Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Ημέρα Ποίησης



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Δ.Σ. του Συλλόγου «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας»

σας προσκαλεί

την Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025 και ώρα 06.30΄μμ

στην εκδήλωση-αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καββαδία

με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης,

που θα πραγματοποιηθεί

στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου (Βαρόσι).

Θα επιχειρηθεί ανάλυση του ποιήματος «Μαρέα»

από τον Δημήτρη Ευαγγελίδη.

Συντονίζει η Γραμματέας του Δ.Σ. του Συλλόγου

Δέσποινα Τσεχελίδου.


Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Τρύφων Ούρδας


 

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2024

Βιβλιοπροτάσεις (7)




The light of Greece opened my eyes, penetrated my pores, expanded my whole being...   (Henry Miller, The Colossus of Maroussi) 

Ό,τι καλύτερο γράφτηκε ποτέ από ξένο συγγραφέα για την Ελλάδα.

Ο Χένρι Μίλερ  (Henry Miller, 1891–1980), ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς, του οποίου το έργο άσκησε σημαντική επιρροή στην λογοτεχνία την περίοδο του μεσοπολέμου, που διέμενε τότε στο Παρίσι, αψηφώντας τους κακούς οιωνούς –όταν τα μηνύματα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου διαγράφονταν στον ορίζοντα– αποφασίζει να έρθει στην Ελλάδα το 1939, έχοντας εξασφαλίσει τη φιλοξενία του άγγλου συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ, ο οποίος ζούσε στην Κέρκυρα. Αρχικά κινήθηκε χωρίς πρόγραμμα, πηγαίνοντας αποδώ και αποκεί. Θα εντυπωσιαστεί από τις συναντήσεις του με τον Γιώργο Κατσίμπαλη (από τον οποίο είναι εμπνευσμένος και ο τίτλος του βιβλίου του «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού», τον Σεφέρη, τον Αντωνίου, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Τσάτσο και εξαιτίας τους θα παρατείνει τη διαμονή του. Θα φύγει από την Ελλάδα πιεζόμενος από την αμερικανική πρεσβεία που ήθελε να εγκαταλείψουν οι υπήκοοί της τον τόπο, λόγω του πολέμου που είχε αρχίσει πλέον. Οι εντυπώσεις του από το ταξίδι του θα καταγραφούν στο βιβλίο που προαναφέραμε ("Ο Κολοσσός του Μαρουσιού") και συνιστούν μια ιδιότυπη περιδιάβαση στην ελληνική ανθρωπογεωγραφία. Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται και οι σημειώσεις που ο Χένρι Μίλερ άφησε στον Γιώργο Σεφέρη πριν φύγει από την Ελλάδα, οι οποίες φέρουν τον τίτλο «Πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα» και στο παρελθόν είχαν κυκλοφορήσει σε χωριστό βιβλίο.

Όπως έχει αναφερθεί:

[…] Υπάρχει μια κατηγορία βιβλίων που είναι αδύνατον να αναγνωσθούν έξω από τα συμφραζόμενά τους (πολιτισμικά και λογοτεχνικά). Αυτό συμβαίνει είτε (σπανιότερα) επειδή η καθεαυτή λογοτεχνική τους αξία είναι σχετικά μικρή και συνδέθηκαν με την ιστορία της λογοτεχνίας για άλλους, πέραν της αξίας τους, λόγους, είτε (συχνότερα) επειδή έπαιξαν έναν ευρύτερο πολιτισμικό ρόλο. Σ' αυτήν τη δεύτερη κατηγορία ανήκει ο "Κολοσσός του Μαρουσιού" του Χένρι Μίλερ, ο οποίος σχεδόν πάντα ταυτίζεται με την επιρροή που άσκησε στο εγχώριο λογοτεχνικό σύστημα στα χρόνια που εκδόθηκε [...] Ωστόσο η αποκλειστική ένταξη του βιβλίου σε αυτή την κατηγορία το αδικεί. Διότι, παράλληλα, συνιστά ένα κείμενο που διαθέτει τη δική του, αυτόνομη λογοτεχνική αξία [...] Δεν πρόκειται για την ουδέτερη, συναισθηματικά άχρωμη περιγραφή τόπων ούτε, πολύ περισσότερο, για τη μετάδοση πληροφοριών οποιουδήποτε είδους (γεωγραφικών, ιστορικών, λαογραφικών, ανθρωπολογικών ή άλλων). Το βιβλίο, πάνω απ' όλα, είναι η τεθλασμένη ματιά που ρίχνει ο Μίλερ στην ελληνική πραγματικότητα, μια ματιά που διηθείται μέσα από τις θεωρητικές απόψεις του συγγραφέα, τη θυμική του προσέγγιση στον, πραγματικό ή φανταστικό, τόπο "Ελλάδα" και τις μυθολογικές προεκτάσεις αυτής της προσέγγισης. Ακόμα και τα πρόσωπα που συναντά ο Μίλερ (πρόσωπα μυθικά για τη λογοτεχνία μας, τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει με περισσό οίστρο [...]) θα εξατμίζονταν, θα χάνονταν, αν δεν τα προίκιζε με τη δική του ματιά: είναι το δικό του βλέμμα που τα αποθεώνει, όχι η πραγματικότητα. [...]

(Γιώργος Ξενάριος, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, "Βιβλιοθήκη", 4/3/2005)


Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

Βιβλιοπροτάσεις (3)


Ένα έργο που δεν πρέπει να λείπει από την βιβλιοθήκη μας είναι ασφαλώς «Οι ελληνικοί μύθοι» (The Greek Myths) του σπουδαίου Άγγλου ποιητή, μυθιστοριογράφου και  μεταφραστή Ρόμπερτ Γκρέιβς. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία βιβλία που έχουν γραφτεί για την ελληνική μυθολογία και το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1955. Αποτελεί μια πλήρη και συστηματική εργασία, τεκμηριωμένη με παραπομπές και σχόλια του συγγραφέα σχετικά με την προέλευση του κάθε μύθου και ποια (κατά την γνώμη του) γεγονότα του απώτερου παρελθόντος προκάλεσαν την δημιουργία του. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί και κυκλοφορήσει από το 1979 σε μια 4τομη έκδοση του εκδοτικού οίκου ΠΛΕΙΑΣ την οποία έχω, η οποία έχει εξαντληθεί από καιρό. Έχει επανεκδοθεί βέβαια από τις εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ το 1998 σε δύο τόμους (βλ. Εικόνα), αλλά δεν γνωρίζω αν είναι πλήρης έκδοση. 


 

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Θ΄ Διαγωνισμός Διηγήματος


Θ΄ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

3η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ-ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ

 Έδεσσα, 15 Ιουνίου 2024

 Ο σύλλογος «ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΙ ΕΔΕΣΣΑΣ» προκηρύσσει 

λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος. 

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν Έλληνες ή αλλοδαποί, με ένα (1) μόνον διήγημα, στην ελληνική γλώσσα, το οποίο μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε θέμα, να είναι αδημοσίευτο και όχι μεγαλύτερο από έξη (6) τυπωμένες σελίδες Α4 σε Η/Υ, υπολογισμένες με γραμματοσειρά Times New Roman 12".

Διηγήματα με κομματικό ή προπαγανδιστικό περιεχόμενο και με απρεπείς/χυδαίες εκφράσεις αποκλείονται.

 Ο Σύλλογος έχει το δικαίωμα να δημοσιεύσει σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή οποιοδήποτε διήγημα του διαγωνισμού, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης. Η επιτροπή αξιολόγησης των κειμένων του εν λόγω διαγωνισμού, εκτός από τα διακριθέντα, θα προτείνει και διηγήματα των υπολοίπων διαγωνιζόμενων (τελικό σύνολο 30 διηγήματα), τα οποία θα αποτελέσουν περιεχόμενο μιας ειδικής έντυπης έκδοσης, όπως έγινε και στους προηγούμενους Διαγωνισμούς.

Όσ-ες/-οι επιλεγούν να συμμετάσχουν σε αυτή την μελλοντική έκδοση, οφείλουν να στείλουν τα κείμενά τους και ένα σύντομο βιογραφικό σε ηλεκτρονική μορφή (με mail) γραμμένα σε Microsoft Word (γραμματοσειρά Georgia ή Times New Roman και μέγεθος 12"), καθώς και μια φωτογραφία τύπου ταυτότητας, επίσης ηλεκτρονικά (σε αρχείο jpg).

Το προτεινόμενο διήγημα πρέπει να έχει τίτλο, καθώς και ψευδώνυμο του συγγραφέα και να σταλεί ταχυδρομικά σε τρία (3) αντίτυπα. Τα πραγματικά στοιχεία του/της συγγραφέα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνα, e-mail, σύντομο βιογραφικό) πρέπει να περιέχονται σε μικρότερο σφραγιστό φάκελο, χωρίς άλλα διακριτικά στο εξωτερικό του φακέλου. Η επιλογή του θέματος είναι ελεύθερη. 

Η μη τήρηση των παραπάνω όρων συνεπάγεται  αποκλεισμό των διαγωνιζομένων. Ως καταληκτική ημερομηνία αποστολής των κειμένων ορίζεται η 31η Οκτωβρίου 2024.

 Κατηγορίες Διακρίσεων

3 Βραβεία

3 Έπαινοι

4 Τιμητικές διακρίσεις

1 Βραβείο Εφηβικού (ηλικία μέχρι και 18 ετών)

 

Διεύθυνση αποστολής: Ευαγγελίδης Δημήτρης,

Φιλελλήνων 9 – ΕΔΕΣΣΑ 58200

Πρόσθετες πληροφορίες στο τηλέφωνο: 6970 995041.

e-mail: karanos2010@gmail.com 


Για το ΔΣ του Συλλόγου

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ 

Τρύφων Ούρδας


 

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Λογιοσύνης ακρότητες


Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο κριτικής, το οποίο επιχειρεί 
να βάλει κάποια πράγματα στην θέση τους...

