους φωνές. Δυστυχώς όμως ήμουν παράφωνη και αυτό τα δυσκόλευε κάπως να εκφραστούν.
Το ευαίσθητο σημείο μου κινήθηκε στον καθρέφτη κι αυτό ήταν τα φρύδια μου. Παρμένα κι αυτά από τον πατέρα μου αντιδρούσαν σε καθετί που συνέβαινε. Ανάλογα με την περίσταση έπαιρναν και διαφορετικό σχηματισμό έτσι που, αν κάποιος τα παρατηρούσε, μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί τι ένιωθα. Αυτή τους η εκφραστικότητα λοιπόν μου είχε χαρίσει κι ένα δώρο, μια βαθιά και δύο μικρότερες ρυτίδες κατά μήκος του μετώπου μου.
Ευτυχώς ήταν μεγάλο και χωρούσε πολλές ακόμη. Επειδή ακριβώς ήταν μεγάλο, μου ταίριαζαν και τα μαζεμένα μαλλιά. Όμως ο καθρέφτης τα έδειχνε τώρα κουρεμένα κοντά και κατσαρά λίγο πάνω από τους ώμους. Τα ήθελα έτσι, για να φτιάχνω περίεργα χτενίσματα. Εξάλλου είχε κουραστεί ο καθρέφτης να με βλέπει πάντα ίδια.
Οι σκιές της νύχτας σκούρυναν ακόμα πιο πολύ τα μάτια μου που φάνταζαν πιο μαύρα και από μαύρα. Αυτό το βράδυ δεν έπρεπε να ξυπνήσουν οι νεράιδες. Το είχα υποσχεθεί στον καθρέφτη μου αλλά φάνταζε όλο και πιο δύσκολο. Κοίταξα στο βάθος και είδα μια μαριονέτα κρεμασμένη στον τοίχο. Ήξερα ότι το πρωί θα την έκλεινα στο τελευταίο συρτάρι, αλλά ήταν ακόμη βράδυ.
Όλοι είχαν κοιμηθεί από νωρίς και ήταν ήσυχα. Μου άρεσε η ησυχία τόσο πολύ. Άκουγα καλύτερα τη φωνή μου και τα τραγούδια των ξωτικών. Όμως τώρα ήμουν ξύπνια μόνο εγώ. Ξαφνικά αντιλήφθηκε πόσο μόνη ήμουν. Μέσα σ’ ένα απέραντο δωμάτιο, σ’ έναν απέραντο καθρέφτη, σ’ ένα απέραντο σώμα ήμουν τελείως μόνη.
Συχνά φορούσα τα κοντά μου φορεματάκια με ριγωτές κάλτσες και πηδούσα τα πλακάκια ανά δύο για να μοιάζω με τις νεράιδές μου, μα τώρα δεν είχα να μοιάσω σε κανέναν. Θαρρείς και είχα ψηλώσει τόσο που δεν μου έκαναν πια εκείνα τα φορέματα, κι εγώ είχα βάλει μόνο δύο πόντους. Ένα καινούριο, γυμνό σώμα έψαχνε να βρει ρούχα. Δυο μάτια προσπαθούσαν να δουν τι χρώμα έχουν. Και στα πόδια τα δύο πλακάκια φαίνονταν μικρά και το ένα μεγάλο.
Η μαριονέτα από το βάθος προσπάθησε να κουνηθεί, αλλά την κοίταξα μ’ ένα αυστηρό βλέμμα και σταμάτησε μεμιάς. Τρόμαξα με την ιδέα μόνο της έκφρασής μου και ξανακοίταξα το πρόσωπό μου. Τότε θυμήθηκα τον αγαπημένο μου κούκλο, που μου είχαν χαρίσει, όταν ήμουν μικρή. Φορούσε μια γυαλιστερή φορεσιά με μπλε κι ασημί χρώμα και είχε ένα πήλινο ζωγραφιστό πρόσωπο. Ένα πρωί όμως που δεν τον χαιρέτησα πριν φύγω για το σχολείο, έσπασε το όμορφο πρόσωπό του και δεν τον ξαναείδα.
