Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Ανακοινώσεις


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Λόγω τεχνικών και διοικητικών προβλημάτων, αναβάλλεται η προγραμματισμένη για το πρώτο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου εκδήλωση απονομής των διακρίσεων του ΣΤ΄ Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος. 
Εντός του Σεπτεμβρίου θα διεξαχθούν οι αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των μελών του νέου ΔΣ του Συλλόγου.

Από το ΔΣ

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

Βιβλιοκριτικές Αλ. Ζώρη (2)




Λεωνίδας  Λεωνίδου
 "Γεώργιος Γρίβας Διγενής Βιογραφία" τόμος 1ος, εκδόσεις Επιφανίου

Τιμή Έκδοσης €28.01
Τιμή Πολιτείας €22.41 (-20%)

Πρόκειται για τον 1ο από τους 4 τόμους της βιογραφίας που έγραψε ο Λεωνίδας Λεωνίδου για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα Διγενή και καλύπτει την περίοδο από την γέννηση του έως και το 1950, η οποία είναι και η πιο άγνωστη στο ευρύ κοινό! 
Το βιβλίο είναι επίπεδου διδακτορικής διατριβής και για άλλη μια φορά ένας "ερασιτέχνης" (Ο Λεωνίδου είναι πτυχιούχος Φυσικής και έχει μεταπτυχιακό στην Ηλεκτρονική) βάζει τα γυαλιά στους επαγγελματίες ιστορικούς! Δεν υπάρχει πτυχή της ζωής του Γρίβα που να μην καλύπτεται από το βιβλίο, μέσα από επίσημες, πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές, έγγραφα του ίδιου του Γρίβα, έγγραφα του Φόρειν Όφις καθώς και αφηγήσεις στον συγγραφέα, συγγενών και φίλων του Γρίβα. Πλούσιο φωτογραφικό υλικό επίσης, αφήγηση που δεν κουράζει (παρά την πυκνή και αναλυτική μορφή της) καθώς και επαρκής αναφορά του ιστορικού πλαισίου στο οποίο έζησε ο Γρίβας για καλύτερη κατανόηση των γεγονότων από τον αναγνώστη (παρόλα αυτά, σε γεγονότα όπως ο Εθνικός Διχασμός είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας δεν κάνει επαρκή και απόλυτα σωστή ανάλυση). 
Μνημειώδες έργο και σίγουρα μαζί με τα βιβλία του Σπύρου Παπαγεωργίου, η καλύτερη απάντηση στους συκοφάντες του Γρίβα!


Λεωνιδας  Λεωνιδου
 "Γεώργιος Γρίβας Διγενής Βιογραφία" τόμος 2ος, εκδόσεις Επιφανίου


Τιμή Έκδοσης
€39.37     Τιμή Πολιτείας
€31.50(-20%)

Στον δεύτερο τόμο της εξαιρετικής βιογραφίας του Γεωργίου Γρίβα Διγενή, έχουμε την περιγραφή και ανάλυση του αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο, από την προετοιμασία μέχρι τον τερματισμό του (1950-1959) καθώς και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, το πως έβλεπαν τον αγώνα της ΕΟΚΑ οι Βρετανοί, οι κομμουνιστές (ΑΚΕΛ), οι Έλληνες πολιτικοί εκείνης της εποχής κλπ. Όλα μέσα από πρωτογενείς πηγές, απόρρητα έγγραφα, μαρτυρίες πρωταγωνιστών και πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Πρόκειται για βιβλίο που περιέχει κυριολεκτικά τα πάντα σχετικά με αυτό που καταπιάνεται!

 

Συνέντευξη με τον συγγραφέα το 2009 που ολοκληρώθηκε το τετράτομο έργο της βιογραφίας του Στρατηγού ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΡΙΒΑ ΔΙΓΕΝΗ
 "...Μετά από ένα μακρύ πνευματικό ταξίδι για τη ζωή και τη δράση του Στρατηγού Γεώργιου Γρίβα Διγενή, που κράτησε 22 ολόκληρα χρόνια, ο ερευνητής-συγγραφέας Λεωνίδας Λεωνίδου έφτασε αυτές τις μέρες στον προορισμό του. Δηλαδή στη συγγραφή και την έκδοση των δύο τελευταίων τόμων της βιογραφίας του Αρχηγού του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ και Αρχηγού και ιδρυτή της ΕΟΚΑ Β΄. 
Την περασμένη Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου, 2009 παρουσιάστηκαν σε ειδική εκδήλωση στο οίκημα της Κυπριακής Αδελφότητας (Britannia Road, North Finchley, London N12, 9RU), οι δύο ογκώδεις τόμοι που καλύπτουν τα ταραχώδη και συγκλονιστικά, για τον κυπριακό λαό και για τον ίδιο το Γρίβα, χρόνια 1959-1974, την περίοδο δηλαδή από τη λήξη του αγώνα της ΕΟΚΑ μέχρι και το θάνατό του. Προηγήθηκε το 1995 η έκδοση, από τον κ. Λεωνίδου, του πρώτου Τόμου της Βιογραφίας του Γρίβα, που καλύπτει τα πρώτα 53 χρόνια της ζωής του, από το 1897 που γεννήθηκε, μέχρι το 1950 και περιλαμβάνει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, τη φοίτησή του στη Σχολή Ευελπίδων, τη γνωριμία και το γάμο του με την Κική, τη συμμετοχή του στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Ανθυπολοχαγός, τη συμμετοχή του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως Επιτελάρχης της 2ης Μεραρχίας στην Πίνδο και γενικά τη σταδιοδρομία του ως στρατιωτικού. Το 1997 εκδόθηκε ο δεύτερος Τόμος που καλύπτει τα χρόνια 1950-1959, δηλαδή την περίοδο της προετοιμασίας και διεξαγωγής του αγώνα της ΕΟΚΑ. 
Συνάντησα το Λεωνίδα Λεωνίδου στο σπίτι του στο Palmers Green του βόρειου Λονδίνου και μου μίλησε γι’ αυτό το κοπιώδες τετράτομο έργο ζωής και για τους λόγους που τον ώθησαν να το αναλάβει, δεδομένων των τεράστιων δυσκολιών στην εξεύρεση αξιόπιστων πηγών αντικειμενικής πληροφόρησης και έρευνας, αλλά και των πολιτικών δυσκολιών που προκύπτουν λόγω της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του Γρίβα, κυρίως σε σχέση με την ίδρυση και τη δράση της ΕΟΚΑ Β΄.

