Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε΄ Λογοτ. Διαγων.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ε΄ Λογοτ. Διαγων.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Διηγήματα Ε΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (4)


Α΄ έπαινος
Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος   
   


Φ Ω Σ  Α Π Ο  Τ Η Ν  Π Α Τ Ρ Ι Δ Α 

Απρίλης του 1906.Το ξεροβόρι που κατέβαινε απ΄ τα βουνά, έδερνε τα χωριά του Τριγώνου της Πρέσπας. Κι ας είχαν εδώ κι εκεί ανθίσει οι πρώτες πασχαλιές. Το μήνυμα της καλοκαιρίας δεν έφτανε όμως ως την καρδιά. Οι χωρικοί ωστόσο δεν τρόμαζαν από το ξεροβόρι. Κάτι άλλο τους βασάνιζε και τους έκανε σκυθρωπούς: Η κομιτατζήδικη απειλή. 

Οι πιέσεις των Βουλγαρικών παραγόντων προς τον ορθόδοξο πληθυσμό στο Ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εντείνονταν προκειμένου να ενσωματωθούν, παρά την θέλησή τους, στην αυθαίρετα ανακηρυχθείσα αυτοκέφαλη Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία, που αποσχίσθηκε το 1870 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. 

Πέρυσι σαν τέτοιες μέρες είχαν ειπεί: «Ακόμα τούτη η άνοιξη». Κι είχαν ελπίσει. Μα ένας χρόνος από τότε είχε περάσει, ένας χρόνος γεμάτος φωτιά και καταστροφή. Το Βουλγαρικό κομιτάτο συνέχιζε να σκορπίζει τον τρόμο. Και η απόμερη εκείνη γωνιά της Ελληνικής γης, που αιώνες είχε ζεστάνει τον σπόρο της λευτεριάς στις καρδιές των ανθρώπων της και από γενιά σε γενιά είχε ονειρευτεί να ιδεί τον σπόρο αυτόν κάποτε να φυτρώνει και να καρπίζει, γνώριζε τώρα μαρτύρια, που γίνονταν, έτσι έλεγαν οι κομιτατζήδες, ‘’για χατίρι της λευτεριάς’’. Μα η λευτεριά αυτή που έταζαν οι κομιτατζήδες ήταν το ‘’σάβανο’’, που ερχόταν κάθε μέρα να σκεπάσει κι από έναν Έλληνα. Η λευτεριά αυτή σκόρπιζε, αντί την χαρά, τα δάκρυα, γέμιζε με σκοτάδι απελπισίας την ψυχή τους. 

Οι Βούλγαροι πράκτορες και τα αδρά αμοιβόμενα εγκληματικά όργανά τους, με την ανοχή και των Τουρκικών Αρχών, ένα και μόνον πρόγραμμα είχαν: Να τρομοκρατήσουν και να εξοντώσουν, όσο περισσότερο μπορούσαν, τον Ελληνικό πληθυσμό της περιοχής για να αλλοιώσουν την δημογραφική της διάρθρωση με βίαιο εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, όπως πρόβλεπαν τα σχέδια του πανσλαβισμού. 

Οι δολοφονίες ελλήνων πολιτών από Βουλγάρους κομιτατζήδες είναι κάτι το πολύ συνηθισμένο. Μόνο το 1903 δολοφονούνται 283 Έλληνες. Φυσικά άρχισαν από εκείνα τα Ελληνικά στοιχεία, που γνώριζαν ως πλέον δυναμικά και πλέον αφοσιωμένα στην εθνική υπόθεση. Έτσι δολοφονήθηκαν κατά εκατοντάδες Έλληνες ιερείς, καθηγητές, δάσκαλοι, οπλαρχηγοί του Μακεδονικού Αγώνα και τα παιδιά τους, πυρπόλησαν ολόκληρα Ελληνικά χωριά, άρπαξαν περιουσίες, έκλεισαν σχολεία κι εκκλησίες και με την ανοχή και την βοήθεια των Τούρκων κατόρθωσαν να επιβάλουν αληθινή τρομοκρατία. 

Η επίσημη στάση της Ελλάδας, ιδιαίτερα μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ήταν χαλαρή και αυτό βοήθησε στην επιτυχία της βουλγαρικής προπαγάνδας. Όμως, αυτή η τακτική των βουλγάρων αφύπνισε τους Έλληνες και πολλοί απ΄ όλα τα μέρη της ελεύθερης Ελλάδας, έτρεξαν εθελοντές, να βοηθήσουν τους Έλληνες Μακεδόνες σ΄αυτόν τον σκληρό και άνισο αγώνα τους. Τα Ελληνικά ανταρτικά σώματα πληθαίνουν και ξαπλώνονται σε ολόκληρη την έκταση της Μακεδονίας, στην προσπάθεια να την σώσουν από τα νύχια του βουλγαρισμού. Τι κι αν η λύσσα των δολοφόνων αυξάνει, αφού μόνο στα 1905 έπεσαν κάτω από βουλγαρικό μαχαίρι 365 Έλληνες. Θεριεύει παράλληλα το Ελληνικό πείσμα και το πνεύμα της επιθετικής Αντίστασης και τελικά η Ελληνική Μακεδονία σώζεται! - -Σε λίγες ημέρες ήταν το Πάσχα. Θάπρεπε σαν καλοί χριστιανοί να γιορτάσουνε κι αυτοί την Ανάσταση. Όμως σε ποιά εκκλησιά; Με ποιόν παπά να τους λειτουργήσει και να τους δώσει απ΄ την Ωραία Πύλη το Φως το Ιλαρό; Τους είχαν κλείσει τις εκκλησιές. Τους παπάδες τους, τους είχαν σκοτώσει. Κι είχαν τάξει σκληρό θάνατο σ΄ όποιον τολμούσε να ψάλει τα Ορθόδοξα αναστάσιμα. Αν ήθελαν να γιορτάσουν την Ανάσταση, ο σχισματικός παπάς ήταν έτοιμος να τους δώσει το Φως. Ας τον προσκυνούσαν και θα δέχονταν τις ευλογίες του. 

Τι περίμεναν κι αρνιόνταν τόσο πεισματικά τα Ελληνικά χωριά του Τριγώνου; Η αλήθεια ήταν, πως δεν περίμεναν παρά ένα θαύμα. Γιατί, μ΄ όλο που ο Μακεδονικός αγώνας είχε 

αρχίσει, ποιος θάφτανε ως τα απόμακρα χωριουδάκια τους για να τους φέρει βοήθεια και υποστήριξη; Κι αν έφτανε, πώς πάλι θα μπορούσε να σταθεί, αφού όλα τριγύρω τα βουνά τα γέμιζαν ταμπουρωμένοι πάνοπλοι οι κομιτατζήδες; Και το θαύμα, λοιπόν, αν γινόταν, δεν θα βάσταγε για πολύ. 

Η Μεγάλη Πέμπτη διάβηκε έτσι δίχως ν΄ακουστούν τα Ευαγγέλια και τη Μεγάλη Παρασκευή η καμπάνα δεν τολμούσε να χτυπήσει λυπητερά, είχε απομείνει και κείνη βουβή. Οπότε, κατά το βραδάκι, πριν να πέσει το σκοτάδι, ήρθε λαχανιασμένο ένα τσοπανόπουλο στο Τρίγωνο και είπε στους προεστούς, πως λίγη ώρα έξω από το χωριό στάθηκαν Μακεδονομάχοι, Έλληνες. Στην αρχή δεν ήθελαν να το πιστέψουν, ώσπου ο μικρός άρχισε ν΄ αραδιάζει σημάδια και ονόματα, που δεν μπορούσαν νάναι της φαντασίας του. Τότε ξάφνου το μάτι τους γέλασε: «Δε θες νάταν αλήθεια»; 

Πήραν απόφαση, λοιπόν, να τους πάει ως το λημέρι να δούνε. Και άμα έβλεπαν, τότε μονάχα θα πίστευαν. Έτσι είπαν. Κι έτσι έγινε. 

Όταν έφτασαν εκεί, είχε νυχτώσει για καλά. Μα από τον σκοπό που τους σταμάτησε, αμέσως κατάλαβαν πως το θαύμα είχε γίνει. Κι άρχισαν ν΄ αγκαλιάζονται και να φιλιούνται, αναμεταξύ τους, άλλοι πάλι δόξαζαν τον Θεό κι άλλοι σταυροκοπιούνταν. Απ΄ τη χαρά τους έκαναν όλοι σαν τρελοί. Οι Μακεδονομάχοι που είχαν γύρει για να ξαποστάσουν , όταν άκουσαν τις φωνές πετάχτηκαν κι έτρεξαν στο καραούλι με τ΄ όπλο στο χέρι. Είδαν και με την πρώτη ματιά αμέσως κατάλαβαν κι αυτοί. 

Κατέβασαν τα όπλα, έδωσαν τα χέρια, κι ύστερα όλοι μαζί τράβηξαν για το χωριό. Καθώς διάβαιναν από τους σκοτεινούς δρόμους, άνοιγαν τα παραθυρόφυλλα κι ακούγονταν καλωσορίσματα, που και που και κανένας γυναικείος λυγμός. Θαρρείς και το ξεροβόρι σταμάτησε, η νύχτα έγινε ξάφνου φιλόξενη, η ελπίδα έφεγγε στις καρδιές τους, όπως όταν γυρνάς από την Λιτανεία του Επιτάφιου. 

- Το Μεγάλο Σάββατο ξημερώνοντας βρήκε το χωριό όλο στο πόδι. Ήθελαν να καμαρώσουν τα παλληκάρια, που ο ερχομός τους είχε διώξει μακριά τον εφιάλτη. Ήθελαν να τους παρακαλέσουν να μείνουν κοντά τους την άγια εκείνη ημέρα, να γιορτάσουν την Ανάσταση και το Πάσχα μαζί. Και τους καμάρωναν. Δώδεκα ήταν όλοι κι όλοι. Μα στους χωρικούς του Τριγώνου φάνταζαν για στρατός ολόκληρος. Κι ύστερα τους είπαν: «Να μείνετε εδώ μαζί μας. Να κάμουμε το Πάσχα μαζί». 

Μα ο αρχηγός του σώματος, αφού κοίταξε τα παλληκάρια του ένα προς ένα, αποκρίθηκε: 

-Καλή η πρόσκλησή σας και για μας μεγάλη χαρά. Μα, αν ήρθαμε ως εδώ, δεν ήρθαμε για να γιορτάσουμε. Ήρθαμε για να φέρουμε, όχι μόνο στο χωριό σας, μα και στ΄άλλα τριγύρω χωριά, το μεγάλο μήνυμα της Πατρίδας. Γι΄αυτό έχω απόφαση να τραβήξω ως το πιο βασανισμένο χωριό, φέρνοντας το μήνυμα αυτό. Πέστε μου πού έχουν μαζευτεί οι πιο πολλοί κομιτατζήδες, να πάμε εκεί να αναστήσουμε. 

Οι χωρικοί, αν και παραξενεύτηκαν με την παράτολμη εκείνη απόφαση, μετρώντας όμως τη χαρά που είχαν νιώσει οι ίδιοι, δεν θέλησαν να την στερήσουν κι απ΄τους άλλους πατριώτες της περιοχής. Και αφού ο αρχηγός του σώματος ζητούσε να του ονομάσουν το πιο βασανισμένο χωριό, δεν ήταν δύσκολο να του το πούνε. Πετροχώρι τόλεγαν. 

- Τρείς ώρες δρόμο από κει, τριγυρισμένο από βουνά, θαρρείς αποκλεισμένο απ΄τον κόσμο, βρισκόταν το χωριό που ζητούσε. Από παντού το είχαν ζωσμένο οι κομήτες, κόβοντάς του την ίδια την ανάσα του. Τόσο πολύ, που τώρα για το Πάσχα είχαν 

διατάξει να μην ανάψουν οι χωριάτες τους φούρνους να ψήσουν το ψωμί τους. Κι άμα έβλεπαν έστω κι από ένα σπίτι καπνό, θα κατέβαιναν να τους κάψουν. 

-Κι αν φτάσετε ως εκεί, είπαν οι προεστοί του Τριγώνου, μπορεί και να μην βρείτε παρά έρημο τόπο και ρημαγμένο. Και θάχετε και μεγάλο κίνδυνο να χαθείτε και σεις. 

-Τον κίνδυνο δεν τον λογαριάζουμε, αποκρίθηκε ξανακοιτάζοντας τα παλληκάρια του ο αρχηγός. Γιατί αν λογαριάζαμε τον κίνδυνο, θα είμαστε στα σπίτια μας και θ΄ανασταίναμε με τους δικούς μας ήσυχοι. Τώρα η Πατρίδα μας έταξε σε έργο δύσκολο. Θα προχωρήσουμε… 

Έτσι ξεκίνησε το μικρό σώμα κι αφού βάδισε ως το απομεσήμερο έφτασε σ΄ένα ύψωμα. Κάτω σε μια ρεματιά διακρινόταν το χωριό. Απ΄τα γύρω υψώματα οι κομιτατζήδες δεν φρόντιζαν να κρύβονται, αφού δεν πήγαινε ο νους τους πως είχαν κανέναν να φοβηθούν. Τόσο δεν πήγαινε ο νους τους, που πήραν το Ελληνικό σώμα για δικό τους και τόβλεπαν που κατηφόριζε προς το χωριό αδιάφοροι. 

Οι δικοί μας πάλι, που τους άρεσε το χωρατό, χαιρετούσαν από μακριά με γνεψίματα τους κομήτες. Μα ο αρχηγός τους πρόσταξε να ταχύνουν και να σταθούν σ΄ένα σύδεντρο, ώσπου να βραδιάσει. Κουρασμένοι πλάγιασαν πάνω στο χώμα. Το κρύο τους πιρούνιαζε, άρχισε σε λίγο να βρέχει. Και τότε τους είπε ο αρχηγός τους: 

-«Έτσι ήταν πάντα σε κάθε αγώνα του Έθνους μας, έτσι είναι και τώρα, έτσι θάναι και πάντα. Ο Έλληνας βάνει πάν΄ απ΄όλα, μαζί με τον Θεό, την Πατρίδα του. Κι απέ, μηδέ πείνα τον νοιάζει, μηδέ κρύο, μηδέ τίποτα. Σκάφτει και την πέτρα, τρώει και τα σίδερα και εις το τέλος πετυχαίνει την απόφασή του. Με την βοήθεια του Θεού και της Πατρίδας φτάνει εις την καλοκαιριά». 

Ήρθε μια μπόρα ανοιξιάτικη. Το απογευματάκι ανάμεσα στα χαμηλωμένα σύννεφα, φάνηκε ο ουρανός. Μα κάτω στη ρεματιά το χωριό τόβλεπαν έρημο, με τα σπίτια του κλειστά, σαν πεθαμένο. ΚΙ ένα από τα παλληκάρια κοιτάζοντάς το: Λέτε, παιδιά, να το αναστήσουμε;. Και ο αρχηγός που κατάλαβε το πείραγμα, αποκρίθηκε, χωρίς να θυμώσει: Άμα ήταν ζωντανό, άμα δεν τόχαν αφανίσει, τότε δεν θάχε την ανάγκη μας. 

Όταν πέρασε η ώρα κι άρχισε να βραδιάζει, κατηφόρισαν ανάμεσα στα βράχια με προφύλαξη. Πήραν το μικρό μονοπάτι κι έφτασαν στα πρώτα σπίτια. Παντού ήταν κλειστά, τα ξύλινα πατζούρια σφαλισμένα, στους στενούς λασπωμένους δρόμους ερημιά, ούτε σκυλί δεν τους γαύγισε. 

Χτύπησαν σε κάμποσες πόρτες. Απόκριση καμιά. Όταν έφτασαν στην πλατεία, στάθηκαν σχεδόν τρομαγμένοι, τους έπνιγε οι σιωπή. 

- Θα μας περνάνε για κομήτες. Γι αυτό δεν ανοίγουν, μουρμούρισε κάποιος. 

-Ποιος ξέρει τι θάχουν τραβήξει, είπε ένας άλλος. - Άντε βρες τρόπο να τους ξεθαρρέψεις, συλλογίστηκε ο αρχηγός. 

Να κτυπήσουμε την καμπάνα; Ήταν κίνδυνος ν΄ακούσουν οι κομιτατζήδες, που φύλαγαν τριγύρω και ν΄αρχίσουμε το τουφεκίδι πασχαλιάτικα. Θα γινόταν το ίδιο κι αν έριχναν με το ντουφέκι. Και θάπαιρναν μεν τότε το μάθημά τους οι κομιτατζήδες, αλλά θα χάλαγε ο 

γιορτασμός της Πασχαλιάς και θάχανε ο σκοπός του ερχομού τους. Στέκονταν, λοιπόν, εκεί καταμεσής στην έρημη πλατεία και δεν ήξεραν κι αυτοί τι να κάμουν. Το σκοτάδι έπεσε σε λίγο κατεβαίνοντας βαρύ από την ρεματιά. 

Πέρασε έτσι ακόμη κάμποση ώρα. Πίσω από τα κλειστά παράθυρα δεν άναψε ούτε ένα φως. Και η σιωπή ολοένα και τους βασάνιζε. Είχαν χάσει την διάθεσή τους. 

-«Ακόμη κι αν τους φωνάξουμε πως είμαστε Έλληνες, δεν θα το πιστέψουν», συλλογιζόντουσαν. 

Ώσπου σε μια στιγμή, άθελά του, άρχισε κάποιος να σιγοψέλνει το «Χριστός Ανέστη». Τον ακολούθησαν και οι άλλοι. Σιγαλός ψαλμός αντήχησε μέσα στην ερημιά. 

Και τότε, κάτι έτριξε πίσω τους. Το παντζούρι μισάνοιξε, το λυχνάρι θαμπόφεξε σ΄ένα άλλο παράθυρο που άνοιγε αντίκρυ. Σιγανές οι φωνές, τρομαγμένες, ρωτούσαν: «Ποιοί είσαστε;». 

Σταμάτησαν τον ψαλμό και κοίταζαν τον αρχηγό τους. Αυτός έπρεπε να απαντήσει, μα καταλάβαιναν πως δυσκολευόταν, δεν έβρισκε τις λέξεις που χρειαζόταν και δίσταζε. 

Τώρα όμως το ερώτημα σιγανό ξανακούστηκε από παντού. Τα λυχνάρια φώτιζαν στα παράθυρα, τριγύρω πρόσωπα αδύνατα, κατάχλωμα, απελπισμένα. 

-Για κοίτα, μοιάζουνε με εικονίσματα, πήγε να ειπεί κάποιος. Μα ο αρχηγός δεν τον άφησε να συνεχίσει. Η φωνή του έτρεμε, καθώς ακούστηκε μες στη σιωπή να απαντά: 

-Είμαστε απ΄την Πατρίδα. Μας έστειλε για να αναστήσουμε μαζί σας. 

Δεν άναψαν περισσότερα λυχνάρια. Δεν αντήχησαν ζητωκραυγές. Σιγά μονάχα ακούστηκαν πόρτες ν΄ανοίγουν τρίζοντας. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ήρθαν και στάθηκαν κοντά τους. Οι σκιές μες στο σκοτάδι πλήθυναν. Χωρίς ν΄ακούγονται πάνω στο νοτισμένο χώμα τα βήματα τους, ένα ολόκληρο χωριό που το βάραινε ως τώρα ο τρόμος συγκεντρώθηκε στην πλατεία. Κι εκεί, δίχως άλλη λέξη, από στόματα γεροντικά και παιδιάστικα ξανακούστηκε σιγανό μα σταθερό και αποφασιστικό το «Χριστός Ανέστη». 

Πάνω από τα βουνά, όπου ενέδρευε ο εχθρός, ο ουρανός είχε ξαστερώσει και έλαμπαν τ’αστέρια. 

Όσο κι αν αργούσε, θά 'λαμπε σε λίγο η αυγή του Πάσχα, η μεγάλη Αναστάσιμη Εθνική Αυγή.- 

***



 Γεώργιος Δ. Αναγνωστόπουλος

Γεννήθηκε στο χωριό Αγία Ευθυμία του Νομού Φωκίδας και κατοικεί στον Βύρωνα Αττικής. 

Είναι Αξιωματικός ε. α. της Ελληνικής Αστυνομίας, Πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικών Επιστημών του ιδίου Πανεπιστημίου. 

Είναι μέλος της Εταιρείας Φωκικών Μελετών, της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων. 

Είναι τακτικός συνεργάτης διαφόρων έντυπων, εφημερίδων και περιοδικών, με άρθρα ποικίλης ύλης και συμμετέχει σε Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς όπου έχει τύχει αρκετών διακρίσεων.-


                              

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

Διηγήματα Ε΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (3)


Γ΄ Βραβείο


Μια τελευταία κατάδυση

 Κουτάντου Καλλιόπη 
                                  
“Τι έγινε χθες βράδυ;

Θα σας πω. Όλα θα σας τα πω. Αρκεί να με αφήσετε ήσυχη.

Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν ξεκίνησα μαθήματα καταδύσεων. Πάντα με έλκυε η ιδέα να πηδάω από έναν υπερυψωμένο βατήρα, να στρίβω αιωρούμενη στον άνεμο κάνοντας στιγμιαία τα ακροβατικά μου και έπειτα να προσγειώνομαι με δύναμη στην επιφάνεια του νερού. Και εκείνος το ίδιο. Τον έλεγαν Βασίλη και τότε ήταν δεκαοχτώ. Μου άρεσε από την πρώτη στιγμή. Από τότε γίναμε ζευγάρι στη ζωή και στον αθλητισμό. Οι βουτιές μας ήταν άρτια συγχρονισμένες. Το πάθος μας για το νερό εμφανές και η λαχτάρα να χει ο ένας δίπλα του τον άλλον αμοιβαία. Στη ζωή μου μαζί του είχα μάθει να κάνω τις βουτιές μου σε καταρράκτες και άγριες απύθμενες θάλασσες. Μαζί του να κοιμάμαι. Μαζί του να ξυπνάω.  Μέχρι το προηγούμενο Σαββατόβραδο.

 Κάποιες φορές είσαι τόσο σίγουρη πως το κακό είναι τόσο μακριά σου, που πιστεύεις πως όλα αυτά περί μοίρας είναι παραμύθια. Μικρή έτσι πίστευα. Έβλεπα ανθρώπους να πονάνε, να φεύγουν, να χάνονται και το θεωρούσα κάτι τόσο μακρινό μου. Δεν με άγγιζε και δεν το άγγιζα. Ώσπου μέσα σε ένα καταραμένο βράδυ, ήρθα αντιμέτωπη με μια όψη της πραγματικότητας αθέατη μέχρι την ως τότε ζωή μου. Σκοτεινή, οπλισμένη. Δεν είχε σε τίποτα να μου δώσει μια χαριστική βολή. Έτσι και έκανε.
Ό,τι αγαπούσα έβαψε την άσφαλτο κόκκινη. Οτιδήποτε είχα και δεν είχα, μετατράπηκε σε κόκκινες κηλίδες πάνω σε ένα δρόμο, σε μια νύχτα.

Από εκείνο το βράδυ λοιπόν η ζωή μου είχε εκφυλιστεί σε μια απλή επιβίωση. Έπιανα τον εαυτό μου να βυθίζεται σε αναμνήσεις. Κάτι τρελά βράδια αισθανόμουν δειλά μα έντονα τα χέρια του να αγκαλιάζουν σφιχτά το κορμί μου, και κάθε που γύρναγα να τον αντικρύσω, τον έχανα. Έφευγε σαν καπνός. Εξαϋλωνόταν. Έπειτα χανόμουν στο παραμύθιασμα των αισθήσεων μου και συνερχόμουνα από τον ήχο των  δακρύων μου όταν έπεφταν στο πάτωμα. Κοιμόμουν, ξυπνούσα .Έβλεπα τις  μέρες να φεύγουν από πάνω μου και εγώ δεν αισθανόμουν τίποτα απολύτως.

Η έλλειψη του είχε γίνει η σκιά μου που με ακολουθούσε σε κάθε μου βήμα. Και επειδή στο νερό δεν φαίνονται οι σκιές επειδή πνίγονται, το μόνο που έκανα ήταν να βουτάω. Ο βατήρας ήταν πλέον η μοναδική επιφάνεια που σήκωνε το βάρος μου .Μου άρεσε που ήταν τρεμάμενος .Μια τρεμάμενη αστάθεια που χαρακτήριζε και εμένα την ίδια.  Ανέβαινα στον βατήρα, πηδούσα μα ευχόμουν κάτι να μου συμβεί και να μείνω για πάντα εκεί που έπεσα. Στον πάτο.  Εκεί δεν υπάρχουν ούτε σκιές, ούτε η πραγματικότητα να κρατά όπλο στοχεύοντάς σε. Εντός του νερού αναβίωνε η παρουσία του με τον πιο όμορφο τρόπο. Έπεφτα, και όση ώρα περιστρεφόμουν μέσα στο νερό δεν έβλεπα ματωμένες φιγούρες, ούτε άκουγα σειρήνες ασθενοφόρου. Μονάχα μας έβλεπα έφηβους για κάμποσα υδάτινα δευτερόλεπτα. Έπειτα πίσω πάλι στην επιφάνεια και την πραγματικότητα, με τις επικίνδυνες σκιές της. 

Χθες βράδυ λοιπόν! Αφού θέλετε τόσο να μάθετε, ναι, ήθελα να δώσω τέλος σε αυτή την υφιστάμενη κατάσταση που αποκαλούσα αμυδρά πλέον “ζωή μου”!

Ένα αιωρούμενο, σκοταδιασμένο πουθενά  ήταν η ζωή μου. Έψαχνα να βρω κάποιο νόημα ώστε να αιτιολογώ στον εαυτό μου την ύπαρξή μου, και δεν έβρισκα! Πόσο τελειωμένη ήμουν; Δεν μπορούσα να ζω άλλο με την ελπίδα πως κάποτε στο μέλλον θα ξεχνούσα. Ένα μαύρο πέπλο με είχε τυλίξει, και όσο το έδιωχνα, τόσο εκείνο με έπνιγε. Σαν δυο βίαια μαύρα χέρια που γράπωναν με μίσος το λαιμό μου, απαγορεύοντάς μου να αναπνέω.   Τα απομεινάρια της σάρκας μου ήθελαν να ξεχάσουν, να σβήσουν από πάνω τους την ύπαρξή του, την επαφή του, την ανάσα , το κορμί του, το φιλί του , μα η ψυχή μου κάθε καταραμένο βράδυ, που τα φώτα πέφτουν και οι σκιές ορθώνονται , μου ψιθύριζε πρόστυχα στο αυτί “Δεν μπορείς να ξεχάσεις”. Έτσι πείστηκα πως “δεν μπορώ να ξεχάσω”, παρά μόνο αν έκανα τη ψυχή μου να σωπάσει μια και καλή. 
Φόρεσα  λοιπόν το μαγιό μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Τα βήματα μου ήταν βαριά. Σχεδόν σερνόμουν. Τον αισθανόμουν παντού μέσα μου. Όλα γύρω μου ήταν τόσο κενά και υλικά. Τα αισθανόμουνα ξένα. Ξένη ήμουν δηλαδή εγώ η ίδια, μέσα σε έναν κόσμο που δεν με χωρούσε και δεν τον ήθελα! Ήμουν ένα όρθιο πτώμα ανάμεσα σε μια ζωή που δεν μου ανήκε. Γράπωσα τα κάγκελα του μπαλκονιού απ’ την ανάγκη να αφήσω τα ματωμένα αποτυπώματα της ψυχής μου πάνω τους. Το βλέμμα μου, απειλητικά βίαιο,  αφέθηκε κάτω από το μπαλκόνι, σαν κάτι να έψαχνε .
  
Το ιπτάμενο πλοίο μου! Αυτό έψαχνα! Ήταν δικό μας κατασκεύασμα. Το είχαμε πλάσει οι δυο μας ένα βράδυ αγκαλιά, κοιτώντας τα άστρα, και ευχόμασταν να είμαστε πάντα δυνατοί και μαζί πάνω σε έναν βατήρα. Τώρα που στον βατήρα είχα απομείνει μόνη μου, τι θα έκανα; Τώρα που το “μαζί ”έσπασε σαν θρύψαλα, τι θα γινόμουν;  Από τη μέρα που τον έχασα, φαντασιώνομαι εκείνο το δικό μας πλοίο, και ποθούσα να το δω να ίπταται έξω από το μπαλκόνι μου. Ευελπιστούσα πως θα μου το έστελνε χθες ο Βασίλης για να με πάει πλάι του. Ήταν η  μόνη λύση και ελπίδα μου. Πλέον μονάχα αυτό έψαχνα. Το πλοίο μας! Το μπαλκόνι μου ήταν πιο σταθερό από τον βατήρα, μα δεν με πείραζε.

Ναι, τι με κοιτάτε;

Θα πηδούσα! Θα το έκανα! Τί θα με εμπόδιζε από το να κάνω την τελευταία μου βουτιά; Θα έκανα μια τελευταία κατάδυση. Αν όμως δεν εμφανιζόταν εκείνο ποτέ; Θα έπεφτα στο κενό και τέλος. Έτσι και αλλιώς χωρίς τον Βασίλη τελειωμένη ήμουν. Όποιος και να με έψαχνε, θα με έβρισκε, απλά δεν θα του απαντούσα. Θα ήμουν έστω και ματωμένη μαζί με τον Βασίλη μου. Εκείνος θα μου σκούπιζε κάθε υπόλειμμα αίματος και φόβου, και θα ήμουν για πάντα μαζί του. Άρα ή θα με διέσωζε το πλοίο μας ή θα με έκανα εγώ να σωπάσω μια και καλή. Όπως και να ‘χει,  πλάι του θα πήγαινα. Δεν ήθελα τη ζωή μου! Ήταν άδεια! Άδεια και απαίσια. Θα έπεφτα, αλλά εκείνος ο σκύλος…
  
Αυτός ο σκύλος που μόνο  εγώ άκουγα ! Άρχισε ξαφνικά να γαβγίζει έντρομα !Με κοίταζε βαθιά στα μάτια με ένα βλέμμα καυτό και παθιασμένο που με πονούσε και με αποθάρρυνε. Όσο του το επέτρεπε η αλυσίδα του, χτυπιόταν πανικόβλητος  κάτω στα χώματα για να μην με δει να πέφτω. Δεν ήθελε να πέσω, το έβλεπα !Δεν ήθελε! Η ψυχή μου όμως πονάει  ,και ας μην βούτηξα χθες βραδύ.

Το βράδυ του ατυχήματος ,άκουσα γαβγίσματα έξω από την πόρτα μου. Τον είδα  στο κατώφλι να   γαβγίζει με μανία. Μάταια τον ρωτούσα με χάρη πού είναι το αφεντικό του και εκείνο κοίταζε θλιμμένο κάτω. Μετά χτύπησε το τηλέφωνό μου και απαντήθηκαν τα πάντα .Δεν μπορούσα να κρατήσω εγώ τον σκύλο .Φοβόμουνα πως κάθε βλέμμα του θα μου θύμιζε αυτόν που δεν ήθελα να σκέφτομαι νεκρό .Έτσι τον έδωσα στον γείτονα μου που πάντα λάτρευε τα σκυλιά. Ποτέ δεν του εξήγησα . Δεν είμαι τρελή ,αλλά σας λέω μόνο εγώ τον άκουγα να γαβγίζει .Να σπαρταράει και κανείς να μην ακούει μονάχα εγώ ! Τον έβλεπα να περιφέρεται αλυσοδεμένος στον περιορισμένο κήπο του γείτονα μου και εγώ μέσα μου πονούσα  , μα σε ποιον να το πω; Ταυτιζόμουν με το θλιμμένο  βλέμμα του και ευχόμουν κάποιος  να του αφαιρέσει την αλυσίδα ! Γιατί τέτοια υποταγή ; .Σας είπα ,αυτόν τον σκύλο μόνο εγώ τον άκουγα !Τί άλλο θέλετε από μένα ;
 Αφήστε με !

Δε θέλω τίποτα! Μονάχα τον άνθρωπό μου. Δεν ήθελα να με σταματήσει αυτό το ηλίθιο γάβγισμα! Θα είχα πηδήξει και θα ήμουν στο ιπτάμενο πλοίο που μόνο οι δυο μας γνωρίζαμε. Μόνο έτσι θα πήγαινα δίπλα  του! Γιατί δεν με άφησε να κάνω την κατάδυση μου ο Βασίλης; Δε πίστευε στο πλοίο μας; Δε με θέλει κοντά του; Γιατί άρχισε να ουρλιάζει;
Δεν αντέχω άλλο! Ούτε εδώ μέσα, ούτε εκεί έξω, ούτε πουθενά! Σας τα είπα όλα και τέλειωσα! Τί άλλο θέλετε από μένα; Αλλά βέβαια, τι καταλαβαίνετε εσείς οι ψυχίατροι από αισθήματα; Αφήστε με να μπω στο πλοίο και ας  βυθιστώ! Δίπλα του θέλω να ‘μαι! Πονάω δε με βλέπετε; Πονάω! ”

Τα ζωγραφισμένα με θλίψη λόγια της Ναταλίας ηχούσαν έξω από το λευκό και ψυχρό κτίριο της ψυχιατρικής κλινικής.

Η Ναταλία ήταν εκεί λοιπόν. Ή αλλιώς εκεί την είχαν. Τα μάτια της όριζαν ένα μαύρο, υγρό κύκλο, που κινδύνευε να την παγιδεύσει ολόκληρη.  To σώμα της ήταν καθισμένο σε μια πολυθρόνα,  όμως δεν αισθανόταν τίποτα. Η φαινομενικά υγιής γυναικεία υπόστασή της, βρισκόταν τρομαγμένη και απαθής. Οι τοίχοι γύρω της φαινόντουσαν να εσωκλείνουν με μεγάλη ταχύτητα, ώσπου θα την παγίδευαν, θα την έσφιγγαν, θα την έλιωναν και έτσι θα τέλειωνε. Καιρό τώρα τελειωμένη αισθανόταν, και το περίβλημα της ψυχής της, το κορμί της, φαινόταν ανίκανο να σταθεί και να συνεχίσει.

Γνώριζε όμως  βαθιά μέσα της πως δε θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της "να πέσει". Ακόμα και αν έφτασε ένα βήμα πριν το οριστικό πέσιμο, δεν το έκανε. Θα πολεμούσε τις εξαγριωμένες σκιές που την παγίδευαν κάθε βράδυ μέχρι να τις σβήσει.

Γιατί "από το βατήρα της ζωής, μέχρι την εκάστοτε θάλασσα που απλώνεται μπροστά, είτε θα πηδήξεις κάνοντας μια γενναιόδωρη κατάδυση δίχως να πνιγείς -αν είσαι δυνατός θα βγεις στην επιφάνεια του νερού αναπνέοντας αποφασιστικά και γρήγορα -είτε θα πέσεις αδέξια και  δε θα δεις ποτέ ξανά το γαλάζιο του ουρανού. Εμείς  πάντα το πρώτο επιλέγουμε και έχουμε  κάνει τη ζωή μας όμορφη και δυνατή !"
Αυτό της είχε ψιθυρίσει μια μέρα ο Βασίλης. Αυτό προσπάθησε να της θυμίσει και εκείνο το βράδυ που ετοιμαζόταν για την τελευταία της αιματηρή  κατάδυση.

“Ποιος είπε πως όταν φεύγει κάποιος παύει να είναι δίπλα σου; Η ψυχή του, το είναι του; Αυτά δεν έχουν δημιουργηθεί για να χαθούν. Η σάρκα χάνεται, μα η ψυχή του άλλου μένει  σε αυτούς που την αγάπησαν. Γίνεται δύναμη μέσα τους, κομμάτι της καρδιάς τους, και έτσι συνεχίζουν. Πρέπει να συνεχίσουν! Άσε τα πλοία Ναταλία μου, αυτά είναι για τους δειλούς που αναζητούν φυγή! Κατασκευάσματα της αδύναμης ανθρώπινης ψυχής.  Εδώ θα μείνεις, και θα πολεμήσεις την απώλεια του ανθρώπου σου με όπλο τη ζωή σου. Συνέχισε να βουτάς. Αυτό αγαπάς και αυτό θα κάνεις. Είμαι σίγουρη αυτό θέλει και ο Βασίλης σου, να συνεχίσεις τις καταδύσεις που δεν προλάβατε να κάνετε μαζί. Και θα είναι δίπλα σου, να το ξέρεις!”
Μονάχα αυτά της είπε η γιατρός.

Ο Βασίλης λοιπόν δεν την ξέχασε. Δεν γινόταν να την ξεχάσει. Πώς πίστεψε πως εκείνος θα τη θέλει δίπλα του ματωμένη; Όρθια καταδύτρια στημένη στο βατήρα τους την ήθελε. Και αυτός αθόρυβα, όποτε χρειαζόταν η ψυχή της στήριγμα, θα έστελνε τη δικιά του. Εξάλλου η Ναταλία δεν ήταν και τελείως μόνη της, όπως πίστευε. Χθες βράδυ, που στεκόταν στο μπαλκόνι της έτοιμη για το επικείμενο τέλος,  που τα φώτα πάλι έπεσαν και οι σκιές του φόβου της ορθώθηκαν,  της έστειλε το … ιπτάμενο πλοίο τους .

Μέρες μετά,  οι τηλεοράσεις βούιζαν πως στο τροχαίο του προηγούμενου Σαββάτου διασώθηκε τελικά μονάχα ο φίλος του εικοσιτριάχρονου νεαρού, ο οποίος και αγνοείται. Ο τετράποδος φίλος του.


Γεννήθηκα στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου Κρήτης, στις 3 Ιανουαρίου του 1994, όπου και διέμενα μέχρι τα 18 μου χρόνια. Ούσα μαθήτρια, είχα αρκετές διακρίσεις σε διαγωνισμούς έκθεσης. Λόγω των άριστων επιδόσεων μου στα μαθήματα, αλλά και της έκθεσης με θέμα «Το μέλλον της Ευρώπης», επιλέχθηκα  να εκπροσωπήσω την Κρήτη, και κατ’ επέκταση την Ελλάδα, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του Στρασβούργου, στην ημερίδα «Euroscola». 
Το 2012, πέρασα στη σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ξεφεύγοντας από τα δεσμά της μικρής μου κοινωνίας, δηλώνοντας πλέον μόνιμη κάτοικος Αθηνών. Το καλοκαίρι αναμένεται να πάρω το πτυχίο μου, μετά από ένα κουραστικό  πενταετές ταξίδι, ευελπιστώντας να συνεχίσω με μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στο αντικείμενο του μηχανικού. Σε αυτό το ταξίδι είχα ως σωστική λέμβο την κολύμβηση –είμαι αθλήτρια ανοιχτής θάλασσας-αλλά και τη λογοτεχνία. Εδώ και δυο χρόνια συμμετέχω σε πανελλήνιους αγώνες ανοιχτής θάλασσας, καταφέρνοντας να κατακτήσω δυο φορές το τρίτο σκαλί του βάθρου. Οι λογοτεχνικές μου ανησυχίες ξεκίνησαν όταν ήμουν ακόμα στη 2η τάξη του Λυκείου, όπου με προτροπή της καθηγήτριας λογοτεχνίας, συμμετείχα σε έναν Παγκρήτιο λογοτεχνικό διαγωνισμό, αποσπώντας το 2ο βραβείο ποίησης. Η συνέχεια έγινε σαν φοιτήτρια, έχοντας μέχρι σήμερα 14 βραβεία και διακρίσεις, τα οποία μου δίνουν κίνητρο να συνεχίσω να αφήνω πινελιές του εαυτού μου στις λευκές κόλλες.

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Διηγήματα Ε΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (2)


Β΄ Βραβείο

Βραδιές Τζαζ 
Πολίτη Τριαντάφυλλη

Οι Παρασκευές στην παμπ του «Λουκ» είχαν καθιερωθεί ως «βραδιές της Τζαζ». Οι πόρτες άνοιγαν στις εννέα και το μαγαζί δεχόταν κόσμο έως και τις πρώτες πρωινές ώρες. Εκείνη την ημέρα όλα τα τραπέζια ήταν γεμάτα αλλά και γύρω από αυτά κάποιοι θαμώνες στέκονταν όρθιοι με ένα ποτό στο χέρι για να ακούσουν την μπάντα να παίζει. Ο σαξοφωνίστας του γκρουπ ήταν διάσημος σ’ αυτά τα μέρη και οι δίσκοι που είχε κυκλοφορήσει είχαν γίνει ανάρπαστοι. 

Είχα καθίσει στο μπαρ και έπινα μια παγωμένη Peroni από το μπουκάλι. Κάθε τόσο αντάλλασα καμιά κουβέντα με τον Τιμ, τον σερβιτόρο, που πηγαινοερχόταν για να πάρει τις παραγγελίες. Γνώριζε σχεδόν όλους τους πελάτες και είχε να σου πει μια ιδιαίτερη ιστορία για τον κάθε έναν. Όταν τον φώναζαν για τον λογαριασμό, επέστρεφε άλλοτε με ένα πλατύ χαμόγελο δείχνοντας μου τα κάτασπρα δόντια του και άλλοτε μουτρωμένος γιατί κάποιος είχε τσιγκουνευτεί για πολλοστή φορά το φιλοδώρημα. 

Ήταν δύο λεπτά μετά τις δώδεκα όταν η πόρτα του μπαρ άνοιξε και ένας ψηλός άντρας πέρασε την είσοδο. Δεν έδειχνε πάνω από τριάντα πέντε, είχε μαύρα πυκνά μαλλιά και θλιμμένα μάτια που έρχονταν σε αντίθεση με το χαμόγελο που ήταν χαραγμένο στο χλωμό του πρόσωπο. Φορούσε ένα γκρίζο κουστούμι με λεπτή ρίγα και μαύρα σκαρπίνια. Προχώρησε προς την σκηνή, χαιρέτησε με ένα νεύμα τον σαξοφωνίστα της μπάντας και κάθισε στο μοναδικό άδειο τραπέζι που υπήρχε εκεί. Ο Τιμ, τον είχε δει και εκείνος αμέσως μόλις μπήκε και δεν άργησε να πάει να πάρει την παραγγελία του. 

«Καλησπέρα κύριε Ρομπ», του είπε σκύβοντας κοντά στο πρόσωπό του. Ο ήχος από το σαξόφωνο σχεδόν κάλυπτε τη φωνή του. 

«Καλησπέρα Τιμ. Το συνηθισμένο», του απάντησε εκείνος. Ο Τιμ έκανε μια ελαφριά υπόκλιση και επέστρεψε στο μπαρ. 

«Ένα διπλό χωρίς πάγο», είπε στον μπάρμαν και με κοίταξε. 

«Τον είδες αυτόν που ήρθε;», με ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι μου. «Έρχεται κάθε Παρασκευή μετά τις δώδεκα και κάθεται πάντα στο ίδιο τραπέζι με τη μονή καρέκλα στην δεξιά πλευρά της σκηνής, που ανεξήγητο πως, είναι πάντα διαθέσιμο όταν έρχεται εκείνος. Δεν μας παίρνει ποτέ τηλέφωνο για να κάνει κράτηση ενώ είναι εδώ κάθε εβδομάδα την ίδια ώρα». 

«Δεν μου κάνει εντύπωση. Ίσως του αρέσει η Τζαζ, και αφού βρίσκει τραπέζι…». Ο Τιμ με κοίταξε και έσφιξε τα χείλη του. Στο βλέμμα του είδα πως κάτι τον προβλημάτιζε. Το ουίσκι του κυρίου Ρομπ ήταν έτοιμο. Το έβαλε σε ένα δίσκο, τον κράτησε ψηλά πάνω από το κεφάλι και απομακρύνθηκε. Μέχρι να επιστρέψει βρήκα ευκαιρία να κατεβάσω δυο γερές γουλιές μπύρας που με την κουβέντα την είχα σχεδόν ξεχάσει. Ο Τιμ μου έκανε νόημα με το κεφάλι του να κοιτάξω προς την πλευρά του άντρα ενώ εκείνος σταμάτησε για να αποδώσει τον λογαριασμό σε ένα διπλανό τραπέζι. Ύστερα με πλησίασε με σταθερό βηματισμό και μου έδειξε το πουρμπουάρ του. Ένα αμερικάνικο χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων. 

«Δεν έχεις παράπονο;», του είπα και ήπια ακόμα λίγη μπύρα. 

«Για κοίτα το καλά», μου είπε τεντώνοντας μπροστά μου το χαρτονόμισμα. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω τι εννοούσε. 

«Μα καλά, δεν ξέρεις πως αυτά τα χαρτονομίσματα έχουν αποσυρθεί εδώ και ένα χρόνο;», είπε. Και είχε δίκιο. Εγώ ούτε που το θυμόμουν. 

«Ντρέπομαι να του το πω και κάθε τόσο, όταν μαζεύω καμιά δεκαριά, πάω στην τράπεζα και τα αλλάζω. Μετά είναι και το άλλο» είπε και σταμάτησε. Εγώ είχα αρχίσει να κοιτάζω μία τον κουστουμαρισμένο άντρα και μία τον Τιμ που έδειχνε πως έψαχνε πολύ καιρό να βρει κάποιον να του εκμυστηρευτεί τους προβληματισμούς του. 

«Όση ώρα τον κοιτούσες, ήπιε καθόλου από το ποτό του;», συνέχισε. 

«Εννοείς από την ώρα που μου έκανες νόημα;», κούνησε το κεφάλι του, «Μάλλον όχι», είπα. 

«Ε, λοιπόν σε πληροφορώ πως δεν πίνει ποτέ. Ούτε λίγο. Κρατάει το ποτό του, να δες, όπως τώρα, και φεύγει χωρίς να έχει πιει γουλιά». Τον κοίταξα δύσπιστα. 

«Είσαι σίγουρος;» 

«Χίλια τα εκατό σου λέω». Πήρε πάλι τον δίσκο και έφυγε. Μια παρέα τεσσάρων ατόμων, μόλις είχε μπει και στέκονταν μπροστά στην πόρτα. Ο Τιμ με τα λεγόμενα του είχε καταφέρει να μου τραβήξει την προσοχή και τώρα το βλέμμα του ήταν καρφωμένο πάνω στον άντρα με τις παράξενες συνήθειες. Ο Τιμ μου είπε στην συνέχεια πως είχε πάνω από ένα χρόνο που επισκέπτονταν το μπαρ. Φορούσε το ίδιο ριγέ κοστούμι και ήταν πάντα μόνος αλλά δεν είχε καταφέρει να μάθει τίποτε άλλο για αυτόν εκτός από το μικρό του όνομα. Κύριος Ρομπ. Μόλις ο σαξοφωνίστας της μπάντας τελείωνε το πρόγραμμά του, εκείνος έφευγε. Αυτό συνέβη και τώρα. 

Όλη εκείνη την ώρα τον κοιτούσα τόσο προσηλωμένα και επίμονα που φαίνεται πως του τράβηξα το βλέμμα. Λίγο πριν περάσει την έξοδο της παμπ, μου έριξε μια έντονη ματιά σαν να ήθελε να δηλώσει πως με είχε αντιληφθεί από ώρα. Μία ακατανίκητη επιθυμία να μάθω περισσότερα για αυτόν τον άντρα με είχε καταβάλει τόσο, που αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Κούνησα το χέρι μου κάπως άχαρα στην προσπάθειά μου να χαιρετίσω τον Τιμ από μακριά και βγήκα βιαστικά από το μπαρ. 

Ο παράξενος κύριος Ρομπ, περπατούσε δέκα μέτρα μπροστά μου με αργό και σταθερό βήμα και βλέμμα προσηλωμένο μπροστά. Δεν γύρισε ούτε μια φορά το κεφάλι του να κοιτάξει δεξιά ή αριστερά. Περπατούσε ελαφρά σκυφτός και μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι δεν μπορούσα να ακούσω καθόλου τα σκαρπίνια του να χτυπούν στο πεζοδρόμιο. Πλησίασα και άλλο. Δεν έμοιαζε να με είχε αντιληφθεί ή δεν τον ένοιαζε καθόλου. Στο επόμενο στενό έστριψε αριστερά. Διέσχισε ένα πάρκο με υποτυπώδες φωτισμό και μετά έκανε δεξιά. Στο τελείωμα του πάρκου υπήρχε ένα ψηλό δέντρο με τεράστιο κορμό και μετά από αυτό ένα κίτρινο σπίτι. Μόλις πέρασε μπροστά από το δέντρο τον έχασα. Στάθηκα να κοιτάζω στην μέση του πουθενά μία δεξιά και μία αριστερά κάτω από το χλωμό φως μιας λάμπας. Δεν μπορεί να εξαφανίστηκε, είπα μέσα μου και αμέσως μετά σκέφτηκα να πάω προς το κίτρινο σπίτι. Έδειχνε ερειπωμένο. Τα τέσσερα σκαλιά που οδηγούσαν στην πόρτα είχαν πιάσει χορτάρι και στον τοίχο, γύρω από τα παράθυρα, είχε παραφυάδες κισσού. Ωστόσο, μέσα από το κλειστό πατζούρι του παραθύρου διέκρινα φως. Πλησίασα στην πόρτα και προσπάθησα να διαβάσω το όνομα στο κουδούνι. Έγραφε Ρόμπερτ και Τζούλια Όστιν. «Λες να μένει εδώ ο κύριος Ρομπ;» αναρωτήθηκα μεγαλόφωνα. Δεν χτύπησα. Κατέβηκα ξανά τα σκαλιά και περίμενα με την πλάτη ακουμπισμένη στο μεγάλο δέντρο, κοιτάζοντας το φως στο παράθυρο. Το ένστικτό μου έλεγε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτό το σπίτι. 

Έμεινα εκεί μέχρι που χάραξε η μέρα. Καθ’ όλη εκείνη την διάρκεια της αναμονής μου δεν ακούστηκε ούτε ένας ήχος από το σπίτι ενώ το φως παρέμενε αναμμένο. Είχα αρχίσει να νιώθω την κούραση σε όλο μου το σώμα αλλά το μυαλό μου παρέμενε ξάγρυπνο και αναζητούσε απαντήσεις. Ένα πρωινό αεράκι είχε αρχίσει να φυσά. Τώρα ακουγόταν μόνο το θρόισμα των φύλλων και κάπου κάπου ένα δειλό κελάιδισμα από κάποιο σπουργίτι. Η υγρασία περόνιαζε τα πόδια μου. Λίγο αργότερα το στενό μονοπάτι του πάρκου γέμισε περαστικούς. Πέντε βήματα πιο πέρα από το κίτρινο σπίτι, μία ηλικιωμένη κυρία άνοιξε τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού της και χάζεψε για λίγο από το περβάζι. 

«Συγγνώμη, μήπως γνωρίζετε τον κύριο Ρόμπ;», τη ρώτησα μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα, ξεχνώντας τους τρόπους μου. Με κοίταξε απορημένη. 

«Λέτε τον κύριο Όστιν;» είπε. 

«Ναι. Τον κύριο Όστιν. Τον ξέρετε;» 

«Όχι ιδιαιτέρως. Τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του ήξερα αλλά από το τροχαίο και μετά, δεν έχει τύχει να τον συναντήσω», είπε και ακούμπησε με το χέρι τα χείλη της σαν να συνειδητοποιούσε εκείνη τη στιγμή αυτό που μόλις είχε πει. Μια τρελή ιδέα πέρασε από το μυαλό μου. Δεν ξέρω γιατί ήθελα να το κάνω αυτό αλλά εκείνη την στιγμή ήξερα πως ήταν το σωστό. Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία. Είπα πως ήμουν φίλος του κυρίου Όστιν και πως βρισκόμουν έξω από το σπίτι του. Πως έβλεπα φως μέσα αλλά δεν μου άνοιγε κανείς και πως ανησυχούσα μην είχε πάθει κάτι. Θα μπορούσα να μπλέξω πολύ άσχημα αλλά εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη. 

Η αστυνομία ήρθε γρήγορα. Ο ένας αστυνομικός έμεινε στο αυτοκίνητο∙ ο άλλος και εγώ ανεβήκαμε τα σκαλιά του σπιτιού. Χτύπησε με δύναμη την πόρτα αλλά δεν φάνηκε κανείς. Φώναξε αλλά δεν υπήρξε απάντηση. Αποφασίσαμε να μπούμε μέσα. Σιγά σιγά είχε αρχίσει να μαζεύετε κόσμος γύρω από το σπίτι. Ένα ακόμα περιπολικό έκανε την εμφάνισή του και μαζί και ο κλειδαράς για να ανοίξουμε την πόρτα. Είχα καταφέρει να δημιουργήσω μεγάλη αναστάτωση για να μπω σε ένα σπίτι που ούτε καν γνώριζα. Τί είχε κυριέψει το μυαλό μου; Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω. Όταν η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι μία εξαιρετικά έντονη δυσοσμία ξεχύθηκε έως έξω. Κάλυψα με το μανίκι μου τη μύτη και το στόμα μου και προχώρησα στο διάδρομο. Το όργανο της τάξης με σταμάτησε λίγο πριν μπω στο σαλόνι. 

«Δεν σας συνιστώ να περάσετε. Το θέαμα είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο» μου είπε. 

Το ίδιο απόγευμα ήταν πρώτη είδηση σε όλα τα κανάλια. Το πτώμα του κύριου Ρόμπερτ Όστιν είχε βρεθεί ένα χρόνο μετά τον θάνατό του μέσα στο σπίτι του. Από την νεκροψία διαπιστώθηκε πως οφειλόταν σε αυτοκτονία. Ήταν καθισμένος σε μια καρέκλα, πεσμένος πάνω στην τραπεζαρία και φορούσε ένα γκρι κουστούμι με λεπτή ρίγα. Δεξιά του υπήρχε ένα ποτήρι γεμάτο ουίσκι και κάτω από το αριστερό του χέρι η φωτογραφία της προσφάτως εκλιπούσης συζύγου του. Επάνω στο τραπέζι υπήρχε ακόμα ένας δίσκος τζαζ μουσικής, με τη φωτογραφία του σαξοφωνίστα που είχα δει στην παμπ του Λουκ. Από κάτω έγραφε: «Στην αγαπημένη μου Τζούλια για την επέτειό μας, Με αγάπη, Ρομπ», που πιθανολογείται πως δεν πρόλαβε να της τον δώσει ποτέ...

Πολίτη Τριαντάφυλλη
Βιογραφικό σημείωμα


Γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων, αλλά η λογοτεχνία την συγκινούσε πάντα περισσότερο από τους αριθμούς.
Ξεκίνησε να ασχολείται με τη Δημιουργική Γραφή το 2007. Το 2009 έκανε τα πρώτα της σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο του Ψυχικού με εισηγητή τον συγγραφέα Αλέξανδρο Ασωνίτη. Το 2012 παρακολούθησε το Εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, με εισηγήτρια τη συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου και το 2013 συνέχισε τα μαθήματα μαζί της για ολόκληρο το διδακτικό έτος έως και το Φεβρουάριο του 2014. Παράλληλα, παρακολούθησε σεμινάρια Δημιουργικής Σκέψης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο τελευταίο, ολοκλήρωσε τον Μάιο του 2014 και την εκπαίδευση της στην Δημιουργική Γραφή, ενώ συνεχίζει να μελετά και να διαβάζει ό,τι μπορεί να της χαρίσει γνώση, έμπνευση και χαρά.  

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Διηγήματα Ε΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (1)

Α΄ Βραβείο
                  
Ανάμεσα σε καμβά και μετάξι 
 Ελένης Χατζημιχαήλ

Δεν την είδε, δεν την ήξερε, δεν τη μύρισε, δεν τη χάιδεψε, δεν τη φίλησε, δεν τη χάρηκε. Κι όμως, ήταν η μάνα του. Μα κι αυτός δεν είχε προλάβει να την πικράνει, να την κουράσει, να τη φορτώσει, να την ξαγρυπνήσει, να βυζάξει ζωή από αυτήν, να την πονέσει. Οι μόνοι πόνοι της ήταν η ώρα που τον έφερνε στον κόσμο, σημαδεύοντάς του μόνιμα την ταυτότητα: Θα ήταν ορφανός από μάνα. Μια μάνα, που καθώς του ιστορούν, δεν είχε άλλη να της μοιάζει στη νοικοκυροσύνη, στον τρόπο, στην καλοσύνη μα και στην ντροπαλότητα. 

Τούτη η ντροπαλότητα, μέσα στο σφίξιμο και τη μιζέρια του πoλέμου, έκανε την όποια φωτογράφισή της μη απαραίτητη, μη χρήσιμη και είδος πολυτελείας. Έτσι, έμεινε ο Φώτης όχι μόνο ορφανός, μα και δίχως μια έστω εικονική μάνα. Ό,τι του ’μεινε από κείνην ήταν ένα μεταξωτό φουστάνι με κεντίδια, ένα κι ένα από το χέρι της, κι ένας μαρμάρινος σταυρός στο κοιμητήρι με τ’ όνομά της. Φωτεινή Φωτίου ετών 28. 

Ναι, τουλάχιστον του ’δωσαν τ’ όνομά της, για να ’ναι ανάμεσά τους έστω μια παρουσία, μια καθημερινή υπόμνηση, αφού τον βάσταξε οκτώ μήνες και που στην πρόωρη γέννα, τού ’δωσε το μερτικό της στη ζωή τραβώντας μόνη για τ’ αψηλά. 

Δύσκολες ώρες… Τα γάλατα της αγοράς ανύπαρκτα, το φαγητό λιγοστό κι ο χρόνος για τον πατέρα δυσεύρετος. Έπρεπε να τρέξει για μεροκάματο, για δέντρα, για ζωντανά, για μωρό. Ένα μωρό που του ’λειπαν κιλά, μπόι, μάνα και φαϊ. Που του περίσσευε το κλάμα κι οι αδύνατες ανασαιμιές. Κανείς δεν πίστεψε πως θα ορθοποδούσε ούτε καν πως θα ξημερωνόταν. Πού θερμοκοιτίδες, πού μεταγγίσεις και πού ιατρική έγνοια. Στο ξεχασμένο από τον κόσμο χωριό τους, μόνο ο Θεός μπορούσε να τους γνοιαστεί και μόνο σ’ Αυτόν ανάτρεχαν στη δύσκολη ώρα. 

Έτσι, τον βάφτισαν κοντά μεσάνυκτα στο σπίτι, κάτω από ’να απριλιάτικο φεγγαρόφωτο, που κρατούσε τσίλιες από τις χαραμάδες των παραθύρων. Το χαλκωματένιο καζάνι τους πήρε τη θέση κολυμβήθρας κι η νονά - γειτόνισσα χάρισε τον σταυρό της για το καλοστράτημά του. 

Η μάνα του, πρόλαβε να ευχηθεί να ’χει ζωή ασυννέφιαστη κι όλα τα πλούτη τ’ ουρανού να τον στολίζουν. Ναι, ήταν τα επουράνια ανοιχτά κείνη την ώρα για το: «ευχές γονέων στηρίζουν οίκους»… και γιατί όχι και λειψά παιδιά; 

Και στηρίχτηκε το παιδί, κόντρα στην απόγνωση της μαμής, κόντρα στην φυγή της μάνας και κόντρα στην απελπισία του πατέρα… Κι έγινε ο Φώτης, το «δεύτε λάβετε φως». «Πάρτε λεχώνες του χωριού τον μικρό νιογέννητο Φωτάκη που επιμένει ν’ αναβοσβήνει την ελπίδα και μοιράστε του γάλα απ’ το δικό σας». 

Τρεις λεχώνες στρίμωξαν στην αγκαλιά τους τον μικρό Φωτάκη, δίπλα στο δικό τους παιδί και του ’δωσαν την αγάπη που του ’λειψε και τη ζωή που δεν έβρισκε. Κι ο πατέρας, μες στη μαυρίλα της μοναξιάς και του χαμού, βρήκε κουράγιο να του χαμογελά, να του παίζει, να τρέχει από παραμάνα σε παραμάνα για θηλασμό, να ευγνωμονεί, να ευχαριστεί και ν’ ανταποδίδει μ’ ό,τι καλούδι είχε το σπίτι του, για να ’χουν γάλα οι μάνες και για το δικό του μωρό, που όλο κι έπαιρνε τ’ απάνω του μέρα με τη μέρα. 
……………………………………………………….. 

Μεγάλωνε μες στις νεροσυρμές της γειτονιάς, παίζοντας με τα παιδιά που είχαν μάνα και ζηλεύοντάς τα για την καλή τους τύχη. Ώσπου, ήρθε μια μέρα, που μια θεία, πολύτεκνη, με φτωχό καλύβι, μα ξέχειλο από πονοψυχιά κι αξιοσύνη, τον στρίμωξε με τα έξι δικά της κι άρχισε ο Φωτάκης να φωτίζει το σπιτικό της με το κρυστάλλινο, αθώο φως του. Του χάρισε το δικό της όνομα «μάνα», κι από τότε είχε και κείνος εν’ αποκούμπι, μιαν αγάπη, μιαν αγκαλιά, μια μάνα που δεν του χαριζόταν μα και που δεν τον απόπαιρνε. 

Σαν άρχισε να ξανοίγεται στον κόσμο και να πηγαίνει σχολείο, τον πονούσε η άγνωστη μορφή της μάνας, δίχως μια φωτογραφία, δίχως μια ζωγραφιά… Έτσι, έβγαζε κρυφά - κρυφά από το μυστικό σεντούκι, το μοναδικό μεταξωτό φόρεμα της μάνας του, με τα κεντίδια τα ξώπρωτα, που λες και δεν τ’ άγγιξε ανθρώπινο χέρι. Του τα ορμήνεψε η θεια του μια μέρα που τον «συνέλαβε» να τα χαζεύει περίλυπος… 

«Δεν ήταν βελονιά που να μην την πιάναν τα χέρια της Φωτεινής. Βλέπεις γιακαδάκι με λαπηθιώτικο⃰ βελονάκι, δαντέλα με σμιλί και ασιώτικους⃰ «κοφτούς ρόμβους;». Ακόμα και στο στρίφωμα ο «ποταμός» είναι Λευκαρίτικος⃰ με παραγεμίσματα βελονιές που μόνο αυτή ήξερε να κάνει. Ξέρεις πόσες κοπελιές αντέγραψαν τα σχέδια και τα κεντίδια της; Μα πάλι όμοια δεν ήταν». Ύστερα από τούτη τη μαθητεία στις βελονιές της μάνας του… άρχισε να κάνει παζάρια με τις ξαδέλφες του. 

- Μπορείς να φορέσεις της μάνα μου το φουστάνι… να δω πόσο ήταν το μπόι της και πώς το καλούπι της; 

- Τρελάθηκες; Θέλεις να φάμε το ξύλο της χρονιάς μας; Αυτό είναι κειμήλιο, είναι ιερό, είναι ολοκέντητο. Εξάλλου… έχουμε δουλειά τώρα. 

- Θα κουβαλήσω εγώ νερό από τη βρύση για τα ζωντανά, για χάρη σας, θα ποτίσω τα λουλούδια… Σας παρακαλώ… 

Δίστασαν οι ξαδέλφες μα έλα που ήταν ολονών η αγάπη ο Φώτης και κανείς δεν του χαλούσε χατίρι! Το πρόβαρε η Δέσπω το φουστάνι, μα ούτε που της μπήκε. Δεν είχε άδικο η θεια που όλο έλεγε πως ήταν φαγούδα. Το πρόβαρε η Ηλέκτρα, μα της ήταν πολύ κοντό. 

Αδύνατο να φορούσαν στον καιρό της μάνας του, ως το γόνατο τα φορέματα, μάλλον ως τον αστράγαλο ή λίγο πιο πάνω. 

Δοκίμασε κι η Θοδώρα, μα χωρούσε άλλη μια μέσα. Θόλωσε ο Φώτης… τ’ όνειρο του ν’ αναπλάσει μέσα από το φουστάνι τη χαμένη του αγάπη, έσβησε… 

Δεν μπορεί, κάποια θα ’χει το σουλούπι της. Άκουσε τη νονά του που έλεγε για χοντρές καστανόξανθες πλεξούδες κι ένα χαμόγελο που της κεντούσε λες μ’ αστραφτερές χάντρες το πρόσωπο… ε… όλο και κάποια θα ’χει το μπόι της… όλο και κάποια θα ’χει μέση δαχτυλίδι για… χέρι λεπτό κι ευκίνητο, μαστορικό κι ευαίσθητο. 

Κι έτσι αναπάντεχα κοίταξε το δικό του λιανό χέρι… Λες να της έμοιασε; Λες να ’χει πάρει κάτι από το κρυφό κι άγνωστο τάλαντό της; Να μπορεί τάχα ν ’ανασταίνει και ν’ αναπλάθει ό,τι στο νου του έχει απωθημένο; Πάγωσε! Ένα ρίγος τον τύλιξε χωρίς να το ελέγχει …Όχι, δεν εννοούσε κλίση στα κεντίδια με το βελόνι… μα, ένιωθε πως… στο χέρι του τα μολύβια και τα χρώματα παιχνίδιζαν αλλιώτικα απ’ ότι στα συνηθισμένα παιδιά. Φτιάχναν μορφές και σπίτια και τη φύση ολάκερη μ’ ένα τόνο ευαίσθητο, με μια γραμμή ολοζώντανη, με κάτι αποχρώσεις που ξεγελούσαν γι΄ αληθινές. Μάγευε, λες, τα κύματα πότε κάνοντάς τα να χρυσίζουν αληθινά στον ήλιο, πότε ν’ ανταριάζουν κόντρα στ’ αγέρι και πότε να γαληνεύουν στο καθρέφτισμα του φεγγαριού… Πλημμύρισε αναπάντεχα μαγεία στην ανακάλυψη. 

-Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου … Ναι, τώρα θα φτιάξω τη μάνα μου με τα χέρια μου… Θα βρω μεζούρα… Θα της κοντυλογράψω το φρύδι, θα της παραγεμίσω το μάτι με παράπονο, θα τη στολίσω με χάρες και χαρές που δε χάρηκε . Θα αντιστρέψω τους όρους… θα δώσω γω ζωή σ’ αυτή! 

Οι δάσκαλοι, έπιασαν την ευαισθησία του, τον παίνεψαν, τον πρόβαλαν, του έδωσαν αυτό που του ’λειπε, λόγο κι αυτοπεποίθηση. Όσο για τους καθηγητές αργότερα… υπόδειγμα για όλους ήταν οι ζωγραφιές του, που στόλιζαν τις πινακίδες κάθε τάξης. Κανείς όμως δεν πρόσεξε εκείνη τη γλυκιά μορφή που τρύπωνε σ’ όλους τους πίνακες… πότε να μαζώχνει ελιές, πότε να πυροκαίγεται φουρνίζοντας ψωμιά, πότε να ’ναι ανασκουμπωμένη στη σκάφη, και πότε να κρατά αγκαλιά ένα παιδί… ένα ιδιαίτερα λιανό παιδί… ένα παιδί που ’χε τα χέρια του προκλητικά τυλιγμένα με νάζι στο λαιμό της… Μόνο ένας καθηγητής, που είχε ίδια πορεία μ’ αυτόν στη ζωή, τον ένιωσε όσο κανείς… 

-Φώτη, θα ’μαι ο μέντοράς σου, θα ’μαι δίπλα σου ό,τι κι αν χρειαστείς… ξέρω τι πάει να πει να πονάς , να θέλεις να δημιουργήσεις κι η φτώχια να σου δένει τα χέρια. Καμβάδες, πινέλα, μπογιές, κι ό,τι άλλο χρειαστείς, θα ’ναι από μένα… κατάλαβες; Κι ούτε που θα δώσουμε εξηγήσεις σε κανένα, μόνο οι δυο μας θα το ξέρουμε. 

Αυτό κι αν ήταν μάννα εξ ουρανού. Σίγουρα κάποιος μεριμνά και σκέφτεται πριν απ ’ αυτόν γι’ αυτόν. Κάποιος, ή μάλλον κάποια, έχει δυνατή παρρησία στο θρόνο τ ’ουρανού, που βρίσκει μέντορες γι’ αυτόν στη γη. Με δυσκολία συγκράτησε τα δάκρυά του, και με προσπάθεια ο καθηγητής τη συγκίνησή του, σαν ο Φώτης έπεσε στην αγκαλιά του. Ευλογημένες πραγματικά στιγμές! 

Άρχισε ν’ αξιοποιεί τους καμβάδες που του χάρισαν μ’ ευλάβεια ξέχωρη και προσήλωση αλλόκοτη μα άργησε να δείξει τις ζωγραφιές του και να ρωτήσει τον πατέρα, τη θεια του και τα μεγαλοξαδέλφια, αν της έμοιαζε… φοβόταν την απάντηση. Κι αν δεν ήταν έτσι, κι αν δεν της έμοιαζε; Όχι, όχι… αυτή ήταν η μάνα του… πάντα γλυκιά, χαμογελαστή μ’ ανοικτή αγκαλιά για όλους και για κείνον. Έκανε το ξεχασμένο πατάρι του σπιτιού, το μυστικό του εργαστήρι και πολλές φορές τον έψαχναν μ’ αγωνία σαν αυτός αποκαμωμένος αποκοιμιόταν πάνω στα σχέδια… 

Ένα ιδιαίτερα βροχερό βράδυ όμως, που όλα βουβάθηκαν υποταγμένα στο επίμονο μαστίγωμα της βροχής, ο Φωτάκης δεν τους έκανε συντροφιά στο τραπέζι. Στην αρχή δεν κακόβαλαν. Νέο παλικάρι ήταν, με φίλους στο σύλλογο θα ’ταν- πού αλλού- σ ’ένα τέτοιο απομονωμένο χωριό; Η ώρα περνούσε όμως κι ο φόβος έφερνε την ανησυχία κι η ανησυχία τον πανικό κι ο πανικός την απόγνωση. «Πού να πήγε τούτη τη δύσκολη ώρα, και πώς θα γυρίσει μέσα σε τούτο τον χαμό; » Ιδιαίτερα όταν κατέβηκαν οι καταρράχτες κι ο ποταμός ανταριασμένος έπαιρνε τα πάντα στο διάβα του… δε συγκρατήθηκαν. 

Ο πατέρας, τα ξαδέλφια και κάτι συγγενείς στη γειτονιά, που πήραν είδηση, τυλίχτηκαν μ’ ό,τι βρήκαν μπροστά τους κι αμολήθηκαν φωνάζοντας αλαφιασμένα… χωρίς όμως να παίρνουν απάντηση. 

-Θεέ μου, παρακαλούσε η θεια που ’μεινε στο κατόπι τους, κάμε να τον βρούνε σύντομα… Γλύτωσε από την πρόωρη γέννα ,την ορφάνια, τη φτώχια, τη μοναξιά, μην τον χάσουμε από μια νεροποντή τώρα που έγινε παλικάρι… Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την τελευταία δακρύβρεχτη φράση η θεία, ένας απότομος θόρυβος της έκοψε την ανάσα. Ένα σφυριχτό άου προσδιόρισε την κατεύθυνση. Ήταν απ’ το πατάρι. 

Τράβηξε κατά κει, δειλά και φοβισμένα η θεια, κρατώντας την αναπνοή της… ώσπου τον είδε μπροστά της στο μισοσκόταδο. 

-Παιδί μου, εσύ είσαι… κι εμείς πήραμε σβάρνα τα στενά; Πού κρυβόσουν τόσες ώρες; τον μάλωσε η δεύτερη μάνα του, σαν ξεπρόβαλε το κεφάλι του από την ξυλόσκαλα που οδηγούσε στο πατάρι. 

-Ζωγράφιζα από ώρα, αποκοιμήθηκα κι ύστερα πέφτοντας… κτύπησα… 

-Θεέ μου, ματώθηκες! Κακό που μας βρήκε! 

Όσο να τον φροντίσει η θεια του, γύρισαν κι οι άλλοι μουσκεμένοι κι αποκαμωμένοι. Ξαφνιάστηκαν όμως μπροστά στο θέαμα. Ρωτούσαν, απορούσαν, αγωνιούσαν για τα χειρότερα, έκλαιαν. Δόθηκαν οι εξηγήσεις, φανερώθηκε το …κρησφύγετό του Φώτη, και αποκαλύφθηκε μια σπάνια σύμπτωση. Ο Πάρις, ο μεγαλοξάδελφος, πετάχτηκε ως το ξεχασμένο πατάρι και γύρισε κρατώντας ένα σχέδιο σε καμβά μ’ ευλάβεια ξεχωριστή. Ήταν, ποια άλλη, η μάνα της φαντασίας του! Η μάνα που λαχταρούσε, που ονειρευόταν και που της έμοιαζε τόσο! Μόνο που, απίστευτο πώς, μια κόκκινη κηλίδα απ’ το αίμα του, σημάδευε το μέρος της καρδιάς της… Τι σημάδι κι αυτό! 

Βουβή σιωπή, αλήθεια πικρή, κανένα σχόλιο… Μόνο τα βουρκωμένα μάτια μιλούσαν αντάμα με τα υγρά ρουθουνίσματα, έχοντας για υπόκρουση την επίμονη βροχή που σεκοντάριζε τη συγκίνηση… Ένα ζεστό τσάι μια αγκαλιά κι ένα χάδι , γύρισαν τούτη τη δύσκολη σελίδα της μέρας... 

Ο καιρός πέρασε κι ο Φώτης βρήκε το πάρεργο που τον ανάπαυε και του ’δινε χαρά κι υποκατάστατη εικόνα. Ο πατέρας τον σπούδασε με χίλιες στερήσεις κι όλοι ένιωθαν πως το ταλέντο θα ’ταν κι η ζήση του. Κανείς δεν διάβασε τον καημό του. Πίστεψαν πως ο χρόνος έσβησε και την έλλειψη και την πεθυμιά. Εξάλλου πολλοί άλλοι μπήκαν στη ζωή του πια, φίλοι, συγγενείς και κάποια μάτια σιωπηλά που τον κρατούσαν ξάγρυπνο τα βράδια κάνοντας την καρδιά του να κτυπά ακανόνιστα. Άσε που τούτο το καινούργιο πρόσωπο του μπέρδευε τις αποχρώσεις και τις γραμμές κάνοντάς τα όλα πιο φανταχτερά και όμορφα. 

Ώσπου μια μέρα, μια μέρα ανοιξιάτικη, τα μάτια που τον ξαγρυπνούσαν πήραν μορφή και όνομα. Η Λενιώ θα γινόταν το άλλο του μισό. Οι ευχές ολονών ξεχείλισαν τα δύο σπίτια, λες και ήταν αυτό που καρτερούσαν χρόνια… Ένα κορίτσι που θ’ άνοιγε το βουβαμένο σπίτι και τα κλειδαμπαρωμένα σεντούκια της μάνας του, για το Φώτη, μα κι ένας άντρας που θα ’δινε υποκατάστατο γιου στον πατέρα της Λενιώς, που όλο θηλυκά του χάρισε ο Θεός. 

Κι αν όλοι στήσαν τραπεζώματα κι αν όλοι παραγέμισαν τους αρραβωνιασμένους με ευχές, αγκαλιές και φιλιά, του Φώτη κτυπούσε αλλιώς η καρδιά του… 

Πρώτο καλωσόρισμα στο σπίτι κι η πρώτη παραγγελιά για την πάντα γελαστή Λενιώ έπεσε. 

-Μια χάρη θέλω που με παιδεύει από γεννησιμιού μου βράδυ πρωί… Θέλω … και πώς να το πω… κάτι απ’ τη Λενιώ, μια έκπληξη. Και γυρίζοντας στους υπόλοιπους με μια καπατσοσύνη κι ένα θάρρος πρωτόγνωρο, είπε: δώστε μας 10 λεπτά, κάτι να της πω… 

Όλοι οι δικοί του ξαφνιάστηκαν. Τι ζητά πρώτη φορά από την κοπέλα; Ντροπής πράγματα, θα παρεξηγηθούν από τους συμπεθέρους... Μα, ξαφνιάστηκαν αναπάντεχα σε λίγο, μένοντας άφωνοι, σαν η Λενιώ πρόλαβε με το μεταξωτό, όλο κεντίδια φόρεμα, με τις πλεξούδες κατά πώς ήταν της μάνας του να τις στολίζουν τον λαιμό και μ’ ένα μαντίλι δαντελωτό στα μαλλιά, που της τόνιζε το πρόσωπο. 

-Θεέ μου ! Ολόιδια η μάνα του! Η Φωτεινή ξαναγεννήθηκε! Απίστευτο! Δεν μπορεί… κάτι έγινε… δε γίνεται τόση ομοιότητα! Χίλιες πρόβες να ’κανε … δε θα πετύχαινε! Και τα μαλλιά και το σουλούπι… το χαμόγελο… τα φρύδια, το χρώμα, όλα ίδια. Τα δάκρυα δεν είχαν εξήγηση. Από χαρά, από λύπη, από συγκίνηση, από ανακούφιση… όλα μαζί και πολλά άλλα. 

Ο Φώτης έτρεξε κι άρπαξε με τρεμάμενα χέρια τη φωτογραφική του για να κρατήσει τη μαγική στιγμή… Κι ο πατέρας του έβαλε στην αγκαλιά του τη Λενιώ και έκλαιγε. 

-Καλωσόρισες κόρη μου, γέμισε το σπίτι μας χαρά κι ευλογία. Γεννήθηκες για μάς… τυχαία δεν ήλθες… Ακόμα κι εγώ θα ξεγελιόμουν, της μοιάζεις τόσο πολύ… 

Η μάνα της Λενιώς πάγωσε σαν είδε το φόρεμα ύστερα από εικοσιπέντε χρόνια. 

- Απίστευτο, ήμασταν γειτόνισσες, μ’ έμαθε κι εμένα να κεντώ λαπηθιώτικους⃰ γιακάδες σαν αυτόν με το βελονάκι… Ένας από τους ρόμβους στο μεταξωτό φουστάνι είναι απ’ τα χέρια μου όταν με μάθαινε εκείνη λευκαρίτικο⃰… τρομερό! 

Σαν καταλάγιασαν όλοι, σαν απόκαμαν από το κλάμα και τις απανωτές συμπτώσεις, ο Φώτης ζήτησε κάτι ακόμη απ’ τη Λενιώ… Κάτι που όλοι περίμεναν. Με το σημαδιακό φουστάνι την πήρε από το χέρι και τράβηξαν για το κοντινό κοιμητήρι . 

Τώρα, ήταν η σειρά του να κλάψει… Τώρα ήξερε ποιον να ευχαριστήσει για την άλλη αγάπη που μπήκε στη ζωή του. «Μάνα, μπορεί να μου ’λειψες μα δε με ξέχασες. Τώρα πια σε ξέρω! Σε γνώρισα ανάμεσα σε καμβά και μετάξι, μα πιο πολύ μέσα στ ’αμυγδαλωτά μάτια της Λενιώς μου... Κοιμήσου ήσυχα μάνα, μες στου Χριστού την αγκάλη και μη σταματήσεις να μας γνοιάζεσαι από κει ψηλά. Είμαι σίγουρος πως έβαλες κι εσύ το χέρι σου για τούτο το σμίξιμο. Σ’ ευχαριστώ, σ’ αγαπώ, γλυκιά, αγαπημένη μάνα, από καμβά και μετάξι, καμωμένη!»

___________________________________________
                                                                                
⃰Λαπηθιώτικους γιακάδες: Πρόκειται για πολύ λεπτές, άσπρες δαντέλες, καμωμένες με βελονάκι ,στην κατεχόμενη από τους τούρκους σήμερα κωμόπολη με το όνομα Λάπηθος στη βόρεια παραλία της Κύπρου.
⃰Λευκαρίτικα κεντήματα: Πρόκειται για διάσημα χειροποίητα κεντήματα καμωμένα στον Δήμο Λευκάρων πάνω σε ειδικό λινοχασέ πανί, με άσπρη ή χακί κλωστή.
⃰Ασσιώτικα κεντήματα: Ονομαστά κεντήματα με πολύχρωμες βελονιές από το κατεχόμενο χωριό Άσσια, καμωμένα με χειροκίνητες ειδικές μηχανές.



ΕΛΕΝΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
Γεννήθηκε στην κατεχόμενη Ακανθού της Κύπρου. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και εργάστηκε ως δασκάλα. Ακολούθως πήρε πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και μεταπτυχιακό τίτλο Μ.Α. από το Α. Π.Θ . Υπηρέτησε ως Σύμβουλος επιθεωρήτρια στα Δημ. Σχολεία. Ασχολείται με τη λογοτεχνία.  Έργα της  βραβεύτηκαν σε πολλούς  διαγωνισμούς. Συνεργάζεται με το ΡΙΚ και με διάφορα περιοδικά.  Είναι παντρεμένη με τον Σωτήρη Χατζημιχαήλ, που εικονογραφεί τα βιβλία της και έχουν πέντε παιδιά.  Εκδόθηκαν τα βιβλία της: «Χέρι με χέρι» (μυθιστόρημα - έπαινος Σ.Π.Ν.Β.), «Μικροί στον αγώνα» (μυθιστόρημα - έπαινος Υπουργείου Παιδείας), «Κοντά στη μητέρα» (μυθιστόρημα - Α ΄ Βραβείο Σ.Π.Ν.Β.), «Πρώτη Ανάσταση» (διηγήματα - Α Βραβείο ΕΠΟΚ. ), «Παίζοντας… Θυμούμαι» (βιβλίο ποικίλης ύλης για την Ακανθού), «Γυρεύοντας το φως» (ποιητικές σκηνές) και «Σαν παραμύθι ο αγώνας μας» (Α΄ Βραβείο Σ.Μ.Α.Ε.).
Πρόσφατα  εκλέγηκε Δήμαρχος του κατεχόμενου Δήμου Ακανθούς.