Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

10ος ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ


 ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ

10ος ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

2η  ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ

Έδεσσα, 03 Φεβρουαρίου 2026

 Ο σύλλογος «ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΙ ΕΔΕΣΣΑΣ» προκηρύσσει 

λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος.

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν Έλληνες ή αλλοδαποί, με ένα (1) μόνον διήγημα, στην ελληνική γλώσσα, το οποίο μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε θέμα, να είναι αδημοσίευτο και όχι μεγαλύτερο από έξη (6) τυπωμένες σελίδες Α4 σε Η/Υ, υπολογισμένες με γραμματοσειρά Times New Roman 12".

Διηγήματα με κομματικό ή προπαγανδιστικό περιεχόμενο και με απρεπείς/χυδαίες εκφράσεις αποκλείονται.

Ο Σύλλογος έχει το δικαίωμα να δημοσιεύσει σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή οποιοδήποτε διήγημα του διαγωνισμού, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης. Η επιτροπή αξιολόγησης των κειμένων του εν λόγω διαγωνισμού, εκτός από τα διακριθέντα, θα προτείνει και διηγήματα των υπολοίπων διαγωνιζόμενων (τελικό σύνολο 30 διηγήματα), τα οποία θα αποτελέσουν περιεχόμενο μιας ειδικής έντυπης έκδοσης, όπως έγινε και στους προηγούμενους Διαγωνισμούς. Όσ-ες/-οι επιλεγούν να συμμετάσχουν σε αυτή την μελλοντική έκδοση, οφείλουν να στείλουν τα κείμενά τους και ένα σύντομο βιογραφικό σε ηλεκτρονική μορφή (με mail) γραμμένα σε Microsoft Word (γραμματοσειρά Georgia ή Times New Roman και μέγεθος 12"), καθώς και μια φωτογραφία τύπου ταυτότητας, επίσης ηλεκτρονικά (σε αρχείο jpg). Το προτεινόμενο διήγημα πρέπει να έχει τίτλο, καθώς και ψευδώνυμο του συγγραφέα και να σταλεί ταχυδρομικά σε τρία (3) αντίτυπα. Τα πραγματικά στοιχεία του/της συγγραφέα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνα, e-mail, σύντομο βιογραφικό) πρέπει να περιέχονται σε μικρότερο σφραγιστό φάκελο, χωρίς άλλα διακριτικά στο εξωτερικό του φακέλου. Αυτός ο φάκελος θα συνοδεύει τα 3 αντίτυπα του διηγήματος.

Η μη τήρηση των παραπάνω όρων συνεπάγεται  αποκλεισμό των διαγωνιζομένων. Ως καταληκτική ημερομηνία αποστολής των κειμένων ορίζεται η 31η Οκτωβρίου 2026.

 Κατηγορίες Διακρίσεων

3 Βραβεία

3 Έπαινοι

4 Τιμητικές διακρίσεις

Βραβεία Εφηβικού (ηλικία μέχρι και 18 ετών)


Διεύθυνση αποστολής: Ευαγγελίδης Δημήτρης,

Φιλελλήνων 9 – ΕΔΕΣΣΑ 58200

Πρόσθετες πληροφορίες στο τηλέφωνο: 6970 995041.

e-mail: karanos2010@gmail.com  


Για το ΔΣ του Συλλόγου

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ 

Τρύφων Ούρδας

 


Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Χριστουγεννιάτικο Διήγημα


 

Τα Χριστούγεννα της Βαγγελιώς - Τρύφων Ούρδας

Στ’ αλήθεια ήταν πολύ μεγάλη η έκπληξη των χωριανών, όταν εκείνο το πρωί, στα μέσα της Λειτουργίας των Χριστουγέννων, είδαν τη Βαγγελιώ να μπαίνει στην εκκλησία. Κανένας δεν περίμενε να τη δει εδώ τέτοια ώρα και μάλιστα με τέτοια εμφάνιση. Με τις παντόφλες της να είναι τρύπιες, με λυμένη τη σκούρα μαντήλα στο κεφάλι της και μ’ ανακατωμένα τα κατάμαυρα μαλλιά της, που έπεφταν στους ώμους της σαν να ήταν χοντρά σχοινιά. Όχι, βέβαια, πως τις προηγούμενες μέρες κι όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν περιποιημένη, αλλά να, επειδή σήμερα αυτό το πλάσμα του Θεού ξεπέρασε κάθε όριο. Έμοιαζε λες και πριν από λίγη ώρα μάλωνε με κάποιους κι αυτοί την είχαν αρπάξει απ’ τα μαλλιά και την τραβούσαν, μέχρι που κάποτε η δύστυχη κατάφερε να τους ξεφύγει και να λευτερωθεί απ’ τη μανία τους. Άσε για τα ρούχα επάνω της. Χειμώνα-καλοκαίρι τα ίδια, σχισμένα και λιωμένα απ’ την καθημερινή χρήση, με το ζόρι έκρυβαν το ισχνό κορμί της. Μόνο το κοντό παλτό της, ριγμένο πρόχειρα επάνω της, φαινόταν να είναι καινούργιο. Αλλά κι απ’ αυτό, άμα το έβλεπες καλύτερα, έλλειπαν τα μισά κουμπιά. Πολύ δε περισσότερο ήταν ξηλωμένο το ένα μανίκι του, έτοιμο να φύγει απ’ τη θέση που το έβαλε μια φορά όταν το έραβε η ράφτρα του χωριού, η θεία Σταυρούλα. Καλή της ώρα εδώ που τα λέμε της γελαστής τεχνίτριας, όπου κι αν βρισκόταν τώρα, μια και προτίμησε να φύγει απ’ το χωριό και να ξενιτευτεί στην πόλη μαζί με τον άντρα και τα δυο τους τα παιδιά.
Ένα ερείπιο στην εμφάνιση της η ανύπαντρη γυναίκα, άλλωστε και ποτέ δε ζήτησε να παντρευτεί, ούτε που κατάλαβε ποιος δρόμος την έφερε μέχρι τον ναό, σήμερα τα Χριστούγεννα που γεννήθηκε ο Χριστός. Που έλαμψε τ’ αστέρι του μακριά στην πόλη της Βηθλεέμ, αλλά κι εδώ στις καρδιές των πιστών κι έκανε όλους μέσα στο φτωχό ναό της Ανάληψης, μαζί με τον παπά-Στέλιο και τους ψαλτάδες, ν’ ανυμνούν τον ερχομό Του. Τη δε Βαγγελιώ, ίσως να την είδαν για πρώτη φορά οι συγχωριανοί της να μπαίνει στην εκκλησία μετά τη βάφτισή της, κι εδώ που τα λέμε να τους κοιτάζει όπως τ’ αγρίμι, που το δόλιο κι αυτό ξέφυγε απ’ τα γνωστά του τα μέρη, τα βουνά και χάθηκε στο πλήθος των ανθρώπων. Τι να σκεφτείς αυτές τις ώρες της μεγάλης προσευχής και τι να πεις όταν βλέπεις τέτοια πράγματα, που χωρίς να το θέλεις σε κάνουν να λυπάσαι για τον άνθρωπο και το ριζικό του! Και δε θα είχες καθόλου άδικο. Όλοι γνώριζαν τη Βαγγελιώ και την οικογένειά της. Οι γονείς της φερμένοι απ’ την πατρίδα, μόλις που πρόλαβαν να στεριώσουν στο χωριό και να δουν λίγο ήλιο. Πρώτα ήταν τα δύσκολα με το σπίτι τους. Έτυχε να είναι πολύ παλιό και γκρεμισμένο κι όλο σχεδόν να θέλει φτιάξιμο απ’ την αρχή. Φαίνεται οικογένεια των τούρκων που έμενε σ’ αυτό ήταν κι η ίδια φτωχιά και γι’ αυτό μια μέρα, όταν έφυγε βιαστικά, το παράτησε στο μαύρο του το χάλι. Άντε, λοιπόν τώρα, εσύ που το πήρες, στα γρήγορα να το επιδιορθώσεις και μάλιστα μοναχός και χωρίς λεφτά, για να βάλεις μέσα τα παιδιά σου κι έτσι να τα προστατέψεις απ’ τις καιρικές συνθήκες. Ιδιαίτερα απ’ τα χιόνια και τις παγωνιές που δεν έλεγαν να σταματήσουν, τότε, στα πρώτα χρόνια που έφτασε η προσφυγιά στο χωριό κι έγινε η εγκατάσταση. Ύστερα, για να ζήσεις ήταν και το ζήτημα της δουλειάς. Τι να σπείρεις στα χωράφια και πώς να τα δουλέψεις χωρίς να έχεις δυο ζώα και τ’ άλλα που χρειάζονται για να τα καλλιεργήσεις, ώστε όταν έρθει ο καιρός να πάρεις τη σοδειά για να φαν και να μεγαλώσουν τ’ ανήλικα στόματα. Βάσανο η ζωή, όπως και να το κάνουμε, εκείνα τα πρώτα-πρώιμα και μαύρα χρόνια, μέχρι να ορθοποδήσει ο πρόσφυγας στον τόπο που του είπαν να κάτσει και να τον έχει καινούργια πατρίδα!
Γι’ αυτό και τα παιδιά, στερημένα απ’ τα πάντα και με μπόλικη βαθιά-μέσα στα φυλλοκάρδια τους τη στεναχώρια των γονιών για την επιβίωση της οικογένειάς τους, μόλις μεγάλωσαν και πήραν λίγο τ’ απάνω τους, από νωρίς το καθένα τράβηξε τον δρόμο του. Ένα τ’ αγόρι, τον μικρό Στέφανο, που δε χόρταινε το ψωμάκι του γιατί ήταν λιγοστό, ήρθαν και τον πήραν κάποιοι μακρινοί συγγενείς και τον πήγαν στην Αμερική για να ζήσει εκεί σ’ αυτήν την πλούσια όπως την έλεγαν χώρα με μια άλλη οικογένεια που δεν είχε καθόλου δικά της παιδιά. Και πραγματικά, αυτό ζούσε καλά. Τ’ άλλο, την όμορφη Βγενούλα, κορίτσι στην εφηβεία του, με τη βοήθεια της Πρόνοιας γύρεψαν να το κάνουν υπηρέτρια σ’ ένα σπίτι στην Αθήνα. Κι όταν με το καλό πήγε, τα μαντάτα στο χωριό έλεγαν ότι τ’ αφεντικά της την πάντρεψαν, έτσι μικρό, μ’ έναν στρατιωτικό. Από τότε δεν έδειξε σημάδια της καινούργιας του ζωής κι έτσι χάθηκαν τα ίχνη του. Το τελευταίο στην ηλικία, κορίτσι κι αυτό, η Αντίκλεια ή Αντικλειώ, όπως τη φώναζαν, πρώτο στα γράμματα του σχολειού και προκομένη νοικοκυρούλα, μέσα στην απελπισία του απ’ τη φτώχια, κλέφτηκε μ’ έναν έμπορα την ώρα που πήγαινε στη βρύση για να πάρει νερό με τη στάμνα. Ευτυχώς, όμως, και γι’ αυτό μετά από καιρό, είπαν πως το είδαν σ’ ένα νησί καταμεσής στο Αιγαίο. Είχε καλή οικογένεια και περνούσε καλά στη ζωή του.
Αλλά το μεγαλύτερο απ’ όλα τα παιδιά, τη Βαγγελιώ, η τύχη την κράτησε να μείνει στο χωριό μαζί με τη μάνα και τον πατέρα της. Την ήθελε κάθε μέρα ν’ αργοσβήνει στην ψυχή και το σώμα, κλεισμένη μέσα στα παλιοντούβαρα του γέρικου σπιτιού και ποτέ να μην κάνει ένα βήμα πέρα απ’ αυτό. Εκτός κι αν παρέα με τη μάνα της πήγαιναν απέναντι στο ποτάμι και στα καϊνάκια π’ ανάβλυζαν νερό για να πλύνουν τα πιάτα και τα κουτάλια που έτρωγαν στη φαμίλια τους το φαγητό, όπως ακόμα, και για να τρίψουν και να καθαρίσουν τους τεντζερέδες, καθώς αυτοί μαύριζαν απ’ τη φωτιά επάνω στη φουφού.
Καλοκαίρια και χειμώνες, γιορτές και καθημερινές, αυτό ήταν μονάχα το ξέσκασμα του κοριτσιού απ’ τα μικρά του τα χρόνια, μια κι η μάνα του σαν μεγαλύτερο, το ήθελε κοντά της για να τη βοηθάει στις δουλειές, κι επιπλέον, να κοιτάζει και τα μικρότερα απ’ τ’ αδέρφια του. Κι αυτό το καημένο, υπάκουο στις προσταγές της καλής του μανούλας, ποτέ δεν είπε όχι στις απαιτήσεις της, ούτε και γκρίνιαζε για τις δουλειές που του έβαζε να κάνει, ενώ κι αυτό ήταν ένα μικρό κορίτσι, σχεδόν συνομήλικο μ’ αυτά που πρόσεχε. Ευτυχώς, όμως, που πολλές φορές τ’ απογεύματα ενώ πήγαιναν για τα πιάτα συναντούσαν κάποιους απ’ το χωριό κι αντάλλαζαν μερικές κουβέντες. Για να ξέρει έτσι κι η Βαγγελιώ, ότι εκτός απ’ την οικογένειά της υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που ζουν κι εργάζονται στη μικρή κοινωνία του χωριού. Γιατί, όταν τέλειωνε το «σεργιάνι» με τα πλυσίματα, άντε πάλι κλεισμένη μέσα στο σπίτι με την προσμονή να βασιλέψει ο ήλιος, να πέσει το σκοτάδι και λίγες ώρες μετά ν’ ανάψει η λάμπα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Και το πρωί στο σπίτι, πάλι ένα σωρό δουλειές με λίγο σταματημό για φαγητό μόνο το μεσημέρι έξω στη σκάλα με τα σάπια απ’ τα χρόνια παρμακλίκια και κοιτάζοντας βουβά, πότε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό όταν είχε καλό καιρό και πότε τη βροχή όταν είχε άστατο. Μαζί, ακούγοντας και τις στάλες της να πέφτουν με θόρυβο μέσα στην αυλή μ’ εκείνα τα τρομακτικά και φοβερά μπουμπουνητά της φύσης.
Στα χρόνια, λοιπόν, που περνούσαν, διάβαιναν και έφευγαν, όλος ο κόσμος για τη Βαγγελιώ ήταν ακίνητος, στάσιμος κι ίδιος γύρω της. Με τα ίδια καθημερινά πράγματα κι εικόνες, χωρίς όνειρα κι ελπίδες για καλυτέρευση, κι ίσως ακόμα χωρίς την αντίληψη ότι η ζωή κάποτε τελειώνει και γι’ αυτό πρέπει να τη χαρείς όσο ακόμα είσαι νέος. Η φτωχιά, όπως πήγαινε η κατάσταση γι’ αυτή στην οικογένειά της, ήταν ένας άνθρωπος που γεννήθηκε μόνο για να πεθάνει. Έτσι, όμως, μοιραία ζεις δυστυχισμένα!
Εκείνο το πρωινό των Χριστουγέννων λίγα ήταν τα σπίτια που είχαν μείνει ακόμα για να τραγουδήσουν τα κάλαντα τρία παιδιά, φίλοι στο χωριό. Ήταν ο Σωτήρης, ο μονάκριβος γιος της χήρας της Αναστασίας απ’ τ’ Αλώνια, ο Μπούλης του κυρ Σταύρου, που είχε τον μύλο στο ποτάμι κι η μάνα του το ήθελε ακόμα να είναι βρέφος, γι’ αυτό κι ολόκληρο παιδί δεν το φώναζε Κώστα με τ’ όνομα του, κι ο χοντρούλης κι αφράτος Πετράκης απ’ το σόι των πλούσιων τσορμπατζήδων, που κι αυτό το παιδί πάλι, οι γονείς του δίσταζαν να τ’ αφήσουν να τραγουδήσει, μήπως και κατηγορηθούν για ζητιανιά. Και τα τρία, λίγο ακόμα πριν να ξημερώσει και φέξει στο χωριό, έριξαν περισσότερο γκάζι στα φανάρια τους για να βλέπουν καλύτερα τη στιγμή που θα περνούσαν τη στενή γέφυρα. Ήθελαν να πάν κι απέναντι απ’ το ποτάμι, στις γιαγιάδες τους που τα περίμεναν με τις δεκάρες στα χέρια για ν’ ακούσουν κι αυτές απ’ τις παιδικές τους τις φωνούλες το «καλήν ημέραν άρχοντες» και τα «Χριστούγεννα Πρωτούγεννα». Κι όταν το πέρασαν πήραν τον ανήφορο για να βγουν στα σπίτια των δικών τους.
Στην πορεία τους, όμως, άλλαξαν γνώμη κι είπαν να περάσουν εκεί κοντά κι απ’ τ’ άλλα τα σπίτια, με πρώτο της Βαγγελιώς, αν και το μεγαλύτερο, ο Σωτήρης, ήταν αντίθετος με την ιδέα, γιατί κανά δυο φορές που πέρασε έξω απ’ την αυλή της, μόνο που την είδε πήρε μεγάλο φόβο. Γι’ αυτό κι από τότε το μικρό παιδί για να πάει στη γιαγιά του έπαιρνε πάντα τον δρόμο που πήγαινε ξυστά και πίσω απ’ το σπίτι της. Στην επιμονή, όμως, των άλλων αναγκάστηκε να υποκύψει κι έτσι, τελικά, όλα μαζί μπήκαν στην αυλή του σπιτιού της. Κάτω απ’ την ξύλινη σκάλα με το θαμπό φως στο παραθύρι άρχισαν το τραγούδι, σίγουρα πως η Βαγγελιώ τώρα κοιμάται και το μπαχτσίσι για τα κάλαντα θα το πάρουν απ’ τη μάνα της, τη γριά και πάντοτε μαυροφορεμένη Όλγα.
Έτσι, τα παιδιά είπαν τα κάλαντα και στη νύχτα που τώρα πια έπαιρνε να δίνει τη θέση της στη μέρα, περίμεναν ν’ ανοίξει η πόρτα για να πάρουν τα λεφτά και να τα βάλουν στο κουτάκι που τα μάζευαν. Όσο, όμως, κι αν περίμεναν στο κρύο η πόρτα δεν άνοιγε. Τότε, όλο απορία οι αγαθές ψυχές, κοίταξαν απ’ την κουρτίνα μέσα στο δωμάτιο. Είδαν το τζάκι να καίει μόνο του και κανένας απ’ τους νοικοκυραίους να μη βρίσκεται εκεί. Γι’ αυτό με φανερή την απογοήτευση στ’ αθώα προσωπάκια τους συμφώνησαν να φύγουν, διώχνοντας από μπροστά τον σκύλο του σπιτιού, που κι αυτός όλη την ώρα, όσο έλεγαν τα κάλαντα, μπερδευόταν στα πόδια τους και κουνούσε την ουρά του. Το πονηρό ζωντανό ήταν σίγουρο, πως κάτι θα πάρει απ’ το ξερό ψωμί που είχαν τα παιδιά στην τσέπη τους. Άδικος, όμως, ο κόπος. Τα παιδιά δεν του έδωσαν. Στο τέλος, απογοητευμένο κι αυτό, πείστηκε να τ’ αφήσει.
Κι όταν τα παιδιά έβγαιναν απ’ την αυλή άκουσαν πίσω τους φωνές. Ή μάλλον κραυγές και τσιρίδες. Γύρισαν απότομα τα κεφάλια και τότε είδαν στην πόρτα τη Βαγγελιώ. Ήταν στημένη στο κεφαλόσκαλο και κουνούσε τα χέρια της, ενώ απ’ το στόμα της έβγαιναν λέξεις που τα παιδιά δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν. Γι’ αυτό και τα τζουτζουκλάρια φοβισμένα που την είδαν έτσι το έβαλαν στα πόδια για να παν κάπου και να κρυφτούν. Κι αυτή, όμως, όταν κατάλαβε πως θέλουν να εξαφανιστούν έβαλε γρήγορα ό,τι βρήκε στα πόδια της κι έτρεξε από πίσω τους χωρίς να σταματήσει να βγάζει κραυγές. Πάντοτε, βέβαια, προς μεγάλη έκπληξη των παιδιών, που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς ήθελε απ’ αυτά και τα πήρε καταπόδι.
Έτρεχαν μπροστά μέσα στα στενά τα καλαντόπαιδα, έτρεχε κι η Βαγγελιώ με ξεφωνητά για να τα φτάσει, μέχρι που κάποτε τα έχασε απ’ τα μάτια της. Τα παιδιά, πανικοβλημένα απ’ την επιμονή της να τρέχει πίσω τους, λαχανιασμένα και κουρασμένα απ’ το κυνηγητό και με την ψυχή να θέλει να βγει απ’ το στόμα τους κρύφτηκαν πίσω απ’ την αποθήκη του γέρου του Καμαριέρη. Ο άνθρωπος εκείνη την ώρα μαζί με τη γυναίκα του, τη Βηθανία, έσβηναν τη λάμπα για να μην καίει τζάμπα το γκάζι της κι άνοιγαν την κουρτίνα στο χάραμα για να ζυμώσουν στο χαμηλό καμαράκι τους τα χριστουγεννιάτικα κουλούρια. Μετά, να τα βάλουν στον φούρνο και να τα ψήσουν, όπως απαιτούσε να γίνεται το έθιμο της χριστουγεννιάτικης μεγάλης Γιορτής απ’ την κάθε οικογένεια στο χωριό.
Ζάρωσαν εκεί κάτω απ’ την αστρέχα τα παιδιά κι έμειναν αμίλητα, ακίνητα και μαρμαρωμένα με τα μάτια να βλέπουν σαν το λαγό, μήπως ξεφυτρώσει από καμιά μεριά η Βαγγελιώ κι αρχίσει ξανά το κυνηγητό. Όμως, κι η Βαγγελιώ με κομμένη την ανάσα της, που έβγαινε γρήγορα απ’ το πολύ πιλαλητό κι άχνιζε στο χειμωνιάτικο κρύο και στο γκριζωπό φως της μέρας, όταν είδε ότι τα παιδιά χάθηκαν από μπροστά της έπιασε κι έκατσε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα που βρήκε κι ήταν εκεί βαλμένη σ’ έναν φράχτη για πολλά χρόνια. Όχι, βέβαια, στην τύχη. Την έβαλαν στο μέρος εκεί για να δείχνει το μόνιμο και φυσικό σύνορο της περίφραξης με σαπισμένες κλάρες του μπαχτσέ που είχε η Λυμπιάδα του Μέγα με το στενό κι όλο χαλίκια μονοπάτι.
Καθισμένη στην πέτρα η Βαγγελιώ, εκτός απ’ την κούραση που είχε ήταν και πολύ απογοητευμένη. Τα σχολιαρόπαιδα δεν έκατσαν να τους δώσει την πληρωμή για τον κόπο που έκαναν κι ήρθαν χαρούμενα στο σπίτι της να πουν για τη γέννηση του Χριστού. Έτσι θυμόταν ότι έκανε όλα τα χρόνια και πέρυσι η μάνα της τέτοια μέρα. Έβγαινε έξω στην πόρτα κι εκτός από φρούτα και ξυλοκέρατα έδινε και δεκάρες για να τα ευχαριστήσει. Κι αυτήν τη φορά ήθελε η ίδια να τα πληρώσει με μια τρύπια και μαυρισμένη δεκάρα που βρήκε το καλοκαίρι στα ξύλινα ράφια του τζακιού τους. Γι’ αυτό και τόση ώρα τώρα την κρατάει σφιχτά στα ιδρωμένα χέρια της. Μην της πέσει και τη χάσει στα τσαλιά και στα πετραδάκια του δρόμου.
Μα τα μπαγάσικα τα παιδιά δε στάθηκαν να την πάρουν. Κι αυτό το φέρνει βαριά μέσα της κι έχει μεγάλη στεναχώρια!
Έτσι, με τις σκέψεις αυτές να σκεπάζουν την ψυχή της, όπως το σκοτάδι σκεπάζει τα βράδια τις έρημες γειτονιές, ξαπόσταινε στην πέτρα που καθόταν. Κι όταν πια κατάλαβε ότι μπορεί να περπατήσει σηκώθηκε για να γυρίσει στο σπίτι της. Μετάνιωσε, όμως, όταν την ίδια στιγμή άκουσε στα κοντά της την καμπάνα της εκκλησίας της Ανάληψης να χτυπάει χαρμόσυνα και να φωνάζει τους χωριανούς να παν στη Θεία Λειτουργία. Χωρίς να ξέρει και πολλά απ’ αυτά, αμήχανη ξανακάθισε στην πέτρα. Και τότε σαν από θαύμα, χωρίς κι η ίδια να καταλαβαίνει τι κάνει, αντί να γυρίσει πίσω για το σπίτι της, άφησε την πέτρα που την ξεκούραζε κι αποφασιστικά με γρήγορα βήματα πήρε τον δρόμο που κατηφόριζε μπροστά της κι οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο ναό. Ήθελε να δει τι τέλος πάντων, τι γίνεται εκεί μέσα. Αλλά, μήπως κι εκεί έβρισκε και τα παιδιά!
Στα τόσα χρόνια της ζωής της ποτέ δεν έτυχε να πάει σ’ αυτόν. Ούτε κι οι γονείς της συνήθιζαν να την πηγαίνουν, ακόμα και στις μεγάλες τις Γιορτές, όταν ο μικρός αυτός κι ιερός τόπος γέμιζε από άτομα κάθε ηλικίας. Μα πιο πολύ από παιδάκια του χωριού. Αυτά τα ευλογημένα απ’ τον Θεό τέτοια μέρα είχαν μεγάλη χαρά. Δε χόρταιναν με τα γιορτινά τους τα ρούχα να μπαινοβγαίνουν στη χαμηλή εξώπορτα του ναού και να παίζουν στα χαλασμένα σκαλοπάτια της, λες κι ήταν στο σχολείο τους. Φυσικά, οι μεγαλύτεροι κι οι γονείς τους ήταν συνέχεια από πίσω τους και τα συμβούλευαν να κάθονται ήσυχα και ν’ ακούν τις ψαλμωδίες κάνοντας και τον σταυρό τους. Εκείνα, όμως, δεν άκουγαν κανέναν. Συνέχιζαν το παιχνίδι τους και μπορεί, ποιος να ξέρει, οι καθαρές τους οι ψυχούλες να προσεύχονταν με τον δικό τους τον τρόπο, τον παιδικό, που οι μεγάλοι δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν! Όπως ήταν λοιπόν φυσικό, τέτοια παιξίματα κι εκκλησιάσματα η Βαγγελιώ ποτέ δεν τα έζησε, ούτε και μπορούσε να τα φανταστεί. Δηλαδή όλον αυτόν τον κόσμο να είναι συγκεντρωμένος μέσα στην εκκλησία και να προσεύχεται, τη μια όρθιος και την άλλη γονατιστός και περισσότερο να βλέπει και ν’ ακούει τους ψάλτες και τον παπά. Αυτούς τους ευσεβείς χωριανούς και μάλιστα τον σεβαστό γέροντα, που μερικές φορές τον κοίταζε πάνω απ’ το σπίτι της να περπατάει μακριά στον δρόμο με τα μαύρα του τα ράσα και μια ή και δυο φορές τον χρόνο να μπαίνει με το πετραχήλι και τον Σταυρό στην οικογένεια τους και να τους αγιάζει.
Έτσι, η Βαγγελιώ τάχυνε ακόμα περισσότερο το βήμα και χωρίς να πάρει τα μάτια της απ’ την πόρτα του ναού, που φεγγοβολούσε απ’ τα κεριά και τις καντήλες, έφτασε σ’ απόσταση μιας ανάσας απ’ αυτόν. Όσο, όμως, ζύγωνε και πλησίαζε η περιέργεια γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Ήθελε οπωσδήποτε να μάθει τι κάνουν όλοι όσοι είναι εδώ κι όλοι όσοι τώρα μπαίνουν μέσα και κρατάν στα χέρια τους λειτουργιές τυλιγμένες σ’ άσπρες πετσέτες. Η ίδια δε, βαστούσε ακόμα τη δεκάρα στην παλάμη της, αυτή που ήθελε να δώσει στα παιδιά. Ποιος να ξέρει, μπορεί και να πίστευε ότι θα τα έβρισκε στον ολόλαμπρο ναό. Κι αν θα τα πετύχαινε εδώ θα έδινε μ’ ανακούφιση το κέρμα κι επιτέλους θα ξεχρέωνε την οφειλή που της υπαγόρευαν το ήθος κι η ηθική της εκείνες τις ώρες!
Μπήκε στον Οίκο του Θεού η γυναίκα κι έμεινε κατάπληκτη απ’ όλα όσα έβλεπε. Τόσος κόσμος μαζεμένος μέσα κι όλοι να κοιτάν προς μια μεριά. Την Ωραία Πύλη και να κάνουν τον σταυρό τους. Και πολλοί απ’ αυτούς να είναι γονατιστοί και να κάνουν μετάνοιες. Όμως, και κάποιοι να βλέπουν λίγο περίεργα και την ίδια, μια και ποτέ δεν την είδαν εδώ. Έτσι κι αυτή, σαστισμένη με ό,τι έβλεπε, έμεινε στο κέντρο του ναού σαν να ήταν κολώνα. Βήμα δεν της ερχόταν να κάνει και να ξεκολλήσει απ’ εκεί. Μάλιστα, μ’ όλα όσα αντίκριζε, τη μια φορά χαμογελούσε και την άλλη έπαιρνε ύφος σοβαρό, σκεπτόμενη πως οι άνθρωποι ίσως και να μην τη θέλουν εδώ μέσα μαζί τους, κι ακόμα πιο πολύ, μήπως θέλουν να της κάνουν και κανένα κακό. Ιδιαίτερα της έκαναν εντύπωση οι ψάλτες πάνω στο ψαλτήρι, που έψελναν τα χαρούμενα και μελωδικά χριστουγεννιάτικα τροπάρια αλλά κι ο ιερέας που ήταν μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τον σεμνό αυτόν εφημέριο τον έβλεπε, τη μια φορά να είναι σκυμμένος, την άλλη όρθιος και μ’ ανοιγμένα τα χέρια του να κοιτάζει ψηλά στον ουρανό και να προσφέρει την αναίμακτη Θυσία στον Θεό. Φυσικά, ποτέ δεν περνούσε απ’ το μυαλό της να πάει και στον πάγκο με τα κεριά για να πάρει δυο απ’ αυτά κι ευλαβικά να τ’ ανάψει στα μπρούτζινα μανουάλια μπροστά στις εικόνες του Χριστού και πάνω απ’ όλα της Παναγίας. Της Μάνας όλου του κόσμου, που σήμερα έλαμπε το πρόσωπό της από χαρά γιατί έφερνε στη γη έναν Θεό. Γι’ Αυτόν τον Θεό που πριν από εκατοντάδες χρόνια είχαν μιλήσει πολλοί απ’ τους προφήτες στην Αγία Γραφή.
Η κακομοίρα δεν ήξερε από τέτοια προσκυνήματα!
Για τον λόγο αυτόν ο Χριστόδουλος, πολλά χρόνια επίτροπος στον ναό, μόλις την είδε να στέκεται έτσι μπερδεμένη, άρπαξε δυο κεράκια απ’ το παγκάρι κι έτρεξε κοντά της να της τα δώσει. Εκείνη, χωρίς να φέρει αντίρρηση, τα πήρε στα χέρια της. Στη συνέχεια ο καλός επίτροπος κρατώντας την απ’ τον ώμο την πήγε στις εικόνες. Σ’ αυτές που χρόνια τώρα ο κάθε πιστός χωριανός ανάβει το μικρό κεράκι του και ταπεινά σκύβει το κεφάλι κι ευχαριστεί τον Θεό για τις ευεργεσίες του. Κι ύστερα μ’ όλη του την καρδιά Τον παρακαλεί να τον έχει και στο μέλλον πάντοτε καλά και να του δίνει την πολυπόθητη υγεία και την προκοπή στη ζωή του. Και τότε έγινε κάτι το καταπληκτικό! Από μόνη της η Βαγγελιώ και χωρίς τη βοήθεια κανενός άναψε το ένα απ’ τα κεριά και το έβαλε μαζί με τ’ άλλα στο πρώτο απ’ τα μανουάλια που ήταν μπροστά στον Χριστό. Μετά, πάλι χωρίς βοήθεια, πήγε απέναντι στην Παναγία κι άναψε στην Εικόνα της το δεύτερο κερί. Αυτήν τη φορά με το πρόσωπό της ν’ αλλάζει κι από άγριο και σκυθρωπό να γίνεται γαλήνιο, μειλίχιο και πράο, όπως ποτέ κανένας δεν την είδε έτσι στο χωριό. Κι επιπλέον, τώρα πια έδειχνε να μη φοβάται! Ήταν η στιγμή που οι ηλικιωμένοι ψάλτες, σαν άλλοι άγγελοι της Βηθλεέμ, κατέβαιναν απ’ τον ξάστερο και χειμωνιάτικο ουρανό και με τη βραχνή φωνή τους και μ’ όλον τον κόσμο έψελναν τον γνωστό ύμνο της Χριστιανοσύνης: «Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει..» Αλλά κι η στιγμή που οι καλοί στην καρδιά χωριανοί άφηναν για λίγο απ’ τα μάτια τους το άτομο που καμιά φορά δεν το θυμούνται να μπαίνει στην εκκλησία και ν’ ανάβει κεριά στα εικονίσματα. Και λίγο αργότερα, όταν και πάλι θα το ψάξουν, να το δουν όπως ποτέ τους δεν περίμεναν. Τη Βαγγελιώ, μια μαζεμένη ψυχή, παιδεμένη και καταπονημένη, μετά το άναμμα των κεριών της, να παίρνει ταπεινά τη θέση της και να κάθεται μ’ ευλάβεια σιωπηλή πίσω στον πρόναο και πάνω στο πρώτο σκαλοπάτι της ξύλινης σκάλας π’ ανέβαζε στον γυναικωνίτη.
Η ώρα μέσα στην εκκλησία περνούσε και κάποτε ο παπα-Στέλιος με την προσευχή «δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων…» σήμανε και το τέλος της Χριστουγεννιάτικης Λειτουργίας. Και πριν ακόμα ν΄ ακουστεί η ευχή, απ’ τη διπλανή πόρτα του Ιερού φάνηκε να βγαίνει γρήγορα και με το πανέρι στα χέρια ο μικρόσωμος καντηλανάφτης, ο Θεοφάνης, που του έφερνε να μοιράσει τ’ αντίδωρα. Πήγαιναν έτσι κοντά στον παπά οι πιστοί κι απ’ το χέρι του που το φιλούσαν, ένας ένας έπαιρναν τον ευλογημένο άρτο μαζί με την ευχή του.
Μ’ όλους στη σειρά για τ’ αντίδωρο στάθηκε κι η Βαγγελιώ. Μα σαν την είδε ο παπάς άφησε τους άλλους και μ’ ένα πλατύ χαμόγελο τη φώναξε κοντά του. Ύστερα, έπιασε δυο απ’ τα κομμάτια του άρτου και τα έβαλε στη χούφτα της. Και την ίδια στιγμή για να της δώσει και περισσότερο θάρρος τη χτύπησε πατρικά στην πλάτη. Ήταν σαν να της έλεγε: «Θα σε περιμένουμε ξανά στο ναό!». Κι είναι σίγουρο πως ο διακονητής του Θεού τον ευχαριστούσε, μέσα βαθιά απ’ τα φυλλοκάρδια του, γιατί σήμερα εδώ στον Οίκο Του, έδωσε η Θεία Χάρη μαζί με τη γέννηση του Γιου Του να ξαναγεννηθεί στην ψυχή του κι ένας ακόμα χριστιανός. Η Βαγγελιώ της σιωπής και της απόλυτης μοναξιάς.
Μια πολύ μεγάλη μέρα ξημέρωνε σήμερα στο χωριό, στην όμορφη Δωροθέα. Τα Χριστούγεννα! Όλη γύρω η φύση ευτυχισμένη, αισιόδοξη, ελπιδοφόρα. Προπάντων με χαρά κι ευφροσύνη στις καρδιές όλων των κατοίκων. Οι περισσότεροι μετά την εκκλησία βγήκαν στους δρόμους και στις γειτονιές, στην πλατεία και στα καφενεία για να γιορτάσουν το γεγονός και να πάρουν ζωή απ’ το χτεσινό φως τ’ αστεριού πάνω στη φάτνη κι απ’ τον πρωινό ήλιο π’ ανέτειλε χρυσός σ’ όλη τη γη. Ήταν η Γιορτή που παρότρυνε όλους να σφίγγουν τα χέρια και τις αγκαλιές τους και δίπλα στην αδειανή καρέκλα του τραπεζιού τους την ώρα του φαγητού να σκέφτονται ότι είναι κοντά τους κι όλοι οι ξενιτεμένοι τους συγγενείς. Μαζί με τους άλλους, χαμένη κι αυτή κάπου στα γιορτινά σοκάκια του χωριού μετά τη Λειτουργία, περιπλανιόταν κι η Βαγγελιώ. Με τα μάτια της να βλέπουν πρώτη φορά έτσι τον κόσμο, κάποια στιγμή βρέθηκε να περπατάει στα πλατάνια της πλατείας και κοντά στο Ηρώο, όπου στα σκαλοπάτια του καθόταν μια παρέα από παιδιά. Όλα είχαν βγαλμένα τα τσίγκινα μικρά κουτάκια τους και κάτω στο χώμα ή και μέσα στις χούφτες τους μετρούσαν τα χρήματα που πήραν απ’ τα κάλαντα. Μερικές φορές μάλιστα τσακώνονταν και φώναζαν για το ποιο έχει τα περισσότερα. Κι ήταν ευχαριστημένα του Θεού τ’ αγγελουδάκια που μετρούσαν δεκάρες!
Και τι σύμπτωση! Κάποια απ’ αυτά τα παιδιά που ήταν εκεί τα είδε η Βαγγελιώ και τα θυμήθηκε. Ήταν τα ίδια παιδιά που σκοτάδι ακόμα, λίγο πριν να φτάσει το ξημέρωμα, ήρθαν στο σπίτι της και τραγούδησαν τα κάλαντα, αλλά δεν κάθισαν να πάρουν για την αμοιβή τους τη δεκάρα. Κι αυτή τα έψαχνε. Ευκαιρία τώρα να τα ξεπληρώσει. Έβαλε λοιπόν το χέρι στην τσέπη του παλτού της και βρήκε το νόμισμα. Ύστερα, με γρήγορο περπάτημα πήγε προς το μέρος τους. Τα παιδιά, απορροφημένα στο μέτρημα, στην αρχή δεν την είδαν. Όταν, όμως, την αντιλήφθηκαν να έρχεται προς αυτά γι’ άλλη μια φορά φοβήθηκαν. Έτσι, τρομαγμένα έβαλαν τα χρήματα στις τσέπες τους και μ’ αλαλαγμούς εξαφανίστηκαν από μπροστά της. Ήταν η δεύτερη απογοήτευση σήμερα για τη Βαγγελιώ που δεν μπόρεσε να ξοφλήσει το χρέος της!
Πολύ λυπημένη η καημένη, που πάλι δεν μπόρεσε να πληρώσει τα παιδιά και να τηρήσει το έθιμο για τα κάλαντα, πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Φτάνοντας κάθισε στο πεζούλι της πόρτας και με παράπονο κοίταζε τη δεκάρα. Είναι γεγονός πως μαζί της αυτά τα Χριστούγεννα έζησε μια πρωτόγνωρη και πρωτοφανή περιπέτεια. "Ας την κρατήσω», είπε από μέσα της. «Θα περιμένω να τη δώσω του χρόνου. Μήπως και του χρόνου δε θα γεννηθεί ο Χριστός;». Και σηκώθηκε να πάει να την κρύψει εκεί που τη βρήκε. Στο ράφι τ’ αναμμένου για τα Χριστούγεννα τζακιού τους.
ΙΔΙΩΜΑΤΙΣΜΟΙ:
Καϊνάκια: Πηγές νερού. Παρμακλίκια: Ξύλινα κάγκελα. Τζουτζουκλάρια: Τα παιδιά στα τούρκικα. Πιλαλητό: Τρέξιμο, καλπασμός.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Διήγημα Τρ. Ούρδα

 Η Συγγνώμη


Ήταν μια μέρα του Πάσχα, κάπου εκεί στη δεκαετία του Εβδομήντα. Το ξένο αυτοκίνητο που μπήκε στο χωριό σταμάτησε τελικά στο άλλο άκρο του, εκεί δίπλα στην Εκκλησία και ακριβώς μπροστά στο σπίτι της γριάς της Δέσποινας, της Κυρούλας, όπως τη φώναζαν όλοι. Κανείς δεν ήξερε τι ήθελε. Όσο για την ηλικιωμένη που πήγε, ήταν μια ανήμπορη και φτωχιά γυναίκα. Τόσο, που οι χωριανοί της τη φρόντιζαν και της έδιναν ένα κομμάτι ψωμί!
Από το αυτοκίνητο κατεβαίνει ένας καλοντυμένος κύριος. Αρκετά μεγάλος στην ηλικία. Τον συνοδεύει ένας πολύ νεότερος, που τον βοηθάει μάλιστα στην αποβίβαση. Και οι δυο κατευθύνονται στη σκουριασμένη αυλόπορτα. Την ανοίγουν με προσοχή και ο συνοδός φωνάζει το όνομα της Δέσποινας. Εκείνη ακούει και με το μπαστούνι της βγαίνει έξω από το σπίτι, ενώ με τη φωνή της που τρέμει ρωτάει ποιοι είναι. Τότε πάλι ο πιο νέος πάει κοντά της και κάτι της λέει.
- «Να ζητήσει συγγνώμη», απαντάει εκείνη έκπληκτη. «Γερμανός Αξιωματικός! Τότε… Θεέ μου! Τι μου θυμίζεις!»
Και πιάνουν τα κλάματα τη γριά. Κλαίει με λυγμούς.