Τα μάτια μου δάκρυσαν κι η μαριονέτα προσπάθησε να ξανακουνηθεί. Σκούπισα βιαστικά τα μάγουλά μου και αυτή εγκατέλειψε κάθε ελπίδα. Ένα τέτοιο δάκρυ είχε και ο κούκλος στο μάγουλό του ζωγραφισμένο. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί να υπάρχει αυτό το δάκρυ και τώρα κατάλαβα. Αυτός που τον έφτιαξε ήθελε να απαλλαγεί από τα δικά του δάκρυα και τα «χάρισε» στον κούκλο μου. Ήταν αλήθεια λοιπόν ότι και οι κούκλες έκλαιγαν, όμως η μαριονέτα ούτε που δάκρυσε. Ίσως τελικά να ήμουν εγώ μια κούκλα μπλεγμένη σε ένα απροσδιόριστο παιχνίδι.
Είχα όμως τον έλεγχο. Μπορούσα να σταματήσω τη μαριονέτα, μπορούσα να σταματήσω τα δάκρυα, ακόμη και να κυλήσω τον χρόνο, πετώντας ουσιαστικά στιγμές από τη ζωή μου, αν αυτό θεωρείται έλεγχος.
Μια αράχνη προσπαθούσε για τρίτη φορά ν’ ανέβει τον τοίχο μα έπεσε πάλι. Το ένα φρύδι μου σηκώθηκε και το στόμα μου πήρε μια καινούρια έκφραση. Ίσως και να ήταν ειρωνεία, μα δεν μου άρεσε και την άλλαξα αμέσως, όμως άφησε μια γεύση οξεία και ξινή σαν αυτή των άγουρων πορτοκαλιών στο πίσω μέρος της γλώσσας μου. Σταδιακά διαπίστωνα ότι με κυρίευε μια αίσθηση πειθαρχίας. Ήθελα να πειθαρχήσω τα πάντα στον καθρέφτη μου. Ένα καινούριο παιχνίδι γεννιόταν μες στη νύχτα.
Το βλέμμα απέναντί μου, μου χαμογέλασε, επιτέλους ύστερα από αυτήν την φιλοσοφική συζήτηση. Η αλήθεια είναι πως πλέον αντίκριζα μια πιο βελτιωμένη εκδοχή του χαμόγελού της με μια σειρά από ίσια κατάλευκα δόντια που είχαν φτάσει τελικά στη «σωστή» τους θέση. Και εγώ πίστευα στη «σωστή» στιγμή. Υπήρχε μια σωστή στιγμή για να δείξω στους φίλους μου το μυστικό που είχα ανακαλύψει, περπατώντας στη βροχή. Υπήρχε μια σωστή βροχή σαν αυτή την ασημένια που γέμισε τώρα το δωμάτιό μου για την «σωστή» στιγμή. Μου άρεσε όταν έβρεχε και εγώ προσπαθούσα να βρω στον ουρανό το σύννεφο που την έριχνε και μετά ακολουθούσα με το δάχτυλό μου τα ίχνη της κάθε σταγόνας πάνω στο τζάμι του αυτοκινήτου. Τα μαλλιά μου φάνταζαν σαν καλυμμένα από ασήμι και το βλέμμα ζωντάνεψε ακόμη πιο πολύ. Ναι! Πίστευα πως υπήρχε και σωστό βλέμμα για την κάθε σωστή στιγμή και διαφορετικό για τον καθένα. Περιμένοντας στη στάση του λεωφορείου παρατηρούσα τα πρόσωπα των ανθρώπων και καταλάβαινα. Πολλοί από αυτούς φοβούνταν να βρουν το σωστό βλέμμα απέφευγαν τη σωστή στιγμή και τότε έμοιαζαν σαν τα μπάσα που δεν ταίριαζαν σένα τραγούδι ή σαν φάλτσες ελάσσονες αρπές. Ο καθρέφτης τότε παραπονέθηκε πως τον λέρωνε η βροχή και δυστυχώς αναγκάστηκα να την σταματήσω, καθώς ήταν όρος της συμφωνίας μας να τον υπακούω για αυτό το βράδυ.
