Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Απονομή Διακρίσεων Ζ' Λογοτεχν. Διαγωνισμού Διηγήματος



Απονομή Διακρίσεων


Χθες Σάββατο 29-1-2022 σε μια μικρή λόγω των συνθηκών, αλλά πολύ ουσιαστική εκδήλωση, παραδόθηκαν τα διπλώματα και τα βραβεία (βιβλία) στην διακριθείσα Δέσποινα Τσεχελίδου (Α΄ Βραβείο) και Ιωάννη Μπαχά (Γ΄ Βραβείο). 
Στην εκδήλωση συμμετείχαν η Αντιπρόεδρος του Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" Ρ. Γαβριηλίδου και τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου Δ. Ευαγγελίδης και Ν. Σαπουνάς
Ακολούθησε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση για τις προοπτικές του Συλλόγου, για την λογοτεχνία, τα βιβλία κλπ. Συμφωνήθηκε να επαναληφθούν αυτές οι συναντήσεις με ευρύτερη συμμετοχή, εφ' όσον το επιτρέψουν οι καταστάσεις.


 

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (6)


 Γ΄ έπαινος

Κόκκινο ρόδι  

Προφητηλιώτη Ευαγγελία 

Η νύχτα μύριζε γιασεμί. Με τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές και τις σίτες για ασπίδα από τα κουνούπια, ήταν άλλο ένα όμορφο βράδυ του Σεπτεμβρίου. Είχε ζέστη αρκετή και ένα απαλό αεράκι που σου χάιδευε τα μαλλιά, ενώ από μακριά έρχονταν χαρούμενες φωνές από παρέες που πήγαιναν στο λιμάνι για διασκέδαση. Πέρασε από μπροστά μου, ρίχνοντας μου μια γλυκιά ματιά και κάθισε στο μπαλκόνι να ξεκουραστεί μετά από μια κουραστική και δύσκολη βάρδια στην δουλειά. Ήταν απογευματινή και την άλλη μέρα πρωινή. Πόσο πολύ θα ήθελε και αυτή να βγει έξω για ένα ποτάκι να χαλαρώσει, αλλά που τέτοια τύχη. Αρχικά δεν πήγαινε το σώμα της, είχε κάτσει στην καρέκλα και δεν έλεγε να κουνηθεί από την κούραση και έπειτα με ποιον να βγει αφού ο αρραβωνιαστικός της είχε φύγει για τριήμερο στην πρωτεύουσα, για να παρακολουθήσει έναν αγώνα από την αγαπημένη του ομάδα. Πώς να του το αρνηθεί να μην πάει, ένα χόμπι είχε και αυτός. Πάντα έδειχνε κατανόηση η Αληθινή, πάντα καταλάβαινε. Άλλωστε έπρεπε να ξυπνήσει την άλλη μέρα στης έξη το πρωί για να πάει ξανά στην δουλειά. Μια χαρά ήταν και στο σπιτάκι της. Είχαν νοικιάσει ένα όμορφο καινούργιο διαμέρισμα με τον Παντελή, κέντρο απόκεντρο κοντά στην αγορά και στο λιμάνι αυτού του υπέροχου νησιού. 

        Αγόρασαν και έπιπλα σε μοντέρνα γραμμή που αρμόζουν στα νέα ζευγάρια, σε αποχρώσεις άσπρο και γκρι. Λίγες πινελιές σε κόκκινο χρώμα υπήρχαν στο σαλόνι τόσο μικρές αλλά εξίσου όμορφες. Ένα αυτοκινητάκι αντίκα στα ράφια πάνω από την τηλεόραση, δυο μαξιλάρια στον γωνιακό καναπέ, ένα πήλινο ρόδι για γούρι, το αγαπημένο της, πάνω στην τραπεζαρία και ένας μεγάλος πίνακας με δυο ανθισμένα κλαδιά κερασιάς ζωγραφισμένα στην μέση, έργο της Αληθινής, που λάτρευε την ζωγραφική, την ηρεμούσε. Μόλις έπιανε τα πινέλα και τις μπογιές της ταξίδευε σε έναν άλλον κόσμο, τον δικό της, σε άγνωστους προορισμούς με όμορφα τοπία με θέα, σαν την θέα που είχε μπροστά της. 

        Το μπαλκόνι της από την μια πλευρά έβλεπε το βουνό, που το χειμώνα γινόταν άσπρο από τα χιόνια και από την άλλη πλευρά έβλεπε την θάλασσα, όχι πολύ, αλλά της έφτανε για να καταλάβει αν φυσάει στην παραλία, αν έχει κύματα η θάλασσα για να αποφασίσει να πάει για βουτιά ή όχι. Άλλωστε πέντε λεπτά με τα πόδια ήθελε για να φτάσει, δίπλα ήταν. Ευθεία μπροστά της απλωνόταν η μια πλευρά της χώρας, έτσι λένε στα νησιά την πρωτεύουσα, που στο τελείωμα της φαίνονταν μακριά κάποια παραθαλάσσια χωριά και παραλίες. Αν και έμενε στο κέντρο, αυτό το διαμερισματάκι ήταν λαχείο για αυτούς γιατί ήταν ψηλά, στον πέμπτο όροφο και δεν είχε από πουθενά τριγύρω εμπόδια από σπίτια, όλα ήταν ποιο χαμηλά, για αυτό και είχε τόσο ωραία θέα. Το λάτρευαν και οι δυο.

        Το στομάχι της παραπονέθηκε που το άφησε νηστικό τόσες ώρες και με ότι δύναμη της είχε απομείνει πήγε στην κουζίνα να φτιάξει ένα κολατσιό. Περνώντας μου έκλεισε το μάτι και έκατσε στο γραφείο για να φάει παρακολουθώντας στον υπολογιστή την αγαπημένη της σειρά μέσω δικτύου που την έχασε λόγω δουλειάς όταν έπαιζε στην τηλεόραση. Συνήθως όταν έβλεπε σε επανάληψη τις σειρές χρησιμοποιούσε το κινητό της. Σήμερα όμως το έβαλε να φορτίσει και έτσι άνοιξε τον σταθερό υπολογιστή του Παντελή. Είχε και αυτή υπολογιστή, ένα laptop, αλλά είχε μικρότερη οθόνη και έτσι προτίμησε τον σταθερό, κάτι χρόνια είχε να τον χρησιμοποιήσει.

        Με τον Παντελή ήταν έξι χρόνια μαζί, τα τέσσερα συζούσαν σε αυτό το όμορφο σπίτι. Εκεί είχαν κλείσει την ευτυχία τους, την αγάπη τους, τα όνειρα τους, τα ταξίδια τους. Αγαπούσαν τα ταξίδια, έκαναν αρκετά και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Περνούσαν όμορφα μαζί, βρίσκονταν με φίλους για καφέ, φαγητό, καμιά βόλτα στο λιμάνι, περπατάδα την έλεγαν οι ντόπιοι. Η Αληθινή δεν ήταν από το νησί, εκεί βρέθηκε λόγω δουλειάς, γνώρισε αργότερα και τον Παντελή μέσω μιας συναδέλφισσάς της. Ήταν καρμικό, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον, ακόμα και στις παραξενιές. Από το πόσες φορές θα έλεγχαν αν κλείδωσαν την πόρτα, αν έκλεισαν τα φώτα, αν έσβησαν τον θερμοσίφωνα, αν κλείδωσαν το αμάξι, όλα ίδια. Η παρέα του Παντελή σαν ντόπιος γέννημα θρέμμα, ήταν μεγάλη και κρατούσε από την παιδική ηλικία ακόμα. Όλοι του οι φίλοι είχαν κοπέλες, άλλοι αρραβωνιάστηκαν, άλλοι παντρεύτηκαν και είχαν και παιδιά. Σαν έλεγαν ότι κάνουν κάποια συνάντηση για καφέ στο σπίτι, μαζεύονταν πάνω από δεκαπέντε άτομα την φορά, κανονικό πάρτυ. Γέλια, χαρές, νέα, κουτσομπολιά και περνούσαν οι ώρες ευχάριστα, οι μήνες, τα χρόνια. Οι δικοί της φίλοι ήταν στην πόλη της, τα κολλητάρια όπως τα αποκαλούσε, με αρχηγό τον Θοδωρή που τον είχε σαν αδερφό της και το ίδιο ένιωθε και αυτός για αυτήν. Στο νησί όμως δεν είχε κανέναν δικό της, ούτε καν γνωστό όταν ήρθε. Έφυγε από τον τόπο της για ένα καλύτερο αύριο λόγω δουλειάς και τώρα χάρη στον Παντελή είχε αποχτήσει, εκτός από τα πεθερικά της που ήταν υπέροχοι άνθρωποι και είχαν άριστες σχέσεις, εκτός από τους συγγενείς του και μια ολόκληρη στρατιά από φίλους. Ένιωθε τόσο γεμάτη από ευτυχία, τύχη, πετούσε στα ουράνια.

        Τα μάτια της άρχισαν να κλείνουν, ανυπομονούσε να τελειώσει το επεισόδιο για να πάει να κοιμηθεί. Σκέφτηκε ότι δεν μίλησε πολύ σήμερα με τον Παντελή, θα του τηλεφωνούσε μετά για να του πει καληνύχτα, όταν θα ξάπλωνε. Η ώρα είχε πάει μιάμιση το βράδυ και μόλις τελείωσε η αγαπημένη της σειρά. Την είδα που νύσταζε. Ήταν ώρα για ύπνο, δεν έβλεπε μπροστά της από την κούραση. Στην προσπάθεια της να κλείσει το παράθυρο του υπολογιστή κατά λάθος πατάει μια άλλη επιλογή και της εμφανίζονται διάφορες φωτογραφίες από έναν φάκελο που δεν είχε ξαναδεί. Η μοίρα χόρευε μπροστά στα μάτια της, ταράχτηκε η ψυχή της με αυτό που είδε, η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια της. Η μια φωτογραφία διαχέονταν την άλλη και όλο και ποιο πολύ έπεφτε στο κενό. Οι εικόνες ήταν από συνομιλίες που είχε ο Παντελής με μια άλλη γυναίκα με σεξουαλικό περιεχόμενο λες και ήταν διάλογος από ταινία πορνό, με ναζάκια, με λέξεις αγάπης που την χτύπησαν σαν κανονιά στην καρδιά. Διάφορες φωτογραφίες που τους έδειχναν μαζί αγκαλίτσα, σε άλλες να δίνουν φιλάκια, μια ζωγραφιστή καρδούλα σε ένα παγκάκι, σε ένα θολωμένο τζάμι αυτοκινήτου που ήταν έξω νύχτα, το δικό του αυτοκίνητο. Δεν είχαν τελειωμό. Ποια Θεϊκή δύναμη την έσπρωξε να ανοίξει τον δικό του υπολογιστή;

        Τρελαμένη από τον πόνο όπως ήταν άρπαξε το κινητό της και άρχισε να βγάζει φωτογραφίες τις εικόνες που έβλεπε στην οθόνη. Κάπου στα μισά το τηλέφωνο της κουδούνισε, ήταν ο Παντελής. 
"Αληθινή μου τι κάνεις, σε πήρα για να σε καληνυχτίσω, ήταν ωραίος ο αγώνας σήμερα". 
"Α ναι; Μπράβο, άνοιξε την συνομιλία στο κινητό σου, να σου στείλω μια εικόνα και πάρε με τηλέφωνο".
Του το έκλεισε στα μούτρα, δεν άντεχε ούτε να τον ακούει. Του έστειλε την φωτογραφία που είναι αγκαλίτσα με την άλλη και να τα μέλια να τρέχουνε. Ο κόσμος γύρω της θολός χωρίς αρχή και τέλος, μια μουτζούρα όλα σε έναν καμβά, είχε πληγωθεί βαριά. Πάγωσε ο χρόνος, πάγωσε η στιγμή, πάγωσε και η καρδιά της έσπασε σε κομμάτια, τρέχει να κρυφτεί, να κλάψει, να φωνάξει γιατί, τι λάθος έκανε. Το μυαλό τρέχει να σκεφτεί, να βρει απαντήσεις, να βρει λύσεις, να βρει την μικρή καρδούλα και να την αγκαλιάσει, να την παρηγορήσει ότι έμεινε από αυτήν. Και δουλεύει, δουλεύει πυρετωδώς να συνεχίσει να ζει, να αναπνέει. Αλλά δεν τα καταφέρνει, το σώμα αντιδρά, η πίεση στο κόκκινο, οι σφύξεις στο κόκκινο, τα κλάματα, τα νεύρα, η απογοήτευση στο κόκκινο και αυτά. Μόνο το αίμα που τρέχει σαν καταρράκτης από την μύτη της λόγω υψηλής πίεσης θυμίζει ότι η ζωή συνεχίζεται.

Το κινητό της κουδούνισε ξανά. 
"Σε ακούω" του λέει, τι άλλο να του πει δηλαδή. 
"Αληθινή μου" ακούγεται από την άλλη γραμμή ο Παντελής. 
"Αληθινή μου δεν είναι αυτό που φαίνεται, δεν ισχύει, μια πλάκα ήταν. Άσε με να σου εξηγήσω, μπορεί παλιά να έγινε ότι έγινε αλλά δεν ισχύει πια". 
"Αλήθεια; Συνεχίζεις και μου λες ψέματα, οι φωτογραφίες δεν έχουν τελειωμό. Οι ημερομηνίες τους είναι πρόσφατες. Πως μου το έκανες αυτό, τόσο θέατρο πια έπαιζες; Πώς με αγκάλιαζες, πως με φιλούσες, πως κοιμόσουν δίπλα μου; Δεν είχες τύψεις; Ένιωθες όμορφα για τα ψέματα που μου έλεγες; Πού είναι η αγάπη σου; Μου έλεγες ότι με έβλεπες σαν γυναίκα σου, σαν μάνα των παιδιών σου. Με τι θεμέλια θα ξεκινούσες μια οικογένεια; Μου έλεγες κοίτα τι έχουμε φτιάξει εδώ και μου έδειχνες το σπίτι μας. Αν σου τελείωσε η αγάπη σου για μένα γιατί δεν μου το είπες, έκανα πολλές θυσίες για σένα και το ξέρεις. Δεν είσαι άντρας εσύ". 
Από την άλλη γραμμή δεν ακούγονταν παρά μόνο κάτι ψίθυροι που έλεγαν περίμενε να γυρίσω, να τα πούμε από κοντά και κάτι κλαψουρίσματα. Έκλαιγε και μάλιστα αληθινά, αλλά δεν την ενδιέφερε, δεν την ένοιαζε πια, για αυτήν είχαν όλα τελειώσει. 
"Όταν θα έρθεις θα πάρεις τα πράγματα σου, θα μου δώσεις τα κλειδιά του σπιτιού και να μην σε ξαναδώ στα μάτια μου". 
Έπιασε το τηλέφωνο της, έστειλε ένα βιαστικό μήνυμα στον φίλο της τον Θοδωρή:
"Δεν είμαι καλά, Παντελής τέλος", και το απενεργοποίησε.

Έψαξε να βρει από τον υπολογιστή πληροφορίες για αυτήν την γυναίκα, κάτι της θύμιζε. Άνοιξε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που είχε και άρχισε να ψάχνει, δεν άργησε να την βρει. Μα βέβαια ήταν συνάδελφοι με τον Παντελή, δούλευαν στον ίδιο χώρο, τώρα θυμήθηκε που την είχε δει. Διαπίστωσε από την προσωπική της σελίδα ότι ήταν γύρω στα δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη του, παντρεμένη με παιδί, η κόρη της μόλις είχε πάρει πτυχίο και ο άντρας της συνεργάτης της, συνεργάτης της Αληθινής, δεν πίστευε στα μάτια της. Πώς μπόρεσε και μπήκε μέσα σε μια οικογένεια ο Παντελής, μα δεν είχε καθόλου καρδιά τελικά αυτός ο άνθρωπος; Αποφάσισε βέβαια στον εαυτό της να μην πει τίποτα στον άντρα αυτής της γυναίκας που τον ήξερε χρόνια, που συνεργάζονταν και ας τον έβλεπε με μισή καρδιά στην δουλειά της από εδώ και πέρα πλέον, δεν θα του έλεγε τίποτα και το τήρησε. Η ώρα ήταν τέσσερις και δέκα το πρωί και δεν είχε καμία όρεξη για ύπνο, διαλυμένη ψυχολογικά όπως ήταν περνώντας μπροστά από την τραπεζαρία έριξε κατά λάθος κάτω στο πάτωμα το αγαπημένο της γούρι, το κόκκινο ρόδι, δεν έδωσε καμία σημασία και μπήκε στο μπάνιο να κάνει ένα ντουζ για να χαλαρώσει, να ηρεμίσει, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να κλάψει, να κλάψει με λυγμούς.

