Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Λογιοσύνης ακρότητες


Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο κριτικής, το οποίο επιχειρεί 
να βάλει κάποια πράγματα στην θέση τους...

Όσο ελάχιστα γνωστή κι αν έχει γίνει μια ακρότητα ή μια αμετροέπεια, δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται να παραμείνει ασχολίαστη, τόσο περισσότερο όταν αναφέρεται στον πολύ ευαίσθητο χώρο των γραμμάτων και της λογοτεχνίας ιδιαίτερα. Ακόμη κι αν θα μας κατηγορούσαν πως ενώ «ο κόσμος καίγεται, η γριά χτενίζεται», εμείς δεν θα πάψουμε να πιστεύουμε πως ίσα-ίσα την ώρα των μεγάλων κλυδωνισμών και συγκρούσεων οφείλουμε να διυλίζουμε τα θεωρούμενα «μικρά», μήπως κι αυτό συνιστά την άκρη του νήματος, ή μάλλον του κουβαριού, για να οδηγηθούμε σταδιακά σε μια απεμπλοκή δυσθεώρητων ίσαμε ένα πανύψηλο βουνό ζητημάτων.

Δεν αμφισβητεί κανείς πως ο πεζογράφος Γιώργος Κουτσαμπασιάκος και ο ποιητής Αργύρης Χιόνης, όσο κι αν υπήρξαν μιας περιορισμένης εμβέλειας δημιουργοί – άδικα, θέλετε; Πολύ άδικα, προσθέτουμε -, δεν δικαιούνται μια ξεχωριστή μνεία ή ακόμη και μια πολυσέλιδη ή πολλές πολυσέλιδες μελέτες. Όμως από το σημείο αυτό ως τον χαρακτηρισμό των όσων πεζογραφικών ή ποιητικών βιβλίων είχαν εκδώσει, ενόσω ζούσαν, από δύο καθ’ όλα αξιόλογους μελετητές, πεζογράφος ο ένας, ποιητής ο δεύτερος, ως το «κουτσαμπασιάκειο έργο» και το «χιόνειο έργο», η απόσταση δεν είναι απλώς τεράστια, αλλά μοιάζει επιπλέον να υπονομεύει ένα πρόσωπο κι ένα έργο. Στον πνευματικό και γενικότερα στον καλλιτεχνικό χώρο, κάθε υπερβολή, ακόμη κι όταν γίνεται προκειμένου να αποκατασταθεί μια αδικία για έναν δημιουργό που δεν έχει γίνει όσο γνωστός θεωρούμε ότι δικαιούται να είναι, μοιάζει να ταυτίζεται συνήθως με μια ακραιφνώς τρομοκρατική πρόθεση.

Όσοι δηλαδή συμβαίνει ν’ αγνοούν τον υπερβαλλόντως απαιτούμενο δημιουργό, να αισθανθούν πως για την άγνοιά τους αυτή ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι ή τα «κυκλώματα» που ρυθμίζουν την κυκλοφορία προσώπων και έργων, αποσιωπώντας τις πραγματικές αξίες και επιβάλλοντας «αξίες» πλαστές και διεφθαρμένες.

Ακόμη κι αν υπάρχει μια αλήθεια στις παρατηρήσεις αυτές και η μονοπώληση του ενδιαφέροντος των «καλλιτεχνιζόντων» και «φιλολογούντων» από σχετικώς λίγα και σταθερώς τα ίδια ονόματα δημιουργών, υπάρχει ένας υψηλός αριθμός γνήσια και ανιδιοτελώς ενδιαφερόμενων ανθρώπων που η, κάθε άλλο, παρά παρασιτική σχέση τους με τα έργα τέχνης τούς επιτρέπει να διαχωρίζουν την ήρα από το στάρι.

Και η οποιαδήποτε υπερβολή να πέφτει στο κενό, με αναπόφευκτη συνέπεια η οιαδήποτε επιφύλαξη την οποία προκαλεί ένας αδικαιολογήτως επαινούμενος δημιουργός ή έργο να μεγαλώνει την απομόνωση που σ’ αυτήν συχνά εντελώς απάνθρωπα έχουν καταδικαστεί και ο δημιουργός και το έργο.

Στο όνομα μιας καινοτόμου, ρηξικέλευθης ή πρωτοπόρας άποψης, δεν μπορείς να εγκαθιστάς ένα καθεστώς μιας νεότροπης αδικίας, αφού αν ήταν δυνατόν να ερωτηθούν τόσο ο Κουτσαμπασιάκος όσο και ο Χιόνης, θα ήταν αδύνατον ν’ απαντήσουν ότι μπορούν να τοποθετηθούν δίπλα στον Καβάφη ή τον Παλαμά αφού η μετατροπή του ονόματος των δύο τελευταίων σε επίθετο – εξαιρέσεις όντας στη μεγαλοσύνη τους – με τον χαρακτηρισμό του έργου τους ως «καβαφικού» ή «παλαμικού» δεν προκαλούσε και δεν προκαλεί μειδίαμα. Επιπλέον δεν πρόκειται για μία μόνο υπερβολή αλλά και για μια λεκτική αυθαιρεσία, αφού αν ήταν ένας τρόπος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση, όπως συμβαίνει με καθετί εκφραστικά ουσιαστικό, θα παραγόταν συχνά ένα κακόηχο και αντιπαθές αποτέλεσμα.