Υπήρχαν φορές που αναρωτιόμουν κάποια πράγματα. Έβαζα τον εαυτό μου απέναντί και σιγομιλούσαμε τα βράδια λίγο πριν με πάρει ο ύπνος. Σκεφτόμουν το κεφάλι μου που συνεχώς ήταν γεμάτο από σκέψεις, τόσες πολλές που κάποτε ξεχνούσα κάποιες και κατέληξα να τις γράφω σε ένα τετράδιο. Και η απορία μου ήταν αν ποτέ θα άδειαζε και πώς θα ήταν τότε, εκείνη τη στιγμή, αυτός ο άνθρωπος που μου μιλούσε.
Θυμήθηκα πως όταν ήμουν μικρή και άκουγα κάτι, μετά το επαναλάμβανα μέσα μου πολλές φορές , το σκεφτόμουν και το ανέλυα . Όλοι οι άνθρωποι γύρω μου ήταν κυνηγοί. Κυνηγοί της τελειότητας. Με λαχτάρα και πάθος έψαχναν να βρουν κάτι που φάνταζε υπέροχο και άπιαστο. Πάντα όμως μόλις το πετύχαιναν, μετά από λίγο έβρισκαν κάτι ακόμη καλύτερο. Και έτσι όπως πετούσα από επάνω τους φάνταζαν να ανεβαίνουν μια σκάλα μ’ ατελείωτα σκαλοπάτια. Ναι ! πετούσα από επάνω τους κι ήταν υπέροχη η αίσθηση δυο φτερών που μπορούσαν να σε ταξιδέψουν. Τους κοιτούσα, λοιπόν από ψηλά κι αναρωτιόμουν αν άξιζε να ζούμε κυνηγώντας μια τελειότητα που πάντα στα μάτια των πουλιών θα φαίνεται μετριότατη ή αν τελικά αυτό το κυνήγι είναι που δίνει στη ζωή μας νόημα, για να γευόμαστε λαίμαργα την κάθε στιγμή.
Ζώντας, λοιπόν λαίμαργα την ζωή είχα ένα πρόβλημα που σ’ όλους φάνταζε επικίνδυνο. Δεν έγραφα σωστά τις λέξεις. Δηλαδή εμένα δε μου φαινόταν λάθος, αλλά για τους άλλους ήμουν ¨ανορθόγραφη¨. Κι αυτό, γιατί εγώ έβλεπα αλλιώς τις λέξεις . Έγραφα το καρότο με δύο ‘ρρ’ επειδή ήταν σκληρό όταν το μασούσα και το αυγό με ‘υ’ αν ήταν τηγανητό και με ‘β’ αν ήταν βραστό. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό , ήταν το ότι έψαχνα πίσω από αυτές αλλά και από όλα γύρω μου να βρω μια άλλη διάσταση . Να ανακαλύψω κάτι κρυμμένο κάτι ουσιώδες που να δίνει νόημα στα πάντα και να συνδυάζει άλογα πράγματα με απροσδιόριστες συμπτώσεις, έτσι ώστε κάθε εξίσωση να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα.
Κι ήταν δύσκολο να το ανακαλύψω. Σε μια ζωή προσπάθειας υπήρχαν κάποιες στιγμές που έκλεινα τα μάτια μου και τα χέρια μου έπαιζαν βιολί μόνα τους, τελείως ελεύθερα δίνοντάς μου την υπέροχη αίσθηση που μόνο όσοι την έχουν μπορούν να την καταλάβουν. Έτσι κι αυτήν την ανάμειξη από συναίσθημα, ψυχή και πνεύμα που έψαχνα να βρω υπήρχαν στιγμές που την έβλεπα και την ένιωθα πίσω από ένα λουλούδι ή από δύο μάτια. Και τότε αισθανόμουν πως δεν είχα ανάγκη τα φτερά μου, για να πετάξω. Ούτε τις νεράιδες, για να βλέπω κάτι που δεν έβλεπαν οι άλλοι. Δεν ήταν το καστανό ή το μαύρο χρώμα των ματιών μου, ούτε η μεγάλη μου μύτη που φαινόταν στον καθρέφτη. Ήταν ένα υπέροχο συναίσθημα που πλημμύριζε τον άνθρωπο που μου μιλούσε. Και δεν χρειαζόμουν το μυαλό για να το δω γιατί ήταν κάτι ασύλληπτο.