Στην δουλειά της την άλλη μέρα το πρωί, δεν την κατάλαβε κανείς, ότι ήταν άυπνη όλο το βράδυ, ότι ήταν πληγωμένη. Ήξερε από μικρό παιδί να κρύβει καλά τα συναισθήματα της. Μόνο σε μια συναδέλφισσά της το είπε, την Κυριακή, που την εμπιστευόταν και αυτή στάθηκε δίπλα της σαν βράχος για να στηριχτεί και να αναρρώσει. Όλοι οι φίλοι και οι φίλες που είχε αποχτήσει από την παρέα του Παντελή εξαφανίστηκαν. Οι βόλτες, οι καφέδες, τα γεύματα στα ταβερνάκια, οι συναντήσεις στα διάφορα σπίτια, σαν να μην έγιναν ποτέ. Έξη χρόνια φιλίας χάθηκαν μέσα σε ένα βράδυ. Ούτε ένα άτομο από την παρέα δεν νοιάστηκε να την ρωτήσει πως είναι, πως περνάει, να πάνε καμιά βόλτα, αφού όλοι γνώριζαν ότι δεν ήταν από το νησί. Στο τέλος φάνηκε τι φιλία είχαν τελικά και ας έτρεχε η Αληθινή να συνδυάσει την δουλειά με μαγειρέματα και ετοιμασίες στο σπίτι που θα έρχονταν τα παιδιά το βράδυ και ας ήταν κουρασμένη. Όλες και όλοι χάθηκαν.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει κάποιος έναν χωρισμό, πόσο μάλλον έναν αιφνίδιο, είναι ίσος με έναν θάνατο. Δείχνει τον χαρακτήρα του, την ανατροφή του, τα θεμέλια που έχει χτίσει η οικογένεια του για να επιβιώσει στη ζωή. Όταν ήρθε ο Παντελής να πάρει τα πράγματα του, η Αληθινή ήταν ήρεμη, φιλική και πέρα ως πέρα συνεργάσιμη. Είχε αποδεχτεί την κατάσταση και την αντιμετώπισε με τον καλύτερο τρόπο. Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες και ο Θοδωρής από το τηλέφωνο και η Κυριακή από κοντά την βοήθησαν να κολλήσει ένα ένα τα σπασμένα κομμάτια της καρδιάς της. Η Κυριακή επέμενε να της γνωρίσει και έναν φίλο του αδερφού της .
"Άσε με να στον γνωρίσω, είναι καλό παιδί, θα δεις", της έλεγε ξανά και ξανά. 
"Δεν είμαι σίγουρη", της απαντούσε. 
"Και αν πληγωθώ ξανά;". 
"Αν δεν τον γνωρίσεις δεν θα ξέρεις". Και λέγε λέγε την έπεισε να του δώσει το νούμερο του τηλεφώνου της. Έτσι ένα όμορφο απόγευμα της ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό της από έναν άγνωστο αριθμό, χαμογέλασε, το σκέφτηκε λιγάκι και μετά απάντησε. Ήταν έτοιμη να συνεχίσει την ζωή της. Εκείνη την βραδιά της αποκάλυψης όμως, εκείνη την στιγμή που είχε χάσει την γη κάτω από τα πόδια της, η καρδιά της Αληθινής είχε γίνει όπως ακριβώς και εγώ, όταν με παρέσυρε άθελα της και έπεσα στο πάτωμα, χίλια κομμάτια.

Ε. Π.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (5)

 


Β΄ έπαινος

                  Τα γενέθλια

Δημήτρης Κολιδάκης

Ακούστηκε το θυροτηλέφωνο βραχνιασμένο. Κάτι σαν μούγκρισμα. Τον σκούντησε.
- Από τις εκδηλώσεις θα ‘ναι, σίγουρα… Για το παιδί. Σήκω, βρε Διονύση μου, ν’ ανοίξεις… Έλα.
Ο ήχος ξανακούστηκε δεύτερη φορά και πιο επίμονα. Όπως πάντα σκουριασμένος και θρασύς. Βιασύνη ανυπόφορη. Σηκώθηκε. Στη διαδρομή πέταξε κι ένα «Αμάν! Έρχομαι ντε!»
- Έκτος. Τελευταίο… Ανεβείτε!
Άνοιξε με μάτια ακόμα μισόκλειστα και με τη μια παντόφλα στο ένα πόδι. Το άλλο ξυπόλητο. Γυμνό. Όντως, φερμένοι από τις εκδηλώσεις και το catering. Δύο σ’ ένα. Τους πήγε στη βεράντα.
- Ωραία θέα! Εδώ θα στήσουμε τον πάγκο με τα ποτά και παραδίπλα τα ζεστά και τα υπόλοιπα. Έχουμε μαζί μας και το πρόγραμμα που φτιάξαμε όταν είχατε έρθει για τα κανονίσματα.
- Ναι! Εξ άλλου εσείς ξέρετε καλύτερα, απάντησε ο Διονύσης αργά και κάπως κοφτά.
- Ξέρουμε, σας ήρθαμε πρωί αλλά να, μας πέσανε μαζεμένα σήμερα και μας βγήκε λίγο βαρύ το πρόγραμμα. Οπότε καταλαβαίνετε… Δεν θα αργήσουμε και δε θα κάνουμε φασαρία. Το βραδάκι στις 7.00 δεν είναι τα…;
- …Τα γενέθλια της κοριτσαρίνας μας, της ομορφιάς μας! Ακούστηκε ξοπίσω η φωνή της Μόρφως, άρτι αφιχθείσα. Της γυναίκας που βοηθάει. Τα πέντε κλείνει σήμερα. Θα σας πω εγώ το που και τα πως. Αφήστε τα όλα σε μένα, κύριε Διονύση. Πηγαίνετε εσείς να ετοιμαστείτε για τη δουλειά σας. Θα είμαι εγώ εδώ. Μην αγχώνεστε!
Ντύθηκε, ήπιε βιαστικά το κρύο μαυροζούμι που είχε ξεμείνει από βραδίς, πήρε τον χαρτοφύλακα και κίνησε κατά την εξώπορτα. Και ο ζεστός καφές πολυτέλεια έχει καταντήσει τη σήμερον ημέρα του τρεξίματος και του άγχους. Της κούρασης και της αναζήτησης ελεύθερου ή αποδεσμευμένου χρόνου.
- Και μην αργήσεις! Σήμερα είναι τα γενέθλια τής μικρής, ακούστηκε από το υπνοδωμάτιο η φωνή της Αλίκης.
«Το ξέρουμε…», μονολόγησε ο Διονύσης, «…το Τριμελές να δούμε τι γνώμη έχει». Δικηγόρος πολλά υποσχόμενος, με πολλές ώρες αγόρευσης και με ακόμη περισσότερα ξενύχτια πάνω από νόμους και δικογραφίες, όπως το ψεσινό που τον βρήκε σχεδόν ξημέρωμα να μελετάει κάποιες λεπτομέρειες της σημερινής δίκης.
Άφησε την ξώπορτα να κλείσει σχεδόν μόνη της, αβίαστα και κάπως σπρωχτή με τον αέρα του φευγιού. Κάτι σαν από χάδι και με συγκατάβαση στο καθημερινό κυνηγητό της δουλειάς.
Ευτυχώς όλα πήγανε κατ’ ευχήν. Λίγο προχωρημένο το νούμερο της δίκης και κάπως αργοπορημένη η απόφαση αλλά κάποιες απουσίες στην αρχή και κάτι εξεπίτηδες αναβολές, λόγω σύνθεσης δικαστηρίου στη συνέχεια, φέρανε τη δίκη στην ώρα της. Μάλλον στην ώρα του Διονύση. Μάλιστα, κάπου κάπου, κατά τη διάρκεια εντός της αίθουσας, το μυαλό του ξέφευγε από το εκεί και πήγαινε στο αλλού. Στα γενέθλια που τόσο περίμενε εδώ και καιρό. Έφυγε βιαστικά υπολογίζοντας και την κίνηση που θα ‘βρισκε. Τέτοια ώρα πήξιμο παντού. Έφτασε ανυπόμονα και αργοπορημένα αφού πέρασε και από το γραφείο να αφήσει κάποια χαρτιά για δακτυλογράφηση, για να τα στείλει στην Εισαγγελία το συντομότερο. Τον έπιασε κοντά απόγευμα. Αγχώθηκε κάπως. Τι «κάπως»… αρκετά! Πλησιάζοντας στο σπίτι, σταμάτησε και μπήκε για την απαραίτητη αγορά. Γενέθλια, βλέπεις!
Διάλεξε ένα μεγαλούτσικο με χαρούμενο χρώμα.
- Ξέρετε… Είναι για δώρο για γενέθλια. Έκανε ντροπαλά ο Διονύσης.
- Ναι, ασφαλώς! Δεν είσαστε δα και ο μοναδικός που ζητάει αμπαλάζ. Εξ άλλου ξέρω. Θυμάμαι, θέλω να πω. Ψιλά μόνο, αν έχετε. Μου χρειάζονται. Πάντα χρειαζόμαστε ψιλά. Ό,τι να ‘ναι.
Η ίδια και τότε που του την έδωσε, όταν της εξήγησε την κατάσταση, η ίδια και τώρα. Πώς να μην θυμότανε, η κοπέλα! Ψάχτηκε ο Διονύσης. Τα βόλεψε. Ευχαρίστησε, ζώστηκε το πακέτο παραμάσχαλα και βγήκε.
Χτύπησε απαλά και παραδόξως ήρεμα, προσπαθώντας να κρύψει την ανυπομονησία του. Ετοιμάστηκε να ξαναχτυπήσει, σκέφτηκε τους πρωινούς που κάνανε λες και τους κυνηγάγανε και κάπου κοντοστάθηκε. Ε, είπαμε. Όχι «ίσα κι όμοια»! Τρίξιμο της ενδιάμεσης πόρτας και σε δευτερόλεπτα διπλοξεκλείδωμα τής καλής. Διπλοκλείδωμα για ποιους; Για τους μέσα ή για τους απ’ έξω; Για όλους. Αν ήτανε δυνατόν και για τους περαστικούς του δρόμου που σταματημό στη φούρια τους δεν είχαν. Μισή ζωή στο φόβο και η άλλη μισή στην προφύλαξη και στο κλείδωμα. Ανάθεμα την ώρα που μαθαίνει κανείς την κατάντια του κόσμου. Αν δεν ξέρεις δε φοβάσαι κι αν δε φοβάσαι δε ζεις. Αχταρμάς και μαράζωμα. Κλειστές πόρτες, κλειστές καρδιές. Αλλά και ισόγειο, ένας λόγος… μάλλον ένας φόβος παραπάνω!
Ακούστηκε φωνή γυναικεία, γέρικη, κουρασμένη.
- Ποιος;
- Εγώ, κυρά Ρήνη. Ο Διονύσης από τον έκτο… Ο δικηγόρος.
Ξεκλείδωμα μιας ακόμη κλειδαριάς. Βγήκε ο σύρτης και η αλυσίδα. Κι η πόρτα, καταδικασμένη σε κάθειρξη σαν κακούργα. Με αλυσίδα μπας και φύγει!
- Εσύ είσαι παιδί μου; Πέρασε! του έκανε καλοσυνάτα.
Το σκοτάδι αντάμα με την ησυχία και η κλεισούρα μπερδεμένη με μυρωδιά από κάτι σαν σε χαμομήλι, φασκόμηλο, ίσως και τσάι του βουνού. Ένα πορτατίφ αναμμένο για τον επισκέπτη και αποκάτω καδραρισμένη, καλοχτενισμένη και χαμογελαστή… Η Ζωή. Η κόρη της. Την είχε ξαναδεί ο Διονύσης πέρσι τέτοια μέρα εκεί, στο ίδιο σημείο, με το ίδιο χτένισμα και το ίδιο γλυκό χαμόγελο. Οι «ταξιδεμένοι» δεν αλλάζουνε από μόνοι τους μεριά και συνεχίζουνε από την ίδια θέση να σε κοιτάνε όπου και να πηγαίνεις και να σου χαμογελάνε απέραντα γλυκά, ζεστά, σε ότι και να κάνεις.
- Λοιπόν, παιδί μου; Τι συμβαίνει; έκανε ανήσυχα η γριούλα.
- Δεν ήρθα για ‘σας, κυρα Ρήνη.
Πλησίασε τη γάτα που κουλουριασμένη πάνω στο ριχτάρι κοιμότανε και ξύπναγε ανάλογα με τους τόνους της κάθε φωνής π’ ακουγότανε και φέρνοντας την παλάμη του από μπροστά για να το δει το ζωντανό και μην τρομάξει, τη χάιδεψε απαλά και με απέραντη αγάπη. Ακούμπησε το δώρο που του είχε αμπαλάρει λίγο πριν η κοπέλα στο γωνιακό… Pet Shop.
- Για το «κορίτσι μας» είμαι εδώ. Να τα ‘κατοστήσει! Ένα μαξιλαράκι ύπνου για τη χαδιάρα μας. Δε μπορούσα να μη θυμηθώ ότι σαν πέρσι την φέραμε εδώ και μάλιστα μου ‘χανε πει ότι σαν σήμερα γεννήθηκε. Δε θυμόσαστε; Σας το είχα…
Δεν ολοκλήρωσε, βλέποντας το λαμπύρισμα στα μάτια της μεσόκοπης!
- …δεν μπορούσες να μη θυμηθείς ότι πέρσι τέτοια μέρα περάσανε τα δάκρυά μου από τη χαραμάδα της πόρτας και ήρθανε να σε βρούνε. Και ‘συ κατάλαβες, περαστικός άκουσες, αισθάνθηκες και σαν μου χτύπησες την πόρτα με ‘ρώτησες για τον λυγμό που μου ξέφυγε…
Σίμωσε, η γερόντισσα, στη γωνιά με το φωτιστικό πήρε στα χέρια της την κόρη της και ύστερα γονάτισε με βόγγο, δίπλα στη γάτα. Αποτραβήχτηκε και της έκανε τόπο ο Διονύσης ήρεμα και διακριτικά.
- … που ‘ξώκαρδε ο πόνος και ακούστηκε ίσαμε… Αλήθεια, ίσαμε που; Στον Θεόσταλτον. Που τόσο καιρό, τόσα χρόνια, μόνη, παρέα με τις θύμησες και τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς της ψυχής περίμενα και περιμένω και ‘γω την ώρα του «φευγιού» μου. Θυμάσαι, Διονύση; Πες μου, θυμάσαι; Δεν ξέρω τι είχα πάθει και στα ‘πα τότε όλα. Για τη μοναξιά μου σαν ορφάνεψα από άντρα και κόρη. Και καλά ο πρώτος. Ίσως και καλύτερα για να μην υπόφερνε, αλλά η άλλη μου; Μέσα στα νιάτα της! Σαν σήμερα. Μάθε το κι αυτό. Ναι, σαν σήμερα! Στα ‘πα και ‘συ σαν γιος μου με παρηγόρησες με το να με ακούσεις, αλλά το πιο σπουδαίο, -αλήθεια, πως το σκέφτηκες; Που να ‘χεις όλα τα καλά του κόσμου μέσα στο σπίτι σου, γιε μου!- έτρεξες και μου ‘φερες μια ψυχή για να με προσέχει. Ναι! Για να με προσέχει, να με νοιάζεται, να με ακούει, να με νιώθει, να μου μιλάει στη δική της γλώσσα. Στη γλώσσα της συντροφιάς, της αλήθειας, της αγάπης. Να με προσέχει με τα μάτια που δεν ξέρουνε το καχύποπτο και το πονηρό. Να κλείνουνε σαν τη χαϊδεύω δείχνοντας μια ‘μπιστοσύνη που μόνο αυτή μου ‘δειχνε και μου δείχνει. Αφού να σκεφτείς ότι ώρες ώρες λέω και μονολογώ μήπως είναι αυτή, η Ζωή μου και με ακούει, Διονύση μου! Ναι, ας είναι γάτα, με ακούει! Να δεις πως τεντώνουνε τ’ αυτιά της σαν με ακούει να μονολέω, να ‘ξομολογούμαι, να καλώ, να κλαίω. Γιατί και ‘κει, στη θλίψη μας, κάπου θέλουμε να φτάσουνε τα δάκρυά μας. Και να ‘ναι κάποιος που να μη μπερδέψει τα δικά του με τα δικά μας. Να μην πάρει χέρι και καπακώσει τη καρδιά μας με λόγια φούμαρα και αέρα. Ναι! Αυτή η ψυχή που μου ‘φερες τότε για συντροφιά, τούτη όλα αυτά τα καλά και τα ‘βλογημένα τα ‘χει. Να ‘ξερες, αλήθεια, το καμωμένο σου καλό! Χίλιες ευχές να ‘χεις! Κανείς δε μου στάθηκε όπως τούτη η μικρή μου. Ακούς; Κανείς! Και ξέρεις πως τη λέω; Ξέρεις; Ζωούλα! Όχι το όνομα της δικιάς μου που τράβηξε τα ‘πάνω, αλλά της ίδιας της ζωής. Έτσι πρέπει να λένε όλα τα ζωντανά του κόσμου. Όχι ζώα αλλά ζωές! Ακούς, «ζωές»!
Και ‘κει απόσωσε την κουβέντα η κυρα Ρήνη. Κουράστηκε; Θυμήθηκε; Λιγοψύχησε; Η μήπως δεν ήθελε να στεναχωρήσει άλλο το ζωντανό της… Τη ζωή της, τη Ζωή της; Γιατί δε μπορεί, θα ‘χε κλάψει βράδια ατελείωτα κι αυτή μαζί της! Γιατί και τα ζωντανά κλαίνε. Όλα! Ίσως κάτι από τα πιο πάνω και ίσως όλα μαζί να την έκαναν να μισοκλείσει τα μάτια και να αναζητήσει με το νου γνώριμα μονοπάτια συνάντησης.
Ο Διονύσης σαν την είδε να λιγάει φωνή και κορμί σιμά στη μικρή της «ζωή», δεν θέλησε να την επαναφέρει στον γήινο τούτο κόσμο. Δεν θέλησε να τη βγάλει από το πέταγμα που ‘χε κάνει κοντά στους αγαπημένους της. Αυτούς που μόνο στους ύπνους της ερχόντουσαν και πάντα μα πάντα με χαμόγελο στα χείλη τους και της το ακουμπούσανε, φεύγοντας, στα δικά της χείλη, για να το βρει στο ξύπνημα και να της μείνει εκεί συντροφιά ίσαμε στο επόμενο συναπάντημα. Το ‘νιωσε το παλληκάρι και δεν της χάλασε τίποτα, όχι από την ψευδαίσθηση, όχι, αλλά από τη δική της πραγματικότητα. Την άφησε να ταξιδεύει και αθόρυβα άνοιξε την ξώπορτα με την αλυσίδα, που δεν πρόδωσε το φευγιό του και τράβηξε καταπάνω που τον περιμένανε να ξεκινήσουνε.
Γονατισμένη από ώρα πίσω ανασηκώθηκε η πονεμένη και κατάλαβε ότι είχε απομείνει μονάχη πάνω από την «ανάσα του Θεού». Την ξύπνησε το τελείωμα από κάποιο τραγούδι γενεθλίων που ‘μπαζε το μισάνοιχτο παραθύρι προς τον ακάλυπτο και που κάπου κοντά, δίπλα ή… πάνω γιόρταζαν και εκείνοι τα δικά τους γενέθλια με τον δικό τους όμως τρόπο. Κράτησε την ανάσα της για να ακούσει… «…και όλοι να λένε να μία σοφός», φίλησε τη μικρή στη ράχη και τράβηξε στο κρεβάτι της για τη συνέχιση του ονείρου. Ενός ονείρου που γι’ αυτήν ήταν, είναι και θα είναι για όσο… η πραγματική της ζωή!

