Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Ένα επίκαιρο διήγημα του Τρ. Ούρδα


Η «ΚΛΕΦΤΡΑ»


Από το πλίθινο χαμόσπιτο της γιαγιάς, της Ντούσας, περνάνε τώρα όλοι οι χωριανοί της για να της πούνε ένα γεια στο τελευταίο της ταξίδι και ν’ αφήσουν λίγα λουλούδια στο άψυχο κορμί της. Πιο πολύ όμως να τους συγχωρέσει για ‘κείνο που άδικα τόσο καιρό την κατηγορούσαν και μαύριζαν την κουρασμένη ψυχή της. Γιατί, μέρα που ξημέρωνε σήμερα στο χωριό και γιόρταζαν το Πάσχα την βρήκαν ξαπλωμένη στο ξύλινο σαρακοφαγωμένο κρεβάτι της μ’ ένα καντήλι αναμμένο ψηλά στην εικόνα του αναστημένου Χριστού και μ’ ένα κόκκινο αυγό στο χέρι της. Η ίδια δε να αναπαύεται εν ειρήνη και να μην αναπνέει τώρα πια σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο.
Χρόνια τώρα η άμοιρη ζούσε μόνη στο καλύβι της και στη γειτονιά με τις λάσπες που έφταναν μέχρι το γόνατο. Πολλοί λίγοι κι αυτοί γέροι την θυμούνται με τον άντρα της, γιατί σαν έπιασε ο πόλεμος κι έφυγε στρατιώτης δεν ξαναγύρισε όσο κι αν η φουκαριάρα τον περίμενε μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο να γυρίσει. Αλλά κι όταν τέλειωσε η συμφορά, αυτός πάλι δεν εμφανίστηκε. Έτσι, το πρόσωπό του έμεινε στο μυαλό της μονάχα μια μακρινή εικόνα, ζεστή ανάμνηση και παλιά φιγούρα που ερχόταν κι έφευγε, κάθε φορά που πήγαινε να σκουπίσει την καλή τους την κάμαρα κι έβλεπε μερικά απ’ τα ρούχα του που άφησε φεύγοντας. Προπάντων, εκείνα τα γαμπριάτικα με τα μαύρα σκαρπίνια, όλα τους αραχνιασμένα πίσω απ’ την πόρτα, που ίσως κι αυτά αν και άψυχα, κάποτε τον περίμεναν να γυρίσει και να τα ζωντανέψει φορώντας τα με καμάρι και λεβεντιά.
Όμως, ποτέ δε γύρισε. Τον έφαγε φαίνεται ο άγριος πόλεμος με τα μπαρούτια και τις κακουχίες στα πεδία των μαχών. Και τα μάτια της άτυχης από ‘κείνο το πρωινό που τον χαιρέτησε στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού, ξανά δεν τον είδαν για να ζήσουν κι αυτοί και να κάνουν οικογένεια, όπως ακριβώς την ονειρεύτηκαν νέα παιδιά. Η μοίρα από μικρούς τους ξέγραψε και δεν ήθελε να ζήσουν και να γεράσουν μαζί, όπως τους ευχήθηκε την Κυριακή ο παπάς όταν τους πάντρευε και οι γονείς τους όταν τους φίλαγαν στο μέτωπο και τσούγκριζαν τα κεφάλια τους με περασμένα τα στέφανα πάνω τους, για να έχουν μια ζωή ανθόσπαρτη και γλυκιά σαν το μέλι. Τόσες ευχές και πήγαν όλες χαμένες! Αλλά όπως λέει κι ο κόσμος, «όπου φτωχός κι η μοίρα του».
Από τότε λοιπόν που η γυναίκα ήταν ακόμα νέα έμεινε απροστάτευτη και εντελώς μόνη της στον κόσμο. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Το μαύρο ριζικό της φρόντισε να ξεπαστρέψει εκτός από τον άντρα της κι όλους τους άλλους καλούς συγγενείς της. Γιατί, άμοιροι κι αυτοί, ένας ένας «έφευγαν» νωρίς, ίσα που προλάβαιναν ν’ ασπρίσουν τα μαλλιά τους και να χαρούνε τη ζωή. Θες βαριές κι αγιάτρευτες αρρώστιες, θες σκοτωμοί για κληρονομιές μεταξύ τους, θες καινούργιοι πόλεμοι που ξετυλίγονταν κάθε τόσο μπροστά τους, όλοι τους βιαστικά έπαιρναν τον δρόμο για τον άλλον κόσμο και μόνο η ίδια έμενε να τους ξεπροβοδίζει με κλάματα, λυγμούς και αναστεναγμούς και λίγο στάρι που έβραζε και μοίραζε στο χωριό για τις ψυχούλες τους. Σκληρό να χάνεις τους δικούς σου ανθρώπους και αυτούς που μια μέρα θα ήθελες ν’ ακουμπήσεις απάνω τους για λίγη συμπόνια και μια παρηγοριά, για να πεις ότι σ’ αυτόν τον κόσμο είσαι άνθρωπος και όχι ένας βράχος που τον δέρνουν αλύπητα τα κύματα της άσπλαχνης θάλασσας.
Κόντρα όμως στον χαλασμό η Ντούσα δεν το ‘βαλε κάτω. Με πίστη στον Θεό έκανε κουράγιο και υπομονή για να μπορέσει ν’ αντέξει. Δούλευε στα χωράφια της και απ’ τις λιγοστές σοδειές που έπαιρνε ζούσε και κράταγε όρθιο το κορμί της. Βοήθεια σχεδόν από πουθενά. Η μόνη υποστήριξη που υπήρχε απ’ τους άλλους ήταν η λειτουργιά που της έδινε ο παπάς, όταν καμιά φορά τις Κυριακές τη θυμόταν και χτύπαγε την πόρτα της. Πάντοτε βέβαια κρυμμένη στο ράσο του μην τυχόν τον δουν οι άλλοι και πουν ότι κάνει διακρίσεις, μια και στο χωριό υπήρχαν και άλλοι που δεν είχαν να βάλουν μια μπουκιά στο στόμα τους.
Αλλά… όλα δικαιολογημένα στη δίκαιη και αυστηρή κρίση του παπά. Αυτοί δεν ήταν μόνοι τους. Είχαν τις οικογένειες και τους συγγενείς τους και λίγο-πολύ καθημερινά εξασφάλιζαν λίγα ψίχουλα για να περάσουν. Η Ντούσα όμως η γριά δεν είχε κανέναν και τώρα τελευταία μάλιστα φαινόταν ότι δεν μπορούσε και να δουλέψει. Τα χρόνια βλέπετε φεύγουν και αφήνουν πίσω τους πολλά σημάδια.
Στο χωριό ήρθε η Αποκριά κι αυτή έδωσε τη σειρά της στη Σαρακοστή. Ο Μάρτης από την άλλη αντί ν’ αποτραβήξει τα χιόνια και να βγάλει τον ήλιο στον ουρανό και να ζεστάνει, προτίμησε να κάνει το αντίθετο. Έριξε όσο μπορούσε περισσότερη απ’ την παγωνιά του και δεν άφησε ούτε μια ηλιαχτίδα να φανεί στον ορίζοντα. Το κρύο που σαν θεριό παραμονεύει το θύμα του στη γωνιά, χίμηξε ανελέητο μέσα στους μαχαλάδες κι έτριξε τα δόντια του σ’ όποιον τολμούσε να ξεμυτίσει και να βγει έξω απ’ το σπίτι του για να μαζέψει ξύλα και να τα κάψει στο τζάκι. Ακόμα, ούτε να μπορεί να κάνει ένα βήμα και να πεταχτεί μέχρι τον γείτονά του, προκειμένου να του ζητήσει λίγο αλεύρι, να το ζυμώσει και να κάνει μια «σταξιά» ψωμί σε περίπτωση που το δικό του έπαιρνε να τελειώνει. Και δεν ήταν μόνο τα στοιχεία της φύσης που έδερναν αλύπητα την κάθε ψυχή. Ήταν κι εκείνη η γερμανική και στρατιωτική μπότα της Κατοχής όπως τη λέγανε, μια και αναφερόμαστε στην εποχή της χρονιάς του σαράντα ένα. Οι κατακτητές δεν ήξερες ποιες ώρες απαγόρευαν την κυκλοφορία. Πολλές φορές, ακόμα και τη μέρα, βάδιζαν στρατιωτικά στους δρόμους και με τα όπλα στα χέρια έμπαιναν στα σπίτια και άρπαζαν τα τσουβάλια με τα στάρια και τα καλαμπόκια. Τα φόρτωναν στα καμιόνια τους και τα έστελναν στους στρατιώτες που πολέμαγαν στο μέτωπο. Μαζί έμπαιναν και στους στάβλους. Έλυναν κι απ’ εδώ τα ζωντανά και με τα ίδια φορτηγά τα κουβάλαγαν για να κάνουν εν τέλει κονσέρβες και τροφή, πάλι για τον στρατό τους. Πείνα παντού. Και στις καλύτερες οικογένειες που τις λέγανε πλούσιες.
Μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία και η Ντούσα όταν σηκώθηκε ένα πρωί είδε ότι και το τελευταίο της ξεροκόμματο στο φανάρι είχε τελειώσει. Μόνο μπαγιάτικα ψίχουλα έμειναν, ικανά να μην μπορούν να χορτάσουν κι ένα σπουργίτη. Πήγε και δίπλα να κοιτάξει στ’ αμπάρι της μήπως είχε αλεύρι να το ζυμώσει και να κάνει λίγο ψωμάκι να το φάει, αλλά κι εδώ δε βρήκε τίποτα. Τίναξε και τα τσουβάλια που ήταν γεμάτα με τ’ αλεύρι, όμως, με λύπη διαπίστωσε ότι κι αυτά ήταν άδεια. Πέρασαν κι απ’ εδώ βλέπετε οι στρατιώτες και άδειασαν και το τελευταίο που άλεσε τις προάλλες στον νερόμυλο του χωριού. Πραγματικά απογοητεύτηκε και της ήρθε να κλάψει. Και πείναγε πολύ!
Στην απελπισία της, τράβηξε ακόμα και κατά τον στάβλο που είχε την κατσίκα. Μήπως την άρμεγε για να βράσει λίγο απ’ το γάλα της. Τι να το κάνεις όμως; Τη βρήκε ξαπλωμένη σε άθλια κατάσταση, έτοιμη κι αυτή να ψοφήσει απ’ την πείνα. Δεν είχε χορτάρι να την ταϊσει. Και με τέτοιο παλιόκαιρο δεν υπήρχε περίπτωση να τη βγάλει έξω για να βοσκήσει μια στάλα στα χωράφια και να πάρει που λέμε τ’ απάνω της. Τελευταία της ελπίδα ήταν οι κότες στο κοτέτσι. Κι εδώ όμως στα χαμένα. Στις φωλιές τους δεν υπήρχε ούτε ένα αβγό. Η θέση της ήταν πολύ δύσκολη!
Τώρα, μετά απ’ όλα αυτά, δεν της έμεινε τίποτα άλλο παρά να βγει στη γειτονιά και να ζητιανέψει. Αλλά πια γειτονιά; Κι αυτή δεν ήταν σε καλύτερη θέση απ’ την ίδια. Δυο μέρες πριν πέρασαν κι απ’ εδώ οι περιπολίες κι έκλεψαν όλα τα τρόφιμα. Εξάλλου τα σπίτια κοντά της είχαν μεγάλες οικογένειες και μάλιστα όλες με μικρά στόματα να θρέψουν. Πώς να τολμήσει η ίδια να πάει και να χτυπήσει την πόρτα τους για να της δώσουν λίγα δράμια απ’ το ψωμί τους. Να το στερήσουν δηλαδή από τ’ αγγελούδια τους; Θα ήταν μεγάλη ντροπή κι αυτό η συνείδησή της δε το χώραγε.
Άσε, έκανε τη σκέψη μ’ ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά και μ’ ένα καυτό δάκρυ που χάραξε στο μάγουλό της. Φρονιμότερο θα ήταν να κάτσει στο σπίτι της μπροστά στα μισοσβησμένα κάρβουνα του τζακιού και να κάνει υπομονή περιμένοντας. Τι να περιμένει όμως; Ούτε κι αυτή ήξερε. Τον κόσμο γύρω της τον έβλεπε θολωμένο.
Έφτασε και τ’ απομεσήμερο. Μέσα στον αγριεμένο καιρό, κάπου ψηλά στα μαύρα σύννεφα τ’ ουρανού και στα σβησμένα μάτια της, φάνηκε μια χαραμάδα από ήλιο. Έφεξαν τα σκοτεινά δρομάκια κι απ’ τις στέγες άρχισαν να πέφτουν σταγόνες απ’ τα χιόνια που ξεπάγωναν. Ο νοτιάς που φύσηξε χάιδεψε λίγο τα δέντρα και πήρε από πάνω τους τη λευκή στολή που τους έντυνε το χιόνι. Η φύση αυτή την ώρα λες και ζήταγε να γλυκάνει το πρόσωπό της, γι αυτό και μερικοί απ’ τους τολμηρούς χωριανούς ξεπετάχτηκαν απ’ τα κονάκια τους και πήγαν να ψάξουν να βρουν ξύλα στο δάσος και στα ποτάμια. Τα τζάκια τους ήταν άδεια.
Αλλά ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού. Το ποτάμι, ιδιαίτερα αυτό που περνάει μέσα απ’ το χωριό, όλο το χειμώνα με τις πλημμύρες, έφερε αρκετά «χτούκια». Και τώρα που λιγόστεψε το νερό, όλα τα πήρε και τ’ άφησε δίπλα στην κοίτη του, εύκολο να τα μαζέψει κανένας και να τα κάψει για να ζεσταθεί. Άλλοι πάλι βγήκαν να πάν να δουν τους συγγενείς τους και ν’ ανταλλάξουν κουβέντες μεταξύ τους, πιο πολύ όμως να πάρουν και να δώσουν τρόφιμα που έκρυβαν στα ντουλάπια και στα κατώγεια τους μην τους τ’ αρπάξουν οι Γερμανοί. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να υπάρχει αλληλεγγύη.
Μπροστά σ’ όλα αυτά που γίνονταν, και η Ντούσα καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι μέσα στο υγρό φτωχικό της και με την κοιλιά να γουργουρίζει απ’ τη νηστικάδα, πήρε κι αυτή την απόφαση. Να πάει και να ζητήσει λίγο ψωμί απ’ τα σπίτια που ήταν κοντά στ’ αλώνια του χωριού και που μπόρεσαν να γλιτώσουν απ’ τους ακατονόμαστους μερικά τσουβάλια με φρέσκο στάρι και καλαμπόκι για να κάνει μια ή δυο μέρες το μεσημεριανό φαγητό της. Μάλιστα μια οικογένεια σ’ αυτά έζησε στη Γερμανία, ήξερε καλά τη γερμανική γλώσσα και απ’ ό,τι έμαθε οι στρατιώτες της φέρθηκαν καλά και έδειξαν κατανόηση στη λεία τους. Γι αυτό και είχε ακράδαντη την πεποίθηση ότι θα την συμπονέσουν και θα της έδιναν κάτι να φάει.
Πήρε λοιπόν τα πόδια της η γιαγιά και χωρίς να χάσει χρόνο βγήκε στον ίσιο χωματόδρομο που σ’ έφερνε στα σπίτια των «γερμανών» όπως τους έλεγαν. Μέσα της στεναχωριόταν και ντρεπόταν για ό,τι πήγαινε να κάνει. Αλλά δε γινόταν διαφορετικά. Πεινούσε πολύ και αυτό ήταν αρκετό να σκέφτεται πως δεν πρέπει να υποχωρήσει και να γυρίσει πίσω στην κόλαση της πείνας.
Όταν κάποτε έφτασε με τα ξυλιασμένα απ’ τον πάγο χέρια της χτύπησε δυνατά την πόρτα του πρώτου στη σειρά απ’ τα σπίτια. Ξαναχτύπησε αλλά όμως κανένας δε φαινόταν να την ανοίγει. Απογοητευμένη πήγε να φύγει, ωστόσο όμως κοντοστάθηκε και χωρίς να το θέλει κοίταξε απ’ το παράθυρο μέσα στο σπίτι. Περίεργο, δεν είδε κανέναν. Το χτύπησε κι αυτό, όμως πάλι απάντηση δεν πήρε. Έβαλε το χέρι της στο μέτωπο και κοίταξε καλύτερα. Και τότε μέσα στο σπίτι είδε αυτό που ζητούσε Πάνω σ’ ένα στρόγγυλο χαμηλό σοφρά ήταν αφημένα μπόλικα καρβέλια ψωμί. Σαν αυτά που φούρνιζε και η ίδια όταν τα πιθάρια της ήταν γεμάτα απ’ αλεύρι και τα μοίραζε ζεστά για να συγχωράνε όσοι τα έτρωγαν τα πεθαμένα της.
Δεν το πίστευαν τα μάτια της. Έβλεπε απέναντί της ψωμί. Φαγητό τέλος πάντων που τόσον καιρό της λείπει για να ζήσει. Και Θεέ η ατυχία! Δεν είναι εδώ ο νοικοκύρης να ζητήσει ένα κομματάκι. Άρχισαν λοιπόν να περνάν διάφορες σκέψεις απ’ το μυαλό της. Μια μικρή φέτα αν έτρωγε θα ήταν αρκετή να ικανοποιήσει την πείνα της. Όχι πολύ. Μια και μόνο.
Έτσι, πάνω στη λαχτάρα της έσκυψε πολλές φορές στο παράθυρο. Λες και υπήρχε περίπτωση να χορτάσει και μόνο μ’ αυτό που ‘βλεπε. Αλλά όμως με το να βλέπει το ψωμί δεν ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο και με το καλό τέλος πάντων να δοθεί ένα τέρμα στο μαρτύριό της. Έτσι το μυαλό της πήγε παραπέρα. Μήπως λοιπόν αν έμπαινε μέσα κι έκοβε λίγο στα κρυφά για να φάει; Έστω ακόμα και χωρίς να το ξέρει ο ιδιοκτήτης του σπιτιού; Ψωμί θα έπαιρνε για να το φάει την ίδια στιγμή και να πάρει ζωή. Και όχι όλο. Ούτε και να βάλει απ’ αυτό στην ποδιά της. Μονάχα τόσο όσο να περάσει το βράδυ της. Για αύριο θα έβρισκε με κάτι άλλο να πορευτεί και να παρατείνει την επιβίωσή της.
Πραγματικός πόλεμος ξέσπασε στην ψυχή της. Από τη μια μεριά ήταν το σώμα της που ήθελε να τραφεί και να την κρατήσει στη ζωή κι από την άλλη η ηθική της, η ίδια η καθαρή της συνείδηση που της φώναζε δυνατά να μην επιχειρήσει τέτοια άδικη πράξη. Το ψωμί της έλεγε και της επαναλάμβανε η φωνή δεν ήταν δικό της και μπορεί να το είχαν ανάγκη και άλλα άτομα. Πώς θα μπορούσε αυτή να το στερήσει απ’ το τραπέζι τους;
Στον πυρετό αυτό της σύγκρουσης, άκουσε δίπλα βήματα και κάποιος να μπαίνει γρήγορα στο σπίτι με τους μεντεσέδες της πόρτας πίσω του να τρίζουν. Φοβήθηκε και τραβήχτηκε γρήγορα απ’ το παράθυρο, μάλιστα και με αρκετές ενοχές για τα παράλογα που πέρασαν απ’ το μυαλό της. Την ίδια στιγμή έβαλε όσο μπορούσε και τα δυνατά της και με πολύ κόπο, σχεδόν σερνόμενη απ’ την αδυναμία που ένοιωθε εξ αιτίας της ασιτίας, επέστρεψε στο σπίτι της.
Ακόμα δεν είχε βραδιάσει.
Άνοιξε την πόρτα και λαχανιασμένη έτρεξε να κάτσει στο κρεβάτι της. Προτού όμως να κάτσει, παρατήρησε ότι πάνω σ’ ένα απ’ τα σκαμνάκια που είχε κοντά στο τζάκι και αναπαυόταν ήταν αφημένο ένα κομμάτι ψωμί. Ναι, ψωμί που της έφερε πάλι ο παπάς γιατί πάνε λίγες μέρες που δεν την έβλεπε έξω να περπατάει και ανησύχησε. Ολόλευκο, χάσκο ψωμάκι είχε για τώρα δικό της στο σπίτι, που γι αυτό πριν από λίγο η ανθρώπινη αδυναμία της θα την έκανε κλέφτρα, γιατί θα παραβίαζε τους νόμους του Θεού της. Και αν το έκανε οι τύψεις της θα την είχαν ξεκάνει μια ώρα αρχύτερα.
Πέρασε η νύχτα και ήρθε το πρωί. Σήμερα η μέρα ήταν καλύτερη γιατί ο ουρανός έγινε καταγάλανος και το κρύο λιγόστεψε. Στην ώρα που πέρναγε ακούστηκαν χτύποι στην πόρτα του σπιτιού της γιαγιάς. Η ίδια δεν είχε τελειώσει ακόμα καλά καλά την πρωινή προσευχή της όταν μπήκαν μέσα ο πρόεδρος του χωριού με τον παπά. Φαίνονταν λίγο σκεφτικοί και προβληματισμένοι. Πήραν τη θέση τους στα σκαμνάκια και πρώτος ο παπάς άνοιξε το στόμα του. Ο γενειοφόρος ίσια και σταράτα, χωρίς πολλά λόγια και περιστροφές, ρώτησε τη γριά αν χτες το απόγευμα πήγε στα σπίτια των «Γερμανών», εκεί κάτω στ’ αλώνια και αν, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, πήρε ψωμί απ’ το τραπέζι τους που το είχαν αφημένο να το φάνε το βράδυ όταν θα γύριζαν απ’ τα ξύλα που μάζευαν στο δάσος με τα πουρνάρια.
«Ναι», είπε αυτή έκπληκτη και με λόγια που έδειχναν σαν να ήθελε ν’ απολογηθεί που πήγε. «Αλλά», συνέχισε ψελλίζοντας, «παρά την πείνα μου δεν άπλωσα το χέρι μου στο ψωμί όπως λες. Σκέφτηκα, πως αν το έκανα θα ντρεπόμουν σ’ όλη μου τη ζωή» Αυτά είπε και έκανε τον σταυρό της σηκώνοντας το βλέμμα της ψηλά στον τοίχο και στο μαυρισμένο απ’ την καντήλα εικονοστάσι της.
«Τότε αφού είναι έτσι», πήρε την κουβέντα ο πρόεδρος κοιτώντας τη στα μάτια, «δε θα είχες κανέναν φόβο να τα πεις αυτά και στον παπά στην εξομολόγηση κάτω απ’ το πετραχήλι του», σαν να ήθελε λίγο-πολύ να αμφισβητήσει με τον τρόπο του όσα άκουσε απ’ το στόμα της.
«Τα παραλές πρόεδρε», διαμαρτυρήθηκε η Ντούσα και με αρκετή δυσκολία έσφιξε στο στήθος τα κοκκαλιάρικα χέρια της ενώ από μέσα της έβγαλε έναν βαρύ αναστεναγμό, λες και μαζί μ’ αυτόν θα έσβηνε κι η ψυχή της. «Αλήθεια σας λέω, εγώ ψωμί δεν πήρα», συνέχισε να επιμένει καί στους δυο μ’ έναν κόμπο στον λαιμό της. «Και βέβαια θα το πω στην εξομολόγηση που θα πάω στην εκκλησιά μπροστά στον Θεό. Φτωχιά είμαι», συμπλήρωσε κι έκλεισε τη συζήτηση μ’ ένα παράπονο, «και όχι κλέφτρα!»
«Κανένας όμως δε σε πιστεύει», συνέχισε πάλι πικρόχολος ο πρόεδρος. «Κι όλο το χωριό έμαθε για την πράξη σου. Να δούμε», μουρμούρισε στο τέλος ξεφυσώντας, «πώς θα τα καταφέρουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο του χωριού και να τον πείσουμε ότι λες την αλήθεια!»
Αυτά είπαν ο παπάς και ο πρόεδρος και σιωπηλοί βγήκαν απ’ το φτωχοκάλυβο. Πίσω τους η γιαγιά έβαλε τα κλάματα για τη συμφορά που τη βρήκε και με τις κατηγόριες που τις έσερναν. Ήταν άδικες. Με ποιο τρόπο όμως θα μπορούσε να τις αλλάξει; Κι αυτή δεν ήξερε.
Πέρασαν μερικές μέρες απ’ τη Σαρακοστή κι απ’ την επίσκεψη κι έφτασε κοντά του Ευαγγελισμού. Οι χωριανοί βγήκαν πια απ’ τα σπίτια τους κι έτρεξαν στα χωράφια για να τα περιποιηθούν. Έβγαλαν και τα ζώα απ’ τα παχνιά και τα πήραν μαζί τους για να τα βάλουν να βοσκήσουν τα φετινά δροσερά χορτάρια. Και αυτά τα έτρωγαν με ευχαρίστηση.
Στις ηλιόλουστες μέρες φάνηκαν και τα χελιδόνια. Πέταγαν πάνω απ’ τις στέγες και μέσα στις αυλές και αναζητούσαν σε κάθε τοίχο τις παλιές φωλιές τους για να γεννήσουν αργότερα τα μικρά τους. Όλοι έβλεπαν πως με ρόδα και κρίνα πάνω στα βουνά, τους κάμπους και τους φράχτες των μπαξέδων έφτανε για τα καλά η Άνοιξη με τον ευωδιαστό Απρίλη και το Πάσχα με την κατακόκκινη Λαμπρή του. Στα δύσκολα των καιρών η μεγάλη αυτή γιορτή της χριστιανοσύνης θα ήταν μια ανάσα για τους κατοίκους που στέναζαν απ’ τον φόβο και τη φτώχεια.
Αλλά στο σπίτι της γιαγιάς της Ντούσας η ζωή δεν πήγαινε προς το καλύτερο. Αν και κατάφερε η έρμη να ζήσει μέχρι σήμερα με τα λίγα που της έφερνε η εκκλησία, την ίδια την έτρωγε μεγάλη στεναχώρια. Και αυτό γιατί όσα της καταμαρτυρούν στο χωριό ήταν αδύνατο να τα κρατήσει το γέρικο κορμί της, ακόμα και η ζωντανή συνείδησή της. Πρωί και βράδυ βλέπει μπροστά της τα σκυμμένα κεφάλια και τα καχύποπτα βλέμματα των χωριανών της όταν την συναντούν στη γειτονιά και ραγίζεται η καρδιά της. Θέλει να πάρει σβάρνα τα δρομάκια, να βγει στην πλατεία και να φωνάξει σ’ όλους πως είναι αθώα και ότι μερικοί την κατηγορούν χωρίς να ξέρουν ότι όλα αυτά είναι ψέματα και της τρώνε τα σπλάχνα.
Πώς όμως μια αδύνατη και ταλαιπωρημένη απ’ τα χρόνια και την κακή της τύχη ηλικιωμένη γυναίκα θα μπορούσε ν’ αλλάξει τη γνώμη τόσων ανθρώπων; Ο κόσμος έχει μάθει ν’ ακούει τους πολλούς και όχι τον έναν, όσο κι αν αυτός τους εκλιπαρεί να τον πιστέψουν για την μπέσα του και την αλήθεια των λόγων του.
Γι αυτό η μόνη παρηγοριά που της απέμεινε ήταν ο Θεός και η Παναγία. Κάθε μέρα τώρα χωρίς να ξεχνάει, την ώρα του Εσπερινού ανάβει το καντήλι τους και προσεύχεται, μήπως βρεθεί τέλος πάντων αυτός που μπήκε στο σπίτι και έκλεψε το ψωμί. Έτσι, μήπως σταματήσει κι αυτή να κουβαλάει αυτό το φορτίο, που μαζί με τ’ άλλα ασήκωτα βάρη για έναν άνθρωπο η μοίρα της η σκληρή της φύλαγε να κρατάει στους ώμους.
Τώρα όμως. Που είναι ακόμα στη ζωή.
Την Κυριακή μετά τη Λειτουργία της Σταυροπροσκύνησης πήγε στον παπά για να την εξομολογήσει. Είχε ανάγκη για λίγη ανακούφιση. Έκατσε με ευλάβεια εκεί μπροστά στην Ωραία Πύλη και γονατιστή κάτω απ’ το πετραχήλι του ιερωμένου με δάκρυα στα μάτια και φιλώντας του το χέρι, είπε μαζί με τ’ άλλα και για την πείνα της εκείνο το απόγευμα και για τις κακές σκέψεις που έβαλε ο διάβολος μέσα στο κεφάλι της να θέλει να μπει στο σπίτι και να κόψει λίγο απ’ το ψωμί και να φάει. Απ’ τον τρόπο που μίλαγε έδειχνε πολύ λυπημένη, σχεδόν η καρδιά της να θέλει να σπάσει.
«Ναι παπά μου», εξομολογήθηκε, «πέρασε απ’ το μυαλό μου να κάνω αυτή την κακιά την πράξη. Αλλά στο τέλος επειδή άκουσα θόρυβο πίσω μου, μα πιο πολύ από μέσα μου μια φωνή να μου φωνάζει πως θα έκανα μεγάλη αμαρτία, η δόλια δεν έπεσα στον πειρασμό κι έφυγα ντροπιασμένη μόνο με την καταραμένη τη σκέψη που έκανα. Αλλά και πάλι παπά μου αν μ’ αυτό που πέρασε απ’ το μυαλό μου αμάρτησα, πέφτω στα πόδια σου και ζητάω απ’ τον Θεό κι από σένα να με συγχωρέσετε και να ησυχάσω».
Και ο σεβάσμιος ρασοφόρος, που πείστηκε πλέον από τα δάκρυα της εξομολογούμενης, κοιτώντας πάνω-ψηλά στον Παντοκράτορα, δεήθηκε σ’ Αυτόν να την ελεήσει και ν’ ακούσει τον πόνο που τη βάρυνε.
Ύστερα με το χέρι του την έπιασε απαλά απ’ τον ώμο και τη βοήθησε να σηκωθεί. Της έδωσε να φιλήσει το πετραχήλι και αφού την ευλόγησε με τη δεξιά του την προέτρεψε «να πορευθεί εν ειρήνη» στο σπίτι της. Και εκείνη έκανε ό,τι της είπε ο παπάς. Τώρα, μέσα της ήταν πιο ήρεμη.
Πέρασε αρκετή ώρα από τότε και ήρθε κοντά τ’ απόγευμα. Ο δρόμος για το άναμμα των καντηλιών στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής έφερε τον καλό γέροντα να περάσει απ’ την πλατεία και την Κοινότητα. Όταν άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο βρήκε εκεί τον πρόεδρο μοναχό του να στρίβει σέρτικο τσιγάρο και να σκέφτεται τη φτώχεια που έπεσε στο χωριό. Στα λίγα που κουβέντιασαν είπαν και για τη Ντούσα. Γι αυτό που ακούστηκε ότι έκανε και πολλοί της έριξαν ανάθεμα. Είπαν αρκετά.
Ο πρόεδρος όμως συνέχιζε και πάλι να έχει την αμφιβολία. Την έδειχναν τα λόγια και το πρόσωπό του. Ο άνθρωπος δεν πείστηκε, ακόμα και με όσα του εκμυστηρεύτηκε ο εφημέριος στην εξομολόγηση της.
Βέβαια όχι μόνο αυτός. Συνέχιζαν να μην την πιστεύουν και οι άλλοι χωριανοί της. Αν κι εδώ που τα λέμε από πολύ παλιά έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση και συμπάθεια σ’ αυτή. Μόνη γυναίκα ήταν και φτωχιά. Αλλά όμως, επειδή όλοι ξέρουν πως η πείνα είναι κακός οδηγός στη ζωή του ανθρώπου, τώρα δεν μπορούσαν ν’ ακούσουν τους ισχυρισμούς της και να της δώσουν πίστη. Και η στεναχώρια τους γι αυτή μεγάλωνε που πήρε ψωμί από μια οικογένεια με εφτά μικρά στόματα να θρέψει, μια και οι άγριοι κατακτητές δεν άφησαν και σ’ αυτήν τίποτα απ’ τα φετινά γεννήματα. Γι αυτό και τα παιδιά για να ζήσουν αναγκάστηκαν να ζητιανεύουν, όχι μόνο στο χωριό που ζούσαν αλλά και στην πόλη που είχε πλούσιους κι αριστοκράτες ανθρώπους κι έβρισκαν να φάνε. Μεγάλο φώναζαν το κρίμα της!
Προχωρούσε ο καιρός και οι γκρίζες μέρες της πείνας διαδεχόταν η μια την άλλη. Και στο διάβα τους, αυτό το τρισάθλιο κακό για την Ντούσα, κανένας δεν μπορούσε να το σταματήσει για να νοιώσει δικαιωμένη.
Κάποτε με το πέρασμα του χρόνου έφτασε στο χωριό και η γιορτή του Ευαγγελισμού. Οι καμπάνες της εκκλησιάς χτύπησαν δυνατά το πρωί για να πάει ο κόσμος στη Λειτουργία και ν’ ακούσει το χαρμόσυνο γεγονός του ερχομού του Κυρίου στον κόσμο. Και όταν αυτή τέλειωσε, ένας ένας οι πιστοί στάθηκαν στη σειρά για να πάρουν τ’ αντίδωρο και να γυρίσουν στα σπίτια τους με την ελπίδα για καλύτερες μέρες.
Σαν μέρα που ήταν και γιόρταζε και το Έθνος, μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας, κατέθεσαν κρυφά στεφάνι στη μνήμη όλων όσων πάλεψαν να ζήσουν ελεύθεροι. Εδώ, όσο κράταγε η δοξολογία και ο ψάλτης έλεγε τον Ακάθιστο Ύμνο δεν έλειψαν τα δάκρυα και για τη δική τους τη σκλαβιά. Όταν τέλειωσε όλοι τους μέσα απ’ την ψυχή έκαναν την ευχή του χρόνου να δώσει ο Θεός κι αυτοί να περπατάνε στο δρόμο χωρίς να φοβούνται.
Το λόγο, μέσες-άκρες εκφώνησε ο δάσκαλος. Γιατί είχε εντολή απ’ την κυβέρνηση να μην πει τίποτα για τη μέρα. Περισσότερο να μην τη γιορτάσουν στο σχολείο. Αυτός όμως, επειδή δεν το βάσταγε η καρδιά του, παράκουσε και με χίλιες δυο προφυλάξεις, όλοι μαζί με τα παιδιά είπαν ποιήματα και διαλόγους.
Πάνω απ’ όλα ο πατριώτης αυτός δάσκαλος είχε στο μυαλό του τα παιδιά να μην ξεχάσουν την ιστορία τους!
Εκεί, ζαρωμένη σε μια γωνιά μέσα στο «Οίκο του Θεού» και η Ντούσα με τη μαύρη μαντήλα στο κεφάλι της περίμενε κι αυτή να τελειώσει το Μυστήριο κι αυτά που έλεγε ο γραμματιζούμενος. Στο τέλος μαζί με τους άλλους χωριανούς τράβηξε γρήγορα για το σπίτι της. Η πίκρα της όμως ήταν μεγάλη που τους έβλεπε και σήμερα στο δρόμο να την κοιτάνε περίεργα. Δυστυχώς γι αυτούς ήταν η κλέφτρα που πήρε το ψωμί απ’ τα στόματα παιδιών. Και η κατηγόρια ήταν πέρα για πέρα άδικη. Και πολύ βαριά να την αντέξει μια αθώα.
Η κοινωνία με τα καλά και τα άσχημα!
Στο σπίτι άναψε το τζάκι. Άπλωσε τα χέρια της στη φλόγα κι ύστερα όταν ζεστάθηκε το κορμί της βγήκε έξω στον κήπο για να μαζέψει χόρτα. Τα λιάνισε με το μαχαίρι και με λίγο νερό, κάνα δυο σταγόνες λάδι και μια χούφτα αλεύρι που της απέμειναν απ’ τις προηγούμενες μέρες, τα ‘βαλε στην κατσαρόλα και τα ‘βρασε πάνω στη φωτιά. Μετά κάθισε στο τραπέζι κι έφαγε. Έτσι πέρασε τη μέρα της, δοξάζοντας τον Θεό για τη μακροθυμία και τις ελεημοσύνες του.
Από μέσα της όμως η ταλαίπωρη περίμενε την Ανάσταση. Πίστευε ότι μονάχα αυτή θα τη λύτρωνε. Και η ίδια δεν ήξερε γιατί. Αλλά η μέρα ήταν ακόμα μακριά και αργούσε.
Παρά την απόσταση μέχρι τη γιορτή ο καιρός περνούσε. Και μάλιστα πολύ γρήγορα. Θα νόμιζε κανένας πως κι ο χρόνος, που κάθε μέρα και νύχτα έβλεπε τη γιαγιά να χάνεται όλο και πιο πολύ στον κόσμο που την ντρόπιαζε, βιαζόταν να της κάνει το χατίρι. Έτσι, έστειλε μήνυμα στον ήλιο να μην καθυστερεί το ταξίδι του καθώς πήγαινε με το άρμα του στον γαλάζιο ουρανό και στο φεγγάρι να συντομεύει τι στράτες του τη νύχτα μέσα στα σύννεφα και τα φωτεινά τ’ αστέρια.
Και αυτά την άκουσαν.
Φέτος, άνοιξαν στη γη πιο γρήγορα τα ζουμπούλια και οι μενεξέδες με τις όμορφες πασχαλιές στα χωράφια και στις γειτονιές, που με τα χρώματά τους θα στόλιζαν τον Επιτάφιο την Μεγάλη Εβδομάδα. Και στον ύπνο το μαγικό ραβδάκι της Πούλιας και του Αυγερινού έκανε τα όνειρα των χωριανών να μην κρατάν πολύ και έτσι να καθυστερούν να έρθουν τα πρωινά με τις πολύχρωμες αυγές τους και τα τραγούδια των πουλιών.
Έτρεξε να προλάβει ο χρόνος, έτρεξε κι η γη με τα λουλούδια της, ο ήλιος, το φεγγάρι με τη νύχτα και τα γλυκά όνειρα των χωριανών που τα έβλεπαν μέσα στις ξέφρενες αγκαλιές του ύπνου τους, όμως κανένας δεν πρόλαβε το μοιραίο για την Ντούσα. Πρόλαβε πιο μπροστά ο θάνατος. Ακριβώς την πρώτη μέρα της Ανάστασης! Ποιος θα μπορούσε να το πιστέψει;
Τώρα, ξαπλωμένη η κακομοίρα μέσα στο καλύβι της περιμένει να τη διαβάσει ο παπάς και να τη σηκώσουν για να την πάνε στη γη που τόσο καιρό την περίμενε να γείρει και να ξαποστάσει. Το βασανισμένο της κορμί και η μαυρισμένη απ’ τα χτυπήματα της ζωής ψυχή της δεν άντεξαν παραπάνω.
Απάνω της λίγα λουλούδια που έφερε ο καθένας απ’ τους χωριανούς της και ψέλλιζε μ’ ένα δάκρυ στ’ αυτιά της, μια ατέλειωτη ΣΥΓΝΩΜΗ για να παρηγορήσει τον εαυτό του και να δώσει ένα τέρμα στις ενοχές του για το κακό που της προξένησε προτού να κλείσουν τα μάτια της.
Άδικος όμως ο κόπος. Ήταν πια αργά. Δεν τους άκουγε πλέον.
Γιατί σήμερα, μέρα που όλοι δίνουν τα χέρια και συγχωράνε όλους, ακόμα κι αυτούς που τους έβλαψαν, σε κάποιο απ’ τα διπλανά χωριά, ο Θεός με τη δικαιοσύνη του το ‘φερε και βρέθηκε αυτός που έκλεψε το ψωμί. Και τα είπε όλα ο άθλιος, χαρτί και καλαμάρι.
Φτωχός γυρολόγος που γάνωνε μπακίρια και κατσαρόλες ήταν ο ανθρωπάκος και πεινούσε, αλλά πήρε στο λαιμό του, χωρίς να το θέλει μια ψυχή. Τη Ντούσα.
Λίγο πριν πεθάνει να τη φωνάζουν κλέφτρα.

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ 
10- 4 – 2022

 


 

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2022

Το προσφυγικό στοιχείο στην Έδεσσα - Επετειακή έκδοση


Κυκλοφόρησε το επετειακό Βιβλίο-Λεύκωμα (320 σελίδες μεγάλου σχήματος), που εκδόθηκε με την ευκαιρία της συμπλήρωσης φέτος ενός αιώνα από την Μικρασιατική καταστροφή, σε συνεργασία του Δήμου Έδεσσας με τον Σύλλογο Μικρασιατών Νομού Πέλλας «Η Μπίγα». Η επιμέλεια της έκδοσης είναι του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη. Τους επόμενους μήνες προγραμματίζονται εκδηλώσεις για την παρουσίαση αυτού εξαιρετικού, από κάθε πλευρά έργου, τόσο σε πόλεις του Νομού, όσο και εκτός.


 

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Λογιοσύνης ακρότητες


Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο κριτικής, το οποίο επιχειρεί 
να βάλει κάποια πράγματα στην θέση τους...

Όσο ελάχιστα γνωστή κι αν έχει γίνει μια ακρότητα ή μια αμετροέπεια, δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται να παραμείνει ασχολίαστη, τόσο περισσότερο όταν αναφέρεται στον πολύ ευαίσθητο χώρο των γραμμάτων και της λογοτεχνίας ιδιαίτερα. Ακόμη κι αν θα μας κατηγορούσαν πως ενώ «ο κόσμος καίγεται, η γριά χτενίζεται», εμείς δεν θα πάψουμε να πιστεύουμε πως ίσα-ίσα την ώρα των μεγάλων κλυδωνισμών και συγκρούσεων οφείλουμε να διυλίζουμε τα θεωρούμενα «μικρά», μήπως κι αυτό συνιστά την άκρη του νήματος, ή μάλλον του κουβαριού, για να οδηγηθούμε σταδιακά σε μια απεμπλοκή δυσθεώρητων ίσαμε ένα πανύψηλο βουνό ζητημάτων.

Δεν αμφισβητεί κανείς πως ο πεζογράφος Γιώργος Κουτσαμπασιάκος και ο ποιητής Αργύρης Χιόνης, όσο κι αν υπήρξαν μιας περιορισμένης εμβέλειας δημιουργοί – άδικα, θέλετε; Πολύ άδικα, προσθέτουμε -, δεν δικαιούνται μια ξεχωριστή μνεία ή ακόμη και μια πολυσέλιδη ή πολλές πολυσέλιδες μελέτες. Όμως από το σημείο αυτό ως τον χαρακτηρισμό των όσων πεζογραφικών ή ποιητικών βιβλίων είχαν εκδώσει, ενόσω ζούσαν, από δύο καθ’ όλα αξιόλογους μελετητές, πεζογράφος ο ένας, ποιητής ο δεύτερος, ως το «κουτσαμπασιάκειο έργο» και το «χιόνειο έργο», η απόσταση δεν είναι απλώς τεράστια, αλλά μοιάζει επιπλέον να υπονομεύει ένα πρόσωπο κι ένα έργο. Στον πνευματικό και γενικότερα στον καλλιτεχνικό χώρο, κάθε υπερβολή, ακόμη κι όταν γίνεται προκειμένου να αποκατασταθεί μια αδικία για έναν δημιουργό που δεν έχει γίνει όσο γνωστός θεωρούμε ότι δικαιούται να είναι, μοιάζει να ταυτίζεται συνήθως με μια ακραιφνώς τρομοκρατική πρόθεση.

Όσοι δηλαδή συμβαίνει ν’ αγνοούν τον υπερβαλλόντως απαιτούμενο δημιουργό, να αισθανθούν πως για την άγνοιά τους αυτή ευθύνονται αποκλειστικά οι ίδιοι ή τα «κυκλώματα» που ρυθμίζουν την κυκλοφορία προσώπων και έργων, αποσιωπώντας τις πραγματικές αξίες και επιβάλλοντας «αξίες» πλαστές και διεφθαρμένες.

Ακόμη κι αν υπάρχει μια αλήθεια στις παρατηρήσεις αυτές και η μονοπώληση του ενδιαφέροντος των «καλλιτεχνιζόντων» και «φιλολογούντων» από σχετικώς λίγα και σταθερώς τα ίδια ονόματα δημιουργών, υπάρχει ένας υψηλός αριθμός γνήσια και ανιδιοτελώς ενδιαφερόμενων ανθρώπων που η, κάθε άλλο, παρά παρασιτική σχέση τους με τα έργα τέχνης τούς επιτρέπει να διαχωρίζουν την ήρα από το στάρι.

Και η οποιαδήποτε υπερβολή να πέφτει στο κενό, με αναπόφευκτη συνέπεια η οιαδήποτε επιφύλαξη την οποία προκαλεί ένας αδικαιολογήτως επαινούμενος δημιουργός ή έργο να μεγαλώνει την απομόνωση που σ’ αυτήν συχνά εντελώς απάνθρωπα έχουν καταδικαστεί και ο δημιουργός και το έργο.

Στο όνομα μιας καινοτόμου, ρηξικέλευθης ή πρωτοπόρας άποψης, δεν μπορείς να εγκαθιστάς ένα καθεστώς μιας νεότροπης αδικίας, αφού αν ήταν δυνατόν να ερωτηθούν τόσο ο Κουτσαμπασιάκος όσο και ο Χιόνης, θα ήταν αδύνατον ν’ απαντήσουν ότι μπορούν να τοποθετηθούν δίπλα στον Καβάφη ή τον Παλαμά αφού η μετατροπή του ονόματος των δύο τελευταίων σε επίθετο – εξαιρέσεις όντας στη μεγαλοσύνη τους – με τον χαρακτηρισμό του έργου τους ως «καβαφικού» ή «παλαμικού» δεν προκαλούσε και δεν προκαλεί μειδίαμα. Επιπλέον δεν πρόκειται για μία μόνο υπερβολή αλλά και για μια λεκτική αυθαιρεσία, αφού αν ήταν ένας τρόπος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση, όπως συμβαίνει με καθετί εκφραστικά ουσιαστικό, θα παραγόταν συχνά ένα κακόηχο και αντιπαθές αποτέλεσμα.

Θανάσης Θ. Νιάρχος,  10 Μαρτίου 2022

 

Πηγή: https://www.in.gr/2022/03/10/apopsi/logiosynis-akrotites/

 


 

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2022

Θεατρική παράσταση


Από τις 4 έως και 7 Μαρτίου, στο Πολιτιστικό Κέντρο Εδεσσας, το "Εδεσσαϊκό Θέατρο" ανεβάζει 4 μονόπρακτα τα οποία αναφέρονται στον σπουδαίο ρόλο της Γυναίκας. Η σκηνοθεσία είναι της Αντιπροέδρου του Συλλόγου μας, Ροζαλίας Γαβριηλίδου.

 

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Βιβλιοκριτική



Μια εξαιρετική εργασία

Αλέξανδρου Ζώρη: «Εθνικός Διχασμός 1915 – 21η Απριλίου 1967»
Επισκόπηση και κριτική ανάλυση της βιβλιογραφίας για τις δύο περιόδους
Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ Αθήνα, Φεβρουάριος 2022
Σελίδες 222

Κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες το βιβλίο του Αλ. Ζώρη «Εθνικός Διχασμός 1915 – 21η Απριλίου 1967», μια πραγματικά εξαιρετική εργασία, αν λάβουμε υπ’ όψη το γεγονός ότι σπάνια κυκλοφορούν τέτοιου είδους μελετήματα διότι απαιτούν επίπονη εργασία και αρκετό χρόνο.
Το βιβλίο αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον διότι αναφέρεται στην βιβλιογραφία δύο πολύ κρίσιμων περιόδων της νεώτερης Ιστορίας της χώρας μας. Στο παρελθόν έχουν κυκλοφορήσει πολυάριθμα βιβλία που αναφέρονται στις δύο αυτές εποχές, τα οποία όμως – στην συντριπτική τους πλειονότητα – αποτελούν έργα προπαγανδιστικού περιεχομένου, υπέρ της μιας ή της αντίθετης πλευράς, ενώ ελάχιστα είναι τα σοβαρά, αντικειμενικά βιβλία που επιχειρούν μια νηφάλια προσέγγιση στις προαναφερθείσες ιστορικές περιόδους. Υπάρχει επομένως το υπαρκτό πρόβλημα του ερευνητή, αλλά και ακόμη του απλού αναγνώστη, πώς θα διακρίνει ανάμεσα στο πλήθος των τίτλων που κυκλοφορούν, εκείνα τα έργα των οποίων το περιεχόμενο θα μπορούσε να προσφέρει μια, έστω σχετική, επαρκή πληροφόρηση για τα πραγματικά γεγονότα, κυρίως για εκείνα που σκόπιμα αποσιωπούνται ώστε να μη αλλοιώσουν το αφήγημα που προωθεί ο κάθε συγγραφέας.
Το βιβλίο του Αλ. Ζώρη θεωρώ ότι προσφέρει μια σημαντική βοήθεια σε όσες/όσους θελήσουν να ασχοληθούν με τις ιστορικές περιόδους στις οποίες αναφέρεται, ώστε να έχουν μια εικόνα για το περιεχόμενο των συγκεκριμένων βιβλίων. Από εκεί και πέρα η επιλογή ή όχι κάποιου βιβλίου είναι απόφαση του ενδιαφερομένου.
Όπως αναφέρεται στην παρουσίαση του βιβλίου σε σχετική ιστοσελίδα γνωστού βιβλιοπωλείου:
«Για πρώτη φορά στην βιβλιογραφία, μία παρουσίαση και κριτική ανάλυση των σημαντικότερων πηγών για δύο από τις πλέον ενδιαφέρουσες όσο και κρίσιμες ιστορικά και πολιτικά, περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Παρουσιάζονται και αναλύονται οι συγγραφείς (ιδιότητα και οπτική) και τα έργα τους (θεματολογία, πηγές που χρησιμοποίησαν, νέα στοιχεία που έφεραν στο φως). Ένας χρήσιμος οδηγός που φιλοδοξεί να αποτελέσει μία πυξίδα για τους δυνητικούς ερευνητές και μελετητές του Εθνικού Διχασμού και της 21ης Απριλίου 1967».
Το βιβλίο προλογίζουν ο Υποψήφιος Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Neapolis University Pafos, Ιωάννης Δασκαρόλης και ο συγγραφέας Μάνος Ν. Χατζηδάκης, πρόεδρος του Ε.ΠΟ.Κ. (Εθνικό Πολιτιστικό Κίνημα – Σύνδεσμος Ιστορικών και Πολιτικών Ερευνών).

Ακολουθούν σύντομα αποσπάσματα από τους Προλόγους:
«Η μελέτη και η κατανόηση των δύο περιόδων αποτελεί απαραίτητο εφόδιο για κάθε ενημερωμένο πολίτη ή επιστήμονα και στην μελέτη αυτή απαραίτητο βοήθημα είναι η ανά χείρας μελέτη του Αλέξανδρου Ζώρη...
Το βάθος και η ποιότητα της μελέτης αποτελεί μία σαφή ένδειξη του ταλέντου του Ζώρη και ελπίζω να αποτελέσει τον προάγγελο για μία πλήρη εργασία του με καθαρά ιστοριογραφικό περιεχόμενο για τις περιόδους αυτές».
(ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΣΚΑΡΟΛΗΣ)
«Η όντως πρωτότυπη, επιστημονική και κυρίως αμερόληπτη αυτή εργασία αποτελεί όχι μόνο πολύτιμο, μα και αναγκαίο βοήθημα τόσο για τον επίδοξο ιστορικό, όσο και τον απλό μελετητή των δύο αυτών κρίσιμων ιστορικών εποχών. Αξίζουν λοιπόν συγχαρητήρια στον Αλέξανδρο Ζώρη, ο οποίος είναι σίγουρο ότι έχει ακόμη πολλά να προσφέρει ως συγγραφέας στο εγγύς μέλλον».
(ΜΑΝΟΣ Ν. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ)

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022

Χρονογράφημα


ΤΟ ΜΑΝΑΒΙΚΟ

Τέτοιο, αποκλείεται να υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Και φυσικά να υπάρξει στο μέλλον. Φτιαγμένο κάποτε στην άκρη της πόλης, αργότερα σχεδόν στο κέντρο της, πάνω στον δρόμο τον πάλαι ποτέ χωματόδρομο, λίγο μετά άσφαλτο, σαν ένα κτίσμα κι αυτό της περιοχής, νόμιζες πως γύρευε να ξεπεράσει όλα τα άλλα που περήφανα το περιτριγύριζαν. Έμοιαζε σαν τον μικρό Δαυίδ που ήθελε να υπερβεί στη σωματική δύναμη τον τεράστιο σε μέγεθος Γολιάθ και να παλέψει μαζί του.
Βέβαια και αυτό το κτισματάκι, όχι τόσο να συγκριθεί με τα άλλα κτίρια στο ύψος και στην πολυτέλεια, στην αρχοντιά και τα τοιαύτα, όσο κυρίως στην ηλικία, το ιστορικό του παρελθόν και προπάντων για τη φήμη του που μια φορά το ήθελε, όπως και να το κάνουμε, εξέχον κατάστημα και πολυτελείας.
Αλλά πάλι και αυτό το σκασμένο στους καιρούς που πέρναγαν και ξαναπέρναγαν δεν έλεγε λίγο ν’ αλλάξει και να πάρει τ’ απάνω του. Ας πούμε λίγο να σουλουπωθεί στην έξω εμφάνιση του, να βαφτεί, να κάνει κανένα λίφτινγκ και έτσι να μπει δειλά δειλά στην εξέλιξη. Τίποτα. Από μικρό παιδί που ερχόμουν στην πόλη, έτσι το θυμόμουνα. Ίδιο και ίδιο. Ανάθεμα και αν το προβλημάτιζε καθόλου αυτή του η στασιμότητα και η εμμονή του να κρατιέται στα χρώματα του παρελθόντος.
Ούτε δεκαπέντε τετραγωνικά, γύρω-γύρω ντουβάρια από πέταβρα και όπου αυτά ήταν σάπια και σπασμένα, μπαλωμένη η τρύπα τους με στραβοκομμένο και φουσκωμένο κόντρα πλακέ, με μια σκεπή από μαυρισμένα κεραμίδια και σκουριασμένες λαμαρίνες, φώναζε από μακριά και έλεγε στον καθένα που πέρναγε από εκεί να το επισκεφτεί και να αγοράσει κάτι από την πραμάτεια του.
Και το φαντασμένο! Δεν κοίταγε ακόμα τα σπασμένα τα παραθύρια του που το έκαναν θερινό, τη θεόστραβη σαρακοφαγωμένη και κρεμασμένη πόρτα του, που το μόνο καινούργιο πράγμα που είχε απάνω της ήταν το λουκέτο και εκείνο πιασμένο με σύρματα. Μαζί με τα ψηλά δέντρα που το πλάκωναν και απ’ το φύσημα των βοριάδων έγερναν σε μια μεριά, έπαιρνε και αυτό την κλίση του και μέσα στη γενικότερη αρχέγονη εικόνα όλου του τοπίου, ο καθένας το έφερνε στον νου του σαν ένα αιωνόβιο γεροντάκι που περπατάει με το μπαστουνάκι του στο δρόμο και είναι έτοιμο να καταρρεύσει.
Τελικά, όλα παμπάλαια σ’ αυτό το κατάστημα! Όλα απάνω του φθαρμένα απ’ τον χρόνο, κουρελιασμένα, ξεφτισμένα, κιτρινισμένα, ας τα πει ο καθένας όπως θέλει. Το εμπόρευμά του όμως. Κάτσε καλά. Πάντα καινούργιο και πάντα φρέσκο.
«Α!», μου είπε μια μέρα που πήγα να ψωνίσω, το ένα από τ’ αφεντικά του, ο γελαστός πάντα κύριος Γιώργος. «Η παράγκα μας μπορεί να είδε το ηρωικό είκοσι δύο να περνούν από μπροστά της πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία για εγκατάσταση πιο πάνω, να φοβήθηκε που έκαναν από εδώ παρέλαση οι γερμανικές μοτοσυκλέτες και τα τανκς, να έφαγε καμιά σφαίρα από τον πόλεμο και τις μάχες που γίνονταν δίπλα της. Ό,τι πουλάει όμως είναι νέο. Να, σαν τους ιδιοκτήτες της που δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στο κεφάλι τους».



Και κοιτώντας απέναντί του τον σκονισμένο καθρέφτη, πιασμένον μ’ ένα καρφί σ’ ένα απ’ τα δοκάρια, τράβαγε πού και πού από τους κροτάφους του καμιά απ’ αυτές τις άσπρες τρίχες που τόλμαγαν να εμφανιστούν και να τον διαψεύδουν στα λεγόμενά του. Πάντοτε βέβαια στα κρυφά και με άριστη ταχυδακτυλουργία μην τυχόν και τον δω εγώ και βάλω τα γέλια.
«Ξέρεις», είπα κι εγώ μια μέρα μεταξύ σοβαρού και αστείου στο άλλο αφεντικό του μαγαζιού, τον κύριο Πέτρο: «Θέλω να μου ζυγίσεις αυτό το καρπούζι που είναι σ’ αυτό το μέρος της στοίβας». Και του έδειξα ένα αρκετά μεγάλο, ολοζώντανο δροσερό καρπούζι στο κάτω μέρος της που πιθανόν να τη στήριζε για να μην γκρεμιστεί.
«Τι λες», μου απάντησε αυτός πονηρά, ξέροντας το αποτέλεσμα: «Φίλε, δεν ξέρεις να ψωνίζεις. Αυτό εδώ είναι καλό» και μου έδειξε ένα στο πάνω μέρος του σωρού, εύκολα να το τραβήξει και να το ζυγίσει.
Έλα όμως που εγώ ο ισχυρογνώμων επέμενα. Έτσι κι αυτός τι να κάνει για να μη δυσαρεστήσει τον πελάτη του, το έσυρε δυνατά από εκεί που ήταν βαθιά χωμένο, ίσως και με κάποια δόση αγανάκτησης. Φυσικά με τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Μ’ άναρθρες, απελπισμένες κραυγές και με τα χέρια μας να τα κουνάμε σαν τροχονόμοι για να σταματήσουμε την κυκλοφορία, μαζεύαμε οι κακομοίρηδες τα παρδαλά καρπούζια που κύλισαν στον δρόμο και στραπατσαρίστηκαν κάτω απ’ τις ρόδες των βαρέων και μη οχημάτων.
Μια μέρα πάλι που μου φάνηκαν πολύ ακριβές οι ντομάτες και μη αντέχοντας να κρατήσω μέσα μου αυτή τη δυσαρέσκεια, πήρα το θάρρος και ορθά-κοφτά τους την ξεφούρνισα. Τότε αυτοί καθισμένοι κι οι δυο πάνω σε άδεια τελάρα και δίπλα στην τεράστια ζυγαριά που δέσποζε κρεμασμένη στο κέντρο του μαγαζιού, μου διηγήθηκαν την εξής ιστορία:
Πολύ παλιά, μου είπαν, μπήκε στο κατάστημα ένας πελάτης. Ζήτησε να του δώσουμε ένα «φτηνό» λάχανο. Πραγματικά πιάσαμε ένα, το καθαρίσαμε, το βάλαμε στη χαρτοσακούλα και του το δώσαμε χωρίς να το ζυγιάσουμε. Όταν αυτός μας ρώτησε πόσο κάνει και τον είδαμε να ψάχνει στις τσέπες του να μας πληρώσει με πεντάλεπτα και δεκάρες που δεν έφταναν, του είπαμε πως σήμερα τα λάχανα τα δίνουμε δωρεάν. Ξέρεις, έκαναν την παρένθεση, κάποτε υπήρχε φτώχεια. Ο κόσμος πεινούσε και τα λεφτά δεν έφταναν. Και λίγο-πολύ ο καθένας μας, γνώριζε τον πόνο του άλλου. Οπότε, συνέχισαν, ο καλός μας πελάτης πήρε «έτσι» το λάχανο και έκανε να φύγει κατευχαριστημένος. Βγαίνοντας όμως στην πόρτα, σταμάτησε. Κοίταξε τις ντομάτες που ήταν απλωμένες έξω στη βιτρίνα και παίρνοντας σοβαρό ύφος μας ρώτησε:
«Τις ντομάτες πια μέρα τις δίνετε δωρεάν;»
Τακτικός πελάτης κι εγώ του μαγαζιού, καμιά σχέση με τον προηγούμενο, κάθε τόσο μ’ έφερνε ο δρόμος σ’ αυτό για να ψωνίσω. Και κάθε μέρα, όλο και κάποιο καινούργιο ανέκδοτο θα άκουγα, όλο και με κάποια ιστοριούλα θα γελούσα. Και όλα αυτά το πρωί, το απόγευμα, ακόμα και το βραδάκι που άναβε το ηλεκτρικό και στο πενιχρό του φως μόλις ξεχώριζες τα είδη που πουλούσε.
Αλλά να μην ξεχάσω. Και τις ώρες που και το ολοστρόγγυλο μαγκάλι ήταν αναμμένο στο μαγαζί με τα ροδαλά τα κάρβουνα μέσα του. Έτσι για να το κρατάει ζεστό, ιδιαίτερα τα σούρουπα τον χειμώνα με τους πάγους και την πυκνή ομίχλη στην πόλη.
Σήμερα που περνάω από εκεί το καλό μας και αξέχαστο μανάβικο δεν υπάρχει. Άθελα όμως το βλέμμα μου το ψάχνει. Αναζητεί να το δει, άλλοτε σε πλάνα καθαρά και ξάστερα με τους πελάτες του να μπαίνουν και να βγαίνουν ψωνίζοντας, όλο ζωντάνια και ζωή και άλλοτε σε εικόνες θολές κι αραχνιασμένες, έρημο, βουβό και σιωπηλό, όπως κατάντησε να είναι τα τελευταία χρόνια.
Τι να πεις για όλα στη ζωή και… για το μανάβικο.
Γκρεμίστηκε, πέρασε, έφυγε, παρασύρθηκε κι αυτό από το ποτάμι του χρόνου και έμεινε μονάχα στη μνήμη όσων το ήξεραν. Αλλά και γιατί όχι. Τώρα με την περιγραφή, μπορεί και στη φαντασία των νεότερων που δεν έτυχε να το γνωρίσουν!

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ  21-6-2021

                     

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Προκήρυξη Η΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος


H΄ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ

Έδεσσα, 1η Φεβρουαρίου 2022

Ο σύλλογος «ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΙ ΕΔΕΣΣΑΣ» προκηρύσσει 

λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος.

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν Έλληνες ή αλλοδαποί, με ένα (1) μόνον διήγημα, στην ελληνική γλώσσα, το οποίο μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε θέμα, να είναι αδημοσίευτο και όχι μεγαλύτερο από έξι (6) τυπωμένες σελίδες Α4 σε Η/Υ, υπολογισμένες με γραμματοσειρά Times New Roman 12".

Διηγήματα με κομματικό ή προπαγανδιστικό περιεχόμενο αποκλείονται.

Ο Σύλλογος έχει το δικαίωμα να δημοσιεύσει σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή οποιοδήποτε διήγημα του διαγωνισμού, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης. Η επιτροπή αξιολόγησης των κειμένων του εν λόγω διαγωνισμού, εκτός από τα διακριθέντα, θα προτείνει και διηγήματα των υπολοίπων διαγωνιζόμενων (τελικό σύνολο 30 διηγήματα), τα οποία θα αποτελέσουν περιεχόμενο μιας ειδικής έντυπης έκδοσης, όπως έγινε και στους προηγούμενους Διαγωνισμούς.

Όσ-ες/-οι επιλεγούν να συμμετάσχουν σε αυτή την μελλοντική έκδοση, οφείλουν να στείλουν τα κείμενά τους και ένα σύντομο βιογραφικό σε ηλεκτρονική μορφή (σε cd ή mail) γραμμένα σε Microsoft Word (γραμματοσειρά Georgia ή Times New Roman και μέγεθος 12"), καθώς και μια φωτογραφία τύπου ταυτότητας, επίσης ηλεκτρονικά (σε αρχείο jpg).

Το προτεινόμενο διήγημα πρέπει να έχει τίτλο, καθώς και ψευδώνυμο του συγγραφέα και να σταλεί ταχυδρομικά σε τρία (3) αντίτυπα. Τα πραγματικά στοιχεία του/της συγγραφέα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνα, e-mail, σύντομο βιογραφικό) πρέπει να περιέχονται σε μικρότερο σφραγιστό φάκελο, χωρίς άλλα διακριτικά στο εξωτερικό του φακέλου. 

Η επιλογή του θέματος είναι ελεύθερη. 

Η μη τήρηση των παραπάνω όρων συνεπάγεται  αποκλεισμό των διαγωνιζομένων. Ως καταληκτική ημερομηνία αποστολής των κειμένων ορίζεται η 31η Οκτωβρίου 2022.

 

Κατηγορίες Διακρίσεων

3 Βραβεία

3 Έπαινοι

4 Τιμητικές διακρίσεις

1 Ειδικός Έπαινος τοπικής Ιστορίας περιοχών Έδεσσας-Νάουσας

1 Βραβείο Εφηβικού (ηλικία μέχρι και 18 ετών)

Διεύθυνση αποστολής: Ευαγγελίδης Δημήτρης,

Φιλελλήνων 9 – ΕΔΕΣΣΑ 58200

Πρόσθετες πληροφορίες στο τηλέφωνο: 6970 995041.

e-mail: karanos2010@gmail.com 


Για το ΔΣ του Συλλόγου

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ 

Τρύφων Ούρδας


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Απονομή Διακρίσεων Ζ' Λογοτεχν. Διαγωνισμού Διηγήματος



Απονομή Διακρίσεων


Χθες Σάββατο 29-1-2022 σε μια μικρή λόγω των συνθηκών, αλλά πολύ ουσιαστική εκδήλωση, παραδόθηκαν τα διπλώματα και τα βραβεία (βιβλία) στην διακριθείσα Δέσποινα Τσεχελίδου (Α΄ Βραβείο) και Ιωάννη Μπαχά (Γ΄ Βραβείο). 
Στην εκδήλωση συμμετείχαν η Αντιπρόεδρος του Συλλόγου "Βιβλιόφιλοι Έδεσσας" Ρ. Γαβριηλίδου και τα μέλη του Διοικ. Συμβουλίου Δ. Ευαγγελίδης και Ν. Σαπουνάς
Ακολούθησε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση για τις προοπτικές του Συλλόγου, για την λογοτεχνία, τα βιβλία κλπ. Συμφωνήθηκε να επαναληφθούν αυτές οι συναντήσεις με ευρύτερη συμμετοχή, εφ' όσον το επιτρέψουν οι καταστάσεις.


 

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Διηγήματα Ζ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού (6)


 Γ΄ έπαινος

Κόκκινο ρόδι  

Προφητηλιώτη Ευαγγελία 

Η νύχτα μύριζε γιασεμί. Με τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές και τις σίτες για ασπίδα από τα κουνούπια, ήταν άλλο ένα όμορφο βράδυ του Σεπτεμβρίου. Είχε ζέστη αρκετή και ένα απαλό αεράκι που σου χάιδευε τα μαλλιά, ενώ από μακριά έρχονταν χαρούμενες φωνές από παρέες που πήγαιναν στο λιμάνι για διασκέδαση. Πέρασε από μπροστά μου, ρίχνοντας μου μια γλυκιά ματιά και κάθισε στο μπαλκόνι να ξεκουραστεί μετά από μια κουραστική και δύσκολη βάρδια στην δουλειά. Ήταν απογευματινή και την άλλη μέρα πρωινή. Πόσο πολύ θα ήθελε και αυτή να βγει έξω για ένα ποτάκι να χαλαρώσει, αλλά που τέτοια τύχη. Αρχικά δεν πήγαινε το σώμα της, είχε κάτσει στην καρέκλα και δεν έλεγε να κουνηθεί από την κούραση και έπειτα με ποιον να βγει αφού ο αρραβωνιαστικός της είχε φύγει για τριήμερο στην πρωτεύουσα, για να παρακολουθήσει έναν αγώνα από την αγαπημένη του ομάδα. Πώς να του το αρνηθεί να μην πάει, ένα χόμπι είχε και αυτός. Πάντα έδειχνε κατανόηση η Αληθινή, πάντα καταλάβαινε. Άλλωστε έπρεπε να ξυπνήσει την άλλη μέρα στης έξη το πρωί για να πάει ξανά στην δουλειά. Μια χαρά ήταν και στο σπιτάκι της. Είχαν νοικιάσει ένα όμορφο καινούργιο διαμέρισμα με τον Παντελή, κέντρο απόκεντρο κοντά στην αγορά και στο λιμάνι αυτού του υπέροχου νησιού. 

        Αγόρασαν και έπιπλα σε μοντέρνα γραμμή που αρμόζουν στα νέα ζευγάρια, σε αποχρώσεις άσπρο και γκρι. Λίγες πινελιές σε κόκκινο χρώμα υπήρχαν στο σαλόνι τόσο μικρές αλλά εξίσου όμορφες. Ένα αυτοκινητάκι αντίκα στα ράφια πάνω από την τηλεόραση, δυο μαξιλάρια στον γωνιακό καναπέ, ένα πήλινο ρόδι για γούρι, το αγαπημένο της, πάνω στην τραπεζαρία και ένας μεγάλος πίνακας με δυο ανθισμένα κλαδιά κερασιάς ζωγραφισμένα στην μέση, έργο της Αληθινής, που λάτρευε την ζωγραφική, την ηρεμούσε. Μόλις έπιανε τα πινέλα και τις μπογιές της ταξίδευε σε έναν άλλον κόσμο, τον δικό της, σε άγνωστους προορισμούς με όμορφα τοπία με θέα, σαν την θέα που είχε μπροστά της. 

        Το μπαλκόνι της από την μια πλευρά έβλεπε το βουνό, που το χειμώνα γινόταν άσπρο από τα χιόνια και από την άλλη πλευρά έβλεπε την θάλασσα, όχι πολύ, αλλά της έφτανε για να καταλάβει αν φυσάει στην παραλία, αν έχει κύματα η θάλασσα για να αποφασίσει να πάει για βουτιά ή όχι. Άλλωστε πέντε λεπτά με τα πόδια ήθελε για να φτάσει, δίπλα ήταν. Ευθεία μπροστά της απλωνόταν η μια πλευρά της χώρας, έτσι λένε στα νησιά την πρωτεύουσα, που στο τελείωμα της φαίνονταν μακριά κάποια παραθαλάσσια χωριά και παραλίες. Αν και έμενε στο κέντρο, αυτό το διαμερισματάκι ήταν λαχείο για αυτούς γιατί ήταν ψηλά, στον πέμπτο όροφο και δεν είχε από πουθενά τριγύρω εμπόδια από σπίτια, όλα ήταν ποιο χαμηλά, για αυτό και είχε τόσο ωραία θέα. Το λάτρευαν και οι δυο.

        Το στομάχι της παραπονέθηκε που το άφησε νηστικό τόσες ώρες και με ότι δύναμη της είχε απομείνει πήγε στην κουζίνα να φτιάξει ένα κολατσιό. Περνώντας μου έκλεισε το μάτι και έκατσε στο γραφείο για να φάει παρακολουθώντας στον υπολογιστή την αγαπημένη της σειρά μέσω δικτύου που την έχασε λόγω δουλειάς όταν έπαιζε στην τηλεόραση. Συνήθως όταν έβλεπε σε επανάληψη τις σειρές χρησιμοποιούσε το κινητό της. Σήμερα όμως το έβαλε να φορτίσει και έτσι άνοιξε τον σταθερό υπολογιστή του Παντελή. Είχε και αυτή υπολογιστή, ένα laptop, αλλά είχε μικρότερη οθόνη και έτσι προτίμησε τον σταθερό, κάτι χρόνια είχε να τον χρησιμοποιήσει.

        Με τον Παντελή ήταν έξι χρόνια μαζί, τα τέσσερα συζούσαν σε αυτό το όμορφο σπίτι. Εκεί είχαν κλείσει την ευτυχία τους, την αγάπη τους, τα όνειρα τους, τα ταξίδια τους. Αγαπούσαν τα ταξίδια, έκαναν αρκετά και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Περνούσαν όμορφα μαζί, βρίσκονταν με φίλους για καφέ, φαγητό, καμιά βόλτα στο λιμάνι, περπατάδα την έλεγαν οι ντόπιοι. Η Αληθινή δεν ήταν από το νησί, εκεί βρέθηκε λόγω δουλειάς, γνώρισε αργότερα και τον Παντελή μέσω μιας συναδέλφισσάς της. Ήταν καρμικό, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον, ακόμα και στις παραξενιές. Από το πόσες φορές θα έλεγχαν αν κλείδωσαν την πόρτα, αν έκλεισαν τα φώτα, αν έσβησαν τον θερμοσίφωνα, αν κλείδωσαν το αμάξι, όλα ίδια. Η παρέα του Παντελή σαν ντόπιος γέννημα θρέμμα, ήταν μεγάλη και κρατούσε από την παιδική ηλικία ακόμα. Όλοι του οι φίλοι είχαν κοπέλες, άλλοι αρραβωνιάστηκαν, άλλοι παντρεύτηκαν και είχαν και παιδιά. Σαν έλεγαν ότι κάνουν κάποια συνάντηση για καφέ στο σπίτι, μαζεύονταν πάνω από δεκαπέντε άτομα την φορά, κανονικό πάρτυ. Γέλια, χαρές, νέα, κουτσομπολιά και περνούσαν οι ώρες ευχάριστα, οι μήνες, τα χρόνια. Οι δικοί της φίλοι ήταν στην πόλη της, τα κολλητάρια όπως τα αποκαλούσε, με αρχηγό τον Θοδωρή που τον είχε σαν αδερφό της και το ίδιο ένιωθε και αυτός για αυτήν. Στο νησί όμως δεν είχε κανέναν δικό της, ούτε καν γνωστό όταν ήρθε. Έφυγε από τον τόπο της για ένα καλύτερο αύριο λόγω δουλειάς και τώρα χάρη στον Παντελή είχε αποχτήσει, εκτός από τα πεθερικά της που ήταν υπέροχοι άνθρωποι και είχαν άριστες σχέσεις, εκτός από τους συγγενείς του και μια ολόκληρη στρατιά από φίλους. Ένιωθε τόσο γεμάτη από ευτυχία, τύχη, πετούσε στα ουράνια.

