Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

Βιβλιοπροστασία


Βιβλιοπροστασία για δύσκολες εποχές...
"Βιβλιόφιλοι Έδεσσας"

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Ευχές!


Ευχές

Καλή Ανάσταση στους Βιβλιόφιλους σε όλο τον κόσμο! Και του χρόνου να εορτάσουμε ένα γνήσιο παραδοσιακό Πάσχα, όπως πάντα!

Το ΔΣ του Συλλόγου
"Βιβλιόφιλοι Έδεσσας"


Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Χρονογράφημα του Τρ. Ούρδα



Η   «Ε Ξ Α Φ Α Ν Ι Σ Η»

Ήτανε όπως τότε. Μια Κυριακή της Άνοιξης! Σαν τις άλλες Κυριακές της ίδιας εποχής που πέρασαν και αλίμονο, ποτέ δεν τις ξεχάσαμε για τις ομορφιές τους…
Και βγήκαμε έξω να χαρούμε τον ήλιο. Να πούμε την «καλημέρα» μας σε όσους θα συναντήσουμε στο δρόμο, να ρίξουμε λίγο το μάτι μας σε καμιά βιτρίνα και επιτέλους να «μην» ψωνίσουμε λόγω αργίας! Μα πιο πολύ να δούμε τους «φίλους». Αυτούς τους συνανθρώπους μας, που πάντοτε τους έχουμε βαθιά μέσα στην «καρδιά» μας και πάντοτε τους θυμόμαστε στα δύσκολα και τα εύκολα, στις χαρές μας και στις στεναχώριες!
Και επειδή η Κυριακή ήταν σαν τις «άλλες» τις Κυριακές, ξεκινήσαμε και σήμερα να τη γιορτάσουμε. Ναι, να τη γιορτάσουμε! Γιατί εδώ που τα λέμε, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, η κάθε μέρα μας πρέπει να είναι γιορτή και να τη γιορτάζουμε. Εξ άλλου πώς να μην είναι, αφού προς το παρόν το πρωί ξυπνάμε μια χαρά, ζούμε και αναπνέουμε, σκεφτόμαστε και αποφασίζουμε, περπατάμε και πάμε εκεί που θέλουμε, πεινάμε και τρώμε και...
Πάλι λοιπόν σήμερα, «χαίροντες άκρας υγείας» πήραμε το δρόμο που μας πηγαίνει στη «γιορτή»! Αυτόν τον αγαπημένο μας δρόμο που χρόνια τώρα μας περνάει έξω από ωραίες εισόδους πολυκατοικιών, προσήλια ψηλά μπαλκόνια, «γερασμένα» σπίτια με χορταριασμένες αυλές αλλά και από καινούργια με γεμάτες τις αυλές τους χρωματιστά λουλούδια, καθώς και από προαύλια σχολείων με εκείνο το «κελάηδισμα» των παιδιών τους!
Δρόμε μας. Πόσο πολύ σε αγαπάμε! Αλλά εάν εσύ βαρέθηκες  να μας βλέπεις, πες το μας σε παρακαλώ!
Αφού λοιπόν και σήμερα η Κυριακή είναι σαν τις άλλες τις Κυριακές, τρέχουμε να προφτάσουμε τη «χαρά». Εκεί μέσα στον κόσμο μας. Μέσα στο πλήθος που είμαστε αριθμοί αλλά και ξεχωριστά πρόσωπα. Στον τόπο που το μάτι μας θέλει να βλέπει την κίνηση, τη συζήτηση, το στρες και καμιά φορά τον προβληματισμό στην όψη για τα πιο σοβαρά όσο και για τα πιο ασήμαντα πράγματα και που αυτή η «σκοτούρα» πολλές φορές μας κάνει να φαινόμαστε ωραιότεροι και περισσότερο συνετοί στην καρδιά!
Ίδια σαν τις άλλες και η σημερινή μας Κυριακή, όμοια με αυτές που πέρασαν και έφυγαν και χάθηκαν και δεν θα τις ξαναδούμε!
Επιτέλους! Οι ανυπόμονοι φτάσαμε στον τόπο που «διακαώς» ποθούμε να βρεθούμε. Μπαίνουμε βαθιά μέσα στο πανέμορφο «Είναι» του και ψάχνουμε και εμείς να γευτούμε κάτι από αυτή την ομορφιά του. Από τις ωραίες στιγμές του. Από τις ευχάριστες απολαύσεις του!
Τι; Όχι βέβαια κάτι το υπερβολικό! Απλά καθημερινά πράγματα ζητάμε. Ας πούμε να πιούμε κάτω από τον πάντοτε, όπως τον ξέρουμε φωτεινό ουρανό του, ένα φλιτζάνι αχνιστό και μυρωδάτο, όλο «μπράβο» καφέ. Μαζί με τα φιλαράκια μας, τα αγαπημένα παιδιά της παρέας μας!
Αλλά…τα ψάχνουμε και όμως δεν τα βρίσκουμε. Και όλως «παραδόξως»! Δεν μας ψάχνουν και εκείνα. Δεν μπορεί λέμε. Δεν είναι δυνατόν. Εδώ βρισκόμασταν πάντοτε. Την ίδια ώρα, άγγλοι τζέντλεμαν.
Κοιτάζουμε μακριά-κοντά, πέρα και αντίπερα, πάμε στα γνωστά μέρη που καθόμασταν αντάμα, φωνάζουμε το όνομά τους, δεν υπάρχουν. Εξαφανίστηκαν! Σαν να πέρασε από εδώ ένας τρελός βοριάς και «φύλλα ξερά» τα σήκωσε ψηλά και τα πήγε σε άλλα μέρη, σε άλλους χώρους, για να ζήσουν εκεί, αφήνοντας εμάς στη μοναξιά μας και στη θλίψη μας που σήμερα δεν μπορούμε να βρεθούμε μαζί τους.
Αλήθεια, ζούμε ένα όνειρο ή μια πραγματικότητα!
Λείπει από παντού ο Γιώργος μας με τους «ιδιότροπους» τους καφέδες του, ο Γιάννης, ο μουστάκιας με τις μεγάλες του «εμμονές», να φέρνει πάντοτε τις αντιρρήσεις του, «καλοπροαίρετα» βέβαια, σε κάθε μας συζήτηση. Ο Πέτρος, το μοντελάκι με τα ακριβά του και πάντοτε στην «πέννα» ντυσίματα. Ο άλλος ο Γιάννης μας με τα «πονηρά» και όλο υπονοούμενα ανέκδοτα, ο κύριος Θανάσης να μας επαναλαμβάνει το τι έγινε τότε στην «Κατοχή» και… τέλος πάντων στην εποχή του «Περικλή με την Ασπασία του», ο Γιώργος με την «αγαθή» την πολυλογία του αλλά και ο Βασίλης που μιλάει μονάχα με την «τρανταχτή» τη σιωπή του!
Και τόσοι άλλοι!
Περνάμε και από τις άλλες τις γωνιές  που συνήθιζαν να βρίσκονται και να «τραβάνε» τα ποτηράκια τους, όλο τραγούδι και κέφι για τη ζωή. Αυτή τη ζωή που όλοι μας τη θέλουμε καθαρή και ξάστερη, χαμογελαστή και με πολλές ευχάριστες εκπλήξεις. Αλλά και από εδώ απουσιάζουν! Γιατί «οϊμέ» και αυτά τα «στέκια» είναι ερμητικά κλειστά, χωμένα μέσα στο καβούκι τους, αγκαλιασμένα με τη σιωπή και τη βουβαμάρα τους!
Χτυπάμε και τις πόρτες τους. Αλλά και αυτές δεν ανοίγουν. Λες και από το χρόνο σκούριασαν οι κλειδαριές τους και δεν μπορεί να μπει μέσα το κλειδί να τις ανοίξει.  Και έτσι τα πήρε ο ύπνος. Ένας διαρκής λήθαργος από τον οποίο, ούτε και αυτά ξέρουν πότε θα ξυπνήσουν. Προς το παρόν όμως, συνεχίζουν να κοιμούνται χωρίς σταματημό. Να κοιμούνται και να ονειρεύονται, παλιές όμορφες μέρες με τον κόσμο τους που γλεντούσε βαθιά μέσα στα σπλάχνα τους.
Περνάμε και από το «πλατάνι» της πλατείας. Αυτό που το χαίρονται οι νέοι και το θυμούνται οι παλιότεροι. Το καταπράσινο πλατάνι και όπως θα έλεγε ο καθένας μας, το πλατάνι της «νιότης» και των «γηρατειών». Τόπος συνάντησης και εδώ με τους φίλους, σήμερα δεν βρήκαμε κανέναν! Πάνε και από εδώ, οι όμορφες συζητήσεις που κάναμε τότε μεταξύ μας και τα μεγάλα όνειρα που φτιάχναμε παρέα του, καθισμένοι στα τραπεζάκια γύρω από τις ρίζες του, πέταξαν σαν κυνηγημένα πουλιά οι επιθυμίες, τα αισθήματα και συναισθήματα που έβγαιναν από την καρδιά μας, άλλοτε ψιθυριστά και άλλοτε δυνατά με το τραγούδι.
Τώρα εντελώς μόνο του στέκεται εδώ το πανύψηλο δένδρο, ίσως με μόνη συντροφιά του τις αναμνήσεις αλλά και το ελαφρό αεράκι που κάθε τόσο φυσάει και κουνάει τα φύλλα του, όπως τώρα, λες και μας χαιρετάει από εκεί ψηλά μόνο και μόνο για να μας δώσει κουράγιο, στην ουσία όμως να βάζει κι άλλη λύπη την ψυχή μας!
Δεν ξέρουμε αλλά αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για τη σημερινή Κυριακή μας! Δεν μας εμπνέει, όπως παλιά, να κάτσουμε στον ήλιο της και να γράψουμε στίχους αισιοδοξίας για τη ζωή μας και να συνθέσουμε ελπίδες της για το αύριο!
Σχεδόν απελπισμένοι παίρνουμε το πλακόστρωτο και τραβάμε για το πάρκο. Σύχναζαν και εδώ κάποτε οι φίλοι μας. Κάποτε όταν τις Κυριακές της Άνοιξης, φούντωναν εδώ τα λουλούδια και γέμιζαν τα δρομάκια από ανθρώπους που έκαναν περίπατο. Θα βρούμε άραγε εδώ κανέναν!
Μπαίνουμε μέσα στα δέντρα του. Βαδίζουμε και από την αγωνία τρέμουνε τα πόδια μας. Θα έρθουμε επιτέλους πρόσωπο με πρόσωπο με αυτούς; Θα σφίξουμε τα χέρια τους και θα κάτσουμε στα παγκάκια, να κάνουμε πάλι τα ταξίδια μας στο παρελθόν, ανεβασμένοι πάνω σε αεροπλάνα, καράβια, τρένα και αυτοκίνητα για να πάμε ξανά σε αγαπημένα μέρη της γης που ζήσαμε και κρατήσαμε τις αναμνήσεις τους, καταπληκτικές στιγμές που γράψαμε, αιώνια να μην χορταίνουμε να τις λέμε, να τις ακούνε τα παιδιά μας!
Τελικά και εδώ είναι άδεια τα μονοπάτια. «Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση!» Μονάχα στην άκρη του πάρκου, που είναι ένα μικρό εκκλησάκι φαίνεται να κινείται ένας άνθρωπος. Ξένος για μας. Αλλά εδώ που μας έφτασαν οι καιροί, είναι παρηγοριά, πως σε αυτό το τόπο υπάρχουν ακόμα και ζούνε άνθρωποι.
Κουκουλωμένος στο βαρύ παλτό του ο άνθρωπος, περνάει μπροστά από την πόρτα του μικρού ναού και κάνει το σταυρό του. Ύστερα ανάβει ένα κεράκι έξω στην εικόνα του και με ευλάβεια τη φιλάει. Βιάζεται όμως να φύγει. Στο πάρκο ο ουρανός συννέφιασε και η μπόρα «κρέμεται» πάνω από το κεφάλι του. Έτσι με γρήγορο βήμα απομακρύνεται. Εξαφανίζεται στον κατήφορο του δρόμου και τώρα πια δεν τον βλέπουμε!
Εξαφάνιση! Η κυριότερη λέξη σήμερα!
Ε! Λοιπόν όχι! Σήμερα, μέρα Κυριακή δεν είναι σαν τις άλλες τις Κυριακές που ξέραμε. Τις ελεύθερες και τις ξέγνοιαστες. Σήμερα δεν βλέπουμε έξω ανθρώπους. Όλοι κρύβονται. Η μάνα «κρύβεται» από το παιδί και το παιδί από τη μάνα! Πρωτάκουστο στον κόσμο και όμως αληθινό. Όλοι κρύβονται και γυρεύουνε τη μοναξιά. Ένας «αόρατος» φόβος πλανιέται στα τέσσερα σημεία και γίνεται κυρίαρχος σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Ακόμα και μέσα στα σπίτια, το «θεριό» έκανε τη «φωλιά» του και με μίσος δείχνει τα «δόντια» του σε όποιον τολμήσει να παρακούσει τις εντολές του!
Και εμείς, φτωχοί και πεντάρφανοι εραστές της Κυριακής ακόμα την ψάχνουμε. Όχι μόνο στα γνωστά μας σημεία. Αλλά παντού. Σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης μας. Την ψάχνουμε αλλά δεν τη βρίσκουμε. Τώρα πια μόνο τη διαβάζουμε και τη φέρνουμε στο νου μας, μέσα από παλιά και σχισμένα περιοδικά, τσαλακωμένα ρομάντζα αλλά και μέσα από «αληθινά» παραμύθια!
Δεν απελπιζόμαστε όμως. Κάποτε θα τη βρούμε. Και όλοι μαζί, «εμείς» και οι «χαμένοι» οι φίλοι μας, θα τη γιορτάσουμε…
Βάλσαμο στις πικραμένες καρδιές μας!
                                                                                                   5-4-2020
                                                                                                  ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ



Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Βιβλιοπαρουσίαση-βιβλιοκριτική


Ένα εκπληκτικά ενημερωτικό έργο, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προφητικό, με ένα πλήθος πληροφοριών για τις επιδημίες που μαστίζουν τον κόσμο, αλλά και τις παλιές ασθένειες που επανεμφανίζονται, γραμμένο το 1994 και το οποίο έπρεπε να διδάσκεται στις Ιατρικές Σχολές.
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Λώρη Γκάρρετ - Ο επερχόμενος λοιμός: Νεοεμφανιζόμενες ασθένειες σε έναν κόσμο εκτός ισορροπίας 
(Laurie Garrett - The Coming Plague: Newly Emerging Diseases in a World Out of Balance)
Σελίδες 750
Κυκλοφόρησε: Οκτώβριος 1995
Εκδοτικός Οίκος: “Farrar, Straus and Giroux, New York U.S.A.

Table of Contents

Preface
Introduction
1. Machupo: Bolivian Hemorrhagic Fever
2. Health Transition: The Age of Optimism—Setting Out to Eradicate Disease
3. Monkey Kidneys and the Ebbing Tides: Marburg Virus, Yellow Fever, and the Brazilian Meningitis Epidemic
4. Into the Woods: Lassa Fever
5. Yambuku: Ebola
6. The American Bicentennial: Swine Flu and Legionnaires' Disease
7. N'zara: Lassa, Ebola, and the Developing World's Economic and Social Policies
8. Revolution: Genetic Engineering and the Discovery of Oncogenes
9. Microbe Magnets: Urban Centers of Disease
10. Distant Thunder: Sexually Transmitted Diseases and Injecting Drug Users
11. Hatari: Vinidogodogo (Danger: A Very Little Thing): The Origins of AIDS
12. Feminine Hygiene (As Debated, Mostly, by Men): Toxic Shock Syndrome
13. The Revenge of the Germs, or Just Keep Inventing New Drugs: Drug-resistant Bacteria, Viruses, and Parasites
14. Thirdworldization: The Interactions of Poverty, Poor Housing, and Social Despair with Disease
15. All in Good Haste: Hantaviruses in America
16. Nature and Homo sapiens: Seal Plague, Cholera, Global Warming, Biodiversity, and the Microbial Soup
17. Searching for Solutions: Preparedness, Surveillance, and the New Understanding
Afterword
Notes
Acknowledgments
Index

Βιβλιοκριτική του Pinguin books
Ακάθαρτο πόσιμο νερό. Ακατάλληλη χρήση αντιβιοτικών. Τοπικός πόλεμος. Μαζική μετανάστευση προσφύγων. Η αλλαγή των κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνθηκών σε όλο τον κόσμο προκάλεσε την εξάπλωση νέων και δυνητικά καταστροφικών ιών και ασθενειών-HIVLassaEbola και άλλων. Η Laurie Garrett σας ταξιδεύει σε όλον τον πλανήτη, στα τελευταία πενήντα χρόνια των μαχών με τα μικρόβια και εξετάζει τις παγκόσμιες συνθήκες που έχουν κορυφωθεί σε επαναλαμβανόμενα κρούσματα νεοεμφανιζόμενων ασθενειών, επιδημίες ασθενειών που μεταναστεύουν σε νέες περιοχές και μεταλλαγμένες παλιές ασθένειες που δεν είναι πλέον θεραπευσιμες. Υποστηρίζει ότι δεν είναι τόσο αργά, αρκεί να αναλάβουμε δράση για να αποτρέψουμε την περαιτέρω επίθεση ιών και μικροβίων και προτείνει πιθανές λύσεις για ένα πιο υγιές μέλλον.

Βιβλιοκριτική του Amazon.com
Από πού θα εμφανιστεί η επόμενη ασθένεια; Από οπουδήποτε στον κόσμο - από υπερχείλιση λυμάτων στο Κάιρο, από μια ζώνη πολέμου στη Ρουάντα, από ένα ενεργειακά αποδοτικό κτίριο γραφείων στην Καλιφόρνια, από κάποιο αγρόκτημα χοίρων στην Κίνα ή τη Βόρεια Καρολίνα.
"Η ετοιμότητα απαιτεί κατανόηση", γράφει η δημοσιογράφος Λώρη Γκάρρετ (Laurie Garrett) που κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ (Pulitzer) και σε αυτό το βιβλίο, πρόδρομο του επόμενου έργου της: «Η προδοσία της Εμπιστοσύνης: Η κατάρρευση της Παγκόσμιας Δημόσιας Υγείας» (Betrayal of Trust: The Collapse of Global Public Health) δείχνει σαφή κατανόηση των μοτίβων που βρίσκονται κάτω από τις νέες ασθένειες στους τίτλους των εφημερίδων (AIDS, Ebola), όπως και τις παλιές που αναζωπυρώνονται (φυματίωση, χολέρα).
Καθώς ο ανθρώπινος πληθυσμός εκρήγνυται, οι οικολογίες καταρρέουν και απλοποιούνται, οι μικρο-οργανισμοί διαφόρων ασθενειών διεισδύουν κινούνται στα κενά.
Καθώς η παγκοσμιοποίηση συνεχίζεται, οι ασθένειες μπορούν να μετακινούνται από τη μια χώρα στην άλλη όσο πιο γρήγορα μπορεί να πετάξει ένα αεροπλάνο.
Ενώ η ανθρώπινη φυλή μάχεται μεταξύ της, η υπεροχή μετακινείται στην πλευρά των μικροβίων. Είναι οι θηρευτές μας και θα νικήσουν εάν εμείς, ο Homo sapiens, δεν μάθουμε να ζούμε σε ένα λογικό παγκόσμιο χωριό που προσφέρει στους μικροοργανισμούς λίγες ευκαιρίες.
Η εικόνα της δεν είναι εντελώς ζοφερή. Οι επιδημίες μεγαλώνουν όταν ενισχύεται το ξέσπασμα μιας ασθένειας - από τις μολυσμένες πηγές νερού, τις κοινόχρηστες βελόνες, τον ανακυκλούμενο αέρα, με την πορνεία. Ο έλεγχος των ενισχυτών των ασθενειών είναι μέσα στις δυνάμεις μας. Είναι θέμα χρημάτων, ανθρώπων και θέλησης.
– Μαίρη Έλλεν Κέρτιν (Mary Ellen Curtin)

Βιογραφικά
Η Laurie Garrett είναι η μοναδική συγγραφέας που της έχουν απονεμηθεί την ίδια χρονιά (1977) και τα τρία μεγάλα "P's" της δημοσιογραφίας: το Peabody, το Polk και το Pulitzer.


Η Laurie Garrett γεννήθηκε στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας το 1951. Αποφοίτησε με τιμητική διάκριση από το Merrill College στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Σάντα Κρουζ, όπου έλαβε B.A. στην Βιολογία το 1975.  Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βακτηριολογίας και Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ και έκανε έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ με τον Leonard Herzenberg.Κατά τη διάρκεια των διδακτορικών σπουδών της, η Garrett άρχισε να μεταδίδει επιστημονικές ειδήσεις για τον ραδιοφωνικό σταθμό KPFA. Το χόμπι έγινε σύντομα πολύ πιο ενδιαφέρον από το μεταπτυχιακό και πήρε άδεια απουσίας για να ασχοληθεί με την δημοσιογραφία. Η Garrett δεν ολοκλήρωσε ποτέ το διδακτορικό της. Στην KPFA, η Garrett εργάστηκε στην διοίκηση, στις ειδήσεις και στην παραγωγή ραδιοφωνικών ντοκιμαντέρ.
Μια σειρά ντοκιμαντέρ με συμπαραγωγό τον Adi Gevins κέρδισε το Βραβείο Peabody Ραδιοφωνίας του 1977 ενώ άλλες παραγωγές του KPFA από την Garrett κέρδισαν το βραβείο Edwin Howard Armstrong.
Η Garrett κέρδισε το βραβείο George Polk για τις ξένες ανταποκρίσεις το 1997 για το «Διαλυμένη Αυτοκρατορία, κατακερματισμένη Υγεία» (Crumbled EmpireShattered Health) μια "σειρά 25 άρθρων σχετικά με την κρίση δημόσιας υγείας στην πρώην Σοβιετική Ένωση" στην εφημερίδα Newsday.
Κέρδισε ένα άλλο βραβείο της Polk το 2000 για το βιβλίο της "Betrayal of Trust" (Η προδοσία της Εμπιστοσύνης), "ένα σχολαστικά ελεγμένο απολογισμό των καταστροφών στην υγεία που συμβαίνουν ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη και ισοδυναμεί με καταστροφή παγκόσμιων διαστάσεων". Το 2004, ο Garrett προσχώρησε στο «Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων» ως βασική συνεργάτις του Παγκόσμιου Προγράμματος Υγείας. Έχει εργαστεί σε μια ευρεία ποικιλία θεμάτων, όπως το SARS, η γρίπη των πτηνών, η φυματίωση, η ελονοσία, οι μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων κλινικών και η αλληλοσύνδεση του HIV / AIDS και της εθνικής ασφάλειας.

Δ.Ε.Ε.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Η Σαρακοστή (Διήγημα)


Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Του Τρύφωνα Ούρδα

Πάτησε η Σαρακοστή και άντε όλοι ευθυγραμμισμένοι οδεύουμε, «ψυχή τε και σώματι» για το Πάσχα. Το Πάσχα της χριστιανοσύνης, το μεγάλο Πάσχα των Ελλήνων, το Πάσχα του καθενός από μας, που στην ταυτότητά του, τουλάχιστον κάποτε έγγραφε, «χριστιανός ορθόδοξος»!
Σήμερα που εξελίχθηκαν τα πράγματα, αυτόν τον τίτλο τον φέρουμε μονάχα στις καρδιές μας. Έτσι ισχυριζόμαστε και γι αυτό δίνουμε όρκο!
Λοιπόν! Βροχή και χτες, βροχή και σήμερα, επειδή η ομπρέλα είναι μόνιμα ξεχασμένη κάπου, για να μη γίνω μούσκεμα, είπα να πάρω το αμάξι μου και να κατέβω στο κέντρο της πόλης για τον πρωινό καφέ. Όπως συμβαίνει πάντοτε αυτές τις ώρες στο κέντρο και με αυτές τις καιρικές συνθήκες, γίνεται χαμός. Απαξάπαντες, για να μην ξεχάσω και την καθαρεύουσα, πάνε «κουρσάτοι» και που και που κανένας λαχειοπώλης ή κανένας ζητιάνος ή στην καλύτερη περίπτωση κανένας ρομαντικός να κυκλοφορεί στους δρόμους με τα πόδια, προφυλαγμένος από τη βροχή κάτω από την ομπρέλα του. Ο τελευταίος μπορεί να έχει ακόμα στο κεφάλι του και καβουράκι. Έτσι για διπλή προστασία!
Έψαξα αρκετή ώρα για να βρω κάπου και να παρκάρω αλλά δεν έβρισκα. Απογοητευμένος βρήκα πολύ μακριά ένα άδειο πεζοδρόμιο και κάτω ακριβώς από μια πινακίδα που επιβλητικά «δέσποζε» το σήμα της και απαγόρευε τη στάθμευση, εγώ κύριος, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, στάθμευσα το όχημα. Τράβηξα χειρόφρενο και κάνοντας τον «κινέζο» την κοπάνησα από εκεί στα γρήγορα, μήπως με δει κανένα μάτι και με παρεξηγήσει.
Όμως λίγο πριν κατέβω, άκουσα πίσω μου φασαρίες. Δυο φίλοι μας, από αυτούς που βρισκόμαστε κάθε μέρα και «ξοδεύουμε» καλημέρες, δυστυχώς χωρίς να το εννοούμε, πιάστηκαν σε έντονη «κονβερσασιόν» και αυτοί για μια θέση στάθμευσης. Μπαρουτιασμένοι και οι δυο από τις τόσες ώρες που δεν την έβρισκαν, τελικά όταν βρήκαν μια, τη διεκδικούσαν από κοινού. Μάλωναν για το ποιος την είδε πρώτος. Και δώστου τα κοσμητικά επίθετα: 
Άσε μας ρε λαπά! Δεν μας παρατάς ρε μπάμια! Άντε μη σου πω ρε χαλβά! Παλιό πατατοκεφτέ! Αγγούρι, ζητάς και τα ρέστα..! Τραχανά!
Φοβούμενος μη πιαστούνε και στα χέρια, τρόμαξα να πάρω τον έναν, που τον γνώριζα κάπως και να τον πάω λίγο μακριά από το «πεδίο μάχης», σε ένα διπλανό καφενείο για να ηρεμήσει. Κάτσαμε σε μια γωνιά και παραγγείλαμε καφέ και γκαζόζα ο τύπος, γιατί από τα πολλά λόγια, στέγνωσε το στόμα του και μόνο τραύλιζε. Ύστερα όταν έπεσε ο θυμός του και επανήλθε η καρδιά του στους κανονικούς της σφυγμούς, εγώ εντελώς αυθόρμητα και αθώα, έκανα την πρόταση να το γυρίσουμε στο ούζο και να ζητήσουμε μάλιστα να μας φέρουν αν θέλει και κανένα σουβλάκι, από αυτά που ψήνονταν και άχνιζαν στη ψησταριά. Τι ήθελα και το είπα!
Ο φουκαριάρης αντιμετώπισα όχι μόνο την άρνησή του αλλά και την ειρωνεία του στην ιδέα μου αυτή, ως αντίθετη με τη θρησκευτική και χριστιανική του τακτική, για την περίοδο που διανύουμε.
-Καλά, μου λέει με ένα ύφος μεγάλου δασκάλου της θεολογίας και άτεγκτου πιστού χριστιανού. Νηστεία περνάμε δεν το ξέρεις; Πού ζεις; Τόσο δεν ξέρεις εσύ από χριστιανική ηθική; Δεν νηστεύεις τώρα τη Σαρακοστή;
Στην αρχή, όταν άκουσα τα λόγια του μονάχα ξαφνιάστηκα. Μετά όμως, όταν συνειδητοποίησα τι έλεγε, μου ήρθε να σηκωθώ, να τον πιάσω από το γιακά και να του πω πόσο υποκριτής και κενός είναι στις πράξεις του. Δηλαδή με λίγα λόγια να του πω, ότι δεν τον πείραξε που πριν από λίγο έξω τσακώθηκε και έβριζε τον άλλον, όπως τον έβριζε αλλά τον πείραξαν τα σουβλάκια που του πρότεινα εγώ!
Τέλος πάντων, είπα από μέσα μου. Κάνε την «πάπια», πες του ένα γεια και φύγε από κοντά του. Τέτοιοι είναι κάποιοι άνθρωποι. Φαρισαίοι! 
Πολύ ήρεμος, βγήκα από το μαγαζί και όταν βρέθηκα στο δρόμο, έφερα στη μνήμη μου τις βρισιές του φίλου. Με έπιασαν τα γέλια.
Έλα μωρέ, μικροπράγματα σκέφτηκα. Δεν βριζόντουσαν οι άνθρωποι άσχημα. «Σαρακοστιανά» βριζόντουσαν, στο πνεύμα των ημερών!
Την άλλη μέρα πάλι το απόγευμα, είπα να κάνω μια βόλτα στην αγορά. Αυτή τη φορά με τα πόδια γιατί ο καιρός ήταν «χάρμα» να περπατάς. Ντύθηκα με τα καλά μου, πήρα επάνω μου πορτοφόλια, κινητά, κλειδιά, έστρωσα και μια «τσιγαριά» στο χέρι μου και «ελεύθερος και ωραίος» βρέθηκα στον πεζόδρομο με τα καταστήματα. 
Πριν όμως καλά, καλά κάνω πέντε βήματα, άκουσα να μου φωνάζουν μέσα από ένα μαγαζί. Ήταν από μια ψησταριά με πέντε έξι φιλαράκια, όλοι παρέα σε ένα τραπέζι. Φυσικά μέσα είχε και αλλά τραπέζια γεμάτα από κόσμο. Άπαντες είχαν μπροστά τους από ένα πιάτο με μπριζόλα, μπιφτέκι, κοτόπουλο, ανάλογα με την προτίμηση του καθενός, συνοδευόμενα βέβαια και από τα άλλα «καλλυντικά», όπως σαλάτες, τσίπουρα, ρετσίνες και γενικά αλκοολούχα ποτά. 
Η μουσική, δεν το συζητάμε στο διαπασών με φουλ Καζαντζίδη, Νταλάρα και από τους σύγχρονους Πάολα, Ρέμο, Μακεδόνα και λίγο Μαζωνάκη.
Μετά τις καθιερωμένες χειραψίες και τα καλωσορίσματα, με έβαλαν και μένα «μουσαφίρη» όντα να κάτσω σε μια καρέκλα και μου έδωσαν πιάτο και σερβίτσια. Στρογγυλοκάθισα κι εγώ, μου παράγγειλαν μια από τα ίδια, χτύπησα τα ποτήρια μαζί τους και γενικά προσπάθησα να εγκλιματιστώ στο προσφερόμενο περιβάλλον της «κοιλιόδουλης» κουλτούρας!
Ήταν αλήθεια πως δεν πείναγα. Εκεί μέσα όμως μου άνοιξε η όρεξη. Αλλά δεν ήθελα και να το δείξω. Μην με πουν και πεινασμένο. Έτσι έτρωγα αργά και πολύ τυπικά, όπως κάνουν οι πολιτισμένοι άνθρωποι της εποχής μας! Έλα όμως που αυτό έγινε αντιληπτό από τους φίλους.
-Φάε ρε άνθρωπε, μου λέει σε μια στιγμή αυτός που καθόταν δίπλα μου. Τι περιμένεις; Γι αυτό δεν ζούμε; Τρώνε οι πεθαμένοι! Ε! φιλαράκο, σήμερα ό,τι φας κι ό,τι πιεις κι ό,τι … 
Ευτυχώς ο φίλος δεν το συνέχισε αλλά εγώ πρόλαβα και του είπα:
-Τρώω ρε παιδιά. Εξ άλλου και το Πάσχα κοντά είναι…
-Ρε ποιο Πάσχα περιμένεις να φας, με διακόπτουν. Φάε τώρα, φάε και το Πάσχα. Γι αυτό έρχονται τέτοιες γιορτές. Να τρώμε, να πίνουμε και να γλεντάμε. Όχι μόνο να δουλεύουμε!
Ήθελα να του πω και για να γίνουμε «καλύτεροι» άνθρωποι. Αλλά εκείνη την ώρα σε ποιον να το πεις. Η ατμόσφαιρα ήταν «άκρως» ακατάλληλη για τέτοιου είδους συζητήσεις…
Ένα μεσημέρι ξανά, αυτών των ημερών, βρέθηκα πελάτης σε ένα από τα σούπερ μάρκετ της πανέμορφης πόλης μας. Ας πούμε πως έκανα «σόπιν θέραπι», μια και τώρα τελευταία, σε όλα τα μήκη και πλάτη, πολύ φοριέται αυτή η μέθοδος αναζωογόνησης της ψυχής. Βλέπετε παγκοσμίως είναι πεσμένη η ψυχολογία των ανθρώπων, από πολλές αιτίες..!
Φτάνοντας, παραξενεύτηκα από τον μεγάλο συνωστισμό που υπήρχε έξω από το μαγαζί. Άλλοι έμπαιναν, άλλοι έβγαιναν, τι να πω ένα πανδαιμόνιο. Ιδιαίτερα μου έκανε εντύπωση όσοι έβγαιναν έξω. Είχαν φορτωμένα τα καρότσια τους με τόσα πολλά τρόφιμα, σαν να ήταν τριαξονικές νταλίκες!
Ψάξε, ψάξε να ρωτήσω τι γίνεται, βρήκα τον παλιό μου συμμαθητή και φίλο, τον Ανδρέα. Τον ανακάλυψα και αυτόν κρυμμένο, πίσω από ένα καρότσι που το έσπρωχνε μαζί με τη γυναίκα του, με κάθε λογής ψώνια, στοιβαγμένα μέσα μέχρι το μπόι του και λίγο πιο πάνω. Από τα είδη που αγόρασε, τα περισσότερα ήταν ζυμαρικά.
-Καλέ μου φίλε, του λέω. Γιατί αγόρασες όλη την ΑΒΕΖ; 
-Καλά μου απαντάει, δεν άκουσες; Ο Ερτογάν έφερε όλους τους μετανάστες στα σύνορα, στον Έβρο. Και εμείς μαζεύουμε εκεί στρατό και Αστυνομία για να τους εμποδίσουμε να μπούνε σε μας. Καταλαβαίνεις αν ανοίξει κανένας πόλεμος. Δεν θα έχουμε τι να φάμε! Θα πεινάσουμε. Πάντως εγώ μέχρι το Πάσχα προμηθεύτηκα τα απαραίτητα..!
-Ναι αλλά ρε φίλε μου, του λέω τσιρίζοντας. Εσύ τα πήρες όλα για τον εαυτό σου. Εγώ που μπαίνω τώρα τι θα πάρω;
-Α! μου απαντάει πάλι. Τι με νοιάζει εμένα για τον άλλον. Ο καθένας για τον εαυτό του!
Λες, είπα από μέσα μου, να έχουμε πόλεμο; Ο Ανδρέας, ο κολλητός μου, που από μικρά παιδιά μοιραζόμασταν την καραμέλα και τώρα λόγω της μεγάλης ευαισθησίας που «μας δέρνει» στην αλληλεγγύη, να έχει δίκαιο; Μήπως και εγώ για να συμβαδίζω με την «κοινή συνείδηση», θα έπρεπε να γεμίσω το πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου μου; Προβληματίστηκα! 
Μου πέρασε όμως αυτό πολύ γρήγορα, όταν είδα έξω από τις πόρτες του καταστήματος να με περιμένει ένας ζητιάνος με το χέρι του απλωμένο, σχεδόν εκλιπαρώντας με να του δώσω λεφτά.
-Αυτός σιγομουρμούρισα, θα πεθάνει από την πείνα αν γίνει πόλεμος!
Προχτές, συννεφιασμένη Κυριακή από πολλές πλευρές, έτρεξα «κακήν κακώς» στο φαρμακείο να πάρω ένα φάρμακο γιατί είχα πονόδοντο. Μου το συνέστησε τηλεφωνικά ο γιατρός. Βρήκα το εφημερεύον και πήγα. Και εδώ ο κόσμος ουρά. Βέβαια δεν παραξενεύτηκα. Τέτοιες ουρές, τα τελευταία χρόνια στη ζωή μας δεν μας είναι και πολύ άγνωστες! Όπου να πας, ό,τι και να κάνεις θα τις βρεις στο βήμα σου.
Μπήκα λοιπόν κι εγώ στη σειρά και περίμενα υπομονετικά. Οι συζητήσεις, πίσω και μπροστά από μένα, ποιες να ήταν άραγε; Τι άλλο εκτός από τη γνωστή γρίπη. Τον κορωνοϊό! Τόσα κρούσματα, αυτές οι προφυλάξεις, τόσους «ξέκανε» και τέτοια. Αμάν. Έλεος πια! Ακούς γι αυτόν και έτσι σου έρχεται να πέσεις σε βαθιά κατάθλιψη. Μας έγινε έμμονη ιδέα αλλά δυστυχώς και πραγματικότητα! 
Και ξαφνικά σκάει μπροστά μου ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου! Ο μεγαλύτερος «καλαμπουρτζής» του αιώνα μας αλλά συγχρόνως και ο πιο φοβητσιάρης άνθρωπος της εποχή μας! Τον είδα να βγαίνει από το φαρμακείο με μια μάσκα στο στόμα του και με μια σακούλα γεμάτη φάρμακα. Την κράταγε στο αριστερό του χέρι. Το δεξί του όλως παραδόξως, κρεμόταν από το λαιμό του, δεμένο σε νάρθηκα.
Παραξενεύτηκα, γιατί το πρωί που ήμασταν μαζί στην Εκκλησία, έχαιρε «άκρας υγείας και το χέρι του δούλευε μια χαρά στον ώμο του. Τώρα τι του συνέβη. Μετά από ένα γρήγορο γεια, όλο περιέργεια τον ρώτησα τι έπαθε και ξαφνικά έμοιαζε σαν τραυματίας πολέμου.
-Άσε, μου λέει με λύπη πολλών «καρατίων». Το χέρι μου! Με πονάει και το έδεσα. Τραυματίστηκα εκεί σε μια μάχη στον Έβρο με τους μετανάστες!
Αυτά είπε και λες τον κυνηγούσαν εξαφανίστηκε, παρά το γεγονός και κάποιοι άλλοι γνωστοί του τον ρώταγαν περισσότερα. Και τότε…
-Άκου, μου λέει ένας που ήταν πίσω μου και φυσικά και αυτός τον γνώριζε. Μην τον πιστεύεις. Επίτηδες το έδεσε, για να μην κάνει χειραψίες με όσους συναντά στο δρόμο και κολλήσει κορωνοϊό. Και επί πλέον ο αφιλότιμος δεν έχει αφήσει μάσκα για μάσκα σε φαρμακείο. Και εδώ τώρα, μάσκες κουβαλούσε. Δεν το πρόσεξες;
-Βρε τι μπορεί να σκαρφιστεί στην ανάγκη του ο άνθρωπος, σκέφτηκα. Να πως εξηγείται που το πρωί στη Λειτουργία ο «θεατρίνος», καθόταν έξω από το Ναό, για να αποφύγει τον συγχρωτισμό, προφασιζόμενος μέσα αφόρητη ζέστη. Ποιος ο Βασιλάκης! Αυτός που ήταν πάντα μπροστά και πριν το «δι’ευχών», σκοτωνόταν πρώτος να πάρει αντίδωρο από του παπά το χέρι..!
Και έτσι πάμε για το Πάσχα. Όλοι μας. Με μια ψυχή! Νηστεύοντες και μη νηστεύοντες, «υβριστές» και «υβριζόμενοι», υποκριτές και ειλικρινείς αλλά και αλληλέγγυοι δίπλα στους άπληστους και τους παρτάκηδες..!                                                           

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ
14-3-2020

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Αρνήθηκε να παραλάβει το Βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών


Αρνούμαι...

Την άρνησή της να παραλάβει το λογοτεχνικό βραβείο από την Ενωση για το βιβλίο της «Φεγγάρια στον υπόνομο» έκανε γνωστή μέσα από την εφημερίδα «Ελευθερία» η Λαρισαία λογοτέχνης Χαρά Κούτρα.

Οι Κοσμήτορες της Ενωσης Ελληνων Λογοτεχνών -όπως αναφέρει η κ. Κούτρα- επέλεξαν να βραβεύσουν το βιβλίο ως ένα ξεχωριστό κομμάτι της ελληνικής λογοτεχνίας, με τη βράβευση να γίνεται σε ειδική εκδήλωση που θα διοργανωνόταν σε συνεργασία του Υπουργείου Πολιτισμού, της Ενωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και της Περιφέρειας Θεσσαλίας. 
Η κ. Κούτρα τονίζει στην «Ε» ότι:
«Γεννήθηκα και ζω στην πόλη της Λάρισας. Όσα η ψυχή μου κέρδισε, τα οφείλω στη φιλόλογό μου κ. Κατερίνα Παυλοπούλου-Ρήγα. Και με το έργο μου αυτό επέλεξα να εκτεθώ ανεπανόρθωτα στους αναγνώστες μου γιατί αυτό θεωρώ ότι απαιτεί η Τέχνη της Λογοτεχνίας. Διένυσα μια διαδρομή ανάπηρη, μα ευτυχώς, στο ταξίδι της ζωής με ανακούφιζαν πάντα η σιωπή και οι εικόνες του ταξιδιού! Οι φταίχτες της αναπηρίας μου; Αν τους αναζητήσετε θα τους ανακαλύψετε μέσα στη σφαίρα της Εθνικής μας Τραγωδίας. Σαν ώριμη όμως σήμερα Ιφιγένεια θα πολεμήσω για να τιμωρήσω όλους αυτούς που παρέδωσαν τη χώρα μου στη χειρότερη Ιστορική γενοκτονία της Φυλής… 
Ο λογοτέχνης στα μέρη τα δικά μας δεν θα γίνει ποτέ έμπορος. Ξάγρυπνος στα χρόνια περιπλανιέται και καταγράφει με τα ευαίσθητα όργανα πλοήγησης που διαθέτει την πείνα, το θανατικό, την αγωνία, την εξαθλίωση, τον θυμό, την υποδούλωση και τα όνειρα του λαού του που καρτεράει την πολυπόθητη Λευτεριά! Σώμα και αίμα του περήφανου λαού μου στην απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού το οποίο σε συνεργασία με την Περιφέρεια Θεσσαλίας και με σκοπό να έρθουν στην πόλη μου για να μου αποδοθεί μέσα σε εορταστικό κλίμα το χρυσό μετάλλιο που δημοσιεύτηκε από την απόφαση των κοσμητόρων και δημοσιεύθηκε στον Τύπο αρνήθηκα διότι θεωρώ ότι πλέον όλοι οι θεσμοί της χώρας μου είναι συνυπεύθυνοι για την εκχώρηση Εθνικής Κυριαρχίας. Με σεβασμό στις αρίφνητες γενιές των Λογοτεχνών που πέρασαν από τα Ιερά τούτα χώματα… Αρνούμαι» αναφέρει η Λαρισαία συγγραφέας.






Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Το καπηλειό



ΤΟ ΚΑΠΗΛΕΙΟ
Του Τρύφωνα Ούρδα

   Στο χαμηλό το καπηλειό του μπάρμπα-Μήτσου εκεί δίπλα στο ποτάμι με την καταπράσινη την κληματαριά μπροστά στην αυλή του το καλοκαίρι, εκείνο το βράδυ, μεγάλος φαινόταν να ήταν ο «νταλκάς» της παρέας. Νέοι άνθρωποι όλοι, άντε και… παιδιά, άκουγαν τις «πλάκες» από το καινούργιο γραμμόφωνο που έφερε το αφεντικό του μαγαζιού και τραβούσαν σχεδόν «ξεροσφύρι» το κρασί.
   Τα έρμα τα τραγούδια, όλα λίγο πολύ, κάτι είχανε να πούνε στην καρδιά του καθενός και με την «ασήκωτη ζεμπεκιά» που έβγαζαν δεν υπήρχε περίπτωση να μην σε έκαναν να θέλεις να ξεκολλήσεις από την καρέκλα σου και να χορέψεις αλλά και γιατί όχι να μην θέλεις να σπάσεις κάτω από το τραπέζι που τα πίνεις ή και να μην γουστάρεις να πετάξεις στο κέντρο, τάχα πίστα του μαγαζιού, ένα από τα  ποτηράκια ή τα πιάτα που έβαζε το μαγαζί για το κρασί και το μεζέ.
   Έτσι βρε αδερφέ για να ξεδώσεις από την καθημερινότητα, να εκτονωθείς από την πίεση των προβλημάτων της ζωής ή και να βγάλεις από μέσα  σου, ό,τι σε στεναχωρεί, «παιδί πράμα» στον καιρό σου.
   Και όλα αυτά βέβαια προς απογοήτευση της πινακίδας, που κρεμόταν εκεί πάνω στον τοίχο του μαγαζιού και έλεγε ανορθόγραφα, στην καθαρεύουσα μάλιστα και σε αυστηρό τόνο, «απαγορέβετε το σπάζιν».
   Με αυτή την «εν γένει» κατάσταση γύρω, η νύχτα προχωρούσε και η παρέα δεν έλεγε να αφήσει το μαγαζί, παρά το γεγονός ότι η μποτίλια με το λουξ έπαιρναν να τελειώνουν και από πάνω το φως να θαμπώνει αλλά και τα ξύλα στη σόμπα και αυτά να σώνονται και λίγο, λίγο το μαγαζί να γίνεται κρύο. Εξ άλλου και το χιόνι που έπεσε προ ημερών στο χωριό και τώρα έμεινε λίγο στις στέγες, έκανε παγωμένη την ατμόσφαιρα. Και αυτός ο αέρας, που πριν από λίγο άρχισε έξω να φυσάει και έμπαινε στο κατάστημα από την ξύλινη και παλιά, όλο χαραμάδες πόρτα του, μέχρι και από το ταβάνι, περισσότερο όμως από τα τζάμια που σφύριζαν, το έκανε πολύ πιο κρύο.
-Μπάρμπα- Μήτσο, βάλε για να χορέψουμε, είπε σε μια στιγμή ένας από την παρέα, ο Λευτέρης. Ξέρεις εσύ, εκείνο με τη… «λάβρα»! Φέρε και κρασί…
   Πώς να μην ήξερε ο καφετζής το τραγούδι που γύρευε να ακούσει και να χορέψει το παιδί! Όλα τα ήξερε αυτός, μια και κάθε μέρα, όλο και κάτι έπαιρνε το αυτί του από τα λόγια της παρέας κατά το σερβίρισμα. Έτσι εδώ και δυο μέρες, ο Λευτέρης, είναι πολύ στεναχωρημένος, σχεδόν απελπισμένος από την πονηρούλα και τη ναζιάρα φιλενάδα του τη Μαρία, που την τσάκωσε ένα απόγευμα στη «βόλτα», εντελώς ασυλλόγιστα να χαριεντίζεται με άλλον. Κάργα όπως λέμε ερωτευμένος μαζί της εδώ και πολλά χρόνια, αυτό το ρεζίλεμα δεν μπόρεσε να το βγάλει από  το νου του, ούτε και να το καταπιεί. Το διαολεμένο το θηλυκό, από την ώρα που το είδε έτσι, λες και ήταν μια ξεδιάντροπη, του άναψε μεγάλη φωτιά, να σαν αυτή που λέει ο Καζαντζίδης στο τραγούδι του και που ζήτησε να ακούσει το παλικάρι.
….αφού μου άναψες εσύ φωτιά και λάβρα
ειν’ όλα μαύρα, ειν’ όλα μαύρα…
   Όλα μαύρα και κατάμαυρα του Λευτέρη, μαύρα και της παρέας που τον συμπονούσε και «άντε να δούμε πότε θα πάμε σήμερα στα σπίτια μας για να κοιμηθούμε», είπε από μέσα του ο κάπελας, όταν άκουσε την παραγγελία, γεμάτος νεύρα, καθώς έγερνε μέσα από τον μπουφέ, πάνω σε μια από τις νταμιτζάνες του για να βάλει κρασί σε ένα μισοκάρικο και να το πάει στα παιδιά για να συνεχίσουν έτσι το γλέντι.
   Και η συντροφιά όταν τσούγκρισε τα ποτήρια με κεντρικό χορευτή τον ερωτευμένο φίλο, χόρεψε και ξανά-χόρεψε το «άσμα», οι στίχοι του, που ταίριαζαν ακριβώς με την κατάσταση που αυτός ζούσε. Μετά, αφού όλοι τους χόρτασαν να χορεύουν, είπαν  πάλι να κάτσουν στο τραπέζι και να τραβήξουν τα υπόλοιπα ποτηράκια τους.
   Όμως και ο «έτερος Καππαδόκης», ο Νίκος από την παρέα δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Το παράπονο πάλι αυτού του ανθρώπου ήταν μεγάλο, γιατί σε λίγο καιρό θα έφευγε για το στρατό και θα πήγαινε να παρουσιαστεί στην Καλαμάτα, εκεί σε ένα Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων. Δεν μπορούσε ο άμοιρος να χωνέψει, πως θα ξενιτευόταν και θα άφηνε για δυο ολάκερα χρόνια το χωριό του για να υπηρετήσει την Πατρίδα, μακριά από τους γονείς του και τα αδέρφια του.
   Και εδώ που τα λέμε, μπορεί να είχε και δίκαιο. Πρώτη φορά ο μικρός θα μίσευε και θα ήταν μόνος. Μάλιστα σ’ ένα περιβάλλον «άκρως» πειθαρχημένο με τις αναπαύσεις και τις προσοχές, τα επ’ ώμου και παρουσιάστε αλλά και με τις αγγαρείες και τις διαταγές, τις τιμωρίες και τις φυλακές. Τα άκουγε πού και πού από τους μεγαλύτερους στην ηλικία, που πήγαν πιο μπροστά φαντάροι, βέβαια όλο και με κάποια δόση υπερβολής και του φαινόταν στην πράξη πολύ δύσκολα, ανυπέρβλητα και κάπου φοβότανε, πως δεν θα τα κατάφερνε.
   Δεν είχε σημασία που από μικρό παιδί οι γονείς του τον έβαλαν στα βάσανα και στη σκληρή ζωή, να οργώνει με τα βόδια και να σπέρνει μαζί τους στα χωράφια και πολλές φορές να τα βόσκει στα τσαϊρια, ούτε που πολλές φορές δούλευε εργάτης στα τούβλα έξω απ’ το χωριό και στο κεραμιδαριό. Και το χειρότερο! Που καμιά φορά τα βράδια κοιμότανε νηστικός, γιατί η οικογένειά του ήταν φτωχιά, όπως και να το κάνομε.
   Έτσι λοιπό κι αυτός, με όλο το παράπονο που του έβγαινε εκείνη τη στιγμή, είπε στον μπάρμπα-Μήτσο να αλλάξει πλάκα στο γραμμόφωνο και να βάλλει εκείνη με τον Τσαουσάκη που έλεγε για μια…
«κούπα με κρασί και
Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις..!»
   Και σαν ο καφετζής το έκανε και κούρδισε το μηχάνημα, ακόμα από τις πρώτες στροφές της μελαγχολικής και ρεμπέτικης μελωδίας, το νέο παιδί τράβηξε την καρέκλα πίσω του, πέταξε στο πάτωμα το ποτηράκι που έπινε το κρασί και με αργά βήματα, εκείνα του «ζεϊμπέκικου», τράβηξε προς το κέντρο του μαγαζιού. Πολύ σταθερά άρχισε να φέρνει γύρες, σκύβοντας πολλές φορές για να χτυπήσει το δάπεδο σαν να έδινε γροθιά στα στραβά και ανάποδα του κατεστημένου της δύσκολης ζωής του. Ύστερα πάλι να πετάγεται επάνω και να κοιτάζει ψηλά, νικητής του σκληρού και αόρατου αυτού εχθρού του…
   Φυσικά σηκώθηκε και η παρέα μαζί του, χτυπώντας του παλαμάκια και  συνοδεύοντας τον, στο απίστευτο ταξίδι και όνειρο που ζούσε ο ίδιος, ιδιαίτερα ακούγοντας τους στίχους και τα λόγια του τραγουδιού, που εκείνη τη στιγμή εξέφραζαν πολύ και στα γεμάτα  τον ψυχικό του κόσμο.
Αλλά… κάποτε και αυτό το τραγούδι τέλειωσε. Τώρα η ένταση και το πάθος που ένιωσαν όλοι χορεύοντας, τους έκανε να βγάλουν από πάνω τους τα σακάκια. Το ίδιο έκανε και ο καφετζής, που χτυπιότανε για τα καλά πίσω από τον μπάγκο του, παίρνοντας πια την απόφαση, πως απόψε δεν πρόκειται να πάει στο σπίτι του! Ας τον περιμένει η γυναίκα του!
   Όταν λοιπόν και πάλι κάθισε η παρέα μετά τον χορό, διαπίστωσε ότι το τραπέζι τους δεν είχε καθόλου κρασί. Τρύπησαν φαίνεται απόψε οι κανάτες και τα ποτήρια, και του αφιλότιμου του «μαγαζά» καρφί δεν του καίγεται!
-Ρε κάπελα, του φώναξαν όλοι με ένα στόμα. Πού είσαι; Πού πας το κρασί που φέρνεις εδώ; Μόνος σου το πίνεις! Εμάς δεν μας σκέφτεσαι καθόλου! Άντε σε παρακαλούμε φέρε μας γρήγορα να πιούμε, τώρα που άναψε το γλέντι και πήρε φωτιά η πλατεία…
   Τι να κάνει και ο φτωχός ο γέρο-Μήτσος, με βαριά καρδιά, έσκυψε ξανά κάτω από τον μπουφέ και από τις μισές τις νταμιτζάνες του, γέμισε πάλι με κόκκινο κρασί το μισοκάρικο και το πήγε για άλλη μια φορά στα  παιδιά. Μαζί, επειδή τον έπιασε το φιλότιμο, πήγε τώρα και λίγο μεζέ. Όχι πολλά πράγματα. Λίγο τυρί με ελιές και μερικές φέτες ψωμί. Σκέφτηκε μήπως πειράξει τους γλεντζέδες που τα έπιναν «έτσι», σκέτα.
   Όμως που! Τα νιάτα έβλεπαν μόνο το κρασί. Και γέμιζαν και ξαναγέμιζαν τα ποτήρια. Και όλοι τους σαν μιλούσε το κρασί, κάτι είχανε να πούνε για τη ζωή και τις αδικίες της!
   Ωστόσο ένας από την παρέα και ο μικρότερος από τα παιδιά, ο Γιάννης, δεν είχε μιλήσει ακόμα. Μόνο έπινε και άκουγε τους άλλους που φώναζαν και γελούσαν, συμφωνώντας πάντα μαζί τους μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού του και χορεύοντας τους ασίκικους και μερακλίδικους χορούς τους.
   Τώρα σκέφτηκε πως ήταν ώρα να μιλήσει και αυτός,  Να πει λίγο-πολύ για τη ζωή του και να δείξει ότι και αυτός μπήκε πολύ γρήγορα στις μεγάλες της φουρτούνες, τα βάσανα και τους αναστεναγμούς της, τις πίκρες και τις λαχτάρες της και ό,τι εν τέλει συνεπάγεται να είναι κανένας άνθρωπος της «πιάτσας» και να ξυπνάει και να κοιμάται «μάγκας και δερβίσης» σε τούτον τον ντουνιά!
   Αμήχανα, πάνω στη ζάλη του κρασιού, κοίταξε για λίγο έξω απ’ το θαμπό παράθυρο του μαγαζιού. Απέναντι που ήταν η πλατεία, σχεδόν δεν έβλεπε τίποτα. Σκιά ανθρώπινη δεν φαινόταν να κινείται, γιατί ήταν και περασμένα μεσάνυχτα. Αλλά το μαύρο σκοτάδι που κυριαρχούσε, δίχως ψηλά το φεγγάρι και τον έναστρο ουρανό, που την έκαναν παράδεισο σαν φεγγοβολούσαν, του έφεραν μια περίεργη μελαγχολία. Ούτε κι αυτός κατάλαβε τι έπαθε εκείνη τη στιγμή. Αισθάνθηκε ξαφνικά την ψυχή του, ίδια με αυτή της σκοτεινής και έρημης πλατείας του χωριού, που τώρα την έδερνε μόνο ο αέρας και που μόλις και «μετά βίας» έβλεπες σε μια από τις γωνιές της, να φέγγει λίγο ένας δρόμος που πέρναγε μέσα απ’ το κέντρο της κι σε ένα από τα πλατάνια της να κουνιούνται τα γυμνά κλαδιά του. Ήταν από το φως μιας ξεχασμένης λάμπας, που έβγαινε αχνό και νυσταγμένο, έξω από το παράθυρο κάποιου παλιού και χαμηλού σπιτιού της γειτονιάς.
   Και τότε του ήρθε να χορέψει. Να παίξει το γραμμόφωνο εκείνο το τραγούδι που μίλαγε για
«μια νύχτα χωρίς φεγγάρι και
για ένα παλικάρι που δεν μπορεί να κοιμηθεί»
   Κουρασμένος ο κάπελας απ’ το «σύρε κι έλα» όλη μέρα στο μαγαζί, εξυπηρετώντας τους πελάτες, μόλις άκουσε την επιθυμία, κούνησε γρήγορα τα πόδια του και τράβηξε κατά τη γωνία που ήταν η συσκευή. Έψαξε μέσα σε ένα κουτί που ήταν στοιβαγμένες οι πλάκες και μετά από λίγο βρήκε αυτή με το τραγούδι. Τη σκούπισε όπως, όπως με το μανίκι του και την έβαλε πάνω στο γραμμόφωνο, αφού το κούρντισε από την αρχή. Εκείνο άρχισε να παίζει και το μαγαζί γέμισε πάλι από μελωδίες και νότες, γεμάτες με θλίψη και παράπονο. Και όχι μόνο! Το τραγούδι αυτό είχε και μια εξαίρετη «ζεμπεκιά», που σήκωνε να χορέψει ακόμα και τον  άρρωστο από το κρεβάτι του!
   Και τι δεν έγινε τότε! Χαμός  μέσα στο μαγαζί. Με πρώτο τον Γιάννη που έδινε τα «ρέστα» στο πανέμορφο ζεϊμπέκικο που χόρευε αλλά και από τα παλαμάκια των άλλων με τα «όπα» και τα «αλά» που φώναζαν, τα ποτήρια που γέμιζαν και άδειαζαν και τέλος από τα κομμάτια που γίνονταν αυτά στην πρόχειρη πίστα, έγινε πραγματικά ένας χαλασμός
   Τόσα ήταν τα μεράκια στο χορό αλλά και στο γλέντι που άναψε, ώστε μαζί με την παρέα αυτή τη φορά, σηκώθηκε να «χορέψει» και ο ίδιος ο καταστηματάρχης. Παρά το ολοήμερο τρέξιμο και την εξάντληση που ένιωθε, του ήρθε να πάρει μέρος και αυτός στη διασκέδαση και να αφήσει ελεύθερο εκείνη τη στιγμή τον εαυτό του από κάθε είδους προβλήματα και στεναχώριες. Άλλωστε ήταν ευκαιρία να δείξει και ο ίδιος, σαν μαγαζάτορας που ήταν, και τις δικές του χορευτικές του ικανότητες και πως μαζί με τους πελάτες, κάθε που του δίνεται η ευκαιρία, ξέρει και του λόγου του να γλεντάει.
   Επιπλέον να ξεχάσει πως απόψε θα πάει στο σπίτι του! Μέχρι το πρωί έχει κάτι το καλύτερο να κάνει. Να πιει λίγο παραπάνω και να γίνει ένα με τους πελάτες…
   Και ήταν αλήθεια. Με τα κέφια να χτυπάνε στο κόκκινο, προχωρούσε η νύχτα και κανένας δεν έλεγε να το «κουνήσει» από εκεί, το στενό αλλά πολύ μεγάλο στη διασκέδαση καπηλειό του μπάρμπα-Μήτσου και να πάει στο σπίτι του. Για κάποιους απόψε ο χρόνος σταμάτησε εδώ και θα το κάψουνε «το πελεκούδι», μέχρι που να δούνε τον ήλιο να βγαίνει στην Ανατολή.
Εξ άλλου ρε καλοί μου φίλοι, υπήρχε ακόμα ένας, ο τελευταίος από την παρέα, που δεν πήρε ακόμα τον λόγο. Που δεν είπε κι αυτός μέσα από το γραμμόφωνο τον καημό του και έτσι να «ξεσπάσει» με ένα καινούργιο, δικό του ζεϊμπέκικο, που θα ήθελε να χορέψει!
   Ο λόγος λοιπόν για τον Γιώργο. Εξαίρετο παιδί και ευγενική φυσιογνωμία, από τα καλά στον χαρακτήρα μέσα στο χωριό. Και όμορφο χωρίς αμφιβολία. Ήταν όμως λίγο άτυχο. Τη μέρα που γύρισε από το πολύχρονο «φανταριλίκι» και πήρε το απολυτήριο από τον στρατό, αντί να χαρεί για την επιστροφή του στο χωριό, τον βρήκε μια συμφορά! Πέθανε η μάνα του που ήταν άρρωστη για αρκετό καιρό. Και μάλιστα η καημένη σε μικρή ηλικία.
Έτσι έμεινε αυτός με τον πατέρα του και τα άλλα τα αδέρφια, που ήταν μικρότερα για να συνεχίσουν τη ζωή, δίχως τη μητρική παρουσία στο σπίτι και την αγάπη.
   Και αυτό του στοίχισε. Ήδη πέρασαν τρία χρόνια από τότε ίσως και περισσότερο μα ακόμα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το χαμό της. Τη θυμάται παντού, όπου κι αν βρίσκεται, στο σπίτι και στη δουλειά. Ακόμα και τώρα, με αυτή την παρέα και σε αυτό το μαγαζάκι που τα πίνει, φέρνει μπροστά του τη μορφή της και τον πιάνει το παράπονο που την έχασε τόσο γρήγορα.
   Ολόκληρος άντρας βέβαια! Όμως δεν έχει σημασία. Μέχρι να γεράσεις, τη μάνα σου ζητάς.
   Και αυτή τη στεναχώρια ο άνθρωπος απόψε την είπε στη παρέα. Τη μολόγησε βουρκωμένος. Και όλοι μελαγχόλησαν. Και όλοι τον αγκάλιασαν. Έβαλαν πάλι κρασί στα ποτήρια και τα τράβηξαν μονορούφι. Άσπρο πάτο που λένε όσοι είναι μερακλήδες στο ποτό. Και ξανάβαλαν. Και πάλι το ήπιαν. Όλο. Για τον πόνο του φίλου τους!
   Ακριβώς τότε, πάνω στην ώρα άρχιζε να παίζει και στο γραμμόφωνο ένα καινούργιο τραγούδι. Ένα τραγούδι που έλεγε για τη μάνα και το τραγουδούσε η Μαρίκα Νίνου:
«Σαν τη μάνα κανείς δεν σε προσέχει
και χαρά-χαρά σ’ όποιον την έχει».
   Στο άκουσμα το παλικάρι δεν άντεξε. Πολύ βαρύς του ερχόταν ο πεθαμός της μάνας του και αυτή την ώρα ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα και τη μεγάλη του συγκίνηση. Ήθελε κάπου να ξεσπάσει! Γι αυτό έπιασε μπροστά του το τραπέζι και το έσφιξε γερά. Τόσο, που μέσα στη δίνη του παραλογισμού του, το γύρισε ανάποδα. Πιάτα και ποτήρια τότε, έγιναν κομμάτια και μόνο το αλουμινένιο μισοκάρικο έμεινε ανέπαφο με το κρασί του να χύνεται στο ραγισμένο και τσιμεντένιο πάτωμα.
   Ύστερα με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό, σηκώθηκε να χορέψει. Είχε πολύ καιρό να το κάνει αυτό. Από τότε που «έφυγε» η μάνα του. Σεβάστηκε τον θάνατό της. Απόψε όμως ένα «βαρύ» ζεϊμπέκικο της το «χρωστάει». Σ’ αυτή και στον εαυτό του! Ήθελε να τον δει και η δόλια από εκεί πάνω και να χαρεί. Αλλά να δει και ο χάροντας, πώς χορεύουν οι γιοι, για τις πεθαμένες τις μάνες τους και ίσως τον πιάσει το φιλότιμο και άλλη φορά δεν πάρει νέα μάνα στον κάτω κόσμο.
   Και ο φίλος από την παρέα χόρεψε με την ψυχή του. Μέσα στον μικρό χώρο, χόρεψε ταπεινά και με αξιοπρέπεια για να ανακουφίσει τον πόνο του.
Οι άλλοι έσκυψαν γύρω του και τον έβλεπαν στον μοναχικό του «καημό» και χτυπούσαν παλαμάκια. Κάθε βήμα του στο χορό, ήταν γι αυτόν μια θύμηση και κάθε στροφή του, ένα καλύτερο από το σήμερα, αύριο.
 Άλλωστε αυτό σημαίνει και ζεϊμπέκικος χορός..!
   Κάποτε, πολύ μετά τα μεσάνυχτα, η ξύλινη και ξεθωριασμένη από τα χρόνια πόρτα του καπηλειού άνοιξε και η παρέα που γλεντούσε βγήκε έξω για να τραβήξει ο καθένας στο σπίτι του. Έκανε κρύο και ο αέρας ακόμα φυσούσε., Όμως κανένας δεν το ένιωθε. Όλοι είχαν ριγμένα τα σακάκια στον ώμο τους. Ο κάπελας, που εκείνη την ώρα δεν ήξερε τι να τους πει, καληνύχτα ή καλημέρα, έμεινε για να τακτοποιήσει το μαγαζί.
   Καθώς σκούπιζε, χωρίς να το θέλει, κοίταξε έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο του μαγαζιού του. Πέρα στο ποτάμι, μετά το πέρασμα της γέφυρας και κάτω από το φως του φεγγαριού, που μόλις μπόρεσε να βγει από τα σύννεφα, είδε τα παιδιά να χωρίζουν. Ύστερα να γίνονται σκιές και να χάνονται μέσα στη σκόνη που σήκωνε ο αέρας και στο βάθος των δρόμων με τις στροφές τους.
   Κρίμα, σιγομουρμούρισε. Πολύ κρίμα! Στη Δωροθέα οι νύχτες, πρέπει να κρατάνε περισσότερο. Για να κρατάνε περισσότερο και τα γλέντια..!

                                                                                              24-1-2020
                                                                                         ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