 ***


Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (4)


 Α΄ έπαινος

Η στράτα του απείρου

Αντώνης Ευθυμίου 

Κοντοστέκεται στην πόρτα κι ανάβει ηδυπαθώς ένα τσιγάρο σέρτικο. Το θαμπό της βλέμμα ακολουθεί υπνωτισμένο την ελικοειδή διαδρομή του καπνού μέχρι να γαντζωθεί στην κόχη του μισοφέγγαρου. Η σκέψη της χάνεται για λίγο στις αιθέριες ατραπούς της ξάστερης νύχτας κι ύστερα επανέρχεται στα τάρταρα του νου. Θα προτιμούσε να μη σκεπτόταν, να μη θυμόταν, μονάχα να αισθανόταν. Όταν δεν καταλαβαίνεις τον πόνο, είναι σα να μην υπάρχει. Κι εκείνη πόνεσε πολύ στη ζωή της.

Στην τρυφερή ηλικία των δέκα ετών έχασε και τους δύο γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η ψυχή της μουντζουρώθηκε μεμιάς πριν προλάβει να ζωγραφίσει εκεί το πρώτο της χαμόγελο. Στερήθηκε πρόωρα την ανιδιοτέλεια της αγάπης, προτού απασφαλίσει την περόνη της καρδιάς. Δεν έμαθε ποτέ τι σχήμα έχει η αγκαλιά, γιατί τα χέρια της πάντα έμπλεκαν στου μίσους τα αιχμηρά αγκάθια. Μεγάλωσε σ’ ένα ορφανοτροφείο θηλέων μέχρι την ενηλικίωσή της. Δυστυχώς, όμως, ούτε κι από κει είχε πολύ ευχάριστες αναμνήσεις. Το ίδρυμα έμοιαζε περισσότερο μ’ ένα αχανές κολαστήριο ασύμμετρων ανθρώπων, ένα κεκαλυμμένο χρηματιστήριο ξοφλημένων σκιών. Εκείνη την εποχή τα παιδιά στις γειτονιές διασκέδαζαν με αμπάριζα, μπερλίνα, κρυφτό, κυνηγητό, τυφλόμυγα. Στα χέρια τους κρατούσαν ευλαβικά πολύχρωμους βόλους ή ξύλινες σβούρες κι αισθάνονταν σαν τα ρηγόπουλα των παραμυθιών. Μα τα κορίτσια του ορφανοτροφείου γιόμιζαν τις χούφτες τους με χαρακιές και το μόνο παιχνίδι που ήξεραν ήταν το «παιχνίδι των λυγμών». Το κλάμα τους ήταν τόσο γοερό που μούσκευαν ακόμη κι οι μολυβένιοι τοίχοι του κολαστηρίου.

Το τσιγάρο σχεδόν σώθηκε κι οι στάχτες σαν ανυπόταχτα πουλιά είχαν σκορπίσει στον αγέρα. Η γόπα γλίστρησε νωχελικά από τα κατακερματισμένα χείλη της και προσγειώθηκε  στην παγερή μαρμάρινη επιφάνεια. Έχωσε το χέρι της στην τσέπη κι έβγαλε διστακτικά μερικά χαρτονομίσματα. Αυτά τα παραλληλόγραμμα χαρτάκια που διαφεντεύουν τη ζωή μας. Το χρήμα ουδέποτε το λογάριασε, μα έπρεπε τώρα να πάρει μια μεγάλη απόφαση· να σώσει τον γιο της ή να του χαρίσει την εφήμερη ευτυχία. Δεν ήταν ακόμη σίγουρη, γι’ αυτό ξανάκρυψε τα χρήματα και χτύπησε με αποφασιστικότητα το κουδούνι. Έπρεπε πρώτα να συζητήσουν, να του αναλύσει κάποια πράγματα, μήπως επιτέλους καταλάβει τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν ληθαργικά σαν παροπλισμένα πλοία, αλλά κανείς δεν άνοιγε την πόρτα. Ένα σφοδρό αντάριασμα ξέσπασε στο στήθος της, μια ξαφνική τρικυμία, κι η ταχυπαλμία παρέλυσε τα άκρα της. Οι φλέβες της τρεμόπαιζαν στον άρρυθμο σκοπό της ανάσας της κι ένα ερεθισμένο ηφαίστειο απειλούσε τα σωθικά της. Ξαναχτύπησε το κουδούνι, ελπίζοντας αυτήν τη φορά κάποιος ν’ ανοίξει την πόρτα. Μάταια. Ο γιος της μάλλον έφυγε από το σπίτι αναζητώντας πάλι τη δόση του, μερικά γραμμάρια ευδαιμονίας, σαν ένας ξεπεσμένος Δον Κιχώτης, που πρόδωσε τη Δουλτσινέα του για την αβάσταχτη γοητεία του προσωρινού.

Ξαφνικά, μια στριγκή κραυγή ακούστηκε από μέσα. Ένα λεπίδι κοφτερό που τεμάχισε τη σιγαλιά. Η μάνα δεν έχασε διόλου καιρό. Έβγαλε το κλειδί από τη δερμάτινη τσάντα της κι επιχείρησε να ξεκλειδώσει την πόρτα. Τα χέρια της πάλλονταν από την αγωνία, όμως, τελικά κατάφερε να μπει. Διέσχισε το σαλόνι σαν αλαφιασμένο αγρίμι και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Τότε τα μάτια της αντίκρισαν το σπλάχνο της να σπαρταράει στο πάτωμα. Ένα πληγωμένο ζαρκάδι έτοιμο να υποκύψει στα τραύματά του. Τον πήρε αμέσως αγκαλιά κι ας μη γνώριζε πώς πρέπει ν’ αγκαλιάζουν. Άνοιξε απλώς διάπλατα τις τσακισμένες φτερούγες της και τον έκλεισε μέσα στο τόξο της στοργής. Εκείνος της χαμογέλασε φευγαλέα και λίγο μετά εξέπνευσε σαν το τελικό σίγμα της ζωής. Αβαρής πια κι ανένταχτος θα διάβαινε τη στράτα του απείρου χωρίς σανδάλια. Η μάνα κράτησε το διάτρητο κορμί του σαν την Πιετά του Μιχαήλ Αγγέλου. Ήθελε τόσο πολύ να ξεσπάσει σε αναφιλητά, αλλά τα δάκρυά της στέγνωσαν με τα χρόνια, έγιναν πέτρες και πλέον σα διάφανα βαρίδια ζυγιάζουν τη θλίψη της.

Άρχισε να βαριανασαίνει και τα χνότα της δημιούργησαν μαύρα σύννεφα γύρω από το πρόσωπό της. Ένιωθε γυμνή, ακρωτηριασμένη, νηπενθής· ένα άοσμο γεράνι που φύτρωσε μέσα στην υψικάμινο του νεφεληγερέτη χρόνου. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι το παιδί της είχε γίνει άγγελος με τις δικές της φτερούγες. Άρπαξε κάτι ξεραμένα άνθη από ένα γυάλινο βάζο πάνω στο κομοδίνο, τα έπλεξε στεφάνι και τα φόρεσε στα ανακατωμένα της μαλλιά. Με αυτό το φτηνό διάδημα έστεψε την απελπισία της. Μετά σήκωσε σαν τον Άτλαντα στους ασθενικούς ώμους της το κουφάρι του παιδιού της κι έφυγε από το σπίτι. Έπαψε να είναι μάνα κι έγινε εσταυρωμένη, που φέρει κατάσαρκα τον σταυρό του μαρτυρίου. Αντί για ήλους, έχει τα συρίγγια  της ουτοπίας καρφωμένα στις παλάμες της.

Τα βήματά της την έφεραν σε μια πιάτσα λευκού θανάτου.  Εκεί όπου η ηρωίνη χρίζει ψεύτικους ήρωες και το χασίσι καλουπώνει τα όνειρα των τελευταίων ρομαντικών. Πασχίζει να βρει τους δήμιους του γιου της, να τους ρωτήσει γιατί τον παρέσυραν στη δίνη της κόλασης και ποιο είναι άραγε το τίμημα μιας ψευδαίσθησης. Θέλει ν’ ανέβει τον δικό της Γολγοθά μέχρι να ματώσουν τα γόνατά της και να σβήσουν όλα τα κεριά της μοναξιάς της. Ένας ναρκομανής την σταματάει και της ζητάει λίγα χρήματα. Η εσταυρωμένη αφήνει χάμω το σώμα του παιδιού της, βγάζει τα χαρτονομίσματα από την τσέπη της, με τον αναπτήρα τους βάζει φωτιά κι εν συνεχεία ανάβει ένα τσιγάρο. Αυτό το τσιγάρο δεν πρόκειται να σβήσει, θα το καπνίζει εσαεί μέχρι να έρθει κάποτε μια ανέσπερη ανάσταση, η μεταχρονολογημένη ευτυχία που εγκλωβίστηκε στο περιθώριο της ελπίδας.

Αντ. Ευθ.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Αντώνιος Ευθυμίου είναι πολιτικός μηχανικός, συγγραφέας και αρθρογράφος. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στην Ολλανδία, τις Φιλιππίνες και τη Γερμανία. Έχει διακριθεί σε πανελλήνιους και διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ έχει συμμετάσχει σε πολλά ανθολόγια. Επίσης, έχει αρθρογραφήσει σε ποικίλα ελληνικά και ξένα έντυπα / ιστοσελίδες: Drachme, cine.gr, tovivlio.net, MAXMAG κ.ά. Τον Ιούλιο του 2019 ανέβηκε στο θέατρο «Αργώ» το μονόπρακτο θεατρικό έργο του «Χαμόγελο Υψηλής Τάσης», ενώ το 2022 θα κυκλοφορήσει η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, με τίτλο «Ψυχηλασία», από τις Εκδόσεις Βεργίνα.


Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (3)


Γ΄ βραβείο: Ιωάννης Μπαχάς

Επιστροφή στην Ομορφοπλαγιά

 Κεφάλαιο 1 

Η νεκροκεφαλή στη ντουλάπα

5 Απριλίου 1973, 9:00    

Μόναχο, Marienplatz, Καφέ Glockenspiel

 Στρατηγός Φερντινάντ Σέρνερ:

        «Σκέφτεσαι ποτέ τι κάναμε;»

        Με ενοχλεί αφάνταστα ο λοχαγός. Κάθε πρωϊ που βρισκόμαστε στο καφέ της πλατείας, αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μου λέει μόλις με συναντήσει. Με τρομαγμένη έκφραση και ένα κλαψιάρικο ύφος που με προκαλούν να τον χαστουκίσω. Από την άλλη, σκέφτομαι: ποιός είμαι σήμερα εγώ που θα χαστουκίσω τον, έτσι κι' αλλιώς πιό δυνατό από μένα, πολύ νεότερο μου λοχαγό; Εάν το κάνω είμαι καταδικασμένος να πίνω όλη την εβδομάδα μόνος τον καφέ μου σε αυτό το στέκι των αξιωματικών ανάμεσα σε παιδαρέλια, που δεν γνωρίζουν από ιεραρχία, σεβασμό, ηρωϊσμό, που δεν γνωρίζουν τίποτα, τίποτα. Δεν τον χαστουκίζω. Του απαντώ όμως:

         «Το σκέφτομαι Κλάους. Δεν περνάει μέρα χωρίς να το σκεφτώ και χάρη σε σένα ούτε αυτές τις λίγες ώρες που περνάω ανάμεσα σε κόσμο μέσα στην εβδομάδα. Το σκέφτομαι και το μετανιώνω πάντα. Αυτό δεν θέλεις να ακούσεις; Κλαίω, αν θέλεις να μάθεις, τα βράδια. Όχι όμως από τύψεις όπως ελπίζεις. Κλαίω για το κατάντημα του στρατού μας. Κλαίω γιατί καταλήξαμε να είμαστε η ορντινάντσα των γιάνκηδων».

         «Από τύψεις θα έπρεπε να κλαις, αλλά είσαι αδιόρθωτος και αγύριστο κεφάλι. Αλλά σύντομα θα τον συναντήσουμε και θα λογαριαστούμε όλοι μας μπροστά στο Θεό».

         «Προτεσταντικές ηθικολογίες και καλβινισμός του κερατά. Αυτά ζέχνουν στο γέρικο κεφάλι σου. Ας πιούμε τώρα τον καφέ μας και ας μιλήσουμε για το ταξίδι. Τα άλλα θα τα λύσουν οι ιστορικοί».

          Ο λοχαγός δεν ξαναγύρισε στο θέμα. Ευτυχώς, ίσως τον χαστουκίσω τελικά για την αυθάδεια του αλλά η θύμηση των ατέλειωτων παγωμένων βραδιών στο Στάλινγκραντ εκείνον τον κολασμένο Δεκέμβρη του '42, όταν αναρωτιόμουν αν η φωνή που έρχονταν από τα πτώματα που στοιβάζονταν γύρω μου, άνηκε όντως σε ζωντανό και που ένας μισοπεθαμένος αξιωματικός δεν δίστασε να χάσει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού από κρυοπαγήματα για να μου δώσει τα γάντια του, δεν με αφήνουν. Ένας ανθυπολοχαγός, που μου έτριβε τα χέρια σε εκείνον τον παγωμένο κρατήρα όπου περάσαμε τρία ολόκληρα εφιαλτικά μερόνυχτα. Όταν το θυμάμαι, πλημμυρίζουν δάκρυα τα μάτια μου. Αναθεματισμένη ευαισθησία! Δεν είναι έτσι οι σωστοί στρατηγοί. Δέχτηκα και πάλι να με κεράσει. Χωρίσαμε το μεσημέρι και τον παρακάλεσα να φύγω πρώτος προφασιζόμενος κάποια κοινωνική υποχρέωση. Δεν τον έπεισα αλλά φυσικά δέχθηκε. Ήθελα να σκεφτώ.

          Τα οικονομικά μου είναι φρικτά. Δεν είναι λίγες οι φορές που μετανιώνω για την ξεροκεφαλιά μου να αρνηθώ να φορέσω και πάλι τα διακριτικά του βαθμού μου και να σταθώ μπροστά σε ένα στράτευμα. Μόνο που θα έπρεπε να ράψω στις επωμίδες μου και το μισητό σφυροδρέπανο. Θα αναγκαζόμουν να γλύψω τους πουλημένους συμπατριώτες μου που αντί να αυτοκτονήσουν όταν ο «Τοίχος» τους έφραξε το δρόμο  και τους μάντρωσε στην Ανατολική Γερμανία, δέχτηκαν να λάβουν μισθό εκπορνευόμενοι στο μπουρδέλο που λέγεται «Κόκκινος Στρατός».

           Αυτόν που πολέμησαν.