        Τα μάτια της άρχισαν να κλείνουν, ανυπομονούσε να τελειώσει το επεισόδιο για να πάει να κοιμηθεί. Σκέφτηκε ότι δεν μίλησε πολύ σήμερα με τον Παντελή, θα του τηλεφωνούσε μετά για να του πει καληνύχτα, όταν θα ξάπλωνε. Η ώρα είχε πάει μιάμιση το βράδυ και μόλις τελείωσε η αγαπημένη της σειρά. Την είδα που νύσταζε. Ήταν ώρα για ύπνο, δεν έβλεπε μπροστά της από την κούραση. Στην προσπάθεια της να κλείσει το παράθυρο του υπολογιστή κατά λάθος πατάει μια άλλη επιλογή και της εμφανίζονται διάφορες φωτογραφίες από έναν φάκελο που δεν είχε ξαναδεί. Η μοίρα χόρευε μπροστά στα μάτια της, ταράχτηκε η ψυχή της με αυτό που είδε, η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια της. Η μια φωτογραφία διαχέονταν την άλλη και όλο και ποιο πολύ έπεφτε στο κενό. Οι εικόνες ήταν από συνομιλίες που είχε ο Παντελής με μια άλλη γυναίκα με σεξουαλικό περιεχόμενο λες και ήταν διάλογος από ταινία πορνό, με ναζάκια, με λέξεις αγάπης που την χτύπησαν σαν κανονιά στην καρδιά. Διάφορες φωτογραφίες που τους έδειχναν μαζί αγκαλίτσα, σε άλλες να δίνουν φιλάκια, μια ζωγραφιστή καρδούλα σε ένα παγκάκι, σε ένα θολωμένο τζάμι αυτοκινήτου που ήταν έξω νύχτα, το δικό του αυτοκίνητο. Δεν είχαν τελειωμό. Ποια Θεϊκή δύναμη την έσπρωξε να ανοίξει τον δικό του υπολογιστή;

        Τρελαμένη από τον πόνο όπως ήταν άρπαξε το κινητό της και άρχισε να βγάζει φωτογραφίες τις εικόνες που έβλεπε στην οθόνη. Κάπου στα μισά το τηλέφωνο της κουδούνισε, ήταν ο Παντελής. 
"Αληθινή μου τι κάνεις, σε πήρα για να σε καληνυχτίσω, ήταν ωραίος ο αγώνας σήμερα". 
"Α ναι; Μπράβο, άνοιξε την συνομιλία στο κινητό σου, να σου στείλω μια εικόνα και πάρε με τηλέφωνο".
Του το έκλεισε στα μούτρα, δεν άντεχε ούτε να τον ακούει. Του έστειλε την φωτογραφία που είναι αγκαλίτσα με την άλλη και να τα μέλια να τρέχουνε. Ο κόσμος γύρω της θολός χωρίς αρχή και τέλος, μια μουτζούρα όλα σε έναν καμβά, είχε πληγωθεί βαριά. Πάγωσε ο χρόνος, πάγωσε η στιγμή, πάγωσε και η καρδιά της έσπασε σε κομμάτια, τρέχει να κρυφτεί, να κλάψει, να φωνάξει γιατί, τι λάθος έκανε. Το μυαλό τρέχει να σκεφτεί, να βρει απαντήσεις, να βρει λύσεις, να βρει την μικρή καρδούλα και να την αγκαλιάσει, να την παρηγορήσει ότι έμεινε από αυτήν. Και δουλεύει, δουλεύει πυρετωδώς να συνεχίσει να ζει, να αναπνέει. Αλλά δεν τα καταφέρνει, το σώμα αντιδρά, η πίεση στο κόκκινο, οι σφύξεις στο κόκκινο, τα κλάματα, τα νεύρα, η απογοήτευση στο κόκκινο και αυτά. Μόνο το αίμα που τρέχει σαν καταρράκτης από την μύτη της λόγω υψηλής πίεσης θυμίζει ότι η ζωή συνεχίζεται.

Το κινητό της κουδούνισε ξανά. 
"Σε ακούω" του λέει, τι άλλο να του πει δηλαδή. 
"Αληθινή μου" ακούγεται από την άλλη γραμμή ο Παντελής. 
"Αληθινή μου δεν είναι αυτό που φαίνεται, δεν ισχύει, μια πλάκα ήταν. Άσε με να σου εξηγήσω, μπορεί παλιά να έγινε ότι έγινε αλλά δεν ισχύει πια". 
"Αλήθεια; Συνεχίζεις και μου λες ψέματα, οι φωτογραφίες δεν έχουν τελειωμό. Οι ημερομηνίες τους είναι πρόσφατες. Πως μου το έκανες αυτό, τόσο θέατρο πια έπαιζες; Πώς με αγκάλιαζες, πως με φιλούσες, πως κοιμόσουν δίπλα μου; Δεν είχες τύψεις; Ένιωθες όμορφα για τα ψέματα που μου έλεγες; Πού είναι η αγάπη σου; Μου έλεγες ότι με έβλεπες σαν γυναίκα σου, σαν μάνα των παιδιών σου. Με τι θεμέλια θα ξεκινούσες μια οικογένεια; Μου έλεγες κοίτα τι έχουμε φτιάξει εδώ και μου έδειχνες το σπίτι μας. Αν σου τελείωσε η αγάπη σου για μένα γιατί δεν μου το είπες, έκανα πολλές θυσίες για σένα και το ξέρεις. Δεν είσαι άντρας εσύ". 
Από την άλλη γραμμή δεν ακούγονταν παρά μόνο κάτι ψίθυροι που έλεγαν περίμενε να γυρίσω, να τα πούμε από κοντά και κάτι κλαψουρίσματα. Έκλαιγε και μάλιστα αληθινά, αλλά δεν την ενδιέφερε, δεν την ένοιαζε πια, για αυτήν είχαν όλα τελειώσει. 
"Όταν θα έρθεις θα πάρεις τα πράγματα σου, θα μου δώσεις τα κλειδιά του σπιτιού και να μην σε ξαναδώ στα μάτια μου". 
Έπιασε το τηλέφωνο της, έστειλε ένα βιαστικό μήνυμα στον φίλο της τον Θοδωρή:
"Δεν είμαι καλά, Παντελής τέλος", και το απενεργοποίησε.

Έψαξε να βρει από τον υπολογιστή πληροφορίες για αυτήν την γυναίκα, κάτι της θύμιζε. Άνοιξε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που είχε και άρχισε να ψάχνει, δεν άργησε να την βρει. Μα βέβαια ήταν συνάδελφοι με τον Παντελή, δούλευαν στον ίδιο χώρο, τώρα θυμήθηκε που την είχε δει. Διαπίστωσε από την προσωπική της σελίδα ότι ήταν γύρω στα δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη του, παντρεμένη με παιδί, η κόρη της μόλις είχε πάρει πτυχίο και ο άντρας της συνεργάτης της, συνεργάτης της Αληθινής, δεν πίστευε στα μάτια της. Πώς μπόρεσε και μπήκε μέσα σε μια οικογένεια ο Παντελής, μα δεν είχε καθόλου καρδιά τελικά αυτός ο άνθρωπος; Αποφάσισε βέβαια στον εαυτό της να μην πει τίποτα στον άντρα αυτής της γυναίκας που τον ήξερε χρόνια, που συνεργάζονταν και ας τον έβλεπε με μισή καρδιά στην δουλειά της από εδώ και πέρα πλέον, δεν θα του έλεγε τίποτα και το τήρησε. Η ώρα ήταν τέσσερις και δέκα το πρωί και δεν είχε καμία όρεξη για ύπνο, διαλυμένη ψυχολογικά όπως ήταν περνώντας μπροστά από την τραπεζαρία έριξε κατά λάθος κάτω στο πάτωμα το αγαπημένο της γούρι, το κόκκινο ρόδι, δεν έδωσε καμία σημασία και μπήκε στο μπάνιο να κάνει ένα ντουζ για να χαλαρώσει, να ηρεμίσει, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να κλάψει, να κλάψει με λυγμούς.

Στην δουλειά της την άλλη μέρα το πρωί, δεν την κατάλαβε κανείς, ότι ήταν άυπνη όλο το βράδυ, ότι ήταν πληγωμένη. Ήξερε από μικρό παιδί να κρύβει καλά τα συναισθήματα της. Μόνο σε μια συναδέλφισσά της το είπε, την Κυριακή, που την εμπιστευόταν και αυτή στάθηκε δίπλα της σαν βράχος για να στηριχτεί και να αναρρώσει. Όλοι οι φίλοι και οι φίλες που είχε αποχτήσει από την παρέα του Παντελή εξαφανίστηκαν. Οι βόλτες, οι καφέδες, τα γεύματα στα ταβερνάκια, οι συναντήσεις στα διάφορα σπίτια, σαν να μην έγιναν ποτέ. Έξη χρόνια φιλίας χάθηκαν μέσα σε ένα βράδυ. Ούτε ένα άτομο από την παρέα δεν νοιάστηκε να την ρωτήσει πως είναι, πως περνάει, να πάνε καμιά βόλτα, αφού όλοι γνώριζαν ότι δεν ήταν από το νησί. Στο τέλος φάνηκε τι φιλία είχαν τελικά και ας έτρεχε η Αληθινή να συνδυάσει την δουλειά με μαγειρέματα και ετοιμασίες στο σπίτι που θα έρχονταν τα παιδιά το βράδυ και ας ήταν κουρασμένη. Όλες και όλοι χάθηκαν.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζει κάποιος έναν χωρισμό, πόσο μάλλον έναν αιφνίδιο, είναι ίσος με έναν θάνατο. Δείχνει τον χαρακτήρα του, την ανατροφή του, τα θεμέλια που έχει χτίσει η οικογένεια του για να επιβιώσει στη ζωή. Όταν ήρθε ο Παντελής να πάρει τα πράγματα του, η Αληθινή ήταν ήρεμη, φιλική και πέρα ως πέρα συνεργάσιμη. Είχε αποδεχτεί την κατάσταση και την αντιμετώπισε με τον καλύτερο τρόπο. Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες και ο Θοδωρής από το τηλέφωνο και η Κυριακή από κοντά την βοήθησαν να κολλήσει ένα ένα τα σπασμένα κομμάτια της καρδιάς της. Η Κυριακή επέμενε να της γνωρίσει και έναν φίλο του αδερφού της .
"Άσε με να στον γνωρίσω, είναι καλό παιδί, θα δεις", της έλεγε ξανά και ξανά. 
"Δεν είμαι σίγουρη", της απαντούσε. 
"Και αν πληγωθώ ξανά;". 
"Αν δεν τον γνωρίσεις δεν θα ξέρεις". Και λέγε λέγε την έπεισε να του δώσει το νούμερο του τηλεφώνου της. Έτσι ένα όμορφο απόγευμα της ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό της από έναν άγνωστο αριθμό, χαμογέλασε, το σκέφτηκε λιγάκι και μετά απάντησε. Ήταν έτοιμη να συνεχίσει την ζωή της. Εκείνη την βραδιά της αποκάλυψης όμως, εκείνη την στιγμή που είχε χάσει την γη κάτω από τα πόδια της, η καρδιά της Αληθινής είχε γίνει όπως ακριβώς και εγώ, όταν με παρέσυρε άθελα της και έπεσα στο πάτωμα, χίλια κομμάτια.

Ε. Π.