Όσο ελάχιστα γνωστή κι αν έχει γίνει μια ακρότητα ή μια αμετροέπεια, δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται να παραμείνει ασχολίαστη, τόσο περισσότερο όταν αναφέρεται στον πολύ ευαίσθητο χώρο των γραμμάτων και της λογοτεχνίας ιδιαίτερα. Ακόμη κι αν θα μας κατηγορούσαν πως ενώ «ο κόσμος καίγεται, η γριά χτενίζεται», εμείς δεν θα πάψουμε να πιστεύουμε πως ίσα-ίσα την ώρα των μεγάλων κλυδωνισμών και συγκρούσεων οφείλουμε να διυλίζουμε τα θεωρούμενα «μικρά», μήπως κι αυτό συνιστά την άκρη του νήματος, ή μάλλον του κουβαριού, για να οδηγηθούμε σταδιακά σε μια απεμπλοκή δυσθεώρητων ίσαμε ένα πανύψηλο βουνό ζητημάτων.

Δεν αμφισβητεί κανείς πως ο πεζογράφος Γιώργος Κουτσαμπασιάκος και ο ποιητής Αργύρης Χιόνης, όσο κι αν υπήρξαν μιας περιορισμένης εμβέλειας δημιουργοί – άδικα, θέλετε; Πολύ άδικα, προσθέτουμε -, δεν δικαιούνται μια ξεχωριστή μνεία ή ακόμη και μια πολυσέλιδη ή πολλές πολυσέλιδες μελέτες. Όμως από το σημείο αυτό ως τον χαρακτηρισμό των όσων πεζογραφικών ή ποιητικών βιβλίων είχαν εκδώσει, ενόσω ζούσαν, από δύο καθ’ όλα αξιόλογους μελετητές, πεζογράφος ο ένας, ποιητής ο δεύτερος, ως το «κουτσαμπασιάκειο έργο» και το «χιόνειο έργο», η απόσταση δεν είναι απλώς τεράστια, αλλά μοιάζει επιπλέον να υπονομεύει ένα πρόσωπο κι ένα έργο. Στον πνευματικό και γενικότερα στον καλλιτεχνικό χώρο, κάθε υπερβολή, ακόμη κι όταν γίνεται προκειμένου να αποκατασταθεί μια αδικία για έναν δημιουργό που δεν έχει γίνει όσο γνωστός θεωρούμε ότι δικαιούται να είναι, μοιάζει να ταυτίζεται συνήθως με μια ακραιφνώς τρομοκρατική πρόθεση.

Όσοι δηλαδή συμβαίνει ν’ αγνοούν τον υπερβαλλόντως απαιτούμενο δημιουργό, να αισθανθούν πως για την άγνοιά τους αυτή ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι ή τα «κυκλώματα» που ρυθμίζουν την κυκλοφορία προσώπων και έργων, αποσιωπώντας τις πραγματικές αξίες και επιβάλλοντας «αξίες» πλαστές και διεφθαρμένες.

Ακόμη κι αν υπάρχει μια αλήθεια στις παρατηρήσεις αυτές και η μονοπώληση του ενδιαφέροντος των «καλλιτεχνιζόντων» και «φιλολογούντων» από σχετικώς λίγα και σταθερώς τα ίδια ονόματα δημιουργών, υπάρχει ένας υψηλός αριθμός γνήσια και ανιδιοτελώς ενδιαφερόμενων ανθρώπων που η, κάθε άλλο, παρά παρασιτική σχέση τους με τα έργα τέχνης τούς επιτρέπει να διαχωρίζουν την ήρα από το στάρι.

Και η οποιαδήποτε υπερβολή να πέφτει στο κενό, με αναπόφευκτη συνέπεια η οιαδήποτε επιφύλαξη την οποία προκαλεί ένας αδικαιολογήτως επαινούμενος δημιουργός ή έργο να μεγαλώνει την απομόνωση που σ’ αυτήν συχνά εντελώς απάνθρωπα έχουν καταδικαστεί και ο δημιουργός και το έργο.

Στο όνομα μιας καινοτόμου, ρηξικέλευθης ή πρωτοπόρας άποψης, δεν μπορείς να εγκαθιστάς ένα καθεστώς μιας νεότροπης αδικίας, αφού αν ήταν δυνατόν να ερωτηθούν τόσο ο Κουτσαμπασιάκος όσο και ο Χιόνης, θα ήταν αδύνατον ν’ απαντήσουν ότι μπορούν να τοποθετηθούν δίπλα στον Καβάφη ή τον Παλαμά αφού η μετατροπή του ονόματος των δύο τελευταίων σε επίθετο – εξαιρέσεις όντας στη μεγαλοσύνη τους – με τον χαρακτηρισμό του έργου τους ως «καβαφικού» ή «παλαμικού» δεν προκαλούσε και δεν προκαλεί μειδίαμα. Επιπλέον δεν πρόκειται για μία μόνο υπερβολή αλλά και για μια λεκτική αυθαιρεσία, αφού αν ήταν ένας τρόπος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση, όπως συμβαίνει με καθετί εκφραστικά ουσιαστικό, θα παραγόταν συχνά ένα κακόηχο και αντιπαθές αποτέλεσμα.

Θανάσης Θ. Νιάρχος,  10 Μαρτίου 2022

 

Πηγή: https://www.in.gr/2022/03/10/apopsi/logiosynis-akrotites/

 


 

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Το εκκλησάκι - Χρονογράφημα

                        

ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ 
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Του Τρύφωνα Ούρδα
                     [ Χ ρ ο ν ο γ ρ ά φ η μ α - 1973]

Λίγο πιο κάτω απ’ το χωριό, ήταν το Εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Έτσι το έλεγαν μέσα στο χωριό, έτσι και ο παππούς. Κανείς δεν ήξερε να πει με μεγάλη σιγουριά, πώς και γιατί βρέθηκε σ’ εκείνο το τόπο. Οι περισσότεροι έλεγαν ότι είναι θαύμα. Άλλοι απαντούσαν ξερά, πως χτίστηκε πολύ παλιά από κάποιον, που καθώς γύριζε στο σπίτι του από το χωράφι, είδε σ’ εκείνο το μέρος ένα φως και ύστερα την Άγια να του μιλά και να του δείχνει. Άλλοι πάλι δεν γνώριζαν τίποτα! 
Άπλωνες το βλέμμα σου προς τα εκεί και δίχως να το θέλεις, προσέκρουες απάνω του. Άσπρο πάντοτε ξεχώριζε από πολύ μακριά και αποτελούσε το κέντρο της περιοχής. Αποτραβηγμένο λίγο από τον κόσμο, ταπεινό, φτωχικό, απαλλαγμένο από κάθε κακία, έμοιαζε Εκείνου. Του φτωχού Θεού! 
Η φύση το αγκάλιαζε στα σπλάχνα της με ό,τι το καλό είχε. Του το έδινε με τόση μεγάλη αγάπη και αφθονία και τόση καλοσύνη, καθώς γύρω του άπλωναν τις χοντρές ρίζες τους πλατάνια θεόρατα, ψηλά, εκατόχρονα κι ακόμα, κορυφές που έκαμαν να φτάσουν τα σύννεφα. Όλα τους, το αισθάνονταν τόσο μικρό και αδύναμο, που έκλειναν απάνω του τα στραβά κλαδιά τους, έτοιμα να το προστατεύσουν. Αιώνιοι φρουροί του! Αγαθοί, βουβοί φίλοι του και συγκάτοικοι! 
Δεν υπήρχε πιο σεβαστός και πιο ιερός αλλά και πιο ωραίος τόπος από αυτόν της Μεγαλομάρτυρας! Δεν είχε κάτι το κοσμικό, τίποτα που να προκαλεί το φθόνο στους άλλους. Όλα όμως εκεί ήταν τόσο όμορφα τοποθετημένα και τόσο Άγια, αρκετά για να μπορεί η ψυχή σου να νιώσει τη μεγάλη αξία τους! 
Η περιουσία του ήταν ένας πέτρινος σταυρός στερεωμένος στη σκεπή του, μια παλιά καπνισμένη εικόνα μέσα, και ένα καντήλι να κρέμεται με λίγες σταλαματιές λάδι, έτοιμο να φέξει και να συναγωνιστεί τον ήλιο και τα αστέρια του ουρανού. Πολύ κοντά, από μια πράσινη, πάντοτε φρέσκια και δροσερή χλόη, έβγαινε και τραγουδούσε μονότονα, το νεράκι κάποιας κρυφής πηγής. Και το ευλογούσαν οι άνθρωποι και το χαίρονταν τα φυτά και τα ζώα! 
Ένας φιδωτός δρόμος ακόμα περνούσε ξυστά από δίπλα του. Σαν από «όραμα» σε έφερνε μπροστά στη θρησκεία σου και ύστερα «πλοκάμι» της θάλασσας, ατέλειωτος, σκορπιζόταν στον κάμπο. Στον κάμπο της Αγίας Παρασκευής! 
Ο κάθε περαστικός, ακόμα και ο πιο βιαστικός, δεν ξεχνούσε ποτέ εκεί να σταματήσει. Να βγάλει ευλαβικά το καπέλο του και να κάνει το σταυρό του. Δεν παρέλειπε ποτέ να καθίσει, κάτω από τον παχύ και δροσερό ίσκιο που του πρόσφεραν τα δέντρα, να ακούσει τα γλυκά στη φωνή πουλιά αλλά και γιατί όχι να «μιλήσει» λίγο νοερά μαζί τους… 
Η φωτιά της ψυχής του να σβήσει, όπως σβήνει το λιοπύρι κάτω απ’ αυτά τα δέντρα και ο πόνος του να φύγει μακριά, όπως φεύγει μακριά το νεράκι που κυλάει μπροστά του. 
Και ύστερα πάλι, μόλις το αφήσει και απομακρυνθεί, άθελά του, γυρίζει το κεφάλι πίσω του και το κοιτάζει από μακριά. Το αισθάνεται να τον ευλογεί. Να του εύχεται! 
Τόπε φιλόξενε! Αιώνιο προσκυνητάρι μου! Θα μείνεις για πάντα ένας Παράδεισος στη ζωή μου!
                                                                                         25- 7 – 2020
                                                                                  ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Αρνήθηκε να παραλάβει το Βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών


Αρνούμαι...

Την άρνησή της να παραλάβει το λογοτεχνικό βραβείο από την Ενωση για το βιβλίο της «Φεγγάρια στον υπόνομο» έκανε γνωστή μέσα από την εφημερίδα «Ελευθερία» η Λαρισαία λογοτέχνης Χαρά Κούτρα.