           Αυτόν που βίασε τις Βερολινέζες μητέρες.

           Αυτόν που σκότωσε τα παιδιά μας.

           Μπροστά στον καθρέφτη μου, μπροστά στις φωτογραφίες μας από το μέτωπο, από όλα τα μέτωπα, τους φτύνω και τους δικάζω, ξανά και ξανά:

           «Αυτούς δεν πολεμήσαμε συμπολεμιστές; Τα κόκκινα σκυλιά δεν έστειλαν στη Βαλχάλα τους συντρόφους μας; Τα κορμιά των συμμαθητών μας στις σχολές αξιωματικών του Ράϊχ δεν ήταν αυτά που φορτωθήκαμε στην πλάτη για να μην τα σκυλέψουν οι βρωμορώσοι; Το δικό μας τευτονικό αίμα δεν ήπιαν οι κόκκινοι βρυκόλακες στις στέπες τους; Με αυτό δεν λούστηκε ο “πατερούλης” Στάλιν, για να ζήσει, σαν μια άλλη Λαίδη Μπάθορυ, μέχρι τα γεράματα; Πώς μπορέσατε να επανδρώσετε τις σκοπιές στο σιχαμένο τείχος που διαπερνά σαν ξίφος το Βερολίνο μας; Πώς διατάζετε πυρ, συνάδελφοι, στις πλάτες των συμπολιτών μας που σκαρφαλώνουν τον φράκτη; Για μερικά ψωρορούβλια, για μερικά κόκκινα αστέρια στο αμπέχωνό σας, για μερικές τρομαγμένες χαιρετούρες, για λίγα λαθραία τσιγάρα, για λίγη βότκα. Σιχάματα. Βγδελύματα. Προδότες».

         Στρέφομαι τα βράδια στη ντουλάπα μου και βγάζω τη στολή μου. Δεν μου κάνει πια. Έχω παχύνει, αν και δεν τρώω καλά. Πιθανόν από το ποτό. Χαϊδεύω το σακάκι μου με τα διακριτικά των Ες Ες. Η νεκροκεφαλή στο πέτο, μου χαμογελάει και με ευχαριστεί που δεν την ξεχνάω τόσα χρόνια. Που δεν την πρόδωσα για το κόκκινο άστρο. Είμαι ένας στρατηγός των Ες Ες και όσα χρόνια και να περάσουν θα είμαι περήφανος για τα κατορθώματά μου.

         Δεν έχω ανάγκη μόνο εγώ τα χρήματα, τα έχει σίγουρα και ο Κλάους. Αρνήθηκε και ο ίδιος την πρόταση των Ανατολικογερμανών να ενταχθούμε στον Κόκκινο Στρατό.  Ίσως το έκανε από ιδεολογικούς λόγους, ίσως πάλι το έκανε για μένα. Δεν ξέρω εάν καταλαβαίνει πόσο με τιμάει αυτό. Δεν το συζητήσαμε ποτέ. Το Γερμανικό Κράτος δεν μας έδωσε ποτέ σύνταξη ή κάποιο επίδομα. Τελευταία αναγκαζόμαστε να πουλήσουμε προσωπικά μας αντικείμενα σε συλλέκτες και δεχόμαστε με ντροπή κάποια μικρή βοήθεια από τον σύλλογο των βετεράνων. Εμείς οι αξιωματικοί είμαστε ψυχαναγκαστικοί. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την οικονομική βοήθεια ακόμη και στον καταδικασμένο ως «εγκληματία πολέμου» συνάδελφο, όπως εγώ και ο Κλάους. Μπορούν όμως να μας αρνηθούν έστω και μια μικρή κίνηση αβροφροσύνης, έναν χαιρετισμό, ένα νεύμα. Δεν μας μιλάει κανείς εδώ και χρόνια. Μας δίνουν όμως κάποιο επίδομα.  

           Κανονίσαμε με τον Κλάους να κατεβούμε στην Ελλάδα τον Απρίλιο. Θα έδινα μια σειρά διαλέξεις και ομιλίες καλεσμένος ενός μικρού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος που θα μας κάλυπτε τα έξοδα και θα μας εξασφάλιζε και μια ικανοποιητική αμοιβή. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του ο ηγέτης μας, μαγνήτιζε από τον τάφο του ανθρώπους από όλο τον κόσμο που τον πίστεψαν και ακολούθησαν το όραμά του. Ήμουν περήφανος που που θα μιλούσα μπροστά στους νέους Έλληνες συναγωνιστές για τη δική μου συμβολή στην εκπλήρωσή του. Πολέμησα και εγώ στην Ελλάδα και μπήκα όρθιος πάνω στο στρατιωτικό τζιπ στη Θεσσαλονίκη. Τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα. Και ναι, θυμάμαι ολοκάθαρα και αυτό που επιμένει να μου θυμίζει ο Κλάους. Δεν ήταν μια εύκολη περιπέτεια η Ελλάδα. “Σκοτώθηκα” και εγώ στα βουνά της. Αύριο θα πετάξουμε για τη Θεσσαλονίκη. Θα κάνω το χατήρι του Κλάους και θα επισκεφθούμε την Ομορφοπλαγιά στις Σέρρες. Αν αυτό τον βοηθήσει να κοιμάται τα βράδια και να πάψει να μου το χτυπάει θα περάσω και από το Πολυβολείο Νούμερο Οκτώ. Εκεί που γνώρισα τον Λοχία Ίτσιο.

 

           5 Απριλίου 1973, 9:00    

           Μόναχο, Marienplatz, Καφέ Glockenspiel

            Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

           Με χαστούκισε.

           Πάλι.

           Καθόμασταν στη θέση μας, στο μαρμάρινο τραπεζάκι δίπλα στη βιβλιοθήκη, στο καφέ Glockenspiel στη Marienplatz του Μονάχου, όπως κάθε πρωϊ, στις 9:00 ακριβώς. Διάβαζα τη Local  και είχα παραγγείλει, όταν έφθασε. Τον ρώτησα, όπως πάντα:

 «Μπόρεσες να κοιμηθείς καλά χθες; Τον ονειρεύτηκες;»

   Στάθηκε από πάνω μου, ψηλός, Με τα καλογυαλισμένα πάντοτε παπούτσια του όπου μπορούσες να καθρεφτιστείς. Ήταν το ένα από τα δύο ζευγάρια που είχε και το φορούσε μόνο στην πρωϊνή μας έξοδο στο καφέ. Όπως πάντα. Τα ρούχα του δεν ήταν καινούργια, πώς θα μπορούσαν άλλωστε στην κατάσταση μας, αλλά φρόντιζε με επιμέλεια να τα διατηρεί καθαρά και σιδερωμένα. Το σακάκι του  ατσαλάκωτο  και τα τελευταία ασημένια μανικετόκουμπα που απέφευγαν το ενεχυροδανειστήριο εδώ και δέκα χρόνια, άστραφταν κάτω από τους πολυέλαιους του καφέ. Ήμουν δέκα χρόνια νεότερος, αλλά αυτό δεν έχει σημασία όταν είσαι εβδομήντα, έτσι δεν είναι; Έβγαλε το δερμάτινο γάντι του αριστερού του χεριού και με κοίταξε βλοσυρά. Τα πυκνά φρύδια του έσμιξαν και καταδύθηκαν κάτω από την γραμμή των γυαλιών του σαν υποβρύχια που ετοιμάζονταν να τορπιλίσουν τον εχθρό. Με χτύπησε με το γάντι στο μάγουλο.   

«Πώς τολμάς να με ρωτάς κάτι τέτοιο, Λοχαγέ Herle; Είσαι αναιδής και αδιόρθωτος».

    Τα παραμορφωμένα δάχτυλα του δεν είχαν δύναμη και η επαφή τους με το μάγουλο μου μάλλον τους προκάλεσε περισσότερο πόνο από ό,τι σε μένα. Ο διάλογος μας και το χαστούκι ήταν μέρος της χορογραφίας. Ένα “Battement”, μέρος αυτού του μπαλέτου «για δυο γέροντες»  που ανεβάζαμε κάθε πρωϊ, στις εννέα ακριβώς, στη σκηνή του Glockenspiel.

   Πόσο μεγάλο όμως είναι το δράμα στο οποίο παίζουμε τόσα χρόνια και ας μην το παραδέχεται ο Στρατηγός!  

 Κεφάλαιο 2

 Ένα ταξίδι, δύο προορισμοί

5 Απριλίου 1973

Μόναχο, Πανσιόν της Φράου Rosa Bernile Nienau, 21:00

 

           Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ:

        Αύριο θα ταξιδεύαμε για την Ελλάδα. Έδωσα εντολή στον Κλάους να σχεδιάσει, όπως κάνει άλλωστε πάντα, και αυτή την αποστολή μας. Πόσο ανόητο ακούγεται αυτό το “έδωσα εντολή”! Ο πόλεμος τελείωσε το '45 και από εκεί και πέρα μπορεί κανείς να πει πως για πολλά χρόνια μόνο λάμβανα εντολές. Στη δίκη που ακολούθησε τη σύλληψή μας, στα χρόνια της φυλακής και αργότερα, που αν και ήμασταν ελεύθεροι πολίτες πλέον, δεν απολαμβάναμε κανέναν σεβασμό. Τον ενημέρωσα ότι θα κάνω μια βόλτα μέχρι την ώρα του δείπνου και πως όταν τελειώσουμε, θέλω να μου περιγράψει όλες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού μας. Μια ιεροτελεστία που κρατούσε τόσα χρόνια όσα γνωριζόμασταν. Μια τελετή που μου πρόσφερε μεγάλη ικανοποίηση. Ο Λοχαγός περίμενε να αποσυρθούν οι λιγοστοί πελάτες της ετοιμόρροπης πανσιόν όπου μέναμε λόγω του χαμηλού ενοικίου και τότε άπλωνε στο τραπέζι μας έναν πολυχρησιμοποιημένο ευρωπαϊκό χάρτη που είχα κρατήσει από τον Πόλεμο. Η Φράου Rosa Bernile Nienau ξέστρωνε πάντα με υποδειγματική σχολαστικότητα το τραπέζι και αποσύρονταν αθόρυβα στην κουζίνα της. Εξάλλου, γνώριζε πως αυτές οι εξορμήσεις που σχεδιάζαμε θα πλήρωναν και το νοίκι μας.

          Ο καημένος ο Κλάους. Προσποιούνταν πως σημείωνε με ευλάβεια τις παρατηρήσεις μου πάνω στα σκόπιμα κενά και τις ασάφειες που άφηνε στο πρόγραμμα μας ακριβώς για να έχω τη χαρά να προσθέτω, να κρίνω, να διορθώνω, να διοικώ. Όμως είμαι σίγουρος πως είχε υπολογίσει και ρυθμίσει ήδη τα πάντα. Είχε επικοινωνήσει με τους διοργανωτές, είχε βγάλει (και χρεώσει σε αυτούς φυσικά), τα εισιτήρια μας, είχε φροντίσει τα καταλύματα μας, είχε επιμεληθεί με γλυκύτητα το μενού που απαιτούσε το ζάχαρο μου, είχε ετοιμάσει τις βαλίτσες μας, αφού έπλυνε και σιδέρωσε τη στολή μου και γυάλισε τις μπότες μου. Ο εργένης Κλάους,  είχε παντρευτεί εμένα και είχε τάξει σκοπό της ζωής του να με υπηρετεί αγόγγυστα μέχρι να φύγω, πιθανόν πρώτος, από τη ζωή.

      Πέρασα τη γέφυρα του Eisbach και πήρα το δρόμο για την πανσιόν. Ένοιωθα πως αγαπούσα αυτόν τον άνθρωπο που κάθισε μαζί μου πίσω από το γυάλινο χώρισμα στη δίκη των αξιωματικών. Και όταν ήρθε η ώρα να απολογηθεί δεν είχε ούτε μία κουβέντα να πει εναντίον μου για να μειώσει την ποινή του. Δεν ισχυρίστηκε ότι φοβήθηκε ποτέ την οργή μου, δεν δικαιολόγησε τις ενέργειες του, όπως έκαναν πολλοί άλλοι τρομοκρατημένοι συμπολεμιστές μας, με την αδήριτη ανάγκη να υπακούσουν τις διαταγές του Διοικητή τους. Τιμωρήθηκε και αυτός με την ίδια ποινή. Όταν σηκωθήκαμε από το εδώλιο, γνωρίζαμε πως θα πεθαίναμε στη φυλακή. Ευτυχώς δεν έγινε αυτό. Και όταν οι Ανατολικογερμανοί μας προσέγγισαν, αυτόν χρησιμοποίησαν για να έρθουν σε επαφή μαζί μου. Όμως,  ο ίδιος ήταν που τους απάντησε, σκληρότερα και από μένα, πως δεν μπορεί να φορέσει τη στολή του Κόκκινου Στρατού. Αυτού που βίασε τις γερμανίδες του Βερολίνου και σκλάβωσε τα παιδιά μας. Ήμουν περήφανος για τον φίλο και συμπολεμιστή μου Κλάους. Δεν με κατηγόρησε ούτε όταν έδωσα εκείνη τη φρικτή διαταγή να εκτελεστούν είκοσι στρατιώτες του τάγματος μου. Η  αλήθεια είναι πως η τύχη που τους επιφύλαξα ήταν καλύτερη από αυτή που θα είχαν εάν παραδίδονταν στους Σοβιετικούς. Γνωρίζω όμως πως  δεν θα μου συγχωρέσει ποτέ μία μου διαταγή. Αυτή που έδωσα στον ίδιο σε εκείνη την κολασμένη βουνοπλαγιά στην Ελλάδα. Να εκτελέσει έναν Λοχία. Δεν θα παραδεχθώ ποτέ μπροστά του ότι έσφαλλα. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν το πιστεύω. Έφθασα στην πόρτα της πανσιόν λίγο πριν η Φράου Nienau σερβίρει το δείπνο. Ο Κλάους με περίμενε όρθιος. Θα του άλλαζα λίγο τα αυριανά σχέδια. Αναρωτιόμουν αν και αυτό το είχε προβλέψει.

 Κεφάλαιο 3

 Στο πεδίο της Μάχης

6 Απριλίου 1973, 8:00  

Μόναχο-Θεσσαλονίκη, αεροδρόμιο

Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

Το πρωί της 6ης Απριλίου 1973, αναχωρήσαμε από το αεροδρόμιο του Μονάχου για την Ελλάδα.  Θα φθάναμε στη Θεσσαλονίκη δυόμιση ώρες αργότερα και θα μας υποδέχονταν οι διοργανωτές του συνεδρίου του μικρού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της χώρας. Επέμενε να μας συνοδεύσει ο επικεφαλής της τοπικής οργάνωσης και να μας παρέχει προστασία στην εξόρμηση που πρόσθεσε ο Στρατηγός στο πρόγραμμά μας πριν την ομιλία του. Με αιφνιδίασε το προηγούμενο βράδυ στο δείπνο, όταν μου είπε:

            «Λοχαγέ, μερίμνησες πως θα πάμε και θα γυρίσουμε φυσικά, στα Οχυρά αύριο; Έχουμε άφθονο χρόνο στη διάθεσή μας και θα ήθελα να θυμηθώ τις μέρες εκείνες».

          Κόντεψα να πνιγώ με τη μπύρα μου. Προσπάθησα να μείνω ψύχραιμος.

          «Βεβαίως σκέφθηκα και εγώ πως θα το θέλατε και έχω κάνει όλες τις απαραίτητες συνεννοήσεις. Θα επισκεφθούμε τα Οχυρά και θα έχετε αρκετό χρόνο να αναπαυτείτε πριν μιλήσετε στο συνέδριο». 

           Το υπόλοιπο βράδυ ξόδεψα το φτωχό μου κομπόδεμα σε κέρματα στο τηλέφωνο της πανσιόν. Όταν ο Στρατηγός πήγε για ύπνο, τηλεφώνησα στον διοργανωτή και του είπα για την επιθυμία του Σόρνερ. Με ξάφνιασε η προθυμία του να μας εξυπηρετήσει. Θα μας έπαιρνε ο ίδιος με αυτοκίνητο, και με συνοδεία μάλιστα, και θα μας πήγαινε στις Σέρρες και όπου αλλού θέλαμε. Μας ζήτησε την άδεια να βγάλει φωτογραφίες και φυσικά δεν μπορούσα να του την αρνηθώ. Το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Η αποφασιστικότητα του Στρατηγού με θορύβησε και με ανησύχησε. Πριν κοιμηθώ τα χαράματα έβαλα στη βαλίτσα τις δύο φωτογραφίες που είχα τραβήξει τότε στην πλαγιά. Ο Στρατηγός ήταν σαφής στη διαταγή του. 