Πολλά χρόνια πιο πίσω από σήμερα. Πάλι μια μέρα του Πάσχα. Ένας άνθρωπος περπατάει μόνος του σε δρόμο του χωριού. Είναι αδύναμος και ισχνός. Τα ρούχα του, ένα στρατιωτικό μπουφάν και ένα μαύρο παντελόνι είναι βρώμικα και κουρελιασμένα. Το πρόσωπό του είναι δύσκολο να φανεί από τα πολύ μακριά του γένια και από τα μεγάλα απεριποίητα μαλλιά του. Περπατάει πάνω στο χώμα και σχεδόν σέρνει το βήμα του, ενώ το ένα από τα τελείως φθαρμένα άρβυλα που φοράει αφήνει να φανούν τα δάχτυλα του ποδιού του. Στον ώμο του κουβαλάει και ένα όπλο. Πολεμικό. Του είναι, όμως, πολύ βαρύ για το κοκκαλιάρικο σώμα του, αλλά δεν το πετάει για να αλαφρωθεί.
Ο άνθρωπος ψάχνει. Κάτι γυρεύει αλλά από ποιον να το ζητήσει. Τίποτα δεν κινείται γύρω του. Όλοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Μονάχα ένας σκύλος είναι ζωντανή ψυχή κοντά του και τον παίρνει καταπόδι, έτοιμος να του χιμήξει που τον βλέπει, έτσι, ξένο στο χωριό. Το άτομο, όμως, κάθε τόσο γυρίζει πίσω και με τα χέρια του τον φοβερίζει. Στο τέλος ο σκύλος τον παρατάει και μισοτρέχοντας χάνεται σε κάποιο στενό. Τι να πάρεις από κάποιον που δεν έχει. Τζάμπα ο κόπος!
Περιπλανώμενος ο άγνωστος, μέσα στην κούραση και την αγωνία που φαίνεται να περνάει, βλέπει μπροστά του ένα σπίτι που του κάνει μεγάλη εντύπωση. Είναι καινούργιο και πάνω του έχει πολλά λουλούδια. Παντού λουλούδια! Λουλούδια στον εξώστη, στα περβάζια των παραθύρων, έξω στην πόρτα, στην αυλή ακόμα και γύρω από τις αστρέχες του και μέσα στον κήπο του. Όλα λουλούδια ανθισμένα τώρα την Άνοιξη. Πασχαλιές, ζουμπούλια, κρίνα και κατακόκκινες παπαρούνες Αν βάλεις και τα ανθισμένα δένδρα γύρω, ο τόπος μοιάζει παραδεισένιος. Εδώ, ένα χαρούμενο καλωσόρισμα της εποχής και της Λαμπρής με τις πρώτες γλυκές αχτίνες του ήλιου!
Και στη μέση της αυλής του σπιτιού, ένα πηγάδι. Πάνω του είναι μόνιμα τραβηγμένος ο κουβάς, γεμάτος με καθάριο νερό που αστράφτει στον ήλιο και γίνεται καμβάς για να ζωγραφιστεί μέσα του ένα μέρος από τον γαλάζιο ουρανό. Σε αυτόν τον χρυσό κουβά πέφτει και μένει για λίγο σταθερά το μάτι του ανθρώπου. Είναι σίγουρο πως διψάει. Γι’ αυτό και χωρίς μεγάλη σκέψη, σαν σίφουνας παραβιάζει τη συρμάτινη πόρτα της αυλής και τρέχει προς το πηγάδι. Πιάνει τον κουβά και για να ξεδιψάσει είναι έτοιμος να βάλει ακόμα και το κεφάλι του μέσα και να πιει το νερό του. Δεν προλαβαίνει όμως! Μια ριπή από σφαίρες περνάν ξυστά από δίπλα του και ο κουβάς του φεύγει από τα χέρια. Το άτομο σωριάζεται κάτω και η μέχρι τότε ηρεμία της ατμόσφαιρας ταράζεται. Ενώ οι άνθρωποι της γειτονιάς από το φόβο τους μπαίνουν ακόμα πιο βαθιά μέσα στα σπίτια τους!
Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με τους ιδιοκτήτες αυτού του όμορφου στην όψη σπιτιού. Ο ένας από αυτούς, μια γυναίκα, όταν ακούει τον κρότο από το όπλο βγαίνει έξω στην πόρτα της. Κοιτάζει στην αυλή και βλέπει έκπληκτη έναν άνθρωπο πεσμένο δίπλα στο πηγάδι να προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τις χτισμένες πέτρες πάνω στο στόμα του. Αψηφώντας καινούργιες ριπές, έξαλλη τρέχει κοντά του και τον σηκώνει. Του φωνάζει αν είναι τραυματισμένος και αν πονάει. Από πίσω την ακολουθεί ένας άντρας. Είναι ο άντρας της. Σακάτης είναι αυτός με το ένα του το πόδι κομμένο και με ένα αυτοσχέδιο ξύλο φτιαγμένο για πατερίτσα, έτσι ώστε να στηρίζεται και να περπατάει. Στέκεται από πίσω της και μόλις που κρατάει την ισορροπία του για να μην πέσει καταγής.
Και τότε πάνω από ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο, που σταματάει απότομα μπροστά στο δρόμο και αφήνει πίσω του ένα ντουμάνι από σκόνη, ακούγεται μια δυνατή φωνή με ακαταλαβίστικα λόγια. Ήταν η ψυχρή φωνή από το στόμα ενός Γερμανού αξιωματικού, που μαζί με άλλους στρατιώτες έκαναν περίπολο εκείνη την ώρα στο χωριό. Είδαν το άτομο στην αυλή με το όπλο κρεμασμένο στον ώμο του και του έριξαν. Και τώρα διατάζουν τη γυναίκα να το αφήσει και να απομακρυνθεί από κοντά του με όλες τις κάννες στραμμένες πάνω της, έτοιμες αν χρειαστεί να βγάλουν για άλλη μια φορά τη φωτιά και το μολύβι τους και να τρυπήσουν το σώμα της!
Όμως, εκείνη κάνει πως δεν ακούει και δε βλέπει την απειλή πάνω από το κεφάλι της. Συνεχίζει να φωνάζει στον άνθρωπο αν είναι πληγωμένος και επειδή αυτός δεν της απαντάει ψάχνει πάνω στο σώμα του και μέσα στα κουρέλια που φοράει μήπως και τα βρει αιματοβαμμένα. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα η περιπολία κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και φτάνει πλέον κοντά της σε σημείο αναπνοής και μπροστά από τον άντρα της, που τον τραβάν με τη βία να κάνει πίσω στον τοίχο του σπιτιού. Ακόμα, ένας από τους στρατιώτες εκνευρισμένος γιατί η γυναίκα δεν συμμορφώθηκε και δεν απάντησε στη διαταγή που πήρε, χωρίς να περιμένει εντολή από τον ανώτερο αξιωματικό του, βάζει την κάνη πίσω από το κεφάλι της και την ώρα που αυτή είναι σκυμμένη πάνω στο σώμα του ανθρώπου και τον περιποιείται είναι έτοιμος να πατήσει την σκανδάλη του όπλου! Σταματάει, όμως, καθώς ο αξιωματικός τον αγριοκοιτάζει και του πιάνει το όπλο. Ύστερα, νευριασμένος τον σπρώχνει προς τα πίσω με τόση δύναμη που τον ρίχνει στο έδαφος. Στο τέλος ο αξιωματικός, αφού βάζει το δικό του πιστόλι στη θήκη, με μεγάλη προσοχή μην τρομάξει τη γυναίκα, την πιάνει απαλά από τους ώμους της και τη σηκώνει. Ευγενικά της ψιθυρίζει δυο κουβέντες στη γλώσσα του και εκείνη δεν αντιστέκεται. Υπακούει και μαζί πάνε μέχρι την πόρτα του σπιτιού της. Την αφήνει και αυτή μπαίνει μέσα. Όσο για τον άνθρωπο, που η ίδια πήγε να μαζέψει με τη ριπή, συνεχίζει να είναι εκεί στο ίδιο μέρος, βουβός και ξαπλωμένος, σχεδόν πεθαμένος, ίσως από το φόβο που πήρε αλλά και από το άγχος και την εξάντληση που είχε. Τραύματα, όμως, από σφαίρες δεν έφερε στο σώμα του.
Μόλις η γυναίκα μπαίνει στο σπίτι και με τον άντρα της έντρομο να την συνοδεύει, ο αξιωματικός δίνει πάλι εντολή να σηκώσουν τον άνθρωπο που ήταν πεσμένος στο χώμα. Να του πάρουν το όπλο από τον ώμο του και ύστερα με ένα αλουμινένιο κύπελλο, που βρίσκεται κρεμασμένο στο πηγάδι, να βρέξουν το κεφάλι του και να του δώσουν να πιει λίγο νερό. Δεν τον κακομεταχειρίζεται, αλλά και ούτε του μιλάει. Απλά τον κοιτάζει στα μάτια. Παρατηρεί ότι το στήθος του ανεβοκατεβαίνει γρήγορα και η ανάσα του βγαίνει βαριά. Ξέρει, είναι σίγουρος, πως θα πεθάνει! Δεν θα ζήσει γιατί φαίνεται να τον βαρύνουν οι πολλές κακουχίες και οι ταλαιπωρίες που πέρασε το σώμα του. Δεν έχει σημασία που η ψυχή μέσα του στέκεται όρθια και έχει τη σφοδρή επιθυμία να αντιδράσει που τον βλέπει απέναντί του. Εχθροί και οι δύο! Όμως, αυτός τώρα έχασε. Έτσι είναι ο πόλεμος! Και πραγματικά ο άνθρωπος σε λίγο πεθαίνει.
Εκείνο το πρωινό της Ανάστασης, τότε στην περίοδο της «Κατοχής», σε όλο το χωριό επικρατούσε μια μοναδική νεκρική σιγή. Άλλη τέτοια δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν. Δε χτύπησε χαρμόσυνα η καμπάνα και ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία να πει το «Χριστός Ανέστη». Αλλά ούτε και οι κάτοικοι βγήκαν έξω στην πλατεία να τσουγκρίσουν τα πασχαλιάτικα αυγά τους! Τα αεροπλάνα που πέρασαν πολύ πριν την αυγή και μούγκριζαν σαν θεριά πάνω από τα κεφάλια τους στον καταγάλανο ουρανό έσπειραν το φόβο στις καρδιές τους και τους έκλεισαν στα σπίτια.
Τάχατες έτσι θα είχαν μεγαλύτερη προστασία!
Ωστόσο, το σπίτι που αναφερόμαστε είναι όπως είπαμε ανοιχτό και κανένας σε αυτό δεν φοβάται. Η περίπολος μέσα στην αυλή του παίρνει τώρα τις τελευταίες εντολές από τον αξιωματικό-διοικητή και είναι έτοιμη να ανέβει στο αυτοκίνητο και να αναχωρήσει.
Τους σταματάει, όμως, ο θόρυβος από την πόρτα του σπιτιού που ανοίγει με τη γυναίκα να ξαναβγαίνει. Όλοι τη βλέπουν να βαδίζει αργά με το κεφάλι της ψηλά, σαν να πηγαίνει να γίνει νύφη και με ένα γλυκό- πικρό, δύσκολο να το προσδιορίσεις, μειδίαμα στα χείλη. Στο στήθος της κρατάει ένα μπουκέτο με λουλούδια. Μια αγκαλιά από πολύχρωμα λουλούδια της Άνοιξης, κομμένα από τις γλάστρες που τις είχε φυτεμένες πάνω στο μπαλκόνι της. Φτάνει κοντά στους στρατιώτες και ένα-ένα τους τα μοιράζει. Ψάχνει και τα όπλα τους που τα έχουν κρεμασμένο στον ώμο και βάζει άλλο ένα στην κάνη τους. Όσα απομένουν στα χέρια της, τα πιο πολλά, πιάνει και τα δίνει στον αξιωματικό. Μετά γυρίζει την πλάτη της για να φύγει και να μπει ξανά στο σπίτι. Αλλά στα μισά της διαδρομής σταματάει και γυρίζει το κεφάλι της προς το πηγάδι που βρίσκεται ο νεκρός. Λυπάται. Δεν κράτησε γι’ αυτόν να του αφήσει ένα λουλούδι!
Πάνω στη μεγάλη της απελπισία κοιτάζει τα χέρια της και την αγκαλιά της. Μόλις τα βλέπει αγαλλιάζει. Ειρωνεία της τύχης! Ένα μικρό ζουμπούλι έμεινε κρεμασμένο μπροστά στο στήθος της. Από εκείνα τα άσπρα-κάτασπρα, ευλογημένα λουλούδια, που κάθε χρόνο στολίζουν και το Σώμα του Χριστού στον Επιτάφιο. Ικανοποιημένη πηγαίνει και το αφήνει πάνω στο άψυχο σώμα του άγνωστου πεθαμένου. Όλα αυτά μπροστά στα άφωνα μάτια της στρατιωτικής περιπολίας, που δεν είχε φύγει ακόμα, θαυμάζοντας πραγματικά την ευγένεια της ψυχής της αλλά και το θάρρος της. Στο τέλος η γυναίκα εξαφανίζεται μέσα στο σπίτι της, ενώ η περιπολία συνεχίζει το έργο της στους δρόμους του χωριού.
Τον νεκρό ενημερώνεται να τον διαβάσει και να τον θάψει ο παπάς με τους ψάλτες του.

-Ποιοι είστε, ρωτούσε και ξαναρωτούσε με δάκρυα στα μάτια της η γριά η Δέσποινα τους ανθρώπους, που εκείνο το ζεστό ηλιόλουστο πασχαλιάτικο πρωινό την επισκέφθηκαν στο σπίτι της. Πάλι ο νεότερος παίρνει την πρωτοβουλία και για άλλη μια φορά με περισσότερο χαμόγελο και μειλίχιο ύφος, της απαντάει:
-Ο κύριος, της λέει, είναι ο πατέρας μου και κάποτε τέτοια μέρα μέσα στον πόλεμο ήρθε εδώ στο σπίτι σας σαν «εχθρός!» Και σας θαύμασε για τον ηρωισμό σας! Τώρα έρχεται σαν «φίλος» και μάλιστα, «Μέρα» που έχετε, θέλει να σας ζητήσει και «συγγνώμη» για τις οποιεσδήποτε υπερβολές έγιναν τότε στο σπίτι σας! Μακάρι να μην υπήρχε ο πόλεμος… Μαζί, της λέει με το ίδιο ακριβώς ύφος, επιθυμεί να σας ανταποδώσει και τα λουλούδια που του προσφέρατε τότε εσείς!
Και πραγματικά, ο πατέρας του όπως τον είπε, βγάζει από το αυτοκίνητο μια ανθοδέσμη με κάθε λογής ανοιξιάτικα λουλούδια και φιλώντας με θρησκευτική ευλάβεια το χέρι της γριάς υποκλίνεται και της τα προσφέρει, ζητώντας ταπεινά τη συγγνώμη της!
Ήταν ο αξιωματικός της περιπολίας.

Τρύφων Ούρδας

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

9ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Διηγήματος


Θ΄ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

2η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ-ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ

Έδεσσα, 8 Μαρτίου 2024

 Ο σύλλογος «ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΙ ΕΔΕΣΣΑΣ» προκηρύσσει 

λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος.

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν Έλληνες ή αλλοδαποί, με ένα (1) μόνον διήγημα, στην ελληνική γλώσσα, το οποίο μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε θέμα, να είναι αδημοσίευτο και όχι μεγαλύτερο από έξη (6) τυπωμένες σελίδες Α4 σε Η/Υ, υπολογισμένες με γραμματοσειρά Times New Roman 12".

Διηγήματα με κομματικό ή προπαγανδιστικό περιεχόμενο και με απρεπείς/χυδαίες εκφράσεις αποκλείονται.

 Ο Σύλλογος έχει το δικαίωμα να δημοσιεύσει σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή οποιοδήποτε διήγημα του διαγωνισμού, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης. Η επιτροπή αξιολόγησης των κειμένων του εν λόγω διαγωνισμού, εκτός από τα διακριθέντα, θα προτείνει και διηγήματα των υπολοίπων διαγωνιζόμενων (τελικό σύνολο 30 διηγήματα), τα οποία θα αποτελέσουν περιεχόμενο μιας ειδικής έντυπης έκδοσης, όπως έγινε και στους προηγούμενους Διαγωνισμούς.

Όσ-ες/-οι επιλεγούν να συμμετάσχουν σε αυτή την μελλοντική έκδοση, οφείλουν να στείλουν τα κείμενά τους και ένα σύντομο βιογραφικό σε ηλεκτρονική μορφή (με mail) γραμμένα σε Microsoft Word (γραμματοσειρά Georgia ή Times New Roman και μέγεθος 12"), καθώς και μια φωτογραφία τύπου ταυτότητας, επίσης ηλεκτρονικά (σε αρχείο jpg).

Το προτεινόμενο διήγημα πρέπει να έχει τίτλο, καθώς και ψευδώνυμο του συγγραφέα και να σταλεί ταχυδρομικά σε τρία (3) αντίτυπα. Τα πραγματικά στοιχεία του/της συγγραφέα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνα, e-mail, σύντομο βιογραφικό) πρέπει να περιέχονται σε μικρότερο σφραγιστό φάκελο, χωρίς άλλα διακριτικά στο εξωτερικό του φακέλου. 

Η επιλογή του θέματος είναι ελεύθερη. 

Η μη τήρηση των παραπάνω όρων συνεπάγεται  αποκλεισμό των διαγωνιζομένων. Ως καταληκτική ημερομηνία αποστολής των κειμένων ορίζεται η 31η Οκτωβρίου 2024.

 Κατηγορίες Διακρίσεων

3 Βραβεία

3 Έπαινοι

4 Τιμητικές διακρίσεις

1 Βραβείο Εφηβικού (ηλικία μέχρι και 18 ετών)

 

Διεύθυνση αποστολής: Ευαγγελίδης Δημήτρης,

Φιλελλήνων 9 – ΕΔΕΣΣΑ 58200

Πρόσθετες πληροφορίες στο τηλέφωνο: 6970 995041.

e-mail: karanos2010@gmail.com  


Για το ΔΣ του Συλλόγου

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ 

Τρύφων Ούρδας