«Είναι γεγονός», είπε ο κ. Λεωνίδου, «ότι σήμερα, 35 χρόνια μετά το θάνατό του, το όνομά του προκαλεί αλλεργία σε πολλούς και είχα πολλά προβλήματα μέχρι να διεκπεραιώσω την εργασία μου. Όμως έβαλα πείσμα να κάνω την έρευνα και ουσιαστικά αφιέρωσα τη ζωή μου σε αυτήν, με μοναδικό κίνητρο να φτάσω στην ιστορική αλήθεια που αφορά στο Διγενή. Ως νεαρός φοιτητής στην Αθήνα, από το 1967 μέχρι το 1971, ήμουν μέλος των αντιχουντικών ομάδων που ίδρυσε ο Γρίβας εκεί στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα, τον γνώρισα προσωπικά και τον επισκεπτόμουν συχνά στο σπίτι του, αφού σπούδαζα με υποτροφία του δημόσιου Ιδρύματος που ίδρυσε εκείνος στην Ελλάδα και ήξερα πολύ καλά ότι ήταν αντίπαλος και όχι συνεργάτης της Χούντας, όπως τον κατηγορούν. Ήμουν παρών στις δύο δημόσιες αντιχουντικές ομιλίες που έκανε το 1970 και το 1971 σε κινηματοθέατρα της Αθήνας ενώπιον εκατοντάδων Κυπρίων φοιτητών, τις έχω μαγνητοφωνήσει και διασώσει και δεν μπορώ να δέχομαι τις ανοησίες που λέγονται εκ των υστέρων από διάφορους για εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων.
Έχεις μια σαφή συναισθηματική προσέγγιση στο θέμα «Γρίβας». Αυτό δεν υπονομεύει την αντικειμενικότητά σου ως ιστορικού ερευνητή, για το έργο που τον αφορά;
Καθόλου. Άλλο η κρίση μου ως πολιτικό άτομο και άλλο η ιδιότητά μου ως ερευνητής-συγγραφέας. Το έργο μου για το Γρίβα είναι στηριγμένο σε στοιχεία, μαρτυρίες και πληροφορίες από το προσωπικό αρχείο και το αδημοσίευτο ημερολόγιό του, από πρόσωπα που τον έζησαν από κοντά, συγγενείς, φίλους, συναγωνιστές, αλλά και σε ντοκουμέντα από τα βρετανικά και τα αμερικανικά κρατικά αρχεία, σε εκατοντάδες απόρρητα έγγραφα και σε δημοσιεύματα από τον κυπριακό και τον ξένο Τύπο της εποχής. Νομίζω ότι με τους δύο καινούργιους τόμους που εξέδωσα και παρουσιάζω σε όλους τους Έλληνες, ιδιαίτερα της Κύπρου, ξεκαθαρίζω ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Γρίβας, τι έκανε και τι πίστευε. Με το έργο αυτό, πιστεύω, διαλύονται μύθοι που επικράτησαν σε βάρος του για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Ιδιαίτερα με τον τέταρτο τόμο που ασχολείται με τα τραγικά τρία τελευταία χρόνια της ζωής του και μέσα από συνταρακτικά ντοκουμέντα γραμμένα από τον ίδιο, δίνονται πειστικά και αδιάσειστα στοιχεία των θέσεων και προθέσεών του και ανατρέπουν τα μέχρι σήμερα επικρατούντα σενάρια. Ο τέταρτος Τόμος της σειράς περιέχει ένα τρομερό υλικό για την ΕΟΚΑ Β΄ από τα αρχεία του Διγενή και απαντάται το ερώτημα γιατί κατέβηκε ο Διγενής στην Κύπρο, γιατί ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄, ποιοι ήταν οι στόχοι του και ποιοι χρηματοδοτούσαν την ΕΟΚΑ Β΄.
Ποιοι τη χρηματοδοτούσαν;
Οι τότε τρεις Μητροπολίτες Άνθιμος, Κυπριανός και Γεννάδιος, γνωστοί Κύπριοι μεγαλοεπιχειρηματίες και άλλοι οπαδοί του Διγενή που τάσσονταν υπέρ του αγώνα της Ένωσης, τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ και ο ίδιος ο Διγενής.
Τους κατονομάζεις στο βιβλίο;
Τους αναφέρω όπως τους ανέφερε στο ημερολόγιό του ο Διγενής.
Σε ποιο συμπέρασμα καταλήγεις για τον άνθρωπο και στρατιωτικό Γρίβα;
Επρόκειτο για έναν αγνό πατριώτη που αφιέρωσε τη ζωή του για την Ελλάδα και την ιδέα της Ένωσης, όμως είχε στο τέλος εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση απ' όπου δεν μπορούσε να ξεφύγει, διότι οι δυνάμεις έξω από τον ίδιο ήταν πιο δυνατές απ' ό,τι εκείνος. Αλλά επιμένω και λέω ότι καμιά πολιτική επίπτωση και συνέπεια δεν είχε οποιαδήποτε πράξη του Διγενή στην Κύπρο ή άλλού. Τις πολιτικές αποφάσεις τις έπαιρναν άλλοι. Ο Διγενής έκανε κάποιες στρατιωτικές κινήσεις που δεν είχαν επιπτώσεις πάνω στην εξέλιξη του Κυπριακού και την τραγωδία που ακολούθησε έξι μήνες μετά το θάνατό του. Εκείνοι που έπαιρναν τις πολιτικές αποφάσεις ήταν οι υπεύθυνοι για τις πολιτικές συνέπειες.
Μόνο και μόνο ότι ήρθε τον Αύγουστο 1971 κρυφά από την Ελλάδα στην Κύπρο, ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄ και αντιπαρατάχθηκε ένοπλα στην εκλελεγμένη δημοκρατική κυβέρνηση Μακαρίου, θεωρείται ένα τεράστιο λάθος και για πολλούς ένα έγκλημα που δεν του το συγχωρούν. Πώς τοποθετείται το βιβλίο σου σε αυτές τις πεποιθήσεις;
Ο Διγενής θεωρούσε ότι οδηγήθηκε στην κατάσταση εκείνη λόγω του κατατρεγμού της ενωτικής παράταξης. Το 1971 υπάρχει στην Κύπρο μια ενωτική παράταξη που καταπιέζεται. Υπάρχουν επισκέψεις αγωνιστών στην οικία του στην Αθήνα, που του περιγράφουν τα πάνδεινα που υποφέρουν. Το ενωτικό κίνημα και το όραμα με το οποίο μεγάλωσε και ανδρώθηκε και για το οποίο αγωνίστηκε και θυσιάστηκε με τους άλλους, πάει να πεθάνει. Δεύτερο, γίνονται συνομιλίες και σκευωρίες για υπογραφή διχοτομικής συμφωνίας επίλυσης του Κυπριακού, μεταξύ της Χούντας και της τουρκικής κυβέρνησης, η οποία θα απέκλειε εσαεί την Ένωση. Ο Διγενής στα τελευταία του χρόνια θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος για να επανέλθει το Κυπριακό στην ορθή οδό, ήταν η οδός του δημοψηφίσματος, δηλαδή της αυτοδιάθεσης, για να αποφασίσει η πλειοψηφία του λαού τι θα γίνει με το μέλλον του. Προσπάθησε, λοιπόν, να πείσει το Μακάριο να προχωρήσουν μαζί προς την πορεία του δημοψηφίσματος και να θέσουν επιτακτικά το ζήτημα της αυτοδιάθεσης, ελπίζοντας ότι θα επερχόταν η Ένωση. Αλλά γράφει κάπου ότι, αν ο κυπριακός λαός αποφάσιζε διαφορετικά, τότε αυτός θα παραιτείτο. Έρχεται, λοιπόν, στην Κύπρο και ο τρόπος που το έκανε ήταν στρατιωτικός, γιατί δεν μπορούσε να βγει στο πεζοδρόμιο και να δημιουργήσει κόμμα υπό τις συνθήκες που υπήρχαν τότε. Ο μόνος τρόπος που γνώριζε, ήταν να έχει μια στρατιωτική οργάνωση. Ο Γρίβας έφτασε μυστικά στην Κύπρο στις 31 Αυγούστου 1971, αφού είχε ενημερώσει σχετικά το Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον αυτοεξόριστο στο Παρίσι Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Μακάριος γνώριζε ότι θα ερχόταν, αλλά όχι πότε ακριβώς. Αρχικά δεν εκδήλωσε καμιάν αντίδραση, γιατί δεν αντιλαμβανόταν ότι ο Διγενής θα ερχόταν να κάνει στρατιωτική οργάνωση. Νόμιζε ο Μακάριος ότι με την παρουσία του Διγενή στην Κύπρο, οι χουντικοί στην Αθήνα θα φοβούνταν να επιβάλουν λύση. Αυτό συμπέρανα, τουλάχιστον εγώ, μέσα από την έρευνα που έκανα. Ενώ ο Διγενής ήρθε στην Κύπρο για ν' αντιμετωπίσει μια ισχυρή στρατιωτική οργάνωση, τυχόν στρατιωτικό κίνημα της Χούντας μέσω της ελεγχόμενης από αυτούς Εθνικής Φρουράς.