Πολλοί θεωρούσαν πως η ποίηση κρυβόταν πίσω από όλα, εγώ πάλι, πίστευα πως ήταν ένας τρόπος προσδιορισμού. Κάθε μοναδικός στίχος προσδιόριζε κάτι επίσης μοναδικό και το σχηματοποιούσε, του έδινε υπόσταση και εγώ έτσι μπορούσα να ψάξω.
Ήταν όμως άσχημο το ότι συλλογιόμουν πολύ. Κι έβρισκα δύσκολο να παραδεχτώ όταν κάποια γεγονότα με βοηθούσαν να καταλάβω κάτι δεδομένο, κάτι που επιβαλλόταν με όρια, μπλέκοντας τους ανθρώπους σε μια κατάσταση αναπόδραστη. Και αναρωτιόμουν αν ο άνθρωπος ως ψυχική οντότητα ήταν τελικά ο στόχος του ανθρώπου ως πνευματική οντότητα.
Δεν μπορούσα ακόμη να κατανοήσω την ύπαρξη της ευθείας. Την άλγεβρα τη θεωρούσα χρήσιμη, ενώ η γεωμετρία ήταν ευχάριστη. Όμως η ευθεία ήταν κάτι αμφισβητήσιμο σε αντίθεση με το μισό άπειρο που υπήρχε. Υπήρχαν τέτοιες στιγμές που ήθελα να ήμουν πρωτόγονος, χωρίς επιστήμες και ευθείες, αλλά πραγματική μάθηση. Γιατί αυτή που μου προσέφεραν ήταν απολύτως «καλωδιωμένη». Άνθρωποι που ενώ έπρεπε να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο και να δουν πως η κότα γεννάει το αβγό της, την μετέφεραν σε έναν κόσμο που δημιουργούσαν μόνο και μόνο για να έχουν ήσυχη την συνείδησή τους ότι εξελίσσονταν.
Τι λυρικές σκέψεις που κούραζαν το μυαλό και έκαναν τους άλλους να γελάνε. Εμμονή αμφισβήτησης ή τρόπος προσδιορισμού, ακούγοντας μελωδίες σε ελάσσονες κλίμακες με τις καθαρότατες νότες του πιάνου. Καθαρότατη μελαγχολία. Λίγο μέλι που έλυε το άγχος. Τι υπέροχο συναίσθημα. Ευχόμενη προς κάτι με τα φρύδια σφιγμένα, ένιωθα αυτή την ακατάπαυστη έλξη αναζήτησης, σαν την αλμυρή γεύση που αποζητά ο ουρανίσκος μετά από την γλυκιά.
Ένα ανατριχιαστικό δέος ρίγησε το δέρμα μου καθώς τα χέρια του πιανίστα έπαιζαν γρήγορες φορτίσιμες σκάλες με πολλές υφέσεις. Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκα το σκοτάδι και την ανάσα μου που ακουγόταν γρήγορη μες στην απόλυτη ησυχία του σπιτιού.
Κι ήταν τρελός ο κόσμος. Έκοβαν οι άνθρωποι τις ουρές τους, σαν την αλεπού, και μετά τις έκοβαν κι οι άλλοι. Και ήθελαν όλοι το παράλογο. Αποκαλούσαν παραδοσιακή την απελευθέρωση κι επιδίωκαν την υποδούλωση. Εγώ πάλι ασφυκτιούσα μπλεγμένη σε δύο κόσμους, αποφασισμένη, αλλά ανίκανη να δραπετεύσω. Και τότε μου ήταν δύσκολο να καταλάβω τους ανθρώπους. Ήταν πολλοί και κλειστοί και χρειαζόμουν καιρό για να τους ανοίξω, όσους τελικά κατάφερνα, αφού πια τα μάτια όλων δεν μιλούσαν. Είχαν μια μόνιμη έκφραση καχυποψίας και φόβου συνδυασμένη με την ανωτερότητα κι εγώ δεν ήξερα σε ποια γλώσσα να τους μιλήσω.