            Σε όλο το ταξίδι ο Στρατηγός ήταν αμίλητος, όχι πως μιλούσε δα και πολύ ποτέ αλλά ήταν πάντα απορροφημένος σε κάποιο βιβλίο ή εφημερίδα ή χτένιζε τον λόγο του. Αυτοί οι λόγοι και τα άρθρα που έγραφε σε διάφορα έντυπα εθνικοσοσιαλιστικών και αποκρυφιστικών κομμάτων και ομάδων σε όλο τον κόσμο ήταν που μας εξασφάλιζαν τον φτωχό αλλά αξιοπρεπή τρόπο ζωής μας από τότε που αποφυλακιστήκαμε το 1955. Κατεβήκαμε από το αεροπλάνο και συναντήσαμε στην αίθουσα υποδοχής τον σύνδεσμό μας. Έκανα τις συστάσεις με τη δέουσα επισημότητα. Ήταν το τελετουργικό της εργασίας μας και απαιτούσε μια κάποια θεατρικότητα.

6 Απριλίου 1973, 13:00

Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Ομορφοπλαγιά Οχυρά Ρούπελ     

 Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ:

        Ο άνδρας που μας περίμενε ήταν όπως τον περίμενα. Είχα συναντήσει πολλούς σε όλο τον κόσμο ολόϊδιους με αυτόν. Ψηλός, ευρύστερνος, μυστακοφόρος και με εντυπωσιακούς μυς στα χέρια. Κάποιοι έρχονταν να με συναντήσουν με κοντομάνικα μπλουζάκια με κάποιο σύμβολο, ένα κέλτικο σταυρό, μια περικεφαλαία, έναν κεραυνό. Σε αυτούς έδειχνα τη δυσαρέσκεια μου με κάποιο μορφασμό που πιστεύω πως δεν καταλάβαιναν. Άλλοι όπως ο Έλληνας, φορούσαν χακί πουκάμισο με ζώνη περασμένη χιαστί και ομοιόχρωμο πουκάμισο. Αυτοί μου θύμιζαν τον στρατό και η εμφάνιση τους με ικανοποιούσε και τους το έδειχνα. Ο Αρχηγός τους και οι δύο συνοδοί του ήταν ομοιόμορφα ντυμένοι ενώ ο πρώτος είχε και κάποιο διακριτικό στο αριστερό μπράτσο. Με χαιρέτησαν στρατιωτικά αν και δεν φορούσαν καπέλα ή εθνόσημα. Έχω δει τόσα όμως αλλοπρόσαλλα πράγματα όλα αυτά τα χρόνια που δεν έχει καμιά σημασία. Άλλο έχει σημασία τώρα. Να με πάνε στην Ομορφοπλαγιά.

           Το ταξίδι με το αυτοκίνητο μέχρι τις Σέρρες δεν ήταν μακρύ. Το είχα κάνει ανάποδα με το τζιπ όταν υποτάξαμε το ατίθασο Ρούπελ το 1945 και μπήκαμε θριαμβευτές στη Θεσσαλονίκη. Διακόσιοι πενήντα όμως στρατιώτες και αξιωματικοί μου είχαν μείνει εκεί στην Ομορφοπλαγιά. Μα γιατί την έλεγαν έτσι οι Έλληνες; Αφού, καθόλου, μα καθόλου δεν ήταν «όμορφη» για τον στρατό μας εκείνο το πρωϊ. Όλη την ώρα οι νεαροί συνοδοί μας φλυαρούσαν ακατάπαυστα και βασάνιζαν τον Κλάους με ερωτήσεις σε άθλια αγγλικά για το ναζιστικό κόμμα της Γερμανίας, τους Εβραίους του Μονάχου, τους νέγρους και τόσα άλλα. Ο καημένος ο Κλάους δεν έπαιζε με την μοναδική πηγή εσόδων μας και δεν μπορούσε να είναι αγενής με τους οικοδεσπότες μας. Απαντούσε με ευγένεια, δίνοντας τους τις απαντήσεις που ήθελαν να ακούσουν: Παντού ο κόσμος γυρίζει στα λόγια του Μεγάλου Αρχηγού και μια νέα εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση είναι έτοιμη να κατακτήσει τη γη.  Ερχόμαστε και θα τρέμει η γη κάτω από τη μπότα μας. Καημένε Κλάους. Φθάσαμε στο Πολυβολείο αριθμός 8. Ζήτησα από τον Λοχαγό τις φωτογραφίες και άρχισα να ανεβαίνω την πλαγιά με αργά βήματα. 

 


6 Απριλίου 1973, 13:00

Θεσσαλονίκη, Σέρρες Ομορφοπλαγιά, Οχυρά Ρούπελ     

 Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

          Φθάσαμε στο Πολυβολείο αριθμός 8 στην Ομορφοπλαγιά Σερρών. Σε αυτόν τον τόπο είχα πολεμήσει το 1941. Όταν σταμάτησε ο ορυμαγδός από τις σφαίρες και τις οβίδες η καρδιά μου ήταν θρυμματισμένη σε 251 κομμάτια και διασκορπισμένη σε όλη την πλαγιά. Διακόσιοι πενήντα ένας συμπολεμιστές μου, νεαρά, αμούστακα παιδαρέλια, πότισαν με το αίμα τους τη ζοφερή πανίδα αυτού του λόφου. Ω, δεν μπορώ να περιγράψω το πόσο μίσησα τότε τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από εκείνη τη σχισμή της κόλασης που ξερνούσε φωτιά και μέταλλο στο μέλλον μας. Οι συμπολεμιστές μου είχαν ονόματα, πατεράδες και μητέρες, είχαν κορίτσια που τους αποχαιρέτησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό, είχαν όνειρα και συναντήθηκαν με εφιάλτες. Από την παράκρουση που έπαθα όταν τα μολυσμένα χόρτα της πλαγιάς άγγιξαν τις αρβύλες μου, με έβγαλε ο Στρατηγός.

           «Λογαγέ Χέρλε, δώσε μου τις φωτογραφίες και .... πες τους ότι θα ήθελα να επιθεωρήσω το πεδίο της μάχης μόνος μου. Ας μείνουν στους πρόποδες κοντά στο αμάξι. Εσύ εάν θέλεις, έλα μαζί μου να με βοηθήσεις».

      «Ναι, Στρατηγέ, τις έχω εδώ, ορίστε». Του έδωσα τις φωτογραφίες και έσπευσα να ενημερώσω τους νεαρούς για την επιθυμία του Στρατηγού. Δεν ήταν δύσκολο  να την ικανοποιήσουν. Τριγυρνούσαν με θόρυβο, ενθουσιασμένοι και έπαιρναν φωτογραφίες. Όχι σαν αυτές όμως που πάρει εγώ τότε.

           Εκείνη τη μέρα μετά από ώρες τρομερών εκρήξεων και πυροβολισμών  καταλάβαμε πως δεν έρχονταν καμία απάντηση από το πολυβολείο. Ρίχναμε μόνοι μας. Δεν έπεφταν άλλα κορμιά στο έδαφος και η μαύρη σχισμή έχασκε σιωπηλή για ώρα πολλή, λες και η κόλαση κουράστηκε να διεκδικεί ψυχές και απόκαμε. Δεν είχα ποτέ δει τον Στρατηγό αναποφάσιστο. Αναμετρηθήκαμε με το  βλέμμα με τη σχισμή, όμως δεν κουνήθηκε για πολλή ώρα. Ώσπου αντί για τις ορδές δαιμόνων που περιμέναμε να βγουν από αυτή βγήκαν τρεις στρατιώτες με τα χέρια ψηλά και κατευθύνθηκαν προς το μέρος μας.

         Περπατήσαμε μέχρι την είσοδο του Πολυβολείου. Ο Στρατηγός με δυσκολία που  δεν μπορούσε να κρύψει έσυρε τα βήματα του μέχρι ένα σημείο. Το σημείο που έδειχνε η φωτογραφία που είχα βγάλει εγώ. Το σημείο που το αίμα του Έλληνα Λοχία πότισε τον λόφο. Το αίμα που χύσαμε εμείς. Ο Στρατηγός γονάτισε πάνω από τα βράχια που έδειχναν οι φωτογραφίες, λίγο πιο μπροστά, λίγο πιο πίσω, τι σημασία είχε; Χάϊδεψε το χορτάρι τρέμοντας. Ήμουν σίγουρος πως έκλαιγε. Πλησίασα για να τον βοηθήσω να σηκωθεί.

            «Συγχώρησε με, Λοχία», ψιθύρισε πολλές φορές. Μου φάνηκε πως είδα όρθιο τον Ίτσιο από πάνω του να ατενίζει πέρα στην πεδιάδα, περήφανος που μόνο αυτός και οι σύντροφοι του καθήλωσαν ολόκληρο Ραϊχ, που τόσο τρόμαξε από την ανδρεία του, που στοίχειωσε τη συνείδηση ενός λαού όταν αυτός θέλησε να υποτάξει ένα ελεύθερο έθνος. Τον είδα να μιλάει με όλους τους ήρωες της ιστορίας του. Μάλλον τίποτα από αυτά δεν είδα, γιατί τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα και έπεσα και εγώ στα γόνατα. Εξάλλου εγώ είχα τραβήξει τη σκανδάλη και ζητούσα εξιλέωση. Αν ήταν δυνατόν! Βοηθώντας ο ένας το άλλο σηκωθήκαμε και κατηφορίσαμε την πλαγιά πλησιάζοντας τους νέους μας συντρόφους που σίγουροι πως αναπολούσαμε τα περασμένα μεγαλεία μας χαιρέτησαν ξανά στρατιωτικά με ένα γελοίο τρόπο. Όπως μας άρμοζε.    

 

Κεφάλαιο 4

 «Μίλησε μας για το Έπος, Στρατηγέ»

6 Απριλίου 1973, 23:00

Θεσσαλονίκη, άγνωστη τοποθεσία συνεδρίου

 Λοχαγός Κλάους Χέρλε:

      Σταμάτησε απότομα να μιλάει. Η άσπρη θάλασσα από ξυρισμένα κεφάλια

σήκωσε κύμα και εκατοντάδες μυώδη μπράτσα με τατουάζ υψώθηκαν σαν λόγχες

καρφωμένες σε χαράκωμα ενώ ένα κοπάδι αλυκτίσματα υποδέχθηκαν τη σιωπή του:

«Sieg Heil, Seig Heil, Seig Heil». Όταν κόπασε, οι νεαροί περίμεναν τον γηραιό

στρατηγό να μιλήσει και πάλι. Μάταια. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στις σημαίες, μια ελληνική και μια ναζιστική. Τον κοίταζαν χλευαστικά από τον απέναντι τοίχο. Δεν θα έπρεπε να ακουμπάνε καν μεταξύ τους, σκέφτηκε. Οι νεαροί δεν πτοήθηκαν. Άρπαξαν το σύνθημα μόλις ελευθερώθηκε από το στόμα του πυρηνάρχη τους και πρόγκηξαν τα φαντάσματα που μπήκαν στην αυλή τους:

«Αναρχικοί και Μπολσεβίκοι, αυτή η γη δεν σας ανήκει». Το έφτυσαν τρεις φορές, σαν παραμορφωμένη χριστιανική ευχή. Και πάλι όμως ο γέροντας δεν μίλησε. Έβλεπε και κάποια άλλη μορφή στο βάθος της αίθουσας. Η μορφή του ένευσε πως ήταν η ώρα να μιλήσει πραγματικά. Ο πυρηνάρχης τον πλησίασε και τον ακούμπησε απαλά στο μπράτσο.

         «Στρατηγέ, πες μας για εκείνη τη μέρα στην Ομορφοπλαγιά. Πες μας για το

έπος που έγραψε η Βέρμαχτ στο Ρούπελ».

        Τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Γύρισε με ένα πλατύ χαμόγελο και του

απάντησε:

        «Ναι, παλαιέ συναγωνιστή μου. Θα σας μιλήσω για ήρωες, για σημαίες, για

Καθήκον και για μια μεγάλη πατρίδα που κανένας δεν μπόρεσε να υποτάξει».

       Τον κοίταξα με τρόμο, όπως τότε που έδωσε διαταγή να εκτελέσουν τους είκοσι συντρόφους μας μόνο και μόνο γιατί “περιφέρονταν ασκόπως”. Τότε, στην υποχώρηση. Ήμουν σίγουρος πως μια τέτοια διαταγή θα έδινε και τώρα. Είχα δίκιο.Τους μίλησε για τον Ήρωα που εκτέλεσε ο ίδιος εκεί στην κατηφοριά της Ομορφοπλαγιάς. Τον Λοχία Δημήτρη Ίτσιο.

       Για να μην τον σκοτώσουν ποτέ ξανά, οι συμπατριώτες του αυτή τη φορά.

       Μία ώρα μετά, όταν τελείωσε την ομιλία του, τα ξυρισμένα κεφάλια δεν

μιλούσαν. Κοιτάζονταν μόνο αμήχανα. Ήταν αυτός τώρα πίσω από τη θυρίδα του

πολυβολείου. Είχε αδειάσει όλες τις σφαίρες του και οι μουδιασμένοι εχθροί του, τον

περίμεναν να βγει στην πλαγιά. Έπρεπε να φύγουμε αμέσως.

 

6 Απριλίου 2019, 23:00

Θεσσαλονίκη, άγνωστη τοποθεσία συνεδρίου

      Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ: 

Έμεινα για λίγο σιωπηλός μπροστά στο βήμα που είχαν στολίσει με τη σβάστικα και κοίταζα στο βάθος της αίθουσας. Ήταν και αυτός εκεί και περίμενε να με ακούσει. Του ένευσα. Σήκωσα το χέρι μου και έγινε ησυχία. Τώρα ήμουν εγώ πίσω από τη θυρίδα και θα άδειαζα όλους τους τελαμώνες με τις λέξεις που ζώστηκα, πάνω στους επιτιθέμενους. Ξεκίνησα όπως πάντα υψώνοντας τη φωνή μου και με το ύφος που απευθυνόμουν στους στρατιώτες μου. Αυστηρό και αποφασιστικό: 

           «Συναγωνιστές, βλέπω πολλές ελληνικές σημαίες. Βλέπω και πολλές γερμανικές, βλέπω ακόμη και κάποιες σβάστικες και κέλτικους σταυρούς. Όλες μαζί κουνιούνται ξέφρενα και όλες τις κρατάνε χέρια ελληνικά. Τα δικά σας χέρια. Όμως αυτές οι σημαίες δεν φτιάχτηκαν για να ανεμίζουνε μαζί. Μάλλον η σβάστικα δεν φτιάχτηκε για να ανεμίζει με καμιά άλλη. Ένα σωρό προκαταλήψεις και μυθεύματα φτιάχτηκαν για να δικαιολογήσουν μέσα σας πράγματα τόσο ξεκάθαρα που θα μου κάνει πάντα εντύπωση πως δεν μπορείτε να τα δείτε».

          Ήταν σίγουρο πως κέρδισα την προσοχή τους. Όλοι είχαν στρέψει το βλέμμα τους στο βήμα και η ησυχία ήταν απόλυτη. Όπως ήθελα. Συνέχισα:

          «Μάθατε να λέτε πως εάν ο ανόητος Μουσολίνι δεν εισέβαλε στην Ελλάδα δεν θα αναγκαζόταν ο σύμμαχος του, ο Χίτλερ να σας επιτεθεί. Ο Χίτλερ άψογος στις απαιτήσεις της συμμαχίας, φίλος με λόγο και τιμή, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και ήρθε να σας κατακτήσει. Δεν ντρέπεστε ακόμη και να αναμασάτε τα λόγια του δικτάτορα στο Ραϊχσταγκ, πως  ο στρατός σας, μας αντιστάθηκε ηρωϊκά και πως δήθεν σας τίμησε ως στρατιώτες για την πολεμική σας αρετή»; Τότε έριξα την πρώτη ριπή από τo πολυβολείο: «Πόσο ανόητοι είστε! Οι Ναζί κήρυξαν τον πόλεμο στη χώρα σας, την κατέκτησαν και εσείς καμαρώνετε που σας ανακήρυξαν ως γενναιότερους όλων όσων μας αντιστάθηκαν! Καμαρώνετε να σας λένε φασίστες ενώ παραδέχεστε πως ο Μουσολίνι σας επιτέθηκε»;

             Γύρισα να κοιτάξω τον Κλάους. Σίγουρα αιφνιδιάστηκε και αυτός. Όμως δεν θα έπρεπε. Επί χρόνια ολόκληρα κάθε μέρα μου θύμιζε το έγκλημα που διαπράξαμε και για το οποίο κανένας δεν μας δίκασε. Είχε έρθει η ώρα για την απολογία μας και θα μιλούσα εγώ και για τους δύο. Ο πυρηνάρχης, μου έφερε ένα ποτήρι νερό και με κοίταξε γεμάτος έκπληξη όταν του χαμογέλασα για να τον διαβεβαιώσω ότι όλα πήγαιναν καλά. Μάλλον δεν το πίστεψε. Στα ακαλλιέργητα κεφάλια που έβλεπα μπροστά μου έπρεπε να μπήξω το υνί της ομολογίας μου πιο βαθιά: 

              «Σε αυτόν τον πόλεμο, εγώ πολέμησα τους παππούδες σας. Σκότωσα πολλούς από αυτούς, εκτέλεσα άλλους ακόμη και άοπλους. Ο γερμανικός στρατός έκαψε πάνω από εκατό χωριά, πέταξε σε ομαδικούς τάφους γυναίκες και παιδιά. Μερικούς ζωντανούς. Κάποιοι από αυτούς ήταν πρόγονοι σας. Όχι δικοί μου, δικοί σας. Οι δικοί μου ήταν οι δήμιοι. Με κάποιους από αυτούς κοιμηθήκαμε στους ίδιους κοιτώνες ως δόκιμοι αξιωματικοί, μεθύσαμε και παρελάσαμε μπροστά στη σβάστικα μαζί. Ο Φύρερ μας παρασημοφόρησε, μας έσφιξε το χέρι γιατί εκτελέσαμε αντιστασιακούς, εξαρθρώσαμε δίκτυα αντίστασης στην Ελλάδα, γιατί κάψαμε χωριά για αντίποινα και δείξαμε ότι κανείς δεν πρέπει να αψηφά το Ράϊχ. Πως μπορείτε να είστε περήφανοι για τους δολοφόνους των γονιών σας; Σας κοροϊδέψαν πως το Ράιχ θα ήταν ελληνικό, πως αφού στείλατε τη φλόγα στο Βερολίνο, έγιναν οι Γερμανοί, Έλληνες. Πιστέψατε πως αφού στολίστηκε με αγάλματα το Ράϊσταγκ, το ελληνικό κάλλος κέρδισε τους νέους Ρωμαίους. Όμως εμείς, όπως και εκείνοι, σας αγαπήσαμε μόνο αφού σας  υποτάξαμε. Ναι ξέραμε αρχαία ελληνικά, όμως αυτό δεν μας εμπόδισε, μάλλον μας διευκόλυνε να κλέψουμε τις αρχαιότητες, και να επικοινωνήσουμε καλύτερα με τους χαφιέδες που τόσο πρόθυμα κάθε λαός έσερνε πίσω μας».

         Δεν είμαι πια ο τριαντάχρονος ταγματάρχης με τη βροντερή φωνή και το σκληραγωγημένο σώμα. Η ένταση και η συγκίνηση μου προκάλεσαν τρέμουλο και κρατήθηκα δυνατά από τις άκρες του βήματος. Ο Κλάους ήταν δίπλα μου. Ήξερα πως θα με έπιανε όταν θα…. βουτούσα. Και η θάλασσα από τα γυμνά κεφάλια άρχιζε να ανταριάζει. Πήρα βαθιά ανάσα και συνέχισα:  

            «Πολέμησα εναντίον των προγόνων σας. Εκείνοι όμως δεν μέριασαν για να περάσω όταν έπεσα με τιτάνια δύναμη πάνω τους. Εκείνοι, νέα παιδιά, αγρότες και εργάτες ή νεαροί αξιωματικοί που θα μπορούσαν να περιμένουν τιμές  από την παράδοσή τους, ακόμη και αν δεν ήξεραν το παράδειγμα των Θερμοπυλών και της Σαλαμίνας ή των τόσων άλλων ορόσημων της δικιάς σας ιστορίας, έκαναν ακριβώς το ίδιο: Μας είπαν ελάτε να τα πάρετε. Μας προειδοποίησε η ιστορία σας πως δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση αυτό. Πως θα μας κοστίσει ανυπολόγιστα και όμως εμείς ήρθαμε. Κάποιοι λένε πως όταν τα όπλα  ήταν  σπαθιά και δόρατα ασπίδες και τόξα η ικανότητα μετρούσε και σήμερα με τις σφαίρες και τις βόμβες ο ηρωϊσμός χάθηκε. Τότε πως έγινε και τόσοι νέοι γερμανοί στρατιώτες σκέπασαν τις πλαγιές του Ρούπελ; Έγινε γιατί υπάρχουν ήρωες και δεν ήμασταν εμείς. Εμείς που εισβάλλαμε με έναν γιγάντιο μεταλλικό στρατό για να νοιώσουμε πως λιώνουν τα μέταλλα. Έναν τέτοιο ήρωα  που δεν κατάφερα να καταβάλλω, τον σκότωσα όταν το όπλο του έπεσε από το χέρι του, όχι γιατί δεν μπορούσε να το κρατήσει, όχι γιατί κουράστηκε, εξαντλήθηκε, νύσταξε, πληγώθηκε, απογοητεύτηκε αλλά γιατί δεν είχε άλλες σφαίρες. Ο Λοχίας Ίτσιος δεν νικήθηκε, μα νίκησε. Δεν παραδόθηκε, μα αιχμαλώτισε. Δεν τον εκτέλεσα, με σκότωσε. Ο Λοχίας Ίτσιος είναι ο δικός σας πατέρας όχι ο δικός μου, είναι ο δικός σας ήρωας, όχι εγώ, ο Λοχίας Ίτσιος ζει, εγώ όχι. Όχι από τότε που τον σκότωσα».

            Δεν μπόρεσα να κρατηθώ άλλο. Τα δάκρυα μου ξεχύθηκαν αλλά μόνο εγώ και ο πιστός μου Κλάους το ξέραμε. Είδα πως έκλαιγε και αυτός. Έπρεπε όμως να πω δυο τελευταία λόγια πριν παραδοθώ: «Αν αφήσετε αυτή την ιδεολογία που όπλισε το χέρι μου, να δώσει και άλλες τέτοιες μάχες, θα δημιουργήσετε και άλλους τέτοιους ήρωες, μόνο που δεν θα είναι δικοί σας, αλλά εσείς θα είστε στη δική μου θέση του φονιά.  Γιατί τον σκότωσε η σβάστικα που σαν μαχαίρι δολοφόνου κάνει στροφές στο υπογάστριο σας. Η σβάστικα δεν έχει καμία θέση στη γη των ηρώων. Στη γη σας».

            Γνωρίζω πολύ καλά ελληνικά και δεν θα πρέπει να άφησα καμιά αμφιβολία σε κανέναν. Τα σαστισμένα τους πρόσωπα και το σιγανό μουρμουρητό που απλώθηκε στην αίθουσα μάλλον αυτό έλεγαν. Το μάτι μου πήρε και κάποιους που μάζευαν τις σημαίες με τη σβάστικα. Σταμάτησα να μιλάω και σήκωσα ξανά το βλέμμα μου στο βάθος της αίθουσας. Ήταν εκεί και μου χαμογελούσε. Ναι, τώρα σήκωσα το βλέμμα μου . Ήμουν για λίγο έστω περήφανος.

             Ο Χέρλε μου πιάνει συνωμοτικά το μπράτσο και με τραβάει μαλακά  πίσω από το βήμα. Το βλέμμα του είναι έντρομο αλλά και με κοιτάει με βουρκωμένα μάτια  γεμάτος περηφάνια. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Βγαίνουμε από την πίσω πόρτα  και κατευθυνόμαστε προς τα ταξί. Ο καλός μου Χέρλε, τα έχει φροντίσει όλα. Το ίδιο βράδυ γυρίσαμε στο Μόναχο. Σε αυτή τη μάχη δεν σκότωσα τον Ίτσιο. Δεν προλαβαίνω όμως να δώσω και άλλες. Δίνω οδηγίες στον Χέλερ να δημοσιεύσει την ομιλία μου ως πολιτική διαθήκη. Με κοιτάει παραξενεμένος. Ούτε ο ίδιος μπορεί να αντέξει τόσες εκπλήξεις.

Επίλογος

 «Η παρουσία σας δεν είναι επιθυμητή στην κηδεία»

2 Ιουλίου 1973, Μόναχο, Πανσιόν Φράου Rosa Bernile Nienau                

 Λοχαγός Χέρλε:

            Σήμερα 2 Ιουλίου 1973, ο Στρατηγός Φερντινάντ Σόρνερ αποστρατεύτηκε από τον επίγειο βίο. Ήταν ντυμένος με την επίσημη στολή του βαθμού του και κρατούσε σφιχτά στα χέρια του τη φωτογραφία με τον Λοχία Ίτσιο. Αυτήν που τράβηξα εγώ. Ντυμένος και εγώ με τη στολή μου, μπήκα στο δωμάτιο του και τον χαιρέτησα με τον δέοντα στρατιωτικό τρόπο. Είμαι σίγουρος πως χαμογελούσε. Η Φράου Nienau κανόνισε τις λεπτομέρειες της κηδείας με τα χρήματα της αμοιβής μας. Εγώ βγήκα μια βόλτα στο ποτάμι μέχρι την κηδεία. Θα πηγαίναμε μόνο οι δυο μας το απόγευμα για να τον αποχαιρετίσουμε. Θα αλλάξω ρούχα. Απαγορεύονται οι ένστολοι στην κηδεία του. Το Υπουργείο Άμυνας μας ενημέρωσε πως η παρουσία όποιου ήθελε να έρθει στην τελετή δεν «είναι επιθυμητή». Αυτό φυσικά δεν είχε καμιά σημασία για τον νεαρό Έλληνα που ανταπέδωσε την πρόσφατη επίσκεψη μας και μοιράστηκε τον καφέ μαζί μου στο αγαπημένο μας Glockenspiel.

  Ι.Μ.

 

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (2)


Β΄ βραβείο: Κυριακίδης Ιορδάνης



Όσα μύθια, τόση αλήθεια

(ο δάσκαλος)


Από το κεφαλοχώρι, την Αραβησσό, ήταν ο Πολύδωρας και η Ελεωνόρα, να κάμουν έναν γιο, να τον ονομάσουν Αρτέμιο. Κύλησαν οι χρόνοι, μεγάλωσε ο Αρτέμιος και έγινε Αρτέμης, να λογαριάζει ο Πολύδωρας, εκείνο που δεν κατάφερε να καταχτήσει ο ίδιος στον καιρό του, να το κάμει τώρα ο γιος του. Δάσκαλο γύρευε να τον κάμει, κι ας εχτρεύονταν ο νιος τα γράμματα, κι ας κρατούσε σε απόσταση τα βιβλία. Μύριες οι προσπάθειες να συμφιλιωθεί τούτος με σπουδές, με τις πιέσεις όμως, τα "μέσα" να έχουν τον πρώτο λόγο, ο Αρτέμης φανερώθηκε "άνθρωπος".
Πώς έγινε δάσκαλος ο Αρτέμης; Με πολύ "σπρώξιμο" του κύρη του τέλειωσε το Γυμνάσιο, έκαμαν και τις πονηριές τους, βουλευτάδες και νομαρχαίοι, να καταφέρει να γραφτεί στην Ακαδημία. Και εκεί, με χατίρια και πλήθος δώρα στους καθηγητές, κατάφερε να πάρει το Πτυχίο του "Δημοδιδασκάλου", κι ας μην είχε αυτός καμιά σχέση με κείνο που έγραφε το δίπλωμά του.
Στάλα δε σκιαζόταν ο Αρτέμης μη δε βρει δουλειά, να έχει, "δυνατά μέσα", τους ανθρώπους του κύρη του, να κάμουν ζαβολιές, να αποδειχτεί στον τόπο του δάσκαλος. Έρχονταν όμως στιγμές, να χάνεται με τη σκέψη, μην είχαν κάποιοι από τους συνυποψήφιους παρόμοιο "μέσον", ίσως μεγαλύτερο ακόμα. Ήταν και οι εξετάσεις που έδιναν, νέος θεσμός αυτός, να διαπιστωθεί η ικανότητα του καθενός για τη δουλειά που τον καλούσαν να κάμει.
Για να πάρει τη θέση του δασκάλου, έπρεπε να εξεταστεί, μαζί με άλλους συνυποψήφιους, από Επιτροπή μπρος στους χωρικούς, αν τον έκρινε εκείνη ικανό, θα κέρδιζε τη θέση. Την Επιτροπή την αποτελούσε ο πρόεδρος, ο παπάς και ο παλιός ο δάσκαλος, εκείνος που αποχωρούσε από την υπηρεσία. Ρωτούσε η Επιτροπή με τη σειρά τον κάθε υποψήφιο, όποιος απαντούσε σωστά στα περισσότερα ρωτήματα, εκείνον διάλεγαν ως δάσκαλο. Κάτεχε ο Αρτέμης πόσο "ζύγιαζε", αν και τα πράματα ήταν κάπως εύκολα, αφού ο πρόεδρος ήταν "δικός" του, με τον παπά τα είχε καλά, χρόνια να κάμει δωρεάν τον ψάλτη. Συγγενής του ο Ιγνάτιος, ο δάσκαλος που συνταξιοδοτείτο, τι άλλο να γύρευε! Βολικότερα δε γινόταν, να ησυχάζει, να "πηγαίνει η καρδιά στον τόπο της".
Ένα μονάχα φοβόταν ο Αρτέμης, να πηγαίνει να χαλιέται. Τι φοβόταν; Οι χωρικοί, ίσως από ζήλια, που ανέβαινε αυτός ένα σκαλί παραπάνω, που τα παιδιά τους έμεναν ένα σκαλί παραπίσω, δε θα τον ήθελαν στο χωριό, να επιβεβαιωθεί έτσι η βιβλική ρήση: «ουδείς προφήτης δεκτός εν τη εαυτού πατρίδι». Μα επειδή υπάρχει και μια άλλη ρήση, λαϊκή τούτη, «οι τεμπέληδες και οι χαζούτσικοι έχουν τύχη», ή «το κουτσό το πουλί το φυλάγει ο Θεός», φαίνεται πως αυτές, στην περίπτωση του Αρτέμη, φάνηκαν δυνατότερες από την πρώτη και κατάφερε να κερδίσει.
Τι έγινε; Ο Αρτέμης, όχι μονάχα θα "έπαιζε στο γήπεδό του", αλλά και δίχως αντίπαλο, όπως πήγαιναν να τα σχεδιάσουν οι κεφαλές του τόπου.
Μάθαινε ο Πολύδωρας, πως ο μοναδικός συνυποψήφιος, ανταγωνιστής του γιου του, ήταν ο Φιλοσοφίδης Κλεόπας από το παραπέρα χωριό. Τον ήξερε, ήταν πολύ ανώτερος στις γνώσεις από τον γιο του, η διαφορά στην εξέταση να φανεί αμέσως, να μην μπορούν να κάμουν τίποτε τα "μέσα". Σε τούτη τη δυσκολία πολύ υπολόγιζε ο Πολύδωρας στον παλιό δάσκαλο, που δεν ήταν μονάχα συγγενείς, μα και φίλοι. Μπήκαν στη μέση ο πρόεδρος και ο παπάς να κάμουν "κατηχητικό" στον Ιγνάτιο, να πειστεί να βάλει όλη την τέχνη του να πετύχουν τον σκοπό τους. Ήξερε η μεριά του Αρτέμη πως μονάχα με πονηριές θα κέρδιζαν τη θέση, αφού η εξέταση των υποψηφίων γινόταν στην πλατεία, μπρος στο πλήθος, να μη χωρούν χατίρια και ψευτιές.
Την προηγούμενη της εξέτασης, σαν καλονύχτωσε, μη φανερωθούν οι "μηχανορραφίες" τους, έπεψε μήνυμα ο πρόεδρος τον Ιγνάτιο και τον Αρτέμη πως τους θέλει. Έπρεπε να κουβεντιάσουν τις ερωτήσεις που θα έκαμε ο δάσκαλος, τις απαντήσεις που θα έδινε εκείνος, να είναι σίγουροι για το "έργο" τους. Έκαμαν κάμποσες πρόβες, να χαλιέται ο Ιγνάτιος που έδειχνε "ξύλο απελέκητο" ο Αρτέμης, μα τι να έκαμε; Γιομάτος υποχρεώσεις στον πρόεδρο, δεμένα είχε τα χέρια του, να νιώθει τώρα πως πηγαίνει "αμνός άμωμος" στη σφαγή.
Όμως ο παιδεμός του Ιγνάτιου, δεν είχε να κάμει μονάχα με την απαιδευσιά του Αρτέμη, πώς να τον φέρει στα "νερά" του, να απαντήσει κατά τις οδηγίες του, να πετύχουν τον σκοπό τους. Είχε και άλλη έγνοια ο Ιγνάτιος, αφού κάτεχε πως ο άλλος υποψήφιος ήταν "αναμμένο σπίρτο", εύκολα θα απαντούσε σε όλα τα ρωτήματά του, να "χαλάσει η δουλειά", να χάσει τη θέση ο Αρτέμης. Μπρος στο πλήθος γινόταν η εξέταση, δεν μπορούσαν να στηθούν παρατυπίες, όλο το πλήθος να νιώσει το "έλλειμμα" του Αρτέμη, την "πληρότητα" του αντιπάλου. Ώρες έψαχνε ο Ιγνάτιος να στήσει "μηχανές", να μείνει ο Αρτέμης στον "αφρό", ο αντίπαλος στον "πάτο".
Πάνω στον πυρετό του, στις αγωνίες που γίνονταν θηλιά να τον πνίξουν, πάνω στη σαστιμάρα του, πήγαινε να καλοκαθίσει στην κεφαλή του μια ιδέα, να τη βρίσκει πως μπορεί να "περπατήσει". Θα έκαμε τέτοια ρωτήματα στον άλλον υποψήφιο, οι ενδεχόμενες σωστές απαντήσεις να δείχνουν λαθεμένες. Έμπαινε τώρα ο Ιγνάτιος στον δρόμο που γύρευε να πορευτεί, να γυρεύει ρωτήματα, να αισιοδοξεί πως θα φτάσει στη λύση, να νιώθει λεύτερος από στενωσιές.
Ξημέρωσε η μέρα, μαζώχτηκε το πλήθος στην πλατεία, κάμποσοι να κάμουν χάζι με τούτο που λογάριαζαν πανηγύρι. Στήθηκαν μπρος στην Επιτροπή οι υποψήφιοι δάσκαλοι, όλα να είναι έτοιμα να αρχίσει η διαδικασία της επιλογής. Κάλεσε η Επιτροπή τους δυο υποψήφιους, Δικέλλα Αρτέμιο του Πολύδωρα και Φιλοσοφίδη Κλεόπα του Αγάπιου, και άρχισε η εξέταση.
Πρώτος πήρε το λόγο ο πρόεδρος, που μονάχα το Δημοτικό κατάφερε να τελειώσει και ρώτησε τον Αρτέμη πράματα της καθημερινότητας και ο παπάς ζητήματα από τα θρησκευτικά. Πήρε το λόγο και ο Ιγνάτιος, να κάμει ερωτήσεις, εκείνες που κουβέντιασαν την προηγουμένη μέρα κρυφά. Απάντησε σε όλες με άνεση, με σιγουριά, να δείχνει πως κατέχει τη δουλειά του που πήγαινε να κάμει. Ακολούθησαν φωνές και χειροκροτήματα από το ακροατήριο, κι ας μην κάτεχε εκείνο αν οι απαντήσεις ήταν σωστές. Η Επιτροπή συμφώνησε πως ο Δικέλλας Αρτέμιος απάντησε σωστά, πουθενά δεν έσφαλε, να ετοιμάζεται να συνεχίσει με τον δεύτερο υποψήφιο.
Σαν ησύχασε το πλήθος, πήρε τη θέση μπρος στην Επιτροπή ο Φιλοσοφίδης Κλεόπας. Έκαμαν και σε αυτόν τις απλές ερωτήσεις τους ο πρόεδρος και ο παπάς, σαν ήρθε η σειρά του τρίτου της Επιτροπής, του Ιγνάτιου, ρώτησε τον εξεταζόμενο.
--- Πείτε μου, κύριε Φιλοσοφίδη, τι σημαίνει η φράση: «ουκ επίσταμαι;»
--- Δεν ξέρω, απάντησε, σίγουρος για εκείνο που έλεγε.
--- Κύριε Φιλοσοφίδη, συνέχισε ο Ιγνάτιος, τι σημαίνει η φράση: «ουκ οίδα»;
--- Δεν ξέρω, κύριε, είπε με την ίδια βεβαιότητα, να δείχνει να πατά γερά στα πόδια του.
--- Ακόμα μια ερώτηση, άλλη δεν έχω. Τι σημαίνει η φράση: «ου γινόσκω;»
--- Δεν ξέρω, απάντησε ο Φιλοσοφίδης γιομάτος περφάνια, που δε σκόνταψε πουθενά.
Σαν τέλειωσε η εξέταση του Φιλοσοφίδη Κλεόπα και από τη μεριά του Ιγνάτιου, γύρισε στα άλλα μέλη της Επιτροπής, μα και στο πλήθος, και είπε.
--- Ακούσατε, κύριοι της Επιτροπής και εσείς συγχωριανοί, ο κύριος Φιλοσοφίδης Κλεόπας, ο υποψήφιος δάσκαλος, απάντησε και στις τρεις ερωτήσεις μου, «δεν ξέρω!» Μπορούμε να τον πάρουμε ως δάσκαλο στα παιδιά μας;
Τόσο η Επιτροπή, όσο και το πλήθος, που δεν καταλάβαιναν πως ο Φιλοσοφίδης απάντησε σωστά και στις τρεις τελευταίες ερωτήσεις, φώναξαν όλοι με μια φωνή: «... όχι, όχι, αυτός δε μας κάμει, θέλουμε τον Δικέλλα. Εκείνος θα μάθει σωστά γράμματα στα παιδιά μας! Άξιος ο Δικέλλας!»
Έκαμε σύντομη συνεδρίαση η Επιτροπή, η θέση του δασκάλου να δοθεί στον Αρτέμιο.
--- Λυπούμεθα όλοι μας, κύριε Φιλοσοφίδη, συνέχισε εξ ονόματος της Επιτροπής και του πλήθους ο Ιγνάτιος, μα χάσατε, δεν προσλαμβάνεστε. Τούτη είναι η απόφαση όλων. Ακούσατε και την κριτική Επιτροπή, μα και το πλήθος που παρακολουθεί τη διαδικασία.
--- Μα… πού έκαμα λάθος; Ρώτησε ο Φιλοσοφίδης γεμάτος απορία και ταραχή μαζί.
--- Λυπούμεθα, επανέλαβε με ένα στόμα η Επιτροπή. "Φωνή λαού, φωνή Θεού", συνέχισε με στόμφο ο Ιγνάτιος, να μείνει με ανοιχτό στόμα ο Φιλοσοφίδης, να χάνεται σε πλήθος εφιάλτες.
Έτσι, με τα "μέσα" και τις πονηριές, έγινε δάσκαλος ο Αρτέμης, να βασιλεύει στις γιορτές και στα πανηγύρια, με τον πρόεδρο και τον παπά να βρίσκεται στην πρώτη σειρά.
Από την πρώτη μέρα πήρε στα χέρια του ο Αρτέμης όλα τα καθήκοντα και τις τιμές του δασκάλου, στη στιγμή να ανέβει κάμποσα μπόγια ψηλότερα, να μην κατέχει ο Πολύδωρας πώς να βολέψει τόσες βολές. Αφού παρέδωσε χαρτιά και σφραγίδες ο Ιγνάτιος στον Αρτέμη, του ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία, αν και πίστευε πως με την αγραμματοσύνη του θα περνούσε σε μεγάλες περιπέτειες.
Δάσκαλος πια ο Αρτέμης, πέρα από τα καθήκοντα του δασκάλου έπαιρνε και την υποχρέωση να εκφωνεί τους επικήδειους στους αποθαμένους. Τούτη ήταν άλλωστε μέσα στις υποχρεώσεις του νέου δασκάλου, κατά τη συνήθεια του τόπου. Πιο πολύ στους «επικήδειους λόγους» λογάριαζαν οι χωρικοί, λιγότερο στα γράμματα που θα μάθαιναν τα παιδιά τους, και αν ήταν καλός ομιλητής, ήταν καλός δάσκαλος.
Τούτη η δουλειά, οι «επικήδειοι λόγοι», κατά τους νόμους της Πολιτείας δεν ήταν μέσα στις υποχρεώσεις. Για τον Επιθεωρητή, που θα ερχόταν για έλεγχο του δασκάλου, στάλα δε θα μετρούσαν οι «επικήδειοι λόγοι», μονάχα η εκπαιδευτική του πληρότητα. Η γνώση του αντικειμένου, η παιδαγωγική κατάρτιση, η μεταδοτικότητα και άλλα, αυτά θα μετρούσαν, τούτα θα τον στερέωναν στη θέση του. Λιγοστές οι απαιτήσεις των χωρικών, λιγοστά τα ενδιαφέροντα των μαθητών, οι Αρχές του τόπου όλοι δικοί του, μονάχα ο Επιθεωρητής έμενε "αντίπαλός" του.
Σε τούτη τη δυσκολία ήρθε ξανά η τύχη να παρασταθεί στον Αρτέμη, να λες πως οι καλομοίρες τον είχαν πάρει από γεννησιμιού του με πολλές συμπάθειες. Θυμήθηκε, λοιπόν, η Παρθένα, η μάνα του Πολύδωρα, γιαγιά του Αρτέμη, τις εξυπηρετήσεις που έκαμε στον Επιθεωρητή σαν εκείνος ήταν νέος δάσκαλος. Η καλή της καρδιά, σαν τον θωρούσε νιο παλικάρι, άπραγο με τις δουλειές του σπιτιού, του μαγείρευε, του καθάριζε το σπίτι, του έπλενε κιόλας τα ρούχα, να τον λευτερώσει από τούτες τις έγνοιες. Τίποτε δε γύρευε η Παρθένα από τον "δασκαλάκο", όπως τον έλεγε χαϊδευτικά, μονάχα να λογαριάζει, αν τύχαινε ο γιος της να βρεθεί στις ξενιτιές μονάχος, να έχει κάποια να του παρασταθεί. Μπορούσε σήμερα ο Επιθεωρητής να ξεχάσει τη βοήθεια που του προσφέρθηκε τότε δίχως υπολογισμούς! Άλλωστε, της είχε ορκιστεί πως ποτέ δε θα ξεχάσει τούτες τις εξυπηρετήσεις, πως θα νιώθει αιώνια υποχρεωμένος, να γυρεύει πάντα τρόπο να ξεπληρώσει τις καλοσύνες της. «… μάνα μου σε λογαριάζω, κυρά Παρθένα», έλεγε και έδειχνε να το πιστεύει, «πέρα από σένα, σιμά της δε βάζω άλλη, να σε βλέπει από πάνω από τους ουρανούς, να χαίρεται που δεν περνώ από στενωσιές», επέμενε, να δείχνει να το εννοεί. Ποτέ δε λογάριαζε η γιαγιά Παρθένα πως θα χρειαζόταν τη βοήθειά του, μα να, τώρα που ο εγγονός της έγινε δάσκαλος, ήταν καιρός να ξοφλήσει εκείνος, κατά τα παλιά μολογημένα, το χρέος του. Σιμά στους άλλους, κάτεχε η γιαγιά Παρθένα του εγγονού της το έλλειμμα στο μυαλό, να περάσουν σαν αστραπές πάνω της οι καλοσύνες που έκαμε στον δάσκαλο τότε, τώρα Επιθεωρητή, κύριο Οικονομίδη. Βιάστηκε να ανταμώσει μαζί του, να λογαριάζει πως είναι ώρα να πλερωθεί η παλιγκαιρινή της καλοσύνη.
Όλα έγιναν κατά τις βουλές της γιαγιάς Παρθένας, τις βολές του Αρτέμη, του εγγονού της.
Σαν την είδε στην υπηρεσία ο κ. Οικονομίδης, σηκώθηκε από το γραφείο του να την υποδεχτεί, να πηγαίνει τάχα να παραπονεθεί πως τον είχε εκείνη ξεχασμένο. Έκαμαν κουβέντες για τους παλιγκαιρινούς χρόνους, δάκρυσε στα αλήθεια μια φορά ο κ. Επιθεωρητής με τούτες τις αναμνήσεις. Έκαμαν και άλλες κουβέντες συναμεταξύ τους, όλες μακριά από τις καθημερινές χρείες, να προσέχει η γιαγιά Παρθένα να μένει έξω από εκείνο που τη βίαζε, που της έκαιγε τα σωθικά. Έκαμε, τέλος, εκείνη να τον αφήσει και να φύγει, μα σαν πήγαινε να ανοίξει την πόρτα του γραφείου, στην τύχη τάχα, ανέφερε το όνομα του εγγονού της, δασκάλου πια της Αραβησσού.
Δίχως να το ζητήσει ο κ. επιθεωρητής, ξανακάθισε στην καρέκλα της η γιαγιά Παρθένα, να δείχνει πως γυρεύει να μείνουν μια στάλα στον δάσκαλο της Αραβησσού. Παμπόνηρη η γιαγιά Παρθένα, δε θα του γύρευε χάρες, μονάχα να φανερώσει στον νεαρό δάσκαλο τα μυστικά της τέχνης, να τον συμβουλέψει να πετύχει στο έργο του. Οι κουβέντες της δεν είχαν τελειωμό, όλες να πηγαίνουν να "στηρίξουν" τον νέο δάσκαλο, να πάει μπροστά ο τόπος.
Βέβαια κάτεχε ο επιθεωρητής του Δικέλλα Αρτέμη τις προκοπές, τις ανημποριές στα γράμματα, μα εκεί θα έμενε; Μονάχα τούτος ήταν αγράμματος, σε τούτον θα στηριζόταν η δόξα της Χώρας! «… κομμάτια να γίνει», μονολόγησε σαν έμεινε μονάχος, «μήτε εγώ μήτε εκείνος θα γίνουμε εμπόδιο στη σωτηρία του έθνους! Αν έχει χρείες η πατρίς, ας τη σώσει κάποιος άλλος. Μπόλικοι φαντάζουν σωτήρες, ας πάρουν εκείνοι τους επαίνους, να μείνω εγώ στις χαμηλές βολές».
Με τούτη την απρόσμενη τύχη πορευόταν ο Αρτέμης, να νιώθει πια πως έχει «καλά δεμένο τον γάιδαρό του», αφού ένιωθε να έχει "μπαλωμένο" και τούτον τον χώρο.
Και με τούτη την ανάπαψη που περνούσε πάνω του ένιωθε πως μπορούσε να ασχοληθεί περισσότερο με το έργο των επικήδειων, έγνοια πρώτη στους χωρικούς, δεύτερη η μόρφωση των παιδιών. Ο Αρτέμης πορευόταν με τη συνήθεια της μάνας του, να βιάζεται να τον κάμει άντρα, τα έχει της καρδιάς όλα αντρικά να δείχνουν. Στάλα δεν τον άγγιζε ο τρόμος που πλάκωνε σε μεγάλους και μικρούς με τη θέα του αποθαμένου, αφού, από παιδί και έφηβο, τον είχε μυήσει σε τούτη την ιδέα. Μήτε τους νεκρούς μήτε τον χάρο φοβόταν, να κάμουν χάζι, μάνα και γιος, που χαλιόνταν οι άλλοι σαν ιστορούσαν τις τελευταίες στιγμές εκείνων που έπαιρναν τον "ανήφορο".
Με τον καιρό, ο Αρτέμης, με όλα τούτα που έβλεπε και φανταζόταν, έγινε μεγάλος παραμυθάς, να λέει ιστορίες με τις βολές και τις χρείες εκείνων που τους άφησαν χρόνους. Έλεγε πως παρουσιάζονταν τάχα στα όνειρά του οι αποθαμένοι, πως κουβέντιαζε μαζί τους, να φέρνει ακόμα τις παραγγελιές εκείνων στους δικούς τους. Μάθαινε κάποια μυστικά της φαμελιάς, τα μπόλιαζε κατά πως βόλευαν στην περίσταση, να στήνει ιστορίες από το τίποτε, να πηγαίνει να ανταμώσει με τους συγγενείς. Έτσι, δίχως να το καταλαβαίνει στην αρχή, πήγαινε να σιάξει τον κόσμο, να μη γίνονται αδικίες και προσβολές. Λιγόστευαν θαρρείς οι αδικίες στο χωριό, αφού ο αποθαμένος, για να ησυχάσει εκεί πάνω, έπρεπε να κάμει πέρα στα άδικα και στα άπρεπά του όταν ζούσε. Τούτη τη δουλειά, τώρα που ήταν "φευγάτος", έμενε στους ζωντανούς, αυτοί να μπουν μπροστά, να διορθώσουν τις ασχήμιες, να αναπαυτεί η ψυχή του. Δε γινόταν να μη νοιάζονται οι ζωντανοί για τους αποθαμένους τους, θα πέθαιναν και αυτοί, θα είχαν τις χρείες εκείνων που έμεναν πίσω.
Δάσκαλος της Αραβησσού πια ο Αρτέμης, για τα γράμματα που μάθαιναν οι μαθητές του δεν πολυσκοτιζόταν, γιατί και οι γονέοι τους στάλα δε νοιάζονταν για τούτο. Μονάχα πώς να πάρουν αυτά το Απολυτήριο του Δημοτικού Σχολείου, να το βάλουν σε ακριβή κορνίζα, να έχουν να το δείχνουν, να περφανεύονται πως το παιδί τους είναι μορφωμένο. Δεν είχαν άλλες φιλοδοξίες, μα και να είχαν, ποιος θα έμπαινε σε τέτοια έξοδα, να πάει το παιδί στην πόλη να σπουδάσει; Έπειτα, χρειάζονταν εργατικά χέρια, να παρασταθούν στις χρείες των γονέων, να ανασάνουν από τα πολλά βάρητα εκείνοι. Ήταν και κάτι άλλο, αυτό να μετρά πολύ στην απόφασή τους, να έχουν σιμά τα παιδιά τους, να τα προσέχουν με τους κινδύνους που περίσσευαν τάχα στις πολιτείες. Και μια άλλη ιδέα, βεβαιότητα μάλλον, είχε καλοκαθίσει στις καρδιές των χωρικών, κανείς να μην μπορεί να την κάμει πέρα, μήτε ο πρόεδρος μήτε ο παπάς. Πίστευαν, πως στου μορφωμένου την κεφαλή έχει φωλιάσει για τα καλά ο βελζεβούλης, άλλη έγνοια να μην έχουν αυτοί, μονάχα τη βολή τους να λογαριάζουν, να μη χαλιόνται τάχα με τον χαλασμό του άλλου. Μόνοι τους θα έβγαζαν τα μάτια τους; Τι είχε το χωριό, τι είχε η δουλειά τους; Καλά δεν περνούσαν με τη φτώχια και τη μιζέρια τους, γιατί να ζητούν τα παραπάνω; Κάποιοι όμως, που το μυαλό τους ίσως έκοφτε λίγο παραπάνω, που δεν υπολήπτονταν τη δουλειά του δασκάλου, έλεγαν περιπαιχτικά: «… τούτα τα παιδιά παγαίνουν στο σκολειό μοσχάρια και γυρίζουν βόδια». Άλλοι, περισσότερο δηκτικοί, τόνιζαν με παρρησία ειδικού: «… αν ήτανε να τα στέλνουν μοσχάρια, να γυρίζουν βόδια, τούτο σημαίνει πρόοδο, κάτι ωφελούνται οι κύρηδές τους, μα λαθεύουν, γιατί τούβλα τα στέλνουν, πλεθιά να γυρίζουν, παρακατιανό πράμα πάει να πει!»
Πέθανε κάποιος στο χωριό και τα μάτια όλων στράφηκαν στον Αρτέμη. «… τώρα θα δείξει τι αξίζει, πόσο καλός δάσκαλος είναι», έλεγαν και το μυαλό τους πήγαινε στον επικήδειο. Το μυαλό τους πήγαινε και στον Ιγνάτιο, τον παλιό δάσκαλο, που τα έλεγε όμορφα, που ξεκούραζε αποθαμένους και ζωντανούς με κείνα που φανέρωνε. Θα συνέχιζαν άραγε οι μοίρες να κανακεύουν τον τόπο τους, να έχουν καλό δάσκαλο, να κάμει δηλαδή καλούς επικήδειους; Ξεχνούσαν πως στο διαγωνισμό τα πήγε καλά, σήμερα θα έδειχνε πόσα δράμια έχει η οκά, τούτη θα ήταν η πραγματική εξέταση. «… αν ο δάσκαλος δεν κατέχει πώς να σταυρώσει μια-δυο καθώς πρέπει κουβέντες για τον αποθαμένο μας, τι να τον κάμουμε; Τούτος δεν αξίζει έναν παρά, να φύγει, μας πρέπει καλύτερη τύχη», συνέχιζαν, να εύχονται μη λάθεψαν που τον έκαμαν δάσκαλό τους.
Τέλειωσε ο παπάς με κείνα που είχε να διαβάσει, ποιος νοιαζόταν άλλωστε για εκείνα που έγραφαν τα κιτάπια του! Ανέβηκε στο βήμα ο Αρτέμης με παρρησία, πουθενά να μη σκοντάφτουν οι σκέψεις του, να δείχνει να έχει τα κουμάντα στην καινούρια του δουλειά. Αυτή μετρούσε μπρος στο πλήθος, σε τούτη ήταν όλες οι έγνοιες του Αρτέμη μαζωμένες. Έδειχνε να έχει πάρει τον αγέρα, ανέβαινε στον άμβωνα με περισσά θάρρητα, θαρρείς και είχε πάρει τον αγέρα από παλιά.
Ούτε μια φορά δεν κόμπιασε, ούτε μια φορά δε λάθεψε, ούτε στα ονόματα, ούτε στα παινέματα, όπως γινόταν κάποιες φορές με τον Ιγνάτιο. Κάμποση ώρα φανέρωνε τα χαρίσματα του αποθαμένου, να βεβαιώνει όλους πως την τύχη του γέρο Τράφηκα λίγοι την έχουν, αφού οι καλοσύνες του, η απλοχεριά του, έμπαιναν μπρος από όλους. Και στην εκκλησιά πόσα τάματα δεν έκαμε, οι αγιογραφίες όλες από αυτόν πλερωμένες, να μην το κατέχει μέχρι σήμερα κανείς! Οι φτωχοί και οι αδύναμοι, πόσα και πόσα έχουν να μολογήσουν, να ανασαίνουν από τους σταυρούς που έπεσαν πάνω τους! Πού έβλεπε αδυναμία, ο αποθαμένος γέρος, και ανέχεια και αρρώστιες, να μην τους συντρέχει; Όλοι τούτοι που είδαν καλό από την καρδιά του, όλοι τούτοι είναι απαρηγόρητοι, μα μέσα στη δυστυχία τους προσεύχονται για την ψυχή του, να τον στέλνουν ίσα στον παράδεισο. Και για την πατρίδα λίγα έχει καμωμένα; Γι αυτόν θα γράψει με χρυσά γράμματα η ιστορία, να μείνει το όνομά του ζωντανό στους αιώνες, να δοξάζεται και το χωριό μας. Να, λοιπόν, ποιος ήταν ο αποθαμένος, να το κρύβει, ταπεινός καθώς ήτανε.
Και στους άλλους νεκρούς παρόμοια λόγια έλεγε, τα παινέματά του να μην έχουν τέλος, να αλαφρώνει το πένθος, να χαίρεται η φαμελιά του αποθαμένου, να ανασάνει τούτη τη δύσκολη την ώρα. Με τούτες τις ομιλίες, θαρρείς και έπαιρνε λευτερωτική ανάσα ο τόπος, αλαφρύτερη να φανερώνεται η σκιά του χάρου πάνω στο πλήθος, η ζήση να έχει τον πρώτο λόγο.
Χαίρονταν οι χωρικοί που είχαν τέτοιον δάσκαλο, γιατί σαν θα ερχόταν και η δικιά τους σειρά θα είχαν ποιος να τους λιβανίσει, κι ας ήξεραν πως πολλές ψευτιές φανερώνονταν τούτη την ώρα.
Όλο το χωριό, και εκείνοι ακόμα που δεν είχαν σε υπόληψη τον Αρτέμη και εκείνοι που δεν πολυσκοτίζονταν για τον αποθαμένο, όλοι ήταν ενθουσιασμένοι με κείνα που αράδιαζε μπρος τους και γιόμιζαν την εκκλησιά. Τα λόγια του Αρτέμη ξεπερνούσαν σε ομορφιά και δύναμη εκείνα του Ιγνάτιου, να λογαριάζουν πως τούτος στέκει σε ψηλότερο από εκείνον σκαλί. Και το έλλειμμα, που έλεγαν καμπόσοι πως τάχα είχε μέσα στην τάξη, το συμπλήρωνε και το ξεπερνούσε με κείνα που έλεγε στην εκκλησιά, να φανερώνεται πρώτος τεχνίτης.
Είχε "ξεχασμένο" το σχολείο ο Αρτέμης, έτρεχε σε μεγάλες βιβλιοθήκες να διαβάσει γνώμες ειδικών πάνω στους επικήδειους, να ανοίξει περισσότερο τα φτερά του, να ανέβει ακόμα ψηλότερα. Γύρευε να σιγουρέψει τη θέση του ως δασκάλου, γιατί δε σταμάτησαν οι ψιθυριστές να κυκλοφορούν φήμες πως με πονηριές πήρε τη θέση του δασκάλου. Οι δημοτικές εκλογές δεν αργούσαν και ο αντίπαλος του δικού του προέδρου έλεγε: «... θα εξετάσωμεν την υπόθεσιν εις βάθος, εις όλα τα μήκη θα ερευνήσωμεν την υπόθεσιν. Ευαγγελιζόμεθα την αλλαγήν εις την πολιτικήν και εις την κοινωνικήν ζωήν. Εάν αι κατηγορίαι αποδειχτούν αληθείς, θα αποκαταστήσωμεν την νομιμότηταν. Ισοτιμίαν ζητώμεν, ουδείς εκπαραθυρωμένος. Εις την πρώτην γραμμήν αι αξίαι, αύται αι προτεραιότηται ημών. Με τούτην την κρίση, ζητώμεν με παρρησίαν την ψήφον σας, με τούτην την βουλήν οραματιζόμεθα το μέλος. Σύνθημά μας: ανόρθωσης των ηθών».
Βέβαια, ο αντιπολιτευόμενος υποψήφιος, δεν κάτεχε τα νοήματα των λεγομένων του, μα τι σημασία είχε; Αφού ο "διανοούμενος" από την πόλη, εκείνος που του έγραψε στο χαρτί τι να πει, κάτεχε το νόημα, αυτόν τι τον έκοφτε; Του είχε εμπιστοσύνη, για τις φανφάρες πληρωνόταν εκείνος, για να κάμει εντύπωση ο πολιτικός γινότανε όλο το "καλαμπαλίκι", λίγο ήταν αυτό!
Μπρος σε τούτη την απειλή έβαζε τα δυνατά του ο Αρτέμης, να μένουν ευχαριστημένοι οι χωρικοί με τους βαθμούς που έβαζε στα Απολυτήρια των παιδιών τους, να ησυχάζει.
Όταν κάποτε βρέθηκε την Αραβησσό ο υπουργός Γεωργίας να επιθεωρήσει ένα αρδευτικό έργο, ο πρόεδρος τον παρουσίασε όλο περφάνια, να γελούν και τα μπατζάκια του ακόμα.
--- Υπουργέ μου, ο Αρτέμιος Δικέλλας, ο δάσκαλος του χωριού, είναι τέκνο του τόπου μας, με τα έργα που φανερώνει λογαριάζεται τρανός. Μας έκαμε όλους περήφανους, να καμαρώνουμε που είναι ο δάσκαλός μας. Το όνομά του είναι γνωστό σε όλα τα γύρω χωριά, μα και στην πόλη. Και για την κυβέρνηση εργάζεται, κι ας μη φαίνεται τούτο στους πολλούς, ταπεινός καθώς είναι.
Έγειρε το κορμί του ελαφρά μπρος ο Αρτέμης και άπλωσε το χέρι να χαιρετήσει τον υπουργό.
--- Εσύ δεν είσαι που γράφεις επικήδειους; Ανέγνωσα ομιλίες σου που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Νέοι Ορίζοντες". Μου άρεσαν! Ορθώς πορεύεσαι, συνέχισε το όμορφο έργο σου, χρήσιμος να αποδειχτείς διά την κοινωνία μας!
--- Δημοσιεύτηκαν και στον τύπο; σιγοψιθύρισε ο Αρτέμης, ταπεινά τάχα, έτοιμος να πέσει κάτω, πρώτα από περφάνια, ύστερα από συγκίνηση.
--- Μπράβο, νεαρέ μου, συνέχισε ο υπουργός, ο πολιτισμός να πηγαίνει και εις το τελευταίον χωρίον.
--- Κύριε υπουργέ… τόλμησε να πει ο Αρτέμης και έψαχνε στήριγμα να κρατηθεί, μην πέσει.
--- Τι λέει η Εθνική μας Κυβέρνησις! τον έκοψε ο υπουργός. "... κάθε πόλις και Στάδιον, κάθε χωριό και Γυμναστήριον"! Πολιτισμός τα Στάδια, πολιτισμός τα Γυμναστήρια, μα πολιτισμός και οι επικήδειοι. Συγχαρητήρια, νεαρέ μου. Θα ομιλήσω εις τον κ. Επιθεωρητήν Εκπαίδευσης διά σε. Είσαι χρήσιμος διά την Εθνικήν μας κυβέρνηση, μείνε, νεαρέ, εις τας επάλξεις.
--- Τι θάρρεψες, υπουργέ μου, μπήκε στη μέση ο πρόεδρος, εμείς θα μείνουμε πίσω; Μήτε Στάδιο μήτε Γυμναστήριο έχουμε, μα έχουμε άνθρωπο να ανοίγει ξεκούραγο δρόμο για τον αποθαμένο μας. Έτσι, ορφανό και άστεγο, ξεβράκωτο θα τον στείλουμε στον απάνω κόσμο!
--- Μπράβο, μπράβο, επανέλαβε ο υπουργός και συνέχισε το δρόμο του. Καμιά κουβέντα για το Σχολείο, για τις ανάγκες του, για την πρόοδο των μαθητών, τις φιλοδοξίες των χωρικών.
Τι ήταν τούτη η κουβέντα που έκαμε ο Αρτέμης με τον υπουργό; Ούτε στα πιο προχωρημένα του όνειρα δε φανταζόταν, όχι μονάχα να αγγίξει υπουργό, μα και να στήσει μαζί του κουβέντες. Και εκείνο που είπε, "... διάβασα στην εφημερίδα δυο επικήδειους λόγους σου"», μονολόγησε, «πού το βάζεις; Να διαβάσει υπουργός τους επικήδειους λόγους μου, να μιλήσει γι’ αυτούς, τούτο σημαίνει πως του άρεσαν πολύ!» «... δε θα έκαμε κουβέντα ο υπουργός», συνέχισε και έλιωνε από περφάνια, «αν δεν τον ενθουσίαζαν τα λεγόμενά μου! Μην αξίζει η δουλειά μου περισσότερο από εκείνο που λογαριάζω; Άλλωστε, εκείνα που φανερώνω μπρος στον αποθαμένο, δεν είναι μονάχα για τους χωριάτες, μα και για εκείνους που στέκουν σε ψηλότερα σκαλιά. Μήπως χαραμίζομαι σε τούτο το παλιοχώρι, μήπως πρέπει να ανοίξω τα φτερά μου για την πόλη, μην πάγει χαμένη η αξία μου;» «… και εγώ που έδειχνα μόνιμα υποχρεωμένος στον πρόεδρο, οι μετάνοιες μου να μην έχουν τελειωμό, να μου πονά η μέση με τόσες υποκλίσεις!», μουρμούρισε και έλεγε να αλλάξει τροπάρι.
Με τούτες τις κρίσεις περνούσε στις φλέβες του καινούριος αγέρας, ανέβαινε ψηλότερα και από τον έβδομο ουρανό, εκεί να λογαριάζει να κάμει το γιατάκι του. Από εκεί πάνω πια να θωρεί χωριά και πόλεις, χωριάτες και αστούς, να τυραγνιέται με τη σκέψη με ποιους να πάει να στήσει μουχαμπέτια. Να μείνει στον τόπο του, να προσκυνά τον πρόεδρο, να νταντεύει μέρα και νύχτα τους χωριάτες; Να πάει στην πόλη, να φανερώσει όλες τις δυνάμεις του, τον πλούτο που περίσσευε στην κεφαλή του, να έχει πιο ανοιχτούς ορίζοντες; Τι να κάμει; Λίγο ήθελε να φύγουν τα μυαλά από τη θέση τους, να χάσει πόλεις και χωριά, να μην μπορεί να ματαβρεί το χωριό του.
Πέρασαν τούτες οι μέρες με φουρτούνες πρωτόγνωρες για τον Αρτέμη, γιατί δεν έλεγε η ζυγαριά της καρδιάς του να σταθεί κάπου, να δει τι πρέπει να κάμει. Να παρατήσει το χωριό; Να μείνει στον τόπο του, να ανακατώνεται με τους χωριάτες, με τούτους τους αγροίκους να έχει αλισβερίσια;
Μέρες και νύχτες περνούσε με τούτα τα ρωτήματα, να μη λέγει η καρδιά του να πάει να αναπαυτεί, μήτε σε τούτη μήτε σε κείνη τη μεριά.
Πάνω σε τούτον τον παιδεμό, πέθανε κάποιος φίλος του προέδρου, να ρίξει όλο το βάρος στην οικογένεια του αποθαμένου, μα και στον πρόεδρο, που του είχε μεγάλη υποχρέωση. Με τούτο πήγαινε να μισοξεχάσει το δικό του πρόβλημα, όλη η έγνοια στον αποθαμένο να στέκει. Πέρασε ακόμα λίγος καιρός και έκαμε συμφωνία με τον εαυτό του να μείνει στη σιγουριά του τόπου του, μην περάσει σε περιπέτειες. Για να στηρίξει περισσότερο την απόφασή του, πήγαινε να κάμει φανερές πια κουβέντες με τον εαυτό του: «… θα αφήσω τον τόπο μου ορφανό, θα πάγω να γιατρέψω άλλους, άγνωστο κόσμο να αναπαύω; Πού είναι το φιλότιμο που πρέπει να δείξω στον τόπο που με ανέστησε! Κιοτής είμαι, "ρίσπαψις" θα φανερωθώ, να μη σκιάζομαι για τις χρείες του τόπου, τη βολή μου μονάχα να γυρεύω!»
Με τούτες τις κουβέντες, πήγαινε να φέρει τα "πράματα" στις ισάδες, να ησυχάζει, να βρίσκει τα ζύγια του, να αναπαύονται τα μέσα του. Με τούτες τις κουβέντες, πήγαινε να σιγουρέψει τη θέση του, μην περάσει σε στενωσιές, να χαλιέται με πλήθος τυράγνιες, να χάνει "... τα αυγά και τα καλάθια". Άρχοντας θα συνέχιζε να λογαριάζεται στον τόπο του, να τον υπολήπτονται ακόμα και κείνοι που κάτεχαν τα ελλείμματά του. Μπορεί παλιότερα να τον κακόπαιρναν κάμποσοι, μα σήμερα, σήμερα που κάτεχαν την ικανότητά του στους επικήδειους, τον έστηναν στα ψηλώματα, "πράμα πρώτο" να μετριέται, σιμά του να μη φτουρά άλλος.-

Ι.Κ.