Οι Κοσμήτορες της Ενωσης Ελληνων Λογοτεχνών -όπως αναφέρει η κ. Κούτρα- επέλεξαν να βραβεύσουν το βιβλίο ως ένα ξεχωριστό κομμάτι της ελληνικής λογοτεχνίας, με τη βράβευση να γίνεται σε ειδική εκδήλωση που θα διοργανωνόταν σε συνεργασία του Υπουργείου Πολιτισμού, της Ενωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και της Περιφέρειας Θεσσαλίας. 
Η κ. Κούτρα τονίζει στην «Ε» ότι:
«Γεννήθηκα και ζω στην πόλη της Λάρισας. Όσα η ψυχή μου κέρδισε, τα οφείλω στη φιλόλογό μου κ. Κατερίνα Παυλοπούλου-Ρήγα. Και με το έργο μου αυτό επέλεξα να εκτεθώ ανεπανόρθωτα στους αναγνώστες μου γιατί αυτό θεωρώ ότι απαιτεί η Τέχνη της Λογοτεχνίας. Διένυσα μια διαδρομή ανάπηρη, μα ευτυχώς, στο ταξίδι της ζωής με ανακούφιζαν πάντα η σιωπή και οι εικόνες του ταξιδιού! Οι φταίχτες της αναπηρίας μου; Αν τους αναζητήσετε θα τους ανακαλύψετε μέσα στη σφαίρα της Εθνικής μας Τραγωδίας. Σαν ώριμη όμως σήμερα Ιφιγένεια θα πολεμήσω για να τιμωρήσω όλους αυτούς που παρέδωσαν τη χώρα μου στη χειρότερη Ιστορική γενοκτονία της Φυλής… 
Ο λογοτέχνης στα μέρη τα δικά μας δεν θα γίνει ποτέ έμπορος. Ξάγρυπνος στα χρόνια περιπλανιέται και καταγράφει με τα ευαίσθητα όργανα πλοήγησης που διαθέτει την πείνα, το θανατικό, την αγωνία, την εξαθλίωση, τον θυμό, την υποδούλωση και τα όνειρα του λαού του που καρτεράει την πολυπόθητη Λευτεριά! Σώμα και αίμα του περήφανου λαού μου στην απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού το οποίο σε συνεργασία με την Περιφέρεια Θεσσαλίας και με σκοπό να έρθουν στην πόλη μου για να μου αποδοθεί μέσα σε εορταστικό κλίμα το χρυσό μετάλλιο που δημοσιεύτηκε από την απόφαση των κοσμητόρων και δημοσιεύθηκε στον Τύπο αρνήθηκα διότι θεωρώ ότι πλέον όλοι οι θεσμοί της χώρας μου είναι συνυπεύθυνοι για την εκχώρηση Εθνικής Κυριαρχίας. Με σεβασμό στις αρίφνητες γενιές των Λογοτεχνών που πέρασαν από τα Ιερά τούτα χώματα… Αρνούμαι» αναφέρει η Λαρισαία συγγραφέας.






Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Διήγημα: Αυτός και η ...Πασχαλιά


ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ Η…ΠΑΣΧΑΛΙΑ
Του Τρύφωνα Ούρδα
[Γράφτηκε το 1974]

Ο Μάρτης δεν μπόρεσε να δώσει στον Θωμά να καταλάβει, ότι να… έφτασε η Άνοιξη και πως στα μέσα του αλλουνού το Πάσχα. Κοιτούσε από το παράθυρο του σπιτιού του και δεν έβλεπε τίποτα, κάτι που να λέει για τον ερχομό τους. Μόνο έναν συννεφιασμένο ουρανό και γκρίζο, να κρέμεται στον ορίζοντα και κανένα πράσινο, σκορπισμένο εδώ και εκεί στον κάμπο, σημάδι πως το «θεριό» ο χειμώνας, δεν ήθελε ακόμα να αφήσει το «βασίλειό» του!

Και δεν είχε άδικο! Ο χειμώνας έμαθε ότι βαστάει τρεις μήνες. Και όμως! Ετούτος θα ξεπεράσει τους τέσσερις. Και τι χειμώνας! Μόλις πρόφτασαν να λιώσουν τα χιόνια και άρχισαν ο βοριάς και η βροχή, ενώ το κρύο παγώνει και τρυπάει το κορμί μέχρι το κόκκαλο. Και αυτός ο ήλιος...!

Ποιος ήλιος; Α! ναι… αυτός που ζεσταίνει το καλοκαίρι Είδες μαζί με το Πάσχα που ήταν τόσο κοντά, ξέχασε και αυτόν. Αχ! Πόσο εύκολα ξεχνάει κανείς!

-Ακούστε, έλεγε όταν του μιλούσαν για το εφετινό Πάσχα. Είναι που το γιορτάζω, σαράντα χρόνια τώρα το ευλογημένο. Σαράντα μετρημένα από τα χρόνια του πατέρα και της μάνας μου. Και ξέρετε πως είναι μωρέ; Ανοιξιάτικο, γεμάτο λουλούδια, χαρούμενο και ζεστό. Ακόμα και ο ήλιος να βοηθάει να ψηθεί το αρνί στη σούβλα. Τόσο ζεστό… Μάλιστα. Παγωμένα Χριστούγεννα ναι, Πάσχα όμως ποτέ..!

Και τα έλεγε με τόση μεγάλη σιγουριά, τόση αισιοδοξία και σοβαρότητα, που ο καθένας αν τον άκουγε, θα τον πίστευε και θα δικαίωνε τα λόγια του. Άλλωστε δεν τα έλεγε και κανένα παιδί!

Όμως… για κοίταξε σήμερα. Για δες γύρω σου. Ανέπνευσε βαθιά τον μυρωμένο ανοιξιάτικο ζέφυρο. Θα αισθανθείς την αγάπη για τη ζωή.

Από σήμερα λοιπόν το Πάσχα!

Όπως όλοι μέσα στο χωριό έκαναν ετοιμασίες να υποδεχτούν την τόση μεγάλη Γιορτή, προετοιμάστηκε και αυτός. Μπορούσε να μείνει πίσω η αφεντιά του;

Αρχή από το κονάκι του. Διόρθωσε τη σκεπή, έβαλε τα κεραμίδια που έφυγαν από τον αέρα στη θέση τους και ύστερα άσπρισε μέσα και έξω τους τοίχους. Παράλληλα αντικατέστησε και κάποια από τα έπιπλα που από την πολυκαιρία, πάλιωσαν και καταστράφηκαν. Έτσι, μ’ αυτά τα λίγα το σπιτάκι του έλαμψε!

Αφού λοιπόν τακτοποίησε όλα αυτά, βάλθηκε να συγυριστεί και ο ίδιος. Έπρεπε να ψωνίσει το κουστούμι για την Ανάσταση. Αυτό το παλιό, έ δεν βαστάει άλλο! Μπαλώθηκε- ξαναμπαλώθηκε εκατόν-δύο φορές και τώρα πρέπει να πάει στη γωνιά. Όσο για τα παπούτσια, ούτε λόγος δεν αξίζει να γίνεται! Έχουν υπερβεί πέντε φορές το όριο της ηλικίας τους! 

Βέβαια θα πει κανένας πως όλα αυτά είναι έξοδα. Έλα όμως που θα κινδυνεύσει να γιορτάσει το Πάσχα χωρίς αξιοπρεπή ενδυμασία. Κάλλιο το πρώτο παρά το δεύτερο..!

Γι αυτό την άλλη μέρα, Μεγάλη Πέμπτη και πριν καλά-καλά να φέξει ο ήλιος στην Ανατολή, αφού έβαλε στην τσέπη του όλες τις οικονομίες, πήρε τον δρόμο για την πόλη.

Ανέβηκε στο τετράποδο γαϊδουράκι του-ευλογημένο ας είναι- και όταν έφτασε σ’ αυτή, τράβηξε κατ’ ευθείαν στο πρώτο κατάστημα που βρήκε μπροστά του. Βγήκε όμως πολύ σύντομα, γιατί κανένα από τα κουστούμια που δοκίμασε δεν ήταν στα μέτρα του. Το ένα φαρδύ στη μέση και στενό στα πόδια, το άλλο μακρύ και ένα σωρό άλλα κουσούρια. Δεν γίνεται. Αυτός το θέλει να είναι σαν κι αυτόν. Στα μέτρα του δηλαδή και σπιθαμή μεγαλύτερο ή μικρότερο.

Δοκίμασε έτσι και στο τέταρτο κατάστημα αλλά τα ίδια και χειρότερα από το πρώτο. Δεν απελπίστηκε όμως. Τι θα πείραζε αν δοκίμαζε και σ’ αυτό που είναι απέναντι. Η δοκιμή στο κάτω-κάτω σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι με χρήματα!

Μετά από υπομονή σχεδόν μιας ώρας και μετά από αμέτρητα «αντίο- καλό Πάσχα» και «ευχαριστώ- επίσης» των πελατών, ήρθε και η σειρά του.

-Ορίστε κύριε, του είπε κάποιος μειδιών, από αυτούς που εξυπηρετούσαν το κοινό. Τι θα σας προσφέρουμε από τα εφετινά λαμπριάτικα είδη μας, πάντα εκλεκτής ποιότητας;

Έβηξε δυο φορές και ύστερα παίρνοντας ύφος σοβαρό απάντησε

-Ε..! Θα ήθελα είπε φωναχτά, να αγοράσω ένα κουστούμι που να μου ταιριάζει, όμοιο στα μέτρα μου. Να αντέχει στα πολλά πλυσίματα, στα χρόνια και να μην ξεφτίζει. Ακόμα να είναι σκούρο ανοιχτό και λίγο φτηνό στην τιμή..!

Αυτό το τελευταίο που είπε, είναι σίγουρο πως και ο ίδιος δεν το πολύ-πίστευε. Ήξερε πόσο ακριβά πωλούνται τα πράγματα αυτή την εποχή. Το είπε όμως έτσι, επειδή το άκουσε από μια κυρία δίπλα του, που η «γαλιάντρα», λίγο-πολύ τσακώθηκε με τον υπάλληλο, γιατί το σακάκι του άντρα της, της φάνηκε πολύ ακριβό και δεν έκανε έκπτωση στην τιμή του.

Και συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο:

-Να, αυτό στη βιτρίνα σας, θα είναι καλό για μένα.