Κάποτε έλεγαν πως όταν οι άνθρωποι μεγάλωναν έχαναν την φαντασία τους. Όμως τώρα ούτε τα παιδιά είχαν την ικανότητα και την δυνατότητα να φαντάζονται. Μ’ ένα μέλλον προβλέψιμο και ζωή δεδομένη, ο καθρέφτης τους δεν ήταν από γυαλί. Είχαν όλοι πέντε δάχτυλα, μια μύτη και δυο μάτια. Κανείς δεν απολάμβανε πια την ποίηση κι ούτε διάβαζε η μαμά παραμύθια στα παιδιά πριν κοιμηθούν. Κι η μέρα είχε άλλοτε 28 ώρες ή και 30 περιστρεφόμενες γύρω από μια πνευματική κορύφωση που όμως έτσι μόνο φάνταζε, γιατί στην ουσία ήταν άκρως υλική κι αθωωνόταν επικαλούμενη το συναίσθημα, μια ανάμνηση που λίγοι διατηρούσαν.
Ένα μακρόσυρτο αλυχτό διαπέρασε την ησυχία κι άγγιξε τα αυτιά μου. Έκλεισα τα μάτια μου και αφουγκράστηκα για λίγα λεπτά. Ήταν αλήθεια λυπηρό το κλάμα αυτού του σκύλου, που τον κορόιδευε το φανάρι του δρόμου.
Μου θύμισε τα χέρια μου όταν με κοίταζαν με μάτια κίτρινα. Σε στάση επίθεσης μ’ ένα παράδοξο ενδιαφέρον, με άγνωστο σκοπό. Μ’ εγκλώβιζαν μ’ αυτό το βλέμμα υπεροψίας και ήταν πάντα ο νικητής σ’ έναν αγώνα. Στον αγώνα που αυτά δημιουργούσαν. Και εγώ ήμουν κάτι αλλόκοτο μια δυσνόητη λέξη έξω απ’ τις συμφωνίες. Τότε αποφάσιζα να μιλάω μόνο στο πρόσωπο απέναντί μου, προσπαθώντας να εντοπίσω το σφάλμα χωρίς προσποιητή δεξιότητα με λέξεις γνωστές. Γιατί με κούραζαν αυτές οι λέξεις και έτσι βρισκόμουν ακόμη πιο εσωτερικά αποκλείοντας τες και χώριζα την απομόνωση απ’ την μοναξιά, με τη μοναδική αξία να με εισάγει ακόμη πιο μέσα σ’ αυτό το περίεργο πλάσμα που έψαχνε να βρει τι να νιώσει την κάθε στιγμή και πώς να ενσωματωθεί στο κείμενο, χωρίς να προσπερνιέται αδιάφορα. Εκείνες οι στιγμές, όπως και τώρα, ήταν οι στιγμές που την είχα πιο πολλή ανάγκη. Χρειαζόμουν τους άμετρους στίχους της που έμοιαζαν με καλούπια σχεδιασμένα αποκλειστικά για μία μόνο σωστή λέξη που άλλοτε αχνοφαινόταν στο χαρτί κι άλλοτε έπρεπε να ψάξω πίσω απ’ τις εικόνες να την βρω. Και μόλις τελείωνε το χέρι μου να γράφει, όλη με κύκλωνε και γύριζε γύρω μου σαν πλανήτης παίρνοντας όλο το βάρος της γλώσσας μου, σαν να καθόριζε ό,τι σκεφτόμουν.
Και μετά η απόλυτη πληρότητα. Ανάσανα και ο αέρας γέμισε τα πνευμόνια μου και με χαλάρωσε. Οι ώμοι μου απέναντι είχαν κατεβεί στην φυσιολογική τους θέση. Έκλεισα τα μάτια και χαμογέλασα. Μπορούσα να με δω ακόμη και έτσι, μέσα από τα βλέφαρά μου. Τα ακούμπησα και ήταν πολύ απαλά σαν το φρεσκοστρωμένο χιόνι. Όλο το σώμα μου είχε χαλαρώσει και νόμισα πως ένιωσα προς στιγμήν την αίσθηση που έχει το έμβρυο μέσα στη μήτρα της μητέρας του.
Όταν ξανακοίταξα στον καθρέφτη όλα ήταν ίδια. Η μαριονέτα στο βάθος μου γέλασε για τελευταία φορά. Θα έμενε, βέβαια, η σκιά της στον τοίχο, μια ζωντανή ανάμνηση αυτής της νύχτας.
Η συγκαταβατική σιωπή του καθρέφτη ταίριαξε με την ησυχία του σπιτιού. Ναι! Όλα είχαν επιτυχώς συμβάλει εκείνο το βράδυ. Κάθε αλλόκοτη πινελιά είχε βρει την αρμονική της θέση σ’αυτήν τη μοναδική σύνθεση. Μόνο που η φλεβίτσα "της μαμάς' κάτω από το αριστερό μου μάτι φαινόταν τώρα πιο έντονη…
Δ.Ζ.
Βιογραφικό
Η Δέσποινα Ζαχαριάδου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1992. Τελειώνει την δευτέρα λυκείου στο λύκειο των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη και προετοιμάζεται για σπουδές στην αρχιτεκτονική. Με την γραφή ποίησης άρχισε να ασχολείται στα 13, ενώ διηγημάτων στα 15.
Το πρώτο της διήγημα «Άνω θρώσκω εν οφθαλμοίς κεκλειμένοις» απέσπασε Β΄ πανελλήνιο βραβείο στον διαγωνισμό του Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών το 2007 και το παραμύθι «Πτητική Ζωολογία» απέσπασε Β΄ παγκόσμιο βραβείο (ασημένια πένα) στον παγκόσμιο διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού Γεφυρες Αγάπης, που διοργανώθηκε από το Μουσείο Παιδικής Τέχνης στην Ξάνθη το 2007. Ποιήματά της έχουν βραβευτεί με έπαινο από τον Σύλλογο Εκδοτών Θεσσαλονίκης το 2008 και από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας το 2009.
Με το σχολείο της έλαβε μέρος σε ρητορικούς αγώνες στην ελληνική γλώσσα 2005-2009 όπου και διακρίθηκε το 2005, στον πανελλήνιο διαγωνισμό έντεχνου ρητορικού αγγλικού λόγου 2008, 2009 όπου απέσπασε τιμητική διάκριση το 2008 καθώς και σε διαγωνισμούς της ελληνικής μαθηματικής εταιρίας (πρόκριση στην τελική φάση 2006, έπαινος στην ημιτελική φάση 2007).
Πολλά χρόνια παίζει βιολί και είναι μέλος της μαθητικής ορχήστρας του σχολείου της, η οποία έχει αποσπάσει τόσο πανελλήνιες όσο και παγκόσμιες διακρίσεις, με πιο πρόσφατη τη Β΄ παγκόσμια θέση σε μουσικό διαγωνισμό στο Neerpelt του Βελγίου. Επίσης η ζωγραφική αποτελεί μια από τις αγαπημένες της ασχολίες (Β΄ βραβείο στους περιφερειακούς μαθητικούς καλλιτεχνικούς αγώνες)(Β΄βραβείο Πορτρέτου στον παγκόσμιο διαγωνισμό του Μουσείου Παιδικής Τέχνης στην Ξάνθη 2008). Τον τελευταίο χρόνο είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Νέων (10η θέση στο συνέδριο επιλογής της ομάδας της Βορείου Ελλάδος) μέσω του οποίου συμμετείχε στο 1ο περιφερειακό συνέδριο της Πορτογαλίας, στην πόλη Guimaraes, 2009.