Ένα όνομα που προκαλεί αλλεργία 
«Είναι γεγονός», είπε ο κ. Λεωνίδου, «ότι σήμερα, 35 χρόνια μετά το θάνατό του, το όνομά του προκαλεί αλλεργία σε πολλούς και είχα πολλά προβλήματα μέχρι να διεκπεραιώσω την εργασία μου. Όμως έβαλα πείσμα να κάνω την έρευνα και ουσιαστικά αφιέρωσα τη ζωή μου σε αυτήν, με μοναδικό κίνητρο να φτάσω στην ιστορική αλήθεια που αφορά στο Διγενή. Ως νεαρός φοιτητής στην Αθήνα, από το 1967 μέχρι το 1971, ήμουν μέλος των αντιχουντικών ομάδων που ίδρυσε ο Γρίβας εκεί στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα, τον γνώρισα προσωπικά και τον επισκεπτόμουν συχνά στο σπίτι του, αφού σπούδαζα με υποτροφία του δημόσιου Ιδρύματος που ίδρυσε εκείνος στην Ελλάδα και ήξερα πολύ καλά ότι ήταν αντίπαλος και όχι συνεργάτης της Χούντας, όπως τον κατηγορούν. Ήμουν παρών στις δύο δημόσιες αντιχουντικές ομιλίες που έκανε το 1970 και το 1971 σε κινηματοθέατρα της Αθήνας ενώπιον εκατοντάδων Κυπρίων φοιτητών, τις έχω μαγνητοφωνήσει και διασώσει και δεν μπορώ να δέχομαι τις ανοησίες που λέγονται εκ των υστέρων από διάφορους για εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων.
Έχεις μια σαφή συναισθηματική προσέγγιση στο θέμα «Γρίβας». Αυτό δεν υπονομεύει την αντικειμενικότητά σου ως ιστορικού ερευνητή, για το έργο που τον αφορά;
Καθόλου. Άλλο η κρίση μου ως πολιτικό άτομο και άλλο η ιδιότητά μου ως ερευνητής-συγγραφέας. Το έργο μου για το Γρίβα είναι στηριγμένο σε στοιχεία, μαρτυρίες και πληροφορίες από το προσωπικό αρχείο και το αδημοσίευτο ημερολόγιό του, από πρόσωπα που τον έζησαν από κοντά, συγγενείς, φίλους, συναγωνιστές, αλλά και σε ντοκουμέντα από τα βρετανικά και τα αμερικανικά κρατικά αρχεία, σε εκατοντάδες απόρρητα έγγραφα και σε δημοσιεύματα από τον κυπριακό και τον ξένο Τύπο της εποχής. Νομίζω ότι με τους δύο καινούργιους τόμους που εξέδωσα και παρουσιάζω σε όλους τους Έλληνες, ιδιαίτερα της Κύπρου, ξεκαθαρίζω ποιος ήταν στην πραγματικότητα ο Γρίβας, τι έκανε και τι πίστευε. Με το έργο αυτό, πιστεύω, διαλύονται μύθοι που επικράτησαν σε βάρος του για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Ιδιαίτερα με τον τέταρτο τόμο που ασχολείται με τα τραγικά τρία τελευταία χρόνια της ζωής του και μέσα από συνταρακτικά ντοκουμέντα γραμμένα από τον ίδιο, δίνονται πειστικά και αδιάσειστα στοιχεία των θέσεων και προθέσεών του και ανατρέπουν τα μέχρι σήμερα επικρατούντα σενάρια. Ο τέταρτος Τόμος της σειράς περιέχει ένα τρομερό υλικό για την ΕΟΚΑ Β΄ από τα αρχεία του Διγενή και απαντάται το ερώτημα γιατί κατέβηκε ο Διγενής στην Κύπρο, γιατί ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄, ποιοι ήταν οι στόχοι του και ποιοι χρηματοδοτούσαν την ΕΟΚΑ Β΄.

Ποιοι τη χρηματοδοτούσαν; 
Οι τότε τρεις Μητροπολίτες Άνθιμος, Κυπριανός και Γεννάδιος, γνωστοί Κύπριοι μεγαλοεπιχειρηματίες και άλλοι οπαδοί του Διγενή που τάσσονταν υπέρ του αγώνα της Ένωσης, τα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄ και ο ίδιος ο Διγενής.

Τους κατονομάζεις στο βιβλίο;
Τους αναφέρω όπως τους ανέφερε στο ημερολόγιό του ο Διγενής. 