-Και βέβαια θα σας είναι καλό, του είπε εκείνος. Για να πεισθείτε όμως περισσότερο, κάντε μια δοκιμή να το φορέσετε και να το δείτε στον καθρέφτη αν σας πηγαίνει πραγματικά. Είμαι σίγουρος πως θα μείνετε ευχαριστημένος. Να ο καθρέφτης.

Αφού κοιτάχτηκε καλά μπρος-πίσω και πήρε διάφορες στάσεις και βεβαιώθηκε για την τελειότητα, είπε να το βάλλουν στο κουτί, πλήρωσε και βγήκε, συνοδευόμενος από τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και φυσικά με πολλές ευχές από όλους όσους δούλευαν εκεί, για «Καλό Πάσχα».

Περιπλανώμενος στην αγορά, βρέθηκε μπροστά και σε ένα κατάστημα με παπούτσια. Από τη βιτρίνα που κοίταξε, του φάνηκαν υπέροχα. Θέλεις καφέ χρώματος-μαύρου, με κορδόνια ή άνευ, ό,τι ήθελες είχε. Αλλά από τιμές! Φωτιά! Δεν βαριέσαι όμως. Η τσέπη του να είναι καλά. Χωρίς να πήγε ποτέ στην Αθήνα, σήμερα γιορτάζει το «Κολονάκι», έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του και γελούσε ο φουκαριάρης!

Σαν μπήκε και μέσα, το μαγαζί του φάνηκε ένα όνειρο! Μεγαλείο και πολυτέλεια! Άλλοι δοκίμαζαν παπούτσια παραπονούμενοι για στενά-μεγάλα στα πόδια τους, άλλοι έφευγαν με παπούτσια που αγόρασαν στις τσάντες τους, άλλοι έκαναν παζάρια για την αγορά τους και άλλοι… έφευγαν όπως μπήκαν, ρίχνοντας κατάρες στην ακρίβεια!

Όταν τον είδαν κι αυτόν να μπαίνει μέσα, έτσι σφιχτό και ντροπαλό, κάποιος από τους πωλητές τον πλησίασε και τον ρώτησε τι επιθυμεί. Τότε αυτός γρήγορα και ξεκάθαρα, χωρίς πολλά λόγια και ακαταλαβίστικες κουβέντες, του είπε το σκοπό της επίσκεψης και το τι ακριβώς θέλει να αγοράσει.

Αμέσως εκείνος κατέβασε από τα ράφια ένα σωρό κουτιά με παπούτσια και του τα έδωσε να τα δοκιμάσει. Φορώντας έτσι το ένα ή το άλλο ζευγάρι και εδώ διάλεξε τα καλύτερα παπούτσια που διέθετε το κατάστημα. Σκαρπίνια μαύρου χρώματος, τελευταίας μόδας και εξαιρετικής ποιότητας. Πολύ δε περισσότερο και εισαγωγής..!

Ευχαριστημένος από τις αγορές, μαζί με άλλες που έκανε, τώρα σε τρόφιμα, φορτώθηκε πάλι στο γαϊδουράκι του και από την πόλη επέστρεψε στο χωριό. Εκεί, αφού τακτοποίησε ακόμα μερικές από τις δουλειές του, αναφερόμενες κυρίως στο ασβέστωμα τοίχων και καθαρισμό αποθήκης, το βράδυ πήγε στην Εκκλησία. Ήταν τα δώδεκα Ευαγγέλια βλέπετε. 

Μαζί με τους άλλους χωριανούς τα παρακολούθησε Ένα-Ένα, μάλιστα με μεγάλη ευλάβεια, αναπολών συγχρόνως την παιδική του ηλικία και τα σχολικά του τα χρόνια, όταν ο δάσκαλος τους μίλαγε τέτοια εποχή για τα Πάθη του Χριστού και την Ανάσταση.

Την επόμενη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή, ο καιρός έβρεχε. Μαύρα σύννεφα πλάκωναν γύρω την ανοιξιάτικη φύση και έριχναν σταγόνες το δάκρυ τους, λυπημένα και αυτά για τον άδικο θάνατο Εκείνου. Του Καλόκαρδου και Αγαθού Ναζωραίου. Του ευσπλαχνικού Θεού.

Συντετριμμένος και αυτός με λυγμούς, πήγε στους τάφους του πατέρα και της μάνας του και καθάρισε τα αγκάθια και τα χορτάρια που φύτρωναν εκεί και πατούσαν το σώμα τους. Ύστερα με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση, άναψε το καντηλάκια και από ένα κερί στη μνήμη τους.

Πόσο του λείπουν, μόνο αυτός και η ψυχή του το ξέρουν! Γιατί να μην μπορεί να τους μιλήσει, να τους πλησιάσει και να τους πει, πόσο μόνος αισθάνεται χωρίς αυτούς! Γιατί να μην μπορεί να νοιώσει την απέραντη αγάπη τους! Θάνατε πόσο μεγάλες και αγιάτρευτες πληγές ανοίγεις, κάθε που πέφτεις μέσα στις οικογένειες!

Το βράδυ για τον Επιτάφιο, ο παπάς χτύπησε την καμπάνα λίγο νωρίτερα. Ήθελε να πάει ο κόσμος εκεί πιο μπροστά για να τον στολίσουν. Μπήκε λοιπόν στον μπαχτσέ του και αυτός και έκοψε μερικές από τις πασχαλιές και τα ζουμπούλια, που όλες αυτές τις μέρες, στολίζουν την πλάση. Τα έκανε δυο ματσάκια και τα πήγε πάνω στο νεκρό σώμα του Ιησού. Από μέσα του έψελνε: «Η ζωή εν τάφω…»

Και ξημέρωσε η Κυριακή. Το Πάσχα μέσα στο χωριό. Ο κρότος της κανονιάς του, γέμισε απ’ άκρη σ’ άκρη την κάθε γειτονιά και φώτισε τα πιο σκοτεινά δρομάκια. Έφερε την αγάπη στις ψυχές όλων των χωριανών και άναψε την ελπίδα για το αύριο. Παραμέρισε την κακία και το μίσος και έκανε όλοι να δώσουν τα χέρια τους και το «φιλί της Αγάπης» σαν πιστοί χριστιανοί και μιμητές του Αναστημένου Θεού.

-Χριστός Ανέστη χωριανοί-Αληθώς Ανέστη χωριανοί, έψελνε ο παπάς με τους ψαλτάδες του μέσα στην Εκκλησία. Το πλήθος χαρούμενο, κρατώντας αναμμένες λαμπάδες, που έφεγγαν σαν τον ήλιο, σταυροκοπιόταν με ευλάβεια και προσευχόταν προς τον Κύριο του Παντός.

Προσευχήθηκε και αυτός και έψαλλε μαζί με τους άλλους το μεγάλο Γεγονός. Η ψυχή του εκείνες τις ώρες, βγήκε από μέσα του και πέταξε προς τον Αναστημένο Θεό, που σκόρπισε τους εχθρούς Του και έφερε στον κόσμο το Μέγα Έλεος! Την Μεγάλη Αλήθεια! Αυτή που όλοι προ πολλού, ξεχάσανε να λένε και ζούσανε μέσα στα σκοτάδια. 

Ώσπου έφτασε η σημερινή μέρα!

Τέλος, αφού τέλειωσε ο παπάς τη Λειτουργία, επέστρεψε στο σπίτι του. Ένοιωθε τόσο ευτυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε. Κάθισε ήρεμος στο τραπέζι και έφαγε με όρεξη το αρνάκι που έτρεφε εδώ και αρκετούς μήνες. Ύστερα ήρθαν στο σπίτι του συγγενείς και φίλοι με τους οποίους τσούγκρισε το κόκκινο αυγό και ήπιαν ποτήρια κόκκινο κρασί, ώσπου κάποιος νεώτερος, όταν πια έφτασε στο κέφι, είπε το πρώτο τραγούδι. Ακολούθησαν οι πιο γέροι με παραδοσιακά τραγούδια της δικής τους εποχής, που έλεγαν για την παλληκαριά τους αλλά και για τη δύναμη της Ρωμιοσύνης.

Έτσι, αφού και το τελευταίο ποδαράκι του μικρού αμνού φαγώθηκε και εξαντλήθηκε και η τελευταία σταλαματιά από το κρασί του στο βαρέλι, αποφάσισαν να τα συμπληρώσουν στον καφενέ. Εκεί κάτω από το ψηλό και γέρικο πλατάνι του χωριού, γινόταν μεγάλος χορός. Χόρευαν τα όμορφα κορίτσια και τα αγόρια, που τα χαίρονταν οι μανάδες τους και τα καμάρωναν οι πατεράδες τους.

-Φέρε κρασί να πιούμε, φώναξαν όλοι στον καφετζή.

-Φέρε να πιούμε γρήγορα, είπε και αυτός!

Και πρώτος πιάστηκε να χορέψει έναν αθάνατο ελληνικό σκοπό!

21-4-2019 
ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Διήγημα



Ο «ΔΙΟΓΕΝΗΣ» ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

Την πρώτη φορά που τον είδα, ήταν ένα απόγευμα μέσα στο Φθινόπωρο. Εγώ πήγαινα με τ’ αμάξι μου και αυτός ευγενικά, μου έκοψε τον δρόμο για να περάσει απέναντι.
Τίποτα δεν μου έκανε εντύπωση απάνω του! Ούτε τα κουρελιασμένα ρούχα, ούτε τα γένια,  που  μαζί με τα μαλλιά έκλειναν τα μάτια του, ούτε ακόμα και το σώμα του, που έγερνε μπροστά και πήγαινε παράλληλα με το έδαφος. Πραγματικά τίποτα απ’ όλα αυτά δεν με παραξένεψε. Τρελάθηκα όμως σαν τον είδα να πηγαίνει, τέλος πάντων να βαδίζει, προς τα πίσω!
-Ε! παππού, του φώναξα γεμάτος απορία. Πρόσεχε γιατί μπορεί να σε πατήσει κανένα αυτοκίνητο…
-Καλά, μου είπε με βραχνή φωνή, σηκώνοντας λίγο το κεφάλι  από τη γη για να με δει και χαμογελώντας μέσα από τις τρίχες της ασπρόμαυρης γενειάδας του. Ίσως ευχαριστημένος για το ενδιαφέρον που έδειξα για τη ζωή του!
Ύστερα κατεβάζοντας πάλι το κεφάλι, χωρίς να με βλέπει, σιγομουρμούρισε:
-Κάνε εσύ αυτά που πρέπει να κάνεις για σένα και μη σε νοιάζει τι θα κάνουν οι άλλοι για τον εαυτό τους…
Δεν του απάντησα και τον άφησα να περάσει στην άλλη μεριά του δρόμου. Ύστερα μια και βιαζόμουνα, ξεκίνησα και έφυγα αμέσως. Ωστόσο περίεργος όπως πάντα, έριξα μια τελευταία ματιά πάνω του. Τον είδα να στρογγυλοκάθεται στο πεζούλι μιας βρύσης και να πίνει με τις χούφτες του νερό.
-Παράξενος που είναι ο κόσμος, είπα από μέσα μου!
Έτσι, σαν άφησα το γεροντάκι πίσω μου, στην άλλη στροφή του δρόμου, το ξέχασα κιόλας.
Από τότε και άλλες πολλές φορές πέρασα από το σημείο. Όμως πάντοτε το ξαναθυμόμουνα και άθελά μου, «έκοβα» ταχύτητα με το αυτοκίνητό, ψάχνοντας να το βρω.
Άλλοτε το έβρισκα και άλλοτε όχι. Όσες φορές το έβρισκα, το έβλεπα κάτι να κάνει. Τη μια να παίζει με το σκύλο του, την άλλη να σκάβει, την άλλη να κουβαλάει ξύλα. Πάντα γυρτό μ’ ένα ξύλο στα χέρια του για μπαστούνι. Και πάντα να πηγαίνει …προς τα «πίσω».
Ώσπου μια Κυριακή το πρωί, την ώρα που ακόμα βαρούσαν οι καμπάνες για τη Λειτουργία και εγώ πήγαινα για καφέ στην πόλη, είπα να σταματήσω και να πιάσω κουβέντα μαζί του. Τόσο καιρό  έβλεπα τον άνθρωπο, «όπως τον έβλεπα» και με έτρωγε η περιέργεια να τον ρωτήσω κάποια πράγματα, αν φυσικά και αυτός ήθελε να κάνει συζήτηση μαζί μου.
Φτάνοντας λοιπόν κοντά του, τον είδα αυτή τη φορά  να ταίζει τις γάτες του, που δεν ήταν και λίγες.
-Γεια σας, του είπα γλυκαίνοντας λίγο τη φωνή μου, μη τυχόν και με αποπάρει που σταμάτησα να του μιλήσω, άγνωστος σ’ αυτόν. Έπεσα όμως έξω.
-Γεια σου καλό παιδί, μου είπε και αυτός με γλυκιά φωνή, ανεβάζοντας όσο μπορούσε τους ώμους του για να με δει καλύτερα. Και συνέχισε;
-Πως και σταμάτησες, ήθελες κάτι;
-Τίποτα ρε παππού, του είπα. Νά, τόσο καιρό περνάω από δω και σε βλέπω και είπα μια φορά να σταματήσω και να σου πω «καλημέρα».
-Του Θεού, του Θεού είναι η καλημέρα βιάστηκε να μ’ απαντήσει. Μπράβο σου και καλά έκανες!
Με το διάλογο πήρα θάρρος και εκεί στα όρθια, συνέχισα να κουβεντιάζω μαζί του, τώρα με περισσότερη άνεση.
-Καλά του λέω, σε κάποια στιγμή που τον αισθάνθηκα ακόμα περισσότερο κοντά μου, γιατί σε βλέπω να πηγαίνεις προς τα πίσω;
-Χμ, χαμογέλασε. Παλικάρι μου, λέει. Γιατί σου φαίνεται περίεργο; Εγώ πηγαίνω, όπως «πηγαίνει όλος ο κόσμος». Δυστυχώς, αντί μπροστά «πίσω». Και μην μου πεις πως δεν το βλέπεις και συ, έξυπνος είσαι!
Και συνέχισε με τον ίδιο τόνο, χωρίς να περιμένει κάποια αντίδρασή μου.
-Καλά τώρα θα λες με τρελό έμπλεξα! Πες με όπως θες. Δεν με νοιάζει! Ο καθένας είναι καλός, κακός, στραβός, ανάποδος, ίσιος για την πάρτη του. Τους άλλους αυτό δεν τους ενδιαφέρει. Αρκεί βέβαια να μην τους πειράζει… Πάντως εγώ έτσι βλέπω τον κόσμο και πάω σύμφωνα με το ρεύμα του!
Δεν ήξερα μετά απ’ αυτά που άκουσα, αν μπορούσα να συνεχίσω  περαιτέρω την κουβέντα μαζί του. Γι αυτό πάλι βιάστηκα να φύγω. Έτσι ανέβηκα στο αυτοκίνητό μου και μετά από λίγο απολάμβανα ένα ζεστό καφέ σε καφετερία της πόλης..! 
Το βράδυ όταν πήγα στο σπίτι, όπως κάνουμε όλοι μας, άνοιξα την τηλεόραση. Την πέτυχα την ώρα που έλεγε ειδήσεις..!
-Ληστεία μετά φόνου έγινε χτες… Αδερφός σκότωσε τον αδερφό του… Τροχαίο δυστύχημα το βράδυ με πέντε νεκρούς… Σύζυγος μαχαίρωσε την σύζυγο… Δάσκαλος κατηγορείται για αποπλάνηση… Υπουργός κατηγορείται για απάτη… Κλέφτες άρπαξαν…
-Αμάν ρε παιδιά, είπα αγανακτισμένος από μέσα μου. Κανένα καλό, καμιά ευχάριστη είδηση δεν θ’ ακούσουμε; Κάτι το σωστό δεν έγινε στο εικοσιτετράωρο που πέρασε; Ένας άνθρωπος δεν έκανε κάποιο καλό να το πούμε; Κάτι που να μας κάνει να ευχαριστηθούμε, να χαρούμε και να γελάσουμε; Να πάρουμε ελπίδες και να ζήσουμε…!
Τελικά αναλογίστηκα, μ’ αυτά που ακούμε, είμαστε άνθρωποι πολιτισμένοι, με καρδιά, ψυχή, συναισθήματα, αγάπη μέσα μας! Τελικά με όλα αυτά που βλέπουμε, πάμε μπροστά ή ζούμε στη «ζούγκλα» και τελικά μήπως ο γέρος που μίλαγα το πρωί, είχε δίκιο να βαδίζει «προς τα πίσω», μιμούμενος την κοινωνία μας και από αντίδραση προς αυτή!
Και τελικά, το λέω ακόμα μια φορά, μήπως και «τη σήμερον ημέρα»,  πρέπει να βγούμε στους δρόμους για να «ψάχνουμε με το φανάρι», μέρα και νύχτα, να βρούμε στον κόσμο «ανθρώπους». Αλλά κυρίες και κύριοι…!
Προσέξτε! Ανθρώπους! Όχι θηρία, που και αυτά σε τελική ανάλυση, αν μπορούσαν να μιλήσουν, θα έλεγαν πως εμείς είμαστε τέτοια στη συμπεριφορά μας. Όχι αυτά. Εμείς, τα «κατ’ επίφαση», ανώτερα στο πνεύμα  και στο νου «όντα» του πλανήτη μας!
Ζητείται ο «άνθρωπος..!»

ΤΡΥΦΩΝ  ΟΥΡΔΑΣ
     30-10-2017    


Ο Τρύφων Ούρδας γεννήθηκε στη Δωροθέα Αλμωπίας Ν. Πέλλας το 1957. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας. Υπηρέτησε στην Ελληνική Αστυνομία επί 32 έτη σε διευθυντικές θέσεις στους νομούς Πέλλας, Φλώρινας, Κοζάνης, Δράμας και Χαλκιδικής. Αποστρατεύτηκε το 2009 με τον βαθμό του Υποστράτηγου ε.α. Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με συγγραφικό έργο. Είναι παντρεμένος με τη Γιαμαλή Ευαγγελία και έχει δυο παιδιά, την Ελένη και τον Γιώργο. Πρόσφατα εξελέγη Πρόεδρος του Δ.Σ. των Πολιτιστικού Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας".





Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Πρόγραμμα Εκδηλώσεων


Πρόγραμμα Εκδηλώσεων

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017
(Αίθουσα παλιού Παρθεναγωγείου)

19.00΄ Εγκαίνια Έκθεσης Φωτογραφιών από τα Κατεχόμενα

Τραγούδια από την Μαρία Ζλατάνη

20.00΄ Ημερίδα Νέων Συγγραφέων


Σύντομη Εισαγωγή από τον Πρόεδρο του Συλλόγου 

Δημ. Ευαγγελίδη

Ομιλητές:

Μπιμπίτσος Χρήστος, Γραμματέας ΔΣ του Συλλόγου
«Η θεραπευτική δύναμη των λέξεων»

Μπαχάς Γιάννης

«Η επιστολογραφία ως πηγή έμπνευσης για την διηγηματογραφία»

Συμεωνίδου Χρύσα
«Νέος, Έλληνας, Συγγραφέας το 2017»

Ψωμαδέλλη Αγγελική-Μαρία

«Εξομολογήσεις στο χαρτί»


Συζήτηση



Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ένα διήγημα


Φθινοπωρινός περίπατος

Γράφει ο Τρύφων Ούρδας

Από βραδύς που έπεσα για ύπνο, η βροχή έξω έπεφτε ασταμάτητα. Γινόταν χαλασμός Κυρίου! Μάλιστα, το νερό συνέχισε να πέφτει και όλη τη νύχτα, γιατί σε τακτά χρονικά διαστήματα, όταν άλλαζα πλευρό στον ύπνο μου, άκουγα τη βροχή να πέφτει δριμύτερη πάνω στις λαμαρίνες της αποθήκης του γείτονά μας, του Νικόλα. Φθινόπωρο βλέπετε και αυτού του είδους τα καιρικά φαινόμενα, είχαν την τιμητική τους!
Όμως κοίταξε διαφορά το πρωί! Από τις χαραμάδες των παντζουριών, μπαίνουν κρυφά στο δωμάτιο, χρυσές δέσμες φωτός του ήλιου και τραβάνε φωτεινές χαρακιές πάνω στους τοίχους, τα έπιπλα και τα σκεπάσματα. Είναι σαν να σου λένε:
-Άντε σήκω υπναρά, Καλημέρα. Η φύση έξω άλλαξε και έγινε χαρά Θεού!
Ένα τέτοιο λοιπόν φθινοπωριάτικο πρωινό, με λίγο ψωμί στα χέρια, είπα να κάνω μοναχός μου, έναν περίπατο στη φύση, γύρω από το χωριό στα χωράφια και στα τσαΐρια, μακριά από τα τσιμέντα και τα μπετά και τους ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Δεν ξέρω, το είχα ανάγκη! Ήθελα τα μάτια μου να αλλάξουν παραστάσεις!
Έτσι, ξεκίνησα από το πατρικό μου, παίρνοντας τον δρόμο που περνάει μπροστά από αυτό. Βγαίνοντας από την αυλή, κοντοστάθηκα στον φράχτη για να θαυμάσω τις ροζ τριανταφυλλιές μας. Λίγο παράξενο για την εποχή βέβαια, όμως ήταν πραγματικότητα!  Μεγάλα, ζωηρά, φανταχτερά τριαντάφυλλα ξεπεταγόταν έξω από τα σύρματα, έξω από τα ξεραμένα βάτα και τα άλλα αγριόχορτα, που "κακόβουλα" νόμιζαν ότι μπορούσαν να τα κρύψουν και να σβήσουν την ομορφιά τους. Πόσο όμως εξαπατήθηκαν! Η μάνα τριανταφυλλιά δεν αφήνει έτσι τα παιδιά της, και τα προστατεύει! Θέλει να τα βγάλει στον κόσμο και να δείξει την ομορφιά τους. Γι αυτό περνώντας τα κλωνάρια της μέσα από απίθανους διόδους που αφήνουν τα άλλα φυτά, κάνει τα πάντα να βγάλουν πρόσωπο και να φανούν τα σπλάχνα της τα τριαντάφυλλα, τα πανέμορφα τριαντάφυλλα, τα δροσερά, με τις σταγόνες της βροχής σαν πολύχρωμα ρουμπίνια πάνω τους, να αλλάζουν χρώματα με τον ήλιο, μαζί με εκείνα τα χρώματα που τα έδωσε η ίδια από τη ρίζα της.
Προκλητικό το κάλλος τους και η παρουσία τους εκεί, γι αυτό κι εγώ, πάνω στον θαυμασμό μου, άπλωσα το χέρι μου να τα χαϊδέψω και ύστερα ένα από αυτά να το κόψω, προκειμένου να το μυρίσω και να το κρεμάσω «περήφανος και ωραίος» στο πέτο μου. Ο ασυλλόγιστος! Το μετάνιωσα "οικτρά". Τα αγκάθια μπήκαν στα δάχτυλά μου και εγώ φαρμακώθηκα από τον πόνο!
-"Βρε άνθρωπε, μουρμούρισα από μέσα μου. Τα τριαντάφυλλα είναι για να τα βλέπουν οι άνθρωποι και να τα χαίρονται και όχι να τα κόβουν!"
Γέλασα με αυτό το πάθημά μου και τράβηξα τον δρόμο μου παρακάτω.
Σε πολύ μικρή απόσταση ήταν ο μπαχτσές του ξαδέρφου μου του Γιάννη. Ήθελα πολύ να τον δω τώρα το φθινόπωρο. Έτσι όταν έφτασα κοντά, έσπρωξα την ξύλινη πόρτα και μπήκα μέσα.
Και τι δεν είχε μέσα σ' αυτόν ο πατέρας του! Ήθελες μηλιές, ροδακινιές, ήθελες αχλαδιές, συκιές, ήθελες κυδωνιές, ροδιές, κληματαριά... Τα πάντα είχε αυτός ο Παράδεισος με τους καρπούς ακόμα πάνω σε κάποια από τα δέντρα, ώριμους, έτοιμους να μαζευτούν.
Στην είσοδο πρώτα με υποδέχτηκε γαυγίζοντας το σκυλάκι τους, o “κούτης", όπως τον φώναζαν και από πίσω η “παρδάλω" η γάτα τους, που ήταν τόσο καλομαθημένη στο φαγητό, ώστε το τελευταίο καιρό, είχε ξεχάσει να τρώει ποντικάκια. Ήθελε να τρώει μόνο μαγειρεμένο φαγητό, όπως αυτό που έτρωγε η οικογένεια!
Προχωρώντας προς τα μέσα, στο βάθος του κήπου, δίπλα στη κόκκινη τουλούμπα, βρήκα τη θεία μου τη Μαρίκα και το θείο μου τον Γιώργο. Και οι δύο μ' ένα μαχαίρι στο χέρι, μάζευαν τα τελευταία σταφύλια από την κληματαριά και τα έβαζαν μέσα στα βαρέλια, για να τα κάνουν αργότερα τσίπουρο και κρασί. Παράλληλα η θεία μου, καθάριζε ροδάκινα και μήλα για να τα κάνει μαρμελάδα και κομπόστα. Στο πλάι της, πάνω σε τριγωνικές πυροστιές, ήδη έβραζαν μέσα σε κατσαρόλες, κάποια από αυτά τα φρούτα.
-Κάτσε μου είπαν και μου πρόσφεραν ένα σκαμνάκι. Το πήρα και έκατσα σ' έναν καλό ίσκιο, κάτω από τα μισοξεραμένα φύλλα της κληματαριάς. Σε λίγο μου έφεραν μέσα σε ένα μπρούτζινο ταψάκι να φάω, αρκετά από τα φρούτα του κήπου τους. Τα δοκίμασα όλα! Αγνά φρούτα και νόστιμα, όπως τα έκανε η γη, κομμένα εκείνη την ώρα, χωρίς φάρμακα και τη μεσολάβηση ψυγείων που χαλάνε τη γεύση τους. Στο τέλος, πίνοντας κρύο νερό από το «χέρι» της τουλούμπας, τους χαιρέτησα για να φύγω, αφού βέβαια τους ευχαρίστησα για τη φιλοξενία.
Σαν βγήκα από τον μπαχτσέ, το βλέμμα μου έπεσε ακριβώς απέναντι σ' ένα πολύ γνωστό τόπο με τρία πλατάνια, φυτρωμένα εκεί σε σχήμα τριγώνου, δίπλα στο ποτάμι μας. Έτσι τα βρήκα εγώ εκεί να στέκονται, έτσι τα θυμούνται και οι γονείς μου. Πανύψηλα, με τα πράσινα και τα κίτρινα φύλλα τώρα το φθινόπωρο στα κλωνάρια, είχαν απάνω τους, πολλές φωλιές από τα πουλιά. Τα μικρούλικα αυτά πετούμενα, τσίριζαν και φώναζαν, πετώντας δεξιά και αριστερά πάνω στα δέντρα, λες και είχαν πανηγύρι. Ώρες-ώρες τα κοίταζα να κατεβαίνουν μαζεμένα στην άκρη στο ποτάμι για να πιούνε νερό. Ύστερα πάλι μ' ένα θόρυβο που έκανε το πέταγμά τους, να ανεβαίνουν ψηλά για να συνεχίσουν το τραγούδι τους. Και στο βάθος που κύλαγε το ποτάμι μέσα από τις ιτιές, οι οποίες έσκυβαν σαν ευλαβείς προσκυνήτριες πάνω στο νερό του, ακουγόταν η "θεϊκή φωνή", το κελάηδισμα του αηδονιού, σε εντελώς βέβαια διαφορετικές νότες από εκείνες των άλλων πουλιών..!
Αυτό το μέρος εδώ, πολύ κοντά στο σπίτι μας, είναι αλήθεια ότι πάντοτε μου άρεσε. Από πολύ μικρό παιδί, με ένα τραντζιστοράκι στο χέρι, κάθε τόσο ερχόμουνα εδώ και άκουγα τραγούδια ή διάβαζα τα μαθήματά μου, ξαπλωμένος στο γρασίδι ή καθισμένος στις ρίζες των πλατανιών. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που ερχόμουνα εδώ, μόνο και μόνο για να ρεμβάσω ή να ξεκουράσω το κεφάλι μου από τα διαβάσματα και τις αγροτικές εργασίες ή και να γράψω σε ένα χαρτί ποιήματα και ό,τι άλλο με απασχολούσε εκείνες τις στιγμές, εμπνεόμενος βέβαια από τη φύση!
Ξαπλωμένος λοιπόν και τώρα στο χορτάρι και ρεμβάζοντας όπως τότε, χωρίς να το θέλω, έπεσα σε ένα λήθαργο σκέψεων και αναμνήσεων. Ξύπνησα, όταν με φύσηξε ένα απαλό ζεστό αεράκι και με χάιδεψε στα μάγουλα και τίναξε τα μαλλιά μου, ρίχνοντας παράλληλα στο έδαφος μερικά από τα ξεραμένα φύλλα των πλατανιών.
Και τότε με την καρδιά μου πλημμυρισμένη από συναισθήματα γι αυτό που ζούσα, είπα να εγκαταλείψω τον όμορφο αυτό χώρο και συνεχίζοντας τον περίπατο να περάσω απέναντι από το ποτάμι, στον άλλο δρόμο που σε πήγαινε στην περιοχή, όπου ήταν το Παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Της Αγίας των Αγίων του χωριού μας!
Πραγματικά, ανέβηκα πάνω στη ξύλινη γεφυρούλα. Μα πριν πατήσω το πόδι μου στην άλλη πλευρά του ποταμιού, κοίταξα κάτω από τη γέφυρα μέσα στο γάργαρο νερό που έτρεχε, μήπως δω κανένα ψαράκι. Πάντοτε μου άρεσε να βλέπω τα ψάρια να κολυμπάνε στο νερό. Και είδα πολλά να κολυμπάνε και να παίζουν με τον ήλιο, γυρίζοντας μάλιστα και ανάποδα, ώστε η κοιλιά τους να φαίνεται χρυσή από τις αχτίνες του ήλιου. Πόση εντύπωση μου έκανε αυτό το παιχνίδι τους! Αυτή η φύση σκέφτηκα!
Λίγο πριν φτάσω στο Παρεκκλήσι, ακριβώς πάνω στο δρόμο, ήταν και το αμπέλι του φίλου μου του Αγαθάγγελου. Το κτήμα απλωνόταν εκεί σε αρκετά μεγάλη έκταση και ήταν περιφραγμένο με αγκαθωτά σύρματα. Μπροστά είχε και μια σιδερένια πόρτα για να μπαίνουν μέσα τα ζώα και το κάρο. Ο πατέρας του φίλου μου, ο κυρ-Κώτσος, ήταν πολύ καλός νοικοκύρης και άριστος στην καλλιέργεια των σταφυλιών. Το αμπέλι του το είχε πολύ περιποιημένο. Και γι αυτό το λόγο το ευλογημένο φυτό, περίσσια του ανταπόδωσε τους κόπους που έκανε να το μεγαλώσει. Λευκά, ροζέ και κόκκινα λαχταριστά τσαμπιά σταφύλια κρέμονταν πάνω του, που δεν χόρταινε το μάτι σου να τα βλέπει και η γλώσσα σου να γεύεται την γλύκα τους!
Περνώντας λοιπόν από εδώ, έπεσα πάνω στον τρύγο. Ο ίδιος ο κυρ-Κώτσος, μαζί με τον μπατζανάκι του, τον κυρ-Μήτσο και τον αδερφό του τον Μιχάλη τον αγροφύλακα, τρυγούσαν τον καρπό και ύστερα με τα κοφίνια στην πλάτη τους, τον κουβαλούσαν δίπλα σε μια αποθήκη, όπου μέσα υπήρχε πατητήρι.
Στάθηκα λίγο και εκεί, απολαμβάνοντας "το μεγαλείο" αυτής της εργασίας, που γινόταν από τα αρχαία χρόνια με χαρές και τραγούδια, υμνολογώντας οι άνθρωποι και ευχαριστώντας τον Θεό, για την πλούσια σοδειά του αμπελιού τους και για τη μεγάλη ευεργεσία του Θεού προς αυτούς, που τους χάριζε τον οίνον, ο οποίος όπως έλεγαν τότε αλλά λέμε και εμείς σήμερα
"Οίνος ευφραίνει καρδίαν".
Στο τέλος, με ένα κόκκινο τσαμπί στο χέρι, τις ρόγες του οποίου μαδούσα και έτρωγα λαίμαργα γιατί ήταν γλυκό και μυρωδάτο, έφυγα και από εκεί για να συνεχίσω τον περίπατο μου στην όμορφη αυτή περιοχή του χωριού μας.
Σε πολύ λίγα βήματα ήταν το Εκκλησάκι. Έσυρα την πόρτα και μπήκα στον ιερότατο χώρο. Άναψα το καντηλάκι της Αγίας και ήπια από το νεράκι της, που έβγαινε σαν αγίασμα στις ρίζες ενός από τα πλατάνια της. Δεν παρέλειψα να ρίξω με τη χούφτα μου και λίγο από αυτό στο κεφάλι μου, όπως έβλεπα τότε να κάνουν οι μεγαλύτεροι. Έτσι... όπως έλεγαν για να το έχουν γερό και φωτισμένο! «Ας με έχει κι εμένα έτσι, έκανα την ευχή από μέσα μου κι έφυγα. Τώρα ο τόπος, ανοιγόταν άδειος μπροστά μου από δέντρα. Είχε όμως παντού, πολύ και μεγάλο πράσινο χορτάρι, βρεγμένο, τριζάτο από την αποψινή βροχή. Γι αυτό και πολλοί χωριανοί, έφερναν εδώ τα ζώα τους να τα βοσκήσουν. Κρατώντας οι περισσότεροι ένα ξύλο στο χέρι για γκλίτσα, κάθονταν παρέες-παρέες στον ίσκιο μερικών θάμνων, που λες και βγήκαν εκεί επίτηδες ,μόνο και μόνο για να προσφέρουν τη δροσιά τους σε όσους ήταν στον τόπο και φύλαγαν κατά τη βοσκή τα ζώα τους.
Πήγα κι εγώ και κάθισα δίπλα στην πρώτη παρέα, που έτυχε να βρίσκεται μπροστά μου.
-Καλώς το παιδί, μου είπαν όλοι γελαστοί. Βοσκάς μωρέ εδώ και εσύ κανένα ζώο ή κάνεις βόλτες, με ρώτησαν
Σαν τους χαιρέτησα κι εγώ, τους είπα πως κάνω μόνο βόλτες. Μετά πήραμε όλοι από μια πέτρα και καθίσαμε, για να μην στεκόμαστε όρθιοι. Εγώ αν και λίγο πιο μικρός στην ηλικία, έπιασα άνετα κουβέντα μαζί τους πάνω στις δουλειές που έκαναν, τις οικογένειες που είχαν και σε άλλα θέματα προσωπικά ή του χωριού μας. Φυσικά και αυτοί με ρώτησαν για το Γυμνάσιο που πήγαινα και τις σπουδές μου εκεί, για το τι σκέφτομαι να γίνω όταν μεγαλώσω, καθώς και για άλλα πολλά τέτοια, που εδώ που τα λέμε δεν ήθελα και πολύ να τα συζητάω, επειδή μου δημιουργούσαν άγχος. Τι να τους έλεγα δηλαδή; Πως θα γίνω δάσκαλος, καθηγητής, δικηγόρος, αστυνομικός; Μα για να φτάσω εκεί, θα έπρεπε να περάσω ακόμα πολλές δοκιμασίες στις εξετάσεις και να φάω αρκετά χρόνια στα θρανία! Έτσι έδινα την πιο διπλωματική απάντηση: "Θα δούμε". Και ήμουνα σε όλα μέσα..!
Σαν πέρασε αρκετή ώρα και άκουσα πολλά με τις κουβέντες τους, ίσως και περισσότερα από όσα έπρεπε για την ηλικία μου, κάποιοι από την παρέα με ρώτησαν αν πεινάω. Παραξενεύτηκα με την ερώτηση, ωστόσο όμως τους είπα πως είμαι χορτάτος. Αλλά αυτοί επέμεναν, κάτι να φάω. Μάλιστα μου είπαν, πως έχουν έτοιμα ψημένα σπουργίτια. Και για να πειστώ, μου έδειξαν λίγα πούπουλα που ήταν σκορπισμένα κοντά σε μια φωτιά, η οποία μόλις πήγαινε να σβήσει. Τελικά παρά του ότι επέμενα στην άρνησή μου να μην φάω, πείστηκα και έβαλα στο στόμα μου μερικά από τα ποδαράκια των πουλιών, όπως μου είπαν. Το κρέας τους μου φάνηκε μάλλον ξινό και κάπως περίεργο, διαφορετικό από τα κρέατα που είχαμε συνηθίσει να τρώμε. Όμως εγώ για να μην προσβάλλω τη "φιλοξενία" τους, έκανα πως μου άρεσε. Και έτρωγα όσο και ό,τι μου έδιναν...
Δεν είχα προφτάσει να καταπιώ και το τελευταίο "κοψίδι" από το κρέας που μου πρόσφεραν, όταν άκουσα κάποια φωνή από μακριά να φωνάζει και να λέει στην παρέα:
-Ρε σεις βατράχια του δίνετε του παιδιού να φάει;
Καταλαβαίνετε εκείνη τη στιγμή τι έπαθα! Τι βαρύ τούβλο ήταν στο κεφάλι μου τα λόγια που άκουσα και ποια θα έπρεπε να είναι η αντίδρασή μου! Παρόλα αυτά όμως κρατήθηκα, δεν μίλησα και χαμογέλασα πικραμένος με το κακόγουστο αστείο των χωριανών μου. Εκμεταλλευόμενοι οι "πονηροί" την παιδική μου αθωότητα και την εμπιστοσύνη, με κορόιδεψαν και μου έδωσαν "χάριν αστεϊσμού", να φάω βατράχια αντί σπουργίτια όπως μου είπαν!
Τώρα βέβαια θα μου πείτε, πως αυτά τρώγονται και μάλιστα στα μεγαλύτερα και καλλίτερα εστιατόρια των Παρισίων και των άλλων μεγαλουπόλεων της Ευρώπης! Στην Ελλάδα όμως και το χωριό μας τη Δωροθέα, τέτοιο μενού δεν συνηθίζεται... Κι αφού αυτή η διατροφική συνήθεια δεν ήταν μέσα στις παραδόσεις μας, εγώ ήταν αδύνατον να τη δεχθώ και να φάω κάτι που δεν ήθελα.
Μετά λοιπόν από όλα αυτά, χωρίς να δείχνω και τόσο τη στεναχώρια μου για το ατυχές περιστατικό, ξεκίνησα να φύγω. Πριν να κάνω όμως δύο βήματα, όλοι όσοι με ξεγέλασαν με το φαγητό, ίσως επειδή το έφεραν "βαρέως", έπεσαν επάνω μου και προσπαθούσαν να μου πουν, πως ο φίλος έλεγε ψέματα για τα βατράχια και ότι αυτοί στ’  αλήθεια μου έδωσαν σπουργίτια. Δεν τους απάντησα και απομακρύνθηκα σιωπηλός. Εύχομαι να ήταν ειλικρινείς μαζί μου. Ακόμα και σήμερα όμως με τρώει η αμφιβολία!
Για να ξεχάσω "τελείως" αυτή την περιπέτεια με τους χωριανούς μου, συνέχισα τον περίπατο και πήρα τον δρόμο για τον νερόμυλο του χωριού μας. Γνώριζα καλά τη διαδρομή μέχρις εκεί, γιατί πήγαινα τακτικά με το γαϊδούρι του παππού μου, που με έπαιρνε κάθε τόσο μαζί του σαν ήθελε να αλέσει σιτάρι. Άλλωστε εκεί κοντά, είχαμε και εμείς χωράφι σπαρμένο με καλαμπόκι και μποστάνι με γλυκά καρπούζια και πεπόνια.
Ο χώρος γύρω από τον μύλο ήταν μαγευτικός! Ένα μεγαλείο! Η βλάστηση, όπου κι αν γύριζες εκεί, ήταν άφθονη εξαιτίας των δύο ποταμιών, που τον είχαν στη μέση με το πράσινο να κυριαρχεί στη φύση, λες και το φθινόπωρο δεν είχε πατήσει ακόμα το πόδι του σε αυτόν τον τόπο. Δέντρα παντού, πλατάνια, καραγάτσια και καρυδιές με τόσο ψηλές κορυφές, που νόμιζες ότι ήθελαν να ανέβουν στον ουρανό. Και δεν ήταν μόνο αυτά. Υπήρχαν ακόμα ακακίες, γάβροι, κέδρα και πυξάρια, που συμπλήρωναν το όλο σκηνικό σ' αυτό το μικρό και πανέμορφο δάσος. Και βέβαια δεν συζητάμε ακόμα και για τις μηλιές, τις αχλαδιές και τις στολισμένες με τα ρόδια τους ροδιές, τις οποίες δεν χόρταιναν να τις βλέπουν τα μάτια σου και εσύ με πάθος να θέλεις να κόψεις τον καρπό τους, να τον τσακίσεις, να τον σπάσεις στη μέση και ύστερα να ρουφήξεις τη γλύκα από το χυμό τους!
Επιπλέον κατά παράξενο τρόπο, τα περισσότερα από τα δέντρα, τα τύλιγαν με τα πράσινα φύλλα τους κισσοί, θέλοντας και αυτοί οι πλάνοι "σε ξένα αναστυλώματα δεμένοι" κατά τον ποιητή, να δείξουν πόσο δυνατοί είναι και πόσο ψηλά μπορούνε να πάνε!
Φυσικά όπως συμβαίνει πάντοτε, πάνω στα δέντρα και σε κάθε κλωνάρι, αμέτρητες φωλιές από τα πουλιά, που πετούσαν με τέχνη από κλαδάκι σε κλαδάκι, βγάζοντας με το κελάηδισμα τους απίθανες μελωδίες! Θέαμα φανταστικό και ανεπανάληπτο. Ένας ακόμα παράδεισος στην περιοχή μας!
Έτσι στον κατήφορο του δρόμου και λίγο πριν φτάσω στο πρώτο βαθύ ποτάμι για να το περάσω, έβγαλα τα παπούτσια μου μη τα βρέξω και συγχρόνως σήκωσα το παντελόνι μου μέχρι τα γόνατα. Μπήκα στο νερό και όταν έφτασα μέχρι τη μέση, πήρα με τα χέρια μου νερό για να δροσίσω το πρόσωπό μου. Τόσο κρύο νερό! Λες και ερχόταν από χιόνια που έλιωναν εκεί κοντά!
Σαν βγήκα απέναντι στην όχθη, κάθισα πάνω σε ένα κούτσουρο. Δεν ξέρω! Ήθελα όσο το δυνατόν περισσότερο να σταθώ και σ' αυτό το μέρος, μέσα στη δροσιά, την υγρασία από τα ποτάμια, όπως θέλετε πέστε το, μέσα στα τόσα δέντρα, που μου προξενούσαν μεγάλη εντύπωση, γιατί όπως είπα πιο μπροστά, κράταγαν ακόμα ζωντανά τα περισσότερα από τα φύλλα τους, παρά το προχωρημένο της εποχής. Και ακόμα, να απολαύσω και να χαρώ, όσο το δυνατόν περισσότερο το πανηγύρι των πουλιών, που ξεφάντωναν χαρούμενα με τα τραγούδια τους. Να απολαύσω ακόμα, ο "άπληστος περιηγητής" τις μεθυστικές ομορφιές και τα αρώματα των άλλων φυτών και των λουλουδιών.!
Δεν θυμάμαι πόση ώρα καθόμουνα εκεί πάνω στο κούτσουρο, απορροφημένος στις σκέψεις μου μ’ αυτά που έβλεπα και ζώντας στον ιδανικό κόσμο, που έφτιαξε εκείνη την ώρα το μυαλό και η φαντασία μου, όταν άκουσα πίσω μου βήματα. Στην αρχή δεν μπόρεσα να δω ποιος ήταν γιατί βάδιζε μέσα σε ένα στενό δρομάκι και τον έκρυβαν τα φυλλώματα. Μα σαν πλησίασε και είδα το πρόσωπό του, τον γνώρισα αμέσως. Ήταν ο ιδιοκτήτης του μύλου. Ο μπάρμπα-Τριαντάφυλλος! Γελαστός με τη μαύρη τραγιάσκα στο κεφάλι του, τη μελιτζανιά μπλούζα και το "μάλτα" παντελόνι, όλα απάνω τους με αρκετό αλεύρι, με πλησίασε και σαν να ήμουνα κάποιο επίσημο πρόσωπο, έβγαλε "ευλαβικά" το καπέλο του και απλώνοντας το χέρι, μου είπε:
-Καλώς τον κύριο! Χαίρομαι που σας βλέπω! Πώς από τα μέρη μας; Τι λέει έξω η πρωτεύουσα που ζείτε εσείς οι πλούσιοι και οι πολιτισμένοι;
Ύστερα πάλι, γυρίζοντας την κουβέντα στο εντελώς φιλικό μου είπε:
-Μήπως φίλε μου, ήρθες εδώ να αλέσεις το σιτάρι ή το καλαμπόκι σου;
Γελάσαμε και οι δύο με τα αστεία, γιατί εγώ ούτε κύριος ήμουνα ακόμα αλλά ούτε και σιτάρι ή καλαμπόκι είχα για άλεσμα. Φθινοπωρινή βόλτα έκανα και πέρασα από εκεί για να δω την ομορφιά της φύσης στην περιοχή του.
Αφού λοιπόν είπαμε ακόμα κανά δυο αστεία, ο μπάρμπας πολύ απαλά, με έπιασε από τον ώμο και μου πρότεινε να πάμε μέσα για να μου δείξει τον μύλο και να με κεράσει. Το δέχτηκα με μεγάλη ευχαρίστηση! Πήραμε λοιπόν το στενάκι που πέρναγε μέσα από τα δέντρα και τα χορτάρια, και μπροστά αυτός πίσω εγώ, φτάσαμε στον μύλο που ήταν και το σπίτι του.
Ένα κτίσμα, ας πούμε διώροφο με το παλιό τούρκικο στυλ. Με μια ξύλινη κεντρική είσοδο στη μέση και δύο επίσης ξύλινα παράθυρα δεξιά και αριστερά της. Η πρόσοψη μπροστά ήταν βαμμένη με ώχρα μπλε, όπως ήταν βαμμένα τα περισσότερα παλιά τούρκικα σπίτια στο χωριό, την εποχή που τα κατοικούσαν οι Τούρκοι και λίγο μετά την ανταλλαγή.
Στην εξωτερική πόρτα που μπήκαμε, μας περίμενε η γυναίκα του μπάρμπα-Τριαντάφυλλου, η Νικολέττα και όλοι μαζί βρεθήκαμε στον εσωτερικό χώρο όπου λειτουργούσε ο μύλος. Πριν περάσουμε όμως την πόρτα γι αυτόν μου είπαν να καθίσουμε για λίγο προσωρινά σε ένα καμαράκι, θα έλεγα με αρχοντική διακόσμηση. Εγώ σαν μουσαφίρης, έπιασα θέση πάνω σε ένα μεγάλο μιντέρι, στρωμένο με πολύχρωμες κουρελούδες και μαξιλάρες και περίμενα ανυπόμονα το κέρασμα!
Και τι δεν μου πρόσφεραν οι άνθρωποι! Από πίτες μέχρι ξινόγαλα! Και από γλυκά του κουταλιού μέχρι μέλι παραγωγής τους! Τα κεράσματα, μας τα έφερνε πάνω σε έναν επίχρυσο δίσκο η Αναστασία, που ήταν αδερφή της Νικολέττας. Μια γυναίκα αρκετά μεγάλη στην ηλικία, σχεδόν γιαγιά, που φορούσε σκούρο τσόχινο σαλβάρι και μεταξωτή σταχτιά μαντήλα στο κεφάλι της. Απ' ότι κατάλαβα δεν μιλούσε καλά τα ελληνικά. Ήταν πρόσφυγας και αυτή από την Τουρκία, όπως ήταν πολλοί στο χωριό μας και φυσικά πρόσφυγας και όλη η οικογένειά της. Πόσο καλός άνθρωπος ήταν αλήθεια θυμάμαι; Και αυτή η καλοσύνη φαινόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπο, στο βλέμμα της και στο χαμόγελο της όταν με κερνούσε!
Στο καμαράκι τελικά καθίσαμε αρκετή ώρα. Και αφού ήπιαμε μέσα στους μαστραπάδες το τελευταίο κρύο νερό, ο μπάρμπα-Τριαντάφυλλος, σηκώθηκε να μου δείξει τον μύλο και τη λειτουργία του.
Και πραγματικά μικρό παιδί, είδα και θαύμασα με πόσο απλό τρόπο εκείνη την εποχή οι άνθρωποι, άλεθαν το αλεύρι για το ψωμί τους, χρησιμοποιώντας τη φυσική ενέργεια, το νερό! Πάνω λοιπόν σε αυτό είδα, πώς μέσα από τα αυλάκια έφθανε το νερό στο μύλο και ύστερα πώς έπεφτε μέσα σε χοντρές σωλήνες τα "κιούνια". Πώς έπαιρνε την κίνηση η φτερωτή για να γυρίσει τις μυλόπετρες και πώς ριχνόταν χύμα το σιτάρι και το καλαμπόκι πάνω σε αυτές, μέχρι να γίνει το αλεύρι. Ειλικρινά ξανά θα το πω. Έμεινα κατάπληκτος!
Στο τέλος, αφού με φόρτωσαν και πάλι με μερικά από τα καλά που με κέρασαν, με ξεπροβόδισαν μέχρι το ποτάμι και μου ευχήθηκαν κατευόδιο για το σπίτι.
Έτσι λοιπόν τελείωσε, με τις καλύτερες τότε αλλά και σήμερα αναμνήσεις, ένας φθινοπωρινός μου περίπατος έξω από το χωριό, στα χωράφια μας, πιο κοντά στη φύση. Εκεί στη Δωροθέα! Με ό,τι έζησα εκείνη τη μέρα, ποιος είπε ότι το φθινόπωρο δεν ήταν και δεν είναι και τώρα όμορφο; Με τον συννεφιασμένο ουρανό του, με τις ξαφνικές του μπόρες, με τα κιτρινισμένα φύλλα του να πέφτουν στρώμα στη γη και με τις γλυκές μελαγχολίες της ψυχής μας; Έτσι για να ταιριάζουν αυτές απόλυτα με τη Φύση, που μπαίνει στο χειμώνα για να ξαναγεννηθεί πάλι την Άνοιξη, δίνοντας και σε μας την ευκαιρία για την "Άνοιξη" της δικής μας ψυχής…
Η ζωή είναι όμορφη σε όλες τις εποχές, όταν θέλουμε να τη δούμε τέτοια!

14 Νοεμβρίου 2016
     ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