Θανάσης Θ. Νιάρχος,  10 Μαρτίου 2022

 

Πηγή: https://www.in.gr/2022/03/10/apopsi/logiosynis-akrotites/

 


 

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Βιβλία

Η Θεσσαλονίκη, ο Μαζάουερ 
και τα φαντάσματα του οθωμανισμού


Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΖΑΟΥΕΡ

Κωνσταντίνος Χολέβας- Πολιτικός Επιστήμων

Η Θεσσαλονίκη, η οποία εόρτασε πέρσυ τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της, έπεσε θύμα προσφάτως μιας συστηματικής ιστορικής διαστρέβλωσης από τον Βρετανό ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ. Στο βιβλίο του «Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων» προσπάθησε να  πει ότι επί Οθωμανών η πόλη ευημερούσε και οι Έλληνες ζούσαν  καλά, ενώ τώρα η πόλη μαράζωσε. Προτείνει μία πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη στη θέση της σημερινής Θεσσαλονίκης που έχει καθαρά ελληνορθόδοξο χαρακτήρα. Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού ΑΡΔΗΝ (Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου 2013) γνωστοί λόγιοι και ιστορικοί αντικρούουν τον Μαζάουερ. Κρίνω σκόπιμο να παρουσιάσω ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία των άρθρων:
Ο συγγραφέας Γιώργος Καραμπελιάς σημειώνει για τον Μαζάουερ: «Είναι στρατευμένος προπαγανδιστής μιας αντίληψης που δεν θέλει να δει τη συνολική εικόνα, μια ελληνική πόλη 2300 χρόνων συνδεδεμένη πάντα με τη ευρύτερη μοίρα του Ελληνισμού, αλλά απομονώνει μία περίοδο τεσσάρων ή πέντε αιώνων κατά την οποία κατοικούνταν –μετά τη βίαιη κατάληψή της και εξανδραποδισμό των κατοίκων της- και από άλλες εθνότητες ως το αποκλειστικό και αποφασιστικό  κέντρο της ιστορίας της. Και γιατί άραγε ο συγγραφέας μας δεν εκκινεί, όπως είναι και πιο φυσικό για κάθε ιστορικό βιβλίο, με ένα κεφάλαιο σχετικό με την προ-οθωμανική Θεσσαλονίκη, τη Συμβασιλεύουσα του πολιτισμού και των κοινωνικών αγώνων,; Διότι σ’ αυτήν την περίπτωση θα αναδεικνυόταν η συνέχεια της πόλης και προφανώς τα μεγάλα της φαντάσματα, με τους Ζηλωτές και την επανάστασή τους, τον Ευστάθιο και την ελληνομάθειά του, τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Νικόλαο Καβάσιλα! Όμως σε άλλα φαντάσματα στόχευε ο συγγραφέας, εκείνα του Οθωμανισμού αποκλειστικά!».



Ο ιστορικός Γιάννης Ταχόπουλος είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Η Θεσσαλονίκη, ο Μαζάουερ και τα φαντάσματα του οθωμανισμού» και στο κείμενό του παρατηρεί για τον Μαζάουερ:  «Υποστηρίζει ότι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 δεν ήταν Έλληνες και εξισώνει τη σφαγή των Μικρασιατών με τα ανύπαρκτα δεινά Μουσουλμάνων της Μακεδονίας, οι οποίοι αποζημιώθηκαν με υπερδιπλάσιες περιουσίες Ελλήνων στη Μικρασία και δεν έφυγαν για τη Τουρκία κατασφαγμένοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μαζάουερ δεν αναφέρει ότι στην πόλη αυτή, στα 1911, οι πρόδρομοι του Κεμάλ Αταταούρκ, οι Νεότουρκοι, αποφάσισαν επίσημα σε συνέδριό τους, την εξόντωση ή την εκδίωξη των χριστιανικών εθνών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, απόφαση την οποία πραγματοποίησαν στη Μικρασία και επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν προηγουμένως στη Μακεδονία. ... Αποσιωπά τη μονομερή τρομοκρατία των Βουλγάρων κομιταζήδων στη Μακεδονία, στο διάστημα έως την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα ώστε να εξισώσει ηθικά και σε επίπεδο βιαιοτήτων τους επιτιθέμενους Βουλγάρους και τους αμυνόμενους Έλληνες. Μάλιστα αποκαλεί τους Μακεδονομάχους ληστές και εξελληνισμένος Αλβανοσλάβους.».
Ο Πρόεδρος της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών Νίκος Μέρτζος επισημαίνει:  «Ποιον ακριβώς λόγο είχε ο καθηγητής της Ιστορίας να παραποιήσει σφόδρα εκ προθέσεως την Ιστορία;....Γιατί παγίδεψε τους αναγνώστες του σ’ αυτή την μαρμίτα των φαντασμάτων και των φαντασιώσεων; Και γιατί τη συγκεκριμένη πόλη, τη Θεσσαλονίκη;
Απάντηση. Και στα τρία αυτά ερωτήματα απαντά αυτοπροσώπως ο δράστης απερίφραστα. Στη σελ. 554 του συγκεκριμένου βιβλίου του ομολογεί:  «Καθώς τα μικρά κράτη ενσωματώνονται σ’ ένα ευρύτερο κόσμο ένα άλλο μέλλον χρειάζεται ένα άλλο παρελθόν». Κοντολογίς παραδέχεται ότι κατασκεύασε ένα άλλο παρελθόν της Θεσσαλονίκης το οποίο ουδέποτε υπήρξε στην πραγματικότητα, αλλά το οποίο είναι απαραίτητο για να ταιριάζει κουτί «στο άλλο μέλλον» και στον άλλο ρόλο για τον οποίο κάποιοι προορίζουν τη Θεσσαλονίκη στον «ευρύτερο κόσμο» όπου τα «μικρά κράτη ενσωματώνονται».... Σε διάστημα μικρότερο της δεκαπενταετίας από το 1990 η Μεσοβαλκανική ζώνη έχει κατακερματισθεί σε μικρά θνησιγενή κρατίδια αλληλοϋποβλεπόμενα.... Η Βαλκανική σκακιέρα μένει ανοικτή στους δύο Μεγάλους Παίκτες».
 Για μία ακόμη φορά η ιστορία υποτάσσεται σε σκοπιμότητες.

Κ.Χ. 2.3.2013


Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

«Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα»

Δημοσθ. Κούρτοβικ

«Ο ύπνος της λογικής γεννάει τέρατα»
Διανοούμενοι υπεραμύνονται του μνημονίου!

του Σπύρου Κουτρούλη από τη Ρήξη (φ. 85)

Οι τελευταίες εκλογές επικύρωσαν κάτι που μας ήταν ήδη γνωστό: την καθολική αποδοκιμασία του μνημονίου, που θεωρήθηκε όχι μόνο μία κατάφωρη επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα που επιτρέπουν στους πολίτες να ζουν με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, αλλά και μία προσβλητική μείωση της εθνικής μας κυριαρχίας, που ισοδυναμεί, ως προς τα αποτελέσματά της, με κατοχή.

Το αξιοσχολίαστο φαινόμενο είναι ότι ένα μέρος της διανόησης κινήθηκε προς την αντίθεση κατεύθυνση και υπεραμύνθηκε του μνημονίου. Μια στάση που συνοδεύθηκε με την αποδοκιμασία της εθνικής κυριαρχίας ως συμπεριφοράς πρωτόγονης και αταβιστικής. Η φυσική εξέλιξή της είναι να ενισχύσουν το κόμμα του Στ. Μάνου, που αντιπροσωπεύει τις πλέον ακραίες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και, βέβαια, την πιο κυνική συνηγορία του μνημονίου.

Δύο άρθρα ξεχωρίζουν: το ένα του Δημοσθένη Κούρτοβικ, που δημοσιεύθηκε στα Νέα στις 31-3-2012, και το άλλο του Χαρίδημου Τσούκα, που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 10-4-2012.

Ο Κούρτοβικ ξεκινά από έναν υποτίθεται δογματικό και ασυμβίβαστο διεθνισμό, για να καταλήξει στην ξεκάθαρη διαχρονική υπεράσπιση της ξένης παρέμβασης. Έτσι, θεωρεί ότι οι ντόπιες ελίτ και ηγέτιδες τάξεις λεηλατούν τον τόπο και τον λαό, ο οποίος δεν έχει κανέναν άλλο βοηθό και φίλο, παρά μόνο τους ξένους προστάτες. Οπότε, θεωρεί ότι η βαυαροκρατία μας έσωσε από τους κοτζαμπάσηδες, ενώ, όσον αφορά τις ξένες παρεμβάσεις, «μερικές από αυτές τις επεμβάσεις ήταν σωτήριες για μας, άλλες μας τσαλάκωσαν και άλλες υπήρξαν οδυνηρές βραχυπρόθεσμα, αλλά μας ωφέλησαν μακροπρόθεσμα».

Σε αυτό το σημείο παρακάμπτονται και αποσιωπούνται ορισμένες αυτονόητες πλέον παραδοχές: ότι οι ντόπιες ελίτ, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά προς την ξένη επέμβαση, αλλά οι μεν στηρίζουν τη δε. Αυτό που στη σκέψη του Κούρτοβικ εμφανίζεται ως ανικανότητα των ελίτ, αποτελεί την προϋπόθεση για την επιτυχία της ξένης επέμβασης.

Για να αποφύγουμε να μακρηγορήσουμε, παραλείπουμε την αναφορά στα πολλά παραδείγματα της νεοελληνικής ιστορίας. Διότι τα πρόσφατα γεγονότα είναι η πιο τρανταχτή μαρτυρία. Η διεφθαρμένη πολιτική και οικονομική τάξη δεν είναι σε αντίθεση με την τρόικα και τους Γερμανούς. Οι μίζες που λάμβαναν ήταν η προϋπόθεση για να μας πουλούν οι Γερμανοί, από τηλεοράσεις, αυτοκίνητα, μέχρι αεροπλάνα, υποβρύχια, αλλά και να αναλαμβάνουν σημαντικά δημόσια έργα, όπως αεροδρόμια και γέφυρες, τα οποία στην συνέχεια εκμεταλλεύονται. Τελικά, η ίδια ελίτ (η οικογένεια Παπανδρέου κ.λπ.) φρόντισε να φέρει τους ξένους και το μνημόνιο για να μας «σώσουν», για άλλη μια φορά, σύμφωνα με τον Κούρτοβικ.

Είναι τουλάχιστον προκλητικό να υποστηρίζει ότι «πολιτικές καριέρες χτίστηκαν στο παρελθόν με σημαία ευκαιρίας την εθνική κυριαρχία», διότι σήμερα η αποδοκιμασία του έθνους και η αποδοχή του μνημονίου είναι όρος για πανεπιστημιακή ή άλλη καριέρα. Το άρθρο του ολοκληρώνεται με μια κραυγή επίκλησης στο σωτήριο εκσυγχρονιστικό έργο της τρόικας: «Εθνικά ταπεινωμένος, αλλά πολιτικά ξεμέθυστος, εναποθέτω τις τελευταίες ελπίδες μου στον νέο διεθνή οικονομικό έλεγχο. Όχι τόσο στο μνημόνιο, μα στην τεχνογνωσία και την επιμονή των “γκαουλάιτερ” τύπου χερ Ράιχενμπαχ και της ομάδας του. Και αν κάτι με ανησυχεί, δεν είναι οι υποτιθέμενες υπερεξουσίες τους, αλλά το αντίθετο: η ήδη ορατή τάση νόθευσης, φαλκίδευσης ή και ακύρωσης των επεμβάσεών τους». Προφανώς, ο Κούρτοβικ δεν μπορεί να διανοηθεί ότι οι σωτήρες μας εξυπηρετούν πρώτιστα μια διεθνή οικονομική ελίτ και κατά δεύτερον τα εθνικά συμφέροντα κρατών όπως της Γερμανίας, που φυσικά δεν διανοήθηκε να τα εγκαταλείψει επειδή συμμετέχει σε εθνικούς οργανισμούς. Αντίθετα, τους χρησιμοποιεί ώστε να εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα.

Ο Χ. Τσούκας αποτελεί μια διαφορετική περίπτωση. Κατ’ αρχήν με ένα οξύ, αλλά ιδιαίτερα εύστοχο άρθρο, απογύμνωσε την πολιτική και την προσωπικότητα του Γ. Παπανδρέου. Σε αντίθεση με τον Α. Πανταζόπουλο ή τον Σ. Ράμφο, που ισχυρίζονται ότι οι αποφάσεις μας πρέπει να είναι προϊόν μόνο της λογικής, επιδοκιμάζει το συναίσθημα και την «έλλογη οργή». Μάλιστα γράφει: «Και αν ψηφίζαμε με “ψυχρή λογική”; Αν ήμασταν ρομποτικοί οργανισμοί ή είχαμε υποστεί εγκεφαλική βλάβη σαν τους ασθενείς του ψυχίατρου Όλιβερ Σακς και του νευροεπιστήμονα Αντόνιο Νταμάσιο –αν ήμασταν, δηλαδή, όντα ανίκανα να βιώσουν συναισθήματα–, θα το κάναμε. Αλλά δεν είμαστε. Το να ζητάς σήμερα από τον χειμαζόμενο πολίτη να ψηφίσει με “ψυχρή λογική” δεν είναι μόνο αφελές, είναι και ανήθικο. Όταν σε προσβάλουν, λέει ο Αριστοτέλης, και παραμένεις απαθής, δεν προδίδεις ανωτερότητα, αλλά ηθική αμβλύνοια• είσαι ανόητος και δουλοπρεπής. Σώφρων άνθρωπος δεν είναι ο απαθής, αλλά αυτός που ξέρει πότε, πώς και με ποιους να θυμώνει». (Καθημερινή 29.4.2012).

Όμως είναι ο ίδιος που, στη διαφθορά και στην ανικανότητα των ελίτ, εναποθέτει πλήρως τις ελπίδες του αποκλειστικά στην τρόικα και στον ξένο παράγοντα: «Όσοι λαχταρούμε η Ελλάδα να γίνει μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα πρέπει να έχουμε το κουράγιο να προεκτείνουμε τον συλλογισμό μας στα άκρα: αν αφεθεί στις εγχώριες δυνάμεις και μόνον, η χώρα δεν θα αλλάξει ουσιωδώς. Η ιστορικά εμπεδωμένη θεσμική φαυλότητα θα τείνει να επικρατήσει. Η χώρα θα αλλάξει, στο μέτρο που η επιτήρηση των δανειστών μας είναι εκτεταμένη και αποτελεσματική. Δεν μας τιμά, φυσικά, κάτι τέτοιο, αλλά αν μας ενδιέφερε στ’ αλήθεια, όχι προσχηματικά, η αξιοπρέπεια, θα είχαμε κάνει διαφορετικές επιλογές. Όχι “επανεκκίνηση” λοιπόν, επιτήρηση! Τρόικα, περισσότερη τρόικα!» (Καθημερινή 10.4.2012). Φυσική και λογική συνέπεια της σκέψης αυτής θα είναι η κατάργηση του ελληνικού κοινοβουλίου, των εκλογών, και η αντικατάστασή τους από χαμηλόβαθμους υπαλλήλους του ΔΝΤ και της Ε.Ε. αποδεικνύοντας ότι τώρα οι στόχοι κατάκτησης του ελληνικού χώρου, από τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, επιτυγχάνονται αποτελεσματικότερα και λιγότερο δαπανηρά. Βέβαια, η δυτική κατοχή δεν μας σώζει από την Τουρκία, αντίθετα μας σπρώχνει βαθύτερα στην αγκαλιά της. Είναι εντυπωσιακό το ότι με την υπογραφή του υφυπουργού Τουρισμού Π. Αλιβιζάτου –επιλογή Σαμαρά– παραχωρείται η μαρίνα της Μυτιλήνης στην κοινοπραξία της Φολί-Φολί και του τουρκικού ομίλου Κοτς.

Η μόνη πιθανότητα για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό είναι η κινητοποίηση του λαού προς αυτό τον στόχο. Τα αποτελέσματα των εκλογών είναι ένα πρώτο βήμα για το σάρωμα του παλαιοκομματισμού. Όμως ήδη έχουν γίνει και άλλα σημαντικά πράγματα. Για παράδειγμα, η ανάδυση της κοινοτικής αλληλέγγυας οικονομίας, που ονομάστηκε «κίνημα της πατάτας», έθεσε στο περιθώριο τους μεσάζοντες και πέτυχε τον Μάρτιο τη μείωση του πληθωρισμού στο 1,7%, κάτι που δεν κατόρθωσαν μέτρα φιλελεύθερης, ή δήθεν σοσιαλιστικής έμπνευσης.



Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Νέα ταινία: Fish n’ Chips

Fish n’ Chips
Η νέα ταινία του Ηλία Δημητρίου 

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη (φ. 85)

Να που στις μέρες της πιο βαθιάς κρίσης, μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλάμε για ελληνικές ταινίες. Εκεί, μάλιστα, που κάποιοι θέλησαν τον κινηματογράφο ως το πρώτο θύμα του Μνημονίου. Κι όμως. Τρίτη χρονιά της κρίσης κι οι ελληνικές ταινίες βγαίνουν η μία μετά την άλλη στις αίθουσες. Μεγάλο μέρος του κοινού, βέβαια, μένει εσώκλειστο στο ίντερνετ και τα dvd. Εμείς προτείνουμε να βγείτε. Πολύ περισσότερο που η νέα ταινία του Ηλία Δημητρίου, Fish n’ Chips, θα παιχτεί και στα θερινά.
Η πιο βαθιά κι ακλόνητη ρίζα του ανθρώπου είναι η αγάπη. Πέρα από οποιαδήποτε κοινωνικά αιτούμενα ή πολιτικές αλληλεγγύης, τόσο δυσεύρετης σήμερα, αυτή επιμένει να κρατάει τους ανθρώπους δεμένους. Με δυο λέξεις, η νέα ταινία του Δημητρίου είναι ένα αυθεντικό λαβ-στόρι, τυπικό μελόδραμα με αρκετές κωμικές πινελιές. Και πάνω στην αγάπη γράφονται όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Ο Άντι (Ανδρέας) είναι ένας Ελληνοκύπριος, που με την Ανατολικογερμανίδα φίλη του Κάριν και την κόρη της Έμμα, δουλεύουν στο Λονδίνο ένα «φισάδικο», ένα Fish n’ Chips δηλαδή, που σερβίρει τηγανητό ψάρι. Μαζί τους ζει η μάνα του Άντι, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια και ξεχνά τα πάντα πλην ενός, ότι πρέπει να γυρίσει στην Κύπρο, για να πεθάνει στο σπίτι της, στην κατεχόμενη Καρπασία. Έρωτας και θάνατος. Οι δύο καταβολάδες της ζωής, που τα βάζουν με όλες τις δυνάμεις του θανάτου, σ’ έναν κόσμο βουτηγμένον στο αλλοπρόσαλο μηδέν. Παρίες της βρετανικής πρωτεύουσας, ο Άντι, η μάνα του, η Κάριν και η νεαρή «γκόθικ» Έμμα, θα βρεθούν επίσης παρίες στη σημερινή Κύπρο. Ο Άντι, υπακούοντας στην ασίγαστη νοσταλγία του και στη ακούραστη ερώτηση της μητέρας του, «πότε θα πάμε στην Κύπρο, γιε μου;», σε μια στιγμή παρόρμησης τα αφήνει όλα στο Λονδίνο και οδηγεί την οικογένειά του πίσω στην πατρίδα. Ποια πατρίδα; Ο ίδιος αρνείται να δείξει διαβατήριο για να πάει στο χωριό του στην Καρπασία, η Κάριν έρχεται από μια χώρα που δεν υπάρχει πια και η μάνα συνεχίζει να ρωτά: «Πότε θα πάμε στην Κύπρο, γιε μου;» Δεν αναγνωρίζει το νησί της στη νεόπλουτη Κύπρο. Το σπίτι του άλλου γιου, μεζονέτα με πισίνα και όλα τα κομφόρ, και η ημιδιαλυμένη οικογένειά του, είναι εντυπωσιακό, μα δεν αναπαύει κανέναν. Το μόνο που έχει μείνει είναι η σκιά μιας παλιάς αρχοντιάς: οι οικοδεσπότες παραχωρούν στους φιλοξενούμενους την κρεβατοκάμαρά τους…
Ο Δημητρίου, με κλασική κινηματογραφική αφήγηση, στα ίχνη ενός σύγχρονου ρεαλιστικού σινεμά, δίνει μια ταινία καθαρογραμμένη και άψογη ως προς τα τεχνικά της χαρακτηριστικά. Καταφέρνει να κρατήσει το θεατή έως το τέλος, δίνοντας με καθαρότητα και εγγύτητα τους χαρακτήρες. Το σενάριό του, που βαδίζει γρήγορα, με συνεχόμενες τις ανατροπές για τους ήρωες, ίσως ξενίζει με την «μπαναλιτέ» της αγάπης, που σας έλεγα πριν. Αυτό ίσως είδαν και ονόμασαν «σεναριακή αδυναμία». Είμαστε, βλέπεις, μαθημένοι στην «αποδόμηση» και τη διάλυση, σ’ έναν μηδενισμό που πάει γάντι σ’ αυτό το χρηματιστηριοκατεχόμενο παγκόσμιο χωριό που κατοικούμε. Το θέμα μάλιστα, όλο αυτό το χάος με τις πατρίδες και τις ταυτότητες («Πακιστανό» βρίζουν τον Άντι στο Λονδίνο, «Εγγλέζο» τον λένε στην Κύπρο) θα πήγαινε γάντι σε μια τέτοια ταινία. Ευτυχώς, ο Δημητρίου –όπως κι ο Καουρισμάκι κι οι αδελφοί Νταρντέν, που είδαμε φέτος– δεν τους έκανε τη χάρη. Πέρα από τα συνήθως αναμενόμενα, η ιδιότυπη αυτή οικογένεια θα καταφέρει να επιβιώσει και να οικοδομήσει τη δική της ταυτότητα με άξονα το «φισάδικο». Ο Άντι είναι ένας καλός άνθρωπος «και το νήπιο το προφύλαξε ο Θεός, το έσωσε από την καταστροφή, αυτός και οι άγιοι αυτού», όπως θα μονολογούσε ο ντοστογιεβσκικός Λέμπεντιεφ στον «Ηλίθιο». Έτσι είναι. Καμιά καταστροφή δεν καταφέρνει να παρασύσει αυτές τις τρεις υπάρξεις, που αποδιωγμένες σφίγγονται ολοένα και περισσότερο η μια κοντά στην άλλη.
Ο Μάριος Ιωάννου είναι μια έξοχη φιγούρα στο ρόλο του Άντι, σωματικός και πλούσιος ηθοποιός κατάφερε, με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη, να ζωντανέψει έναν ατόφιο καθημερινό ήρωα. Κοντά του η Μαρλέν Καμίνσκι, η Κάριν, με ένα παίξιμο που στηρίζεται σε ημιτόνια πάνω στη θλιμμένη της μορφή, και η Άννε-Μαρί Ο’ Σάλιβαν, που μας δίνει μια δροσερή Έμμα, απελπισμένη και ξένοιαστη συνάμα. Η Άλκηστις Παυλίδου στο ρόλο της μάνας είναι περισσότερο δραματικά ασάλευτη και ο Διομήδης Κουφτερός, ο νεώτερος αδελφός, ο Ανέστης, δένει καλά με τον Ιωάννου. Στη καλογραμμένη φωτογραφία ο Γιώργος Γιανέλλης, βοηθός του Αρβανίτη, και στο μοντάζ ο ίδιος ο σκηνοθέτης, με τη βιρτουόζα Ιωάννα Σπηλιωπούλου.
Ο Ηλίας Δημητρίου, βραβευμένος για τις μικρού μήκους και τα ντοκιμαντέρ του (Merry Kitschmas 2000, Πύλα, αυτοί που πάντα έμεναν μαζί 2004, Πρόβα Παλτού 2006 κ.ά), δίνει την πρώτη μεγάλου μήκους του, που βραβεύθηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου και έχει παιχτεί ήδη σε πολλά φεστιβάλ. Γεννημένος στην Αμμόχωστο, δηλώνει ο ίδιος ότι δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που να μη σκεφτεί το σπίτι του…
Πώς αλλιώς;

http://ardin-rixi.gr/archives/5917

 

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Τί βλέπουν τα παιδιά μας! (2)


Διαβάστε τις εξωφρενικές και χαζοχαρούμενες "πολιτικώς ορθές" απόψεις  στην "σοβαρή" και "καθωσπρέπει" φυλλάδα του ΔΟΛίου συγκροτήματος "ΤΟ ΒΗΜΑ", όπου υποστηρίζεται (μεταξύ άλλων βλακωδών ελευθεριακών τοποθετήσεων) με σοβαροφάνεια ότι είναι προτιμότερη η ομοφυλοφιλία από τον ολιγαρχία και τον ρατσισμό, φαινόμενα παντελώς άσχετα! Πιθανόν, η δημοσιογραφούσα αυτή κυρία, μέσα στο συγχυσμένο μυαλουδάκι της και το περιορισμένο μορφωτικό της επίπεδο να πιστεύει ότι πολιτικο-κοινωνικά φαινόμενα (ολιγαρχία, ρατσισμός) είναι το ίδιο με ψυχοπαθολογικές καταστάσεις (ομοφυλοφιλία). Προφανώς,  επιδιώκοντας την εύνοια της Διεύθυνσης της εφημερίδας όπου δημοσιεύει τις ανοησίες της, νομίζει ότι την αποκτά παινεύοντας μια μερίδα προβληματικών ατόμων (που προσωπικά δεν με ενοχλούν, εκτός των περιπτώσεων που προκαλούν), μεταξύ των οποίων και ο προηγούμενος (μακαρίτης πλέον) ιδιοκτήτης του συγκροτήματος. Ειλικρινά έμεινα σχεδόν ενεός διαβάζοντας το κείμενο που ακολουθεί ψελλίζοντας μετά από ώρα το γνωστό O! tempora! O! mores!
ΔΕΕ 

Ο Μπομπ και ο ανανάς
Λώρη Κέζα (*)

Κάποτε διαβάζαμε πολλών λογιών ειδήσεις, όχι μόνο αυτές που αφορούν τους φόρους, τους άνεργους και τους τροϊκανούς. Mια μελέτη του πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, που βρήκε θέση στις εφημερίδες, επιτρέπει (έστω για λίγο), να επιστρέψουμε στα χρόνια της ανεμελιάς.
Ο Μπομπ Σφουγγαράκης λοιπόν διασπά την προσοχή των νηπίων. Οι ερευνητές χώρισαν 60 παιδάκια σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ομάδα είδε για 9 λεπτά Μπομπ Σφουγγαράκη, η δεύτερη είδε το αργό καρτούν Caillou και η τρίτη έπιασε τους μαρκαδόρους. Κατόπιν τα παιδιά υποβλήθηκαν σε νοητικά τεστ.
Οι δυο ομάδες είχαν εξίσου καλά αποτελέσματα όμως η ομάδα που είδε τις περιπέτειες στον Βυθό του Μπικίνι είχε πρόβλημα συγκέντρωσης.
Κατόπιν τα παιδιά υποβλήθηκαν σε δοκιμασία ελέγχου των παρορμήσεων. Και εκεί ο Πάτρικ Αστέρης έκανε ζημιά: τα παιδιά της κρίσιμης ομάδας δεν είχαν αυτοέλεγχο: όταν για παράδειγμα τα προκαλούσαν με ένα γλυκό, εκείνα ορμούσαν. Τα παιδιά που ζωγράφιζαν ήταν πιο μπλαζέ απέναντι στη σοκολατίνα. Είναι απίστευτες οι ασχολίες μιας κοινωνίας που νομίζει ότι έχει λύσει όλα τα προβλήματά της. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μπομπ Σφουγγαράκης βρίσκεται με αρνητικό τρόπο στο επίκεντρο. Εχουν ακουστεί διάφορα μέσα στα 12 χρόνια προβολής του για την παιδαγωγική αξία του υπεραισιόδοξου ήρωα.
Λένε για παράδειγμα ότι σε κάθε επεισόδιο έχει αστεία που μπορούν να καταλάβουν μόνο οι γονείς. Ξεχνούν φαίνεται ότι τα κλασικά παραμύθια έχουν μυριάδες αναγνώσεις (το γυάλινο γοβάκι της Σταχτοπούτας σε κάποιες εκδοχές είναι γούνινο, με όλες τις συνδηλώσεις του επιτρέπει τούτο).
Λένε επίσης ότι ο Μπομπ Σφουγγαράκης προάγει και αναδεικνύει την ομοφυλοφιλία. Ξεχνούν ότι γενιές και γενιές γαλουχήθηκαν με τις πολύ χειρότερες αρχές της ολιγαρχίας ή του ρατσισμού (ο Τομ Σογιερ στην τελευταία του έκδοση πέρασε από λεκτικό καθαριστήριο, με την λέξη «νέγρος» να αντικαθίσταται 200 φορές). [Σημ. ΔΕΕ: Η λογοκρισία σε βαθμό γελοιότητας αυτού του είδους δεν μας ενοχλεί, αρκεί να είμαστε politically correct!]
Τα διυλίζουμε υπερβολικά. Αυτό που θα πρέπει να κρατήσουμε στις μέρες μας από τον Μπομπ Σφουγγαράκη δεν είναι η πιθανότητα να κάνει κακό στα νήπια. Πρέπει να κρατήσουμε τον μοναδικό τρόπο που συνδυάζει την αισιοδοξία και την αφέλεια. Ποτέ κανένα πρόβλημα δεν αποτελεί πρόβλημα για εκείνον. Στο κάτω κάτω δεν έχει καν σπίτι για να του επιβάλλουν εισφορές: ζει μέσα σε ανανά.

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=419405



(*) Σύμφωνα με το (αυτο)βιογραφικό της, η απελευθερωμένη αυτή κυρία, είναι σύζυγος μαραθωνοδρόμου (για φαντάσου!), μητέρα δυο πανέμορφων, πανέξυπνων κορασίδων (βεβαίως, βεβαίως! Τι άλλο μπορεί να πιστεύει η κάργα για τα καργάκια της; ) και αφέντρα (sic) σκύλου που ζυγίζει τρία κιλά (να τα εκατοστήσει!). Γεννήθηκε στο Μόντρεαλ, ζει στην Αθήνα και ονειρεύεται την Τήνο. Η δουλειά της είναι να παρατηρεί τους τρανούς αυτού του κόσμου, να γράφει και να περιγράφει όσα συμβαίνουν γύρω της. Στον ελεύθερο χρόνο της εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό "να ένα μήλο" και γράφει μικρές ιστορίες για μικρά παιδιά (με συμβουλές υποθέτω ότι η ομοφυλοφιλία είναι κάτι κανονικό και όλοι εμείς οι "νορμάλ" είμαστε μάλλον ανώμαλοι και οπισθοδρομικοί).

ΔΕΕ

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Κυνόδοντας


Υπογραφή
Κωνσταντίνος Μπλάθρας

Εφημερίδα "Ρήξη" φύλλο 71 (Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011)

Και ο Κυνόδοντας του Λάνθιμου για Όσκαρ και η συζήτηση για το ελληνικό σινεμά συνεχίζεται. Για να μην παρεξηγηθώ, καλή επιτυχία, Γιώργο Λάνθιμε, αλλά η πανοπλία των Όσκαρ δεν μπορεί να αλλάξει την κριτική μας άποψη. Τη θέση μας στη συζήτηση μπορεί να αλλάξουν μόνο ταινίες που διεμβολίζουν γενναία την πραγματικότητα με το σπυρί της κινηματογραφικής αλήθειας. Αλλά ας έρθουμε σε μια νέα ελληνική ταινία, κάπως «παλιομοδίτικη». Η Υπογραφή είναι η δεύτερη, μετά τον Άδη (1996), φιξιόν ταινία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, ο οποίος έχει δώσει επίσης μερικά αξιοπρόσεχτα ντοκιμαντέρ, κυρίως πορτραίτα ποιητών, όπως το προπέρσινο Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Βέβαια, στα ντοκιμαντέρ του συναντιέται η έρευνα με τη δραματουργία, όπως επίσης και στις δύο φιξιόν ταινίες του η εξέλιξη του δράματος στηρίζεται στη διερεύνηση του θανάτου και της καταγωγής στον Άδη, του έρωτα και της δημιουργίας στην Υπογραφή.
Η ιστορία έχει ως εξής: μια καταξιωμένη εις Παρισίους και –εξυπακούεται– εν Αθήναις ζωγράφος, με υψηλό κασέ στο εμπόριο τέχνης, συναντιέται με έναν αποτυχημένο ζωγράφο, που ποτέ δεν έχει εκθέσει έργα του και παρασιτεί κι αυτός στη γαλλική πρωτεύουσα, έχοντας κόψει τους δεσμούς του με την πατρίδα. Ερωτεύονται. Χωρίζουν. Ξαναβρίσκονται. Καθώς το κουβάρι της αφήγησης ξετυλίγεται, με οδηγό την επιμελήτρια μιας μετά θάνατον έκθεσης έργων της ζωγράφου στην Αθήνα, αποκαλύπτεται το μυστικό της υπογραφής. Ποιος είναι τελικά ο ζωγράφος των έργων που η επιμελήτρια συγκεντρώνει για την έκθεση; Ομολογώ ότι το δραματικό εύρημα του Χαραλαμπόπουλου είναι καίριο, αφού χτυπάει στην καρδιά τη σχέση του έργου ως έργου με τη χρηματική του αξία στο εμπόριο τέχνης αλλά επίσης βάζει και κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: το θέμα της ταυτοπροσωπίας του καλλιτέχνη, αλλά και το θέμα του ίδιου του προσώπου, ευρύτερα, μέσα στον έρωτα. Η αναζήτηση της Αρκαδίας, ως τόπου καταγωγής, ευτυχίας, ερωτικής ουτοπίας αποτυχαίνει. Η σύγχυση των δύο ερωτευμένων σε έναν, η ενοπροσωπία των δύο δεν μπορεί να είναι εφικτή. Κι όχι μόνον αυτό, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην (αυτο)καταστροφή.
Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος έχει επιλέξει μια αφήγηση έρευνας, κάποτε σχεδόν αστυνομικής, για να ξεδιαλύνει τη σύγχυση της υπογραφής αλλά και του θανάτου της ζωγράφου κι εδώ είναι που απαιτείται μια αυστηρή ισορροπία ανάμεσα στο ερευνητικό σινεμά πλοκής και λύσης και σ’ έναν κινηματογράφο εσωτερικό, που καταβυθίζει δηλαδή την έρευνα σε μύχιες γωνιές του εαυτού με οδηγό τον έρωτα. Το πρώτο μέρος της ταινίας φαίνεται να γέρνει προς το πρώτο, το δεύτερο προς τον δεύτερο. Έτσι παρατηρείται κάποια ανισομέρεια που προδίδει ίσως μια αμφιθυμία ανάμεσα στη λύση και στη βουτιά, εν τέλει ανάμεσα στο στυλ και την αλήθεια. Ένα φιλμ-νουάρ χωρίς εσωτερικό μονόλογο, η Υπογραφή, λύνει στο τέλος το μυστήριο του φόνου αλλά μοιάζει αμήχανη όταν ο φόνος αποκαλύπτεται. Η ρομαντική λύση του θανάτου συνταιριάζει με το μύθο της Αρκαδίας αλλά δεν απαντά ικανοποιητικά στο πάθος των εραστών. Ο έρωτας εκκρεμεί.
Στις ερμηνείες, ο Χαραλαμπόπουλος έχει καταφέρει να έχει ίσως την καλύτερη ερμηνεία του Γιώργου Χωραφά, που αποδεικνύεται σε πολύ καλή φόρμα και μέσα στα (ελληνικά) νερά του, παρά την κάπως ξενική εκφορά του. Η Μαρία Πρωτόπαπα είναι επίσης μια καλή παρουσία αν και δεν καταφέρνει να δώσει την (ακραία) ένταση που απαιτείται σε μια γυναίκα που φτάνει στο φόνο και στην αυτοχειρία. Εδώ η αδυναμία επιχειρείται να καλυφθεί με κινηματογραφικά τρικ, όπως η εφημερίδα με την κριτική στο εικαστικό της έργο που κοκκινίζει από το αίμα, στη σκηνή του φόνου, τα οποία τρικ είναι ενδιαφέροντα αλλά συσκοτίζουν αντί να αποκαλύπτουν την πράξη. Η Αλεξία Καλτσίκη πάλι έχει κατακτήσει ήδη από τις ταινίες του Παναγιωτόπουλου μια κινηματογραφική εκφορά που την κάνει περιζήτητη, κομμένη όμως σε ένα κοντινό και αυστηρό ντεκουπάζ δεν έχει ίσως το «χώρο» που χρειάζεται. Το ίδιο και ο Νίκος Κουρής, που στο ρόλο του κακού, δεν πείθει απόλυτα, ίσως και λόγω φυσιογνωμίας. Η πολύ καλά οργανωμένη παραγωγή, τα σκηνικά, τα κουστούμια της Ιουλίας Σταυρίδου, αλλά και οι πίνακες του νέου ζωγράφου Παναγιώτη Κουλουρά δίνουν ένα αποτέλεσμα κινηματογραφικά αξιόλογο αν και κάπως ακαδημαϊκό. Εδώ κολλάει και το «παλιομοδίτικο» της ταινίας.
Και κάτι για την Αρκαδία. Στους μύθους των ρομαντικών ποιητών, η Αρκαδία αντιπροσωπεύει την άγρια και ανεξέλεγκτη φύση που σχεδόν καταπίνει τον παθιασμένο άνθρωπο. Θυμηθείτε τον «Βέρθερο». Εδώ το στοιχείο αυτό δεν είναι τόσο πολύ τονισμένο, αφού το βάρος δίνεται περισσότερο στην τέχνη-δημιουργία. Έχουμε άρα μια κάποια μετάλλαξη του μύθου με την Αρκαδία του Χαραλαμπόπουλου να στεγάζεται σε έναν ερειπωμένο σιδηροδρομικό σταθμό με φόντο μια μεγάλη πέτρινη γέφυρα. Είναι μια Αρκαδία ιδιόρρυθμη, περισσότερο της νοσταλγίας ίσως μιας πρώιμης βιομηχανικής εποχής, του ’30 ας πούμε, όπου η φύση φαίνεται να παίζει έναν μάλλον διακοσμητικό ρόλο. Ακόμα και η (ο) ζωγράφος ένα σπίτι ζωγραφίζει στον πίνακά του της Αρκαδίας. Ενδιαφέρουσα η μετατόπιση αλλά κι αυτή κάπως αμφίθυμη ανάμεσα στην τέχνη και στο πάθος.

Πηγή: http://ardin.gr/node/4104