Σε ποιο συμπέρασμα καταλήγεις για τον άνθρωπο και στρατιωτικό Γρίβα;
Επρόκειτο για έναν αγνό πατριώτη που αφιέρωσε τη ζωή του για την Ελλάδα και την ιδέα της Ένωσης, όμως είχε στο τέλος εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση απ' όπου δεν μπορούσε να ξεφύγει, διότι οι δυνάμεις έξω από τον ίδιο ήταν πιο δυνατές απ' ό,τι εκείνος. Αλλά επιμένω και λέω ότι καμιά πολιτική επίπτωση και συνέπεια δεν είχε οποιαδήποτε πράξη του Διγενή στην Κύπρο ή άλλού. Τις πολιτικές αποφάσεις τις έπαιρναν άλλοι. Ο Διγενής έκανε κάποιες στρατιωτικές κινήσεις που δεν είχαν επιπτώσεις πάνω στην εξέλιξη του Κυπριακού και την τραγωδία που ακολούθησε έξι μήνες μετά το θάνατό του. Εκείνοι που έπαιρναν τις πολιτικές αποφάσεις ήταν οι υπεύθυνοι για τις πολιτικές συνέπειες.
Μόνο και μόνο ότι ήρθε τον Αύγουστο 1971 κρυφά από την Ελλάδα στην Κύπρο, ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄ και αντιπαρατάχθηκε ένοπλα στην εκλελεγμένη δημοκρατική κυβέρνηση Μακαρίου, θεωρείται ένα τεράστιο λάθος και για πολλούς ένα έγκλημα που δεν του το συγχωρούν. Πώς τοποθετείται το βιβλίο σου σε αυτές τις πεποιθήσεις; 
Ο Διγενής θεωρούσε ότι οδηγήθηκε στην κατάσταση εκείνη λόγω του κατατρεγμού της ενωτικής παράταξης. Το 1971 υπάρχει στην Κύπρο μια ενωτική παράταξη που καταπιέζεται. Υπάρχουν επισκέψεις αγωνιστών στην οικία του στην Αθήνα, που του περιγράφουν τα πάνδεινα που υποφέρουν. Το ενωτικό κίνημα και το όραμα με το οποίο μεγάλωσε και ανδρώθηκε και για το οποίο αγωνίστηκε και θυσιάστηκε με τους άλλους, πάει να πεθάνει. Δεύτερο, γίνονται συνομιλίες και σκευωρίες για υπογραφή διχοτομικής συμφωνίας επίλυσης του Κυπριακού, μεταξύ της Χούντας και της τουρκικής κυβέρνησης, η οποία θα απέκλειε εσαεί την Ένωση. Ο Διγενής στα τελευταία του χρόνια θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος για να επανέλθει το Κυπριακό στην ορθή οδό, ήταν η οδός του δημοψηφίσματος, δηλαδή της αυτοδιάθεσης, για να αποφασίσει η πλειοψηφία του λαού τι θα γίνει με το μέλλον του. Προσπάθησε, λοιπόν, να πείσει το Μακάριο να προχωρήσουν μαζί προς την πορεία του δημοψηφίσματος και να θέσουν επιτακτικά το ζήτημα της αυτοδιάθεσης, ελπίζοντας ότι θα επερχόταν η Ένωση. Αλλά γράφει κάπου ότι, αν ο κυπριακός λαός αποφάσιζε διαφορετικά, τότε αυτός θα παραιτείτο. Έρχεται, λοιπόν, στην Κύπρο και ο τρόπος που το έκανε ήταν στρατιωτικός, γιατί δεν μπορούσε να βγει στο πεζοδρόμιο και να δημιουργήσει κόμμα υπό τις συνθήκες που υπήρχαν τότε. Ο μόνος τρόπος που γνώριζε, ήταν να έχει μια στρατιωτική οργάνωση. Ο Γρίβας έφτασε μυστικά στην Κύπρο στις 31 Αυγούστου 1971, αφού είχε ενημερώσει σχετικά το Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον αυτοεξόριστο στο Παρίσι Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Μακάριος γνώριζε ότι θα ερχόταν, αλλά όχι πότε ακριβώς. Αρχικά δεν εκδήλωσε καμιάν αντίδραση, γιατί δεν αντιλαμβανόταν ότι ο Διγενής θα ερχόταν να κάνει στρατιωτική οργάνωση. Νόμιζε ο Μακάριος ότι με την παρουσία του Διγενή στην Κύπρο, οι χουντικοί στην Αθήνα θα φοβούνταν να επιβάλουν λύση. Αυτό συμπέρανα, τουλάχιστον εγώ, μέσα από την έρευνα που έκανα. Ενώ ο Διγενής ήρθε στην Κύπρο για ν' αντιμετωπίσει μια ισχυρή στρατιωτική οργάνωση, τυχόν στρατιωτικό κίνημα της Χούντας μέσω της ελεγχόμενης από αυτούς Εθνικής Φρουράς.

«ΕΟΚΑ Β΄, μια κίνηση για την Ένωση»
Ήρθε, λοιπόν, για να στηρίξει την κυπριακή κυβέρνηση και όχι για να την καταλύσει;
Ακριβώς. Και με απώτερο σκοπό να προχωρήσουν προς την Ένωση, εφόσον αυτό θελήσει ο κυπριακός λαός μέσω δημοψηφίσματος. Η ΕΟΚΑ Β΄ ιδρύθηκε για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε ενδεχομένου επιβολής λύσης ανθενωτικής ή λύσης μη αποδεκτής στον εθνικόφρονα κόσμο και στο Διγενή. Ο Διγενής δεν την έβλεπε ως κίνηση αντιμακαριακή, αλλά ως κίνηση για να επιτευχθεί η Ένωση. Όμως, ανάμεσα στα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄, υπήρχαν πολλοί που υπέφεραν κατά τη δεκαετία 1960-1970 και διακατέχονταν από αντιμακαριακό μένος (Στη διάρκεια της δεκαετίας 1960 έγιναν από την κυβέρνηση Μακαρίου δολοφονίες αγωνιστών της ΕΟΚΑ που έμειναν ανεξιχνίαστες, έγιναν ξυλοδαρμοί και απαγωγές αντιφρονούντων δημοσιογράφων, έγινε μεγάλος κατατρεγμός της ενωτικής παράταξης). Αυτοί ήθελαν να συνεχιστεί ο αγώνας της ΕΟΚΑ, τάχθηκαν εναντίον των Συμφωνιών της Ζυρίχης και εναντίον του Μακάριου, γιατί έβλεπαν με καχυποψία ότι το καθεστώς τότε δεν οδηγούσε την Κύπρο προς την Ένωση, αλλά διαιώνιζε μια κατάσταση όχι ποθητή γι’ αυτούς.

Η δημοκρατία στα πέτρινα χρόνια
Γιατί δεν είχαν τη δημοκρατικότητα να δεχτούν και να σεβαστούν το γεγονός ότι η εκλελεγμένη κυβέρνηση είχε άλλη άποψη, ότι έκλεισε το θέμα της Ένωσης και ότι η πολιτική δεν γίνεται με κρησφύγετα και με πραξικοπήματα;
Ο Διγενής δεν έκανε πραξικόπημα. Παρόλο που η δημοκρατική ζωή της Κύπρου δεν είχε μπει στην τροχιά της, εντούτοις αυτό δεν δικαιολογούσε πραξικοπήματα. Η επιρροή αιώνων σκλαβιάς και καταπίεσης κάτω από διάφορους κατακτητές, δεν επέτρεψαν την κανονική λειτουργία του νέου κράτους. Πολλοί που είχαν πάρει αξιώματα, ήταν επηρεασμένοι από τις μεθόδους του απελευθερωτικού αγώνα. Όσοι δεν ευνοούσαν το καθεστώς, διώκονταν και δεν έπαιρναν θέσεις. Όσοι κρατούσαν εφημερίδα της αντιπολίτευσης, εθεωρούντο προδότες. 
Η αντίληψη της δημοκρατίας, τότε, δεν έχει σχέση με την αντίληψη της δημοκρατίας σήμερα. Ήταν μια περίοδος εξέλιξης προς τη δημοκρατία και όχι δημοκρατία. Οποιοσδήποτε διαφωνούσε με το Μακάριο, διωκόταν ή φυλακιζόταν. Ο ψυχίατρος Τάκης Ευδόκας, που ήταν πολιτικός εκπρόσωπος της ενωτικής παράταξης, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών για ένα αντιπολιτευτικό άρθρο του, που έγραψε το 1970 στην εφημερίδα «Γνώμη». 
Ο Ευδόκας υπήρξε, ίσως, ο μοναδικός πολιτικός που τον αποφυλάκισαν οι Αρχές διά της βίας, αφού την ημέρα των βουλευτικών εκλογών θα ήταν κλεισμένος στη φυλακή, πράγμα που θα έβλαπτε την εικόνα της κυβέρνησης. Ο ίδιος ήθελε να εκτίσει την ποινή του για να τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας στις αντιδημοκρατικές μεθόδους της κυβέρνησης. Ο Μακάριος έφτασε στο σημείο να στείλει τον Αρχηγό της Αστυνομίας και την υπουργό Στέλλα Σουλιώτου να τον παρακαλούν να φύγει από τη φυλακή και αυτός να αρνείται! Μου είπε, λοιπόν, ο Ευδόκας ότι οι υπεύθυνοι των φυλακών τον μετέφεραν διά της βίας έξω από τις φυλακές και τον κλείδωσαν απέξω!

Αμοιβαία καχυποψία και πάθη στο απροχώρητο
Πώς τα πράγματα πήραν αυτή την άσχημη τροπή, με την ανοικτή σύγκρουση Γρίβα - Μακάριου, το διχασμό του λαού, την ένοπλη βία και αντιβία, τις ανατινάξεις αστυνομικών σταθμών από την ΕΟΚΑ Β΄ και τις εμφύλιες δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων;
Το Σεπτέμβρη του 1971, ένα μήνα μετά που ήρθε στην Κύπρο ο Γρίβας, ο Μακάριος μαθαίνει ότι θα κάνει μυστική οργάνωση και τον Οκτώβρη τού εξαπολύει δριμύτατη δημόσια επίθεση, ότι «η Ένωσις δεν επιτυγχάνεται δι’ εκδηλώσεων και πράξεων ηρωικής μωρίας». Τον ίδιο μήνα ο Διγενής πληροφορήθηκε ότι το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την ίδρυση Εφεδρικού Σώματος Αστυνομίας, όχι υπό τις εντολές του υπουργού, αλλά απευθείας του Μακαρίου. Τρίτον, τον Ιανουάριο 1972 υπήρξε πληροφορία ότι ο Μακάριος εισήγαγε μυστικό οπλισμό από την Τσεχοσλοβακία, τον οποίο αποθήκευσε στο υπόγειο της Αρχιεπισκοπής. Ανάμεσα στα όπλα υπήρχαν και αντιαρματικά, που σημαίνει ότι δεν είχε στόχο να κτυπήσει Τούρκους που δεν είχαν άρματα, αλλά την Ε.Φ. ή οποιονδήποτε άλλον μπορούσε να κινηθεί εναντίον του και ότι, με άλλα λόγια, ίδρυε δικό του στρατό παράλληλα προς την Ε.Φ. Όλα αυτά επιδείνωσαν το βαρύ κλίμα και παρά τη μυστική συνάντηση Γρίβα - Μακάριου στις 26 Μαρτίου 1972 στη Λευκωσία, για εκτόνωση της κρίσης, οι δύο άντρες δεν κατάφεραν να άρουν την καχυποψία που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο. Μετά από τρίμηνη αναμονή, ο Μακάριος τα βρίσκει με το δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, αποφασίζει να πατάξει την ΕΟΚΑ Β΄ και καλεί τον Παπαδόπουλο να καταδικάσει την ΕΟΚΑ Β΄. Ενισχύεται το Εφεδρικό και αρχίζει η καταδίωξη της ΕΟΚΑ Β΄ και ο σκληρός πόλεμος με τις αστυνομικές δυνάμεις. Ο Διγενής σκληραίνει τη στάση του μετά που ο Μακάριος αγνόησε την υπόδειξή του να μην υποβάλει υποψηφιότητα στις εκλογές του 1973 και να υποδείξει άλλον ως υποψήφιο Πρόεδρο. Η ενωτική παράταξη απέσυρε την υποψηφιότητα Ευδόκα, οπότε ο Μακάριος εκλέγεται χωρίς ανθυποψήφιο, ενώ άρχισαν τρομερά βασανιστήρια σε αστυνομικούς σταθμούς, όσων συλλαμβάνονταν ως μέλη της ΕΟΚΑ Β΄. Ο Διγενής κατάρτισε το σχέδιο «Ανταπόδοσις» που εφάρμοσε το Φεβρουάριο - Μάρτιο 1973 για ανατίναξη αστυνομικών σταθμών όπου εφαρμόζονταν βασανιστήρια. Τα πάθη είχαν πλέον φτάσει στο απροχώρητο, υπήρξαν μερικές εκτελέσεις αντιπάλων και από την ΕΟΚΑ Β΄ και από το μακαριακό παρακράτος. Ήταν μια ατυχής περίοδος για την Κύπρο. Η πιο κρίσιμη περίοδος ήταν το καλοκαίρι 1973 οπότε είχαν συλληφθεί οι περισσότεροι των μελών της ΕΟΚΑ Β΄, ενώ στο αρχείο του ο Διγενής αναφέρει ότι είχε πληροφορίες ότι ο Μακάριος έδωσε εντολή να εκτελέσουν και τον ίδιο!"


Δευτέρα 8 Ιουλίου 2019

Ένα επίκαιρο διήγημα...


ΟΙ «ΧΑΜΕΝΟΙ» ΨΗΦΟΙ!
Του Τρύφωνα Ούρδα

Ο φίλος μας ο Μιχάλης δεν είχε ιδέα από εκλογές. Πολύ δε περισσότερο δεν ήθελε να κάνει συζήτηση γι’ αυτές. Κάθε φορά που οι άλλοι άνοιγαν κουβέντα και έλεγαν για διάφορους υποψήφιους στο χωριό, αυτός τους παρακάλαγε να σταματήσουν και αν δεν το έκαναν, τότε ή θα έπαιρνε την καρέκλα του να πάει σε άλλη παρέα ή θα έφευγε από το καφενείο. Τέτοια ήταν η αποστροφή του για τις εκλογές!

Τελευταία όμως, κάτι άλλαξε μέσα του. Λίγο τα χρήματα που ήταν κάπως δελεαστικά, μισθός προέδρου χωριού ήταν αυτός, λίγο οι φίλοι του που μιλούσαν για την εντιμότητα, την ειλικρίνεια, την «ντομπροσύνη» αλλά και την ικανότητά του, όπως τον διαβεβαίωναν να διαχειρίζεται δημόσιες υποθέσεις και λίγο η γυναίκα του, που όπως και να το κάνουμε και αυτή «τρωγόταν» να ανεβάσει το κοινωνικό της επίπεδο, του άλλαξαν εντελώς τα μυαλά. Έτσι με τα πολλά τον έκαναν, όχι μόνο να αλλάξει την γνώμη του για την πολιτική και να την αγαπήσει αλλά και στις τελευταίες εκλογές να πάρει μέρος σαν υποψήφιος πρόεδρος του χωριού! 

Γι αυτό λοιπόν τώρα, έξω στην αυλή του σχολείου που ψήφισαν οι χωριανοί του, καθισμένος πάνω στο πεζούλι της περίφραξης, που καλύτερα θα ήταν να λέγαμε πάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα, με το τσιγάρο μόνιμα στα χείλη του και «ντουμάνι» να βγαίνει τον καπνό από τα ρουθούνια του, περιμένει με αγωνία τον δικαστή να βγει και να ανακοινώσει με τον γραμματέα του τα αποτελέσματα.

Και λίγο προτού τα μεσάνυχτα, επιτέλους να, όλοι βλέπουν τον δικαστή να βγαίνει στο μπαλκόνι με τα χαρτιά στο χέρι και με τα γυαλιά του μέχρι το τελευταίο σημείο τη μύτης του για να βλέπει καλύτερα στο μισοσκόταδο. Με χαμόγελο στα χείλη, ανακοινώνει τους αριθμούς των ψήφων που πήρε ο κάθε υποψήφιος και ύστερα χωρίς καθυστέρηση, δένει τον σάκο με τα ψηφοδέλτια για να φύγει. Τα φορτώνει σ’ ένα φορτηγάκι, ανεβαίνει και αυτός και εξαφανίζεται με τον οδηγό του, χάνεται στο βάθος του δρόμου και μέσα στη σιωπή της νύχτας, αφήνοντας «εμβρόντητο» τον Μιχάλη. 

Τον φουκαριάρη. Δεν του ανακοίνωσε ούτε έναν ψήφο! Έγινε λάθος! Τον ρίξανε! Πάντως αυτή ήταν η αλήθεια.

Με την πίκρα στα χείλη κι αυτός, αμίλητος, σκεφτικός και με τους ώμους του να γέρνουν από την απογοήτευση, χωρίς να τον αντιληφτεί κανένας, κούτσα, κούτσα πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Πραγματικά εκείνες τις ώρες δεν ήθελε να δει άνθρωπο στα μάτια του.!

Την άλλη μέρα το πρωί στα καφενεία του χωριού, γινόταν «ό χαμός» από τις εκλογές της προηγούμενης. Έλεγαν και ξανάλεγαν για τον πρώτο που βγήκε πρόεδρος και πάντοτε πίσω από την κάθε συζήτηση είχαν για «ουρίτσα» το πάθημα του Μιχάλη και το χάλι του. Δεν βρέθηκε ούτε ένας χριστιανός να ρίξει μια θετική ψήφο στο όνομά του! Μάλιστα έλεγαν, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε αστειευόμενοι, πως δεν βρήκαν στην κάλπη ούτε και την δική του την ψήφο. Ναι ούτε και την δική του! Ποιος θα το πίστευε. Καλά λένε από παλιά ότι το «κουτί» αυτό είναι σαν την έγκυο γυναίκα, που δεν ξέρεις τι θα βγάλει!

Πολύ ντροπιασμένος ο Μιχάλης από αυτήν την εξέλιξη αλλά και από αυτήν την «βαθιά» εκτίμηση που έδειξαν οι χωριανοί στο πρόσωπό του, αποφάσισε σήμερα αλλά και στο μέλλον να μην τον δει η πλατεία. Γρήγορα όμως το μετάνιωσε και έτσι πρωί, πρωί βρέθηκε και πάλι για καφέ στο κεντρικότερο από τα καφενεία της. Εκεί καθισμένος δεν άργησαν να φανού και άλλοι στο κατάστημα και να κάτσουν όλοι γύρω του στο ίδιο το τραπέζι. 

«Μηδενός εξαιρουμένου» καί του καφετζή και χωρίς ο ίδιος να τους ρωτήσει, είχανε ένα λόγο να του πούνε γιατί δεν τον ψήφισαν. Οι αμαρτωλοί, έπρεπε με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσουν το «αμάρτημά» τους! Αξιολογότεροι από τους λόγους, ήταν αυτοί που μίλαγαν για κάτι υποχρεώσεις που είχαν κάποιοι χωριανοί του, απέναντι στον πολιτικό του αντίπαλο αλλά και για κάτι υποσχέσεις και λεφτά που μοίραζε αυτός σε όσους θα τον ψήφιζαν. Και ακούστε ένας τι του είπε:

-Άσε ρε Μιχάλη, είχα κάποια υποχρέωση στον άνθρωπο. Τις προάλλες μου δάνεισε κάποια λεφτά για το σπίτι που έφτιαξα. Χώρια που μου υποσχέθηκε να μεσολαβήσει στον βουλευτή για τον διορισμό του γιου μου στο δημόσιο. Ύστερα στην γριά την μάνα μου, μέσα σε έναν φάκελο που της έστειλαν, μαζί με το ψηφοδέλτιο, είχε και κάτι παράδες. Καταλαβαίνεις πόσο ανάγκη τις έχουμε σήμερα με την οικονομική κρίση που μας δέρνει..!

Δεν πίστευε στ’ αυτιά του σ’ όλα αυτά που άκουγε ο έρμος ο Μιχάλης από τους χωριανούς του. Γινόταν όλα αυτά τόσο καιρό και πίσω από τις πλάτες του και αυτός αθώος και άμοιρος του πολιτικού κατεστημένου δεν πήρε χαμπάρι; Έτσι που του ερχόταν τώρα, ήταν να βγει έξω από το μαγαζί και για να ξεσπάσει από τα νεύρα του να αρχίσει να φωνάζει στον εαυτό του, εκείνο που θα φώναζε ο καθένας που πιάνεται κορόιδο:

-Πού πας ρε Καραμήτρο..!

Κρατήθηκε όμως και αφού τράβηξε νευρικά ακόμα δυο-τρεις ρουφηξιές καφέ και έσβησε στο τασάκι το μισοτελειωμένο του τσιγάρο, άφησε την παρέα, πήρε το σακάκι και των «ομματιών» του και τράβηξε τον κατήφορο για το σπίτι της μάνας του. Αυτή θα «πλήρωνε τη νύφη» και θα τα άκουγε για «τα καλά». Γιατί ούτε και αυτή τον ψήφισε!

-Καλά ρε μάνα, της είπε όλο παράπονο, σαν μπήκε από την πόρτα στο σπίτι της. Ούτε και εσύ με ψήφισες ;

-Αχ βρε παιδάκι μου, βιάστηκε να του απαντήσει εκείνη. Ούτε κι εγώ κατάλαβα πως έγινε αυτό. Να, την ώρα που έμπαινα στο σχολείο για να ψηφίσω, δυο άγνωστοι σε μένα, μου έδωσαν ένα φάκελο σαν αυτό που μου ‘δωσες κι εσύ. Τι να έκανα από ντροπή το πήρα και το έβαλα στη τσέπη μου. Όταν όμως μπήκα στο παραβάν για να ψηφίσω, το μπέρδεψα με το αυτό που είχα από σένα. Και έτσι, αν πάρεις υπόψη σου και τη στραβομάρα που με ζώνει στο διάβασμα, η δόλια έριξα την ψήφο στην τύχη. Είπα από μέσα μου «από τούτο κι από ‘κείνο…», την σταύρωσα και την έριξα. Φάνηκε δυστυχώς πως έριξα τ’ αλλουνού..!

Ήθελε και με τη μάνα του να θυμώσει αλλά δεν το έκανε. Σκέφτηκε πως αυτό θα ήταν άδικος κόπος. Ούτε και σωστό βέβαια. Άλλωστε ηλικιωμένη γυναίκα είναι αυτή και συγχωρείται κάθε της επιπολαιότητα.

Άρπαξε λοιπόν πάλι το σακάκι του από το κρεβάτι που κάθισε για λίγο και σαν σίφουνας από τα νεύρα του, ξεχύθηκε στον δρόμο. Δεν έκανε και πολλά βήματα, όταν φάνηκε μπροστά του να περνάει ο παπάς του χωριού με την τσάντα και το κομποσκοίνι στα χέρια του. Ο άγιος επέστρεφε στο σπίτι του από την πρωινή Θεία Λειτουργία. Φαινόταν βιαστικός μα σαν είδε τον Μιχάλη, κοντοστάθηκε και χαμογελώντας τρυφερά μέσα από τα γένια του, τον έπιασε στη συζήτηση. Με τι περιεχόμενο λέτε; Φυσικά τις χθεσινές εκλογές! Και έλεγε ο παπάς και άκουγε ο Μιχάλης. Ωστόσο ενώ μίλαγε…

-Θα ‘χει πλάκα, έκανε από μέσα του τη σκέψη, να μου πει πως ο παπάς με ψήφισε. Τρελός θα πάρω «σβάρνα» τα βουνά τις ρεματιές και τις ραχούλες! Ευτυχώς όμως που ο ιερέας, με βάση την θεολογία του αλλά και την πραγματική αγάπη που έτρεφε για όλους στο ποίμνιό του, ήταν ειλικρινέστατος.

-Άκου τέκνον μου, άρχισε να του λέει, κουνώντας στο χέρι του το κομποσκοίνι, λες και ήταν σε κήρυγμα από τον Άμβωνα. Εγώ είμαι παπάς και κοιτάω την Εκκλησία και τους πιστούς αδερφούς μας. Δεν μπλέκομαι με τα κομματικά και τις εκλογές που μας χωρίζουν. Γι αυτό κοιτώντας στα μάτια τον Χριστό μας, έριξα στην κάλπη ένα λευκό χαρτί. Έτσι για να είμαι δίκαιος και να μην αδικήσω κανέναν από όλους εσάς τους υποψήφιους.

Δεν θα μπορούσε να πει ο Μιχάλης πως τον ευχαρίστησαν τα λόγια του παπά. Όπως καταλάβατε και αυτός δεν τον ψήφισε. Όμως ο ιερωμένος έριξε λευκό χαρτί στο κουτί για να πει πως είναι δίκαιος και όχι πως δεν ήθελε να ψηφίσει αυτόν και τον αντίπαλο του. Έτσι ερμήνευε την λευκή ψήφο ο Εφημέριος, έτσι έκανε. Συμβαίνουν αυτά στη δημοκρατία. Σημασία δεν έχει τι κάνεις ,όσο τι σκέφτεσαι. Αν δηλαδή σκέφτεσαι δίκαια και δημοκρατικά!

Χωρίς να ανοίξει το στόμα του και να απαντήσει στον παπά, φίλησε με σεβασμό την δεξιά του και έφυγε από κοντά του. Βαδίζοντας πέρασε την γέφυρα πάνω από το ποτάμι που χωρίζει το χωριό και χωρίς να το καταλάβει τραβώντας για το σπίτι του, βρέθηκε μπροστά στις δυο εξώπορτες της αυλής του σπιτιού του αδερφού του. Τον βρήκε την ώρα που αυτός πότιζε στην τουλούμπα τ’ άλογό του. 

Είναι αλήθεια πως και τα δύο τα παιδιά έτρεφαν μεγάλο σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Και προπάντων ο ένας αγαπούσε τον άλλον. Στις δουλειές ήταν μαζί, στις πίκρες και τα βάσανα, στα καλά και τα άσχημα, παντού και πάντα πραγματικά αδέρφια. Αλλά… όπως παραδέχτηκε σήμερα και αυτός ο αδερφός του, στις εκλογές δεν το ψήφισε:

-Μιχαλάκη άρχισε να του μιλάει και να του λέει με γλυκύτατη φωνή, που θα μπορούσε να ημερέψει ακόμα και λιοντάρι από τον θυμό του και με ένα ύφος που μαρτυρούσε ενοχή. Αδερφέ και εμείς με τη γυναίκα μου δεν σε ψηφίσαμε. Ψηφίσαμε τον άλλον που είναι και συγγενής της. Η γυναίκα το ήθελε βλέπεις! Όμως υπολογίσαμε πως εσύ δεν είχες ανάγκη από ψήφους, γιατί λέγαμε πως θα σε ψήφιζε όλο το χωριό. Τι να κάνουμε. Πέσαμε έξω στις προβλέψεις μας και σε αδικήσαμε! Ζητάω από σένα να με συγχωρέσεις!

Άντε τώρα να μιλήσεις και να απαντήσεις στον αδερφό σου, γι αυτή του τη συμπεριφορά απέναντί σου, που ο αφιλότιμος ακούγοντας τη γυναίκα του, δεν έριξε μια ψήφο στο όνομά του αδερφού του. Θυμίζει λίγο τον Αδάμ της Διαθήκης, που και αυτός, χωρίς να το καταλάβει, πιάστηκε «κοροϊδάκι» μιας και μοναδικής γυναίκας στον κόσμο! 

-Πω, πω σκέφτηκε! Κοίταξε φίλε μου, κοίταξε να δεις πως ψηφίζει ο κόσμος! Και για να μην θυμώσει και με τον αδερφό του γέλασε αλλά από μέσα του ήταν στεναχωρημένος. 

Με τα πολλά, έφτασε και στο σπίτι του. Όταν έφυγε το πρωί η γυναίκα του κοιμόταν ακόμα. Τώρα με την ποδιά μπροστά της, έβραζε το φαγητό στη φωτιά και σκούπιζε τα μάτια της από τα κρεμμύδια που μαγείρευε. Σαν τον είδε να έρχεται, έκατσε αναπαυτικά σ’ ένα σκαμνί και του είπε:

-Αχ βρε άντρα μου! Τι κρίμα που δεν βγήκες πρόεδρος για να μας βλέπουν όλοι και να ζηλεύουν και πιο πολύ για να σκάσουν οι γείτονες, που πήραν τρακτέρ και κοκορεύονται.

-Άστα αυτά, της είπε αυτός σκασμένος και συννεφιασμένος από την κατάσταση, και πες μου γρήγορα. Εσύ γιατί δεν με ψήφισες; 

-Τι να σου πω, του απάντησε αμέσως κι εκείνη. Ε! ναι λοιπόν θα σου απαντήσω και εγώ του είπε φωνάζοντας και μάλιστα πολύ εκνευρισμένη, αν μου πεις και εσύ, γιατί δεν ψήφισες τον εαυτό σου!

Εκείνο το πρωινό στο σπίτι του Μιχάλη, μεγάλο καβγά άκουγαν οι γείτονες που πέρναγαν από εκεί. Μπάσο φωνή αυτός, πρίμο η γυναίκα του, μια κιθάρα ακούρδιστη και μια χορωδία ασυντόνιστη, σήμα κατατεθέν μιας πολύ γνωστής μας Χώρας και Κράτους, όσο γίνονται εκλογές. Κατηγόριες ανυπόστατες και υπαρκτές, φωνές και τσιρίδες για σεβασμό και αξιοπρέπεια, επικλήσεις για πολιτισμό και ήθος με λόγια «πτερόεντα» και επί «ώτων μη ακουόντων», προπάντων δε… καβγάς για το τίποτα!

Γιατί εδώ που τα λέμε αύριο «το ζευγάρι», πάλι μαζί θα πορεύεται στη ζωή, πάλι μαζί πηγαίνει γεμάτο αγάπη και έρωτα, πάλι μαζί θα μαλώνει και ξανά τα ίδια και τα ίδια, πάντοτε βέβαια μπροστά στα «έκπληκτα» μάτια των χωριανών του για όλες αυτές τις παραξενιές που το «δέρνουν» και γενικότερα μπροστά στην «απορία» όλου του κόσμου.

Προς το παρόν όμως, ακόμα μαλώνει το ζευγάρι στο σπίτι. Άντρας και γυναίκα ψάχνουν να βρούνε την ψήφο τους. Στα χαμένα όμως. Δεν θα τη βρούνε ποτέ. Γιατί ο μεν Μιχάλης- Μιχαλάκης, πέστε τον όπως θέλετε, όταν πήγε στην κάλπη δεν ψήφισε τον εαυτό του. Ο άνθρωπος την τελευταία στιγμή μετάνιωσε και δεν ήθελε να γίνει πρόεδρος. Ήθελε όμως την ψήφο των άλλων! Και στεναχωρήθηκε που δεν την πήρε…

Από την άλλη μεριά η γυναίκα του δεν ψήφισε και αυτή τον άντρα της, επειδή η παμπόνηρη, κατάλαβε την μεταστροφή του αυτή και έτσι θεωρούσε την ψήφο της γι αυτόν… χαμένη! 

Η υποκρισία στο έπακρον!

Τι να πει κανένας… Όλα τα περίεργα στον κόσμο μας γίνονται! Η «λάγνα» και «εταίρα» πολιτική μας, ποτέ δεν μας αφήνει να δούμε μια «άσπρη» μέρα!

ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ     19-6-2019

                                                                                                          

Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Διήγημα: Αυτός και η ...Πασχαλιά


ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ Η…ΠΑΣΧΑΛΙΑ
Του Τρύφωνα Ούρδα
[Γράφτηκε το 1974]

Ο Μάρτης δεν μπόρεσε να δώσει στον Θωμά να καταλάβει, ότι να… έφτασε η Άνοιξη και πως στα μέσα του αλλουνού το Πάσχα. Κοιτούσε από το παράθυρο του σπιτιού του και δεν έβλεπε τίποτα, κάτι που να λέει για τον ερχομό τους. Μόνο έναν συννεφιασμένο ουρανό και γκρίζο, να κρέμεται στον ορίζοντα και κανένα πράσινο, σκορπισμένο εδώ και εκεί στον κάμπο, σημάδι πως το «θεριό» ο χειμώνας, δεν ήθελε ακόμα να αφήσει το «βασίλειό» του!

Και δεν είχε άδικο! Ο χειμώνας έμαθε ότι βαστάει τρεις μήνες. Και όμως! Ετούτος θα ξεπεράσει τους τέσσερις. Και τι χειμώνας! Μόλις πρόφτασαν να λιώσουν τα χιόνια και άρχισαν ο βοριάς και η βροχή, ενώ το κρύο παγώνει και τρυπάει το κορμί μέχρι το κόκκαλο. Και αυτός ο ήλιος...!

Ποιος ήλιος; Α! ναι… αυτός που ζεσταίνει το καλοκαίρι Είδες μαζί με το Πάσχα που ήταν τόσο κοντά, ξέχασε και αυτόν. Αχ! Πόσο εύκολα ξεχνάει κανείς!

-Ακούστε, έλεγε όταν του μιλούσαν για το εφετινό Πάσχα. Είναι που το γιορτάζω, σαράντα χρόνια τώρα το ευλογημένο. Σαράντα μετρημένα από τα χρόνια του πατέρα και της μάνας μου. Και ξέρετε πως είναι μωρέ; Ανοιξιάτικο, γεμάτο λουλούδια, χαρούμενο και ζεστό. Ακόμα και ο ήλιος να βοηθάει να ψηθεί το αρνί στη σούβλα. Τόσο ζεστό… Μάλιστα. Παγωμένα Χριστούγεννα ναι, Πάσχα όμως ποτέ..!

Και τα έλεγε με τόση μεγάλη σιγουριά, τόση αισιοδοξία και σοβαρότητα, που ο καθένας αν τον άκουγε, θα τον πίστευε και θα δικαίωνε τα λόγια του. Άλλωστε δεν τα έλεγε και κανένα παιδί!

Όμως… για κοίταξε σήμερα. Για δες γύρω σου. Ανέπνευσε βαθιά τον μυρωμένο ανοιξιάτικο ζέφυρο. Θα αισθανθείς την αγάπη για τη ζωή.

Από σήμερα λοιπόν το Πάσχα!

Όπως όλοι μέσα στο χωριό έκαναν ετοιμασίες να υποδεχτούν την τόση μεγάλη Γιορτή, προετοιμάστηκε και αυτός. Μπορούσε να μείνει πίσω η αφεντιά του;

Αρχή από το κονάκι του. Διόρθωσε τη σκεπή, έβαλε τα κεραμίδια που έφυγαν από τον αέρα στη θέση τους και ύστερα άσπρισε μέσα και έξω τους τοίχους. Παράλληλα αντικατέστησε και κάποια από τα έπιπλα που από την πολυκαιρία, πάλιωσαν και καταστράφηκαν. Έτσι, μ’ αυτά τα λίγα το σπιτάκι του έλαμψε!

Αφού λοιπόν τακτοποίησε όλα αυτά, βάλθηκε να συγυριστεί και ο ίδιος. Έπρεπε να ψωνίσει το κουστούμι για την Ανάσταση. Αυτό το παλιό, έ δεν βαστάει άλλο! Μπαλώθηκε- ξαναμπαλώθηκε εκατόν-δύο φορές και τώρα πρέπει να πάει στη γωνιά. Όσο για τα παπούτσια, ούτε λόγος δεν αξίζει να γίνεται! Έχουν υπερβεί πέντε φορές το όριο της ηλικίας τους! 

Βέβαια θα πει κανένας πως όλα αυτά είναι έξοδα. Έλα όμως που θα κινδυνεύσει να γιορτάσει το Πάσχα χωρίς αξιοπρεπή ενδυμασία. Κάλλιο το πρώτο παρά το δεύτερο..!

Γι αυτό την άλλη μέρα, Μεγάλη Πέμπτη και πριν καλά-καλά να φέξει ο ήλιος στην Ανατολή, αφού έβαλε στην τσέπη του όλες τις οικονομίες, πήρε τον δρόμο για την πόλη.

Ανέβηκε στο τετράποδο γαϊδουράκι του-ευλογημένο ας είναι- και όταν έφτασε σ’ αυτή, τράβηξε κατ’ ευθείαν στο πρώτο κατάστημα που βρήκε μπροστά του. Βγήκε όμως πολύ σύντομα, γιατί κανένα από τα κουστούμια που δοκίμασε δεν ήταν στα μέτρα του. Το ένα φαρδύ στη μέση και στενό στα πόδια, το άλλο μακρύ και ένα σωρό άλλα κουσούρια. Δεν γίνεται. Αυτός το θέλει να είναι σαν κι αυτόν. Στα μέτρα του δηλαδή και σπιθαμή μεγαλύτερο ή μικρότερο.

Δοκίμασε έτσι και στο τέταρτο κατάστημα αλλά τα ίδια και χειρότερα από το πρώτο. Δεν απελπίστηκε όμως. Τι θα πείραζε αν δοκίμαζε και σ’ αυτό που είναι απέναντι. Η δοκιμή στο κάτω-κάτω σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι με χρήματα!

Μετά από υπομονή σχεδόν μιας ώρας και μετά από αμέτρητα «αντίο- καλό Πάσχα» και «ευχαριστώ- επίσης» των πελατών, ήρθε και η σειρά του.

-Ορίστε κύριε, του είπε κάποιος μειδιών, από αυτούς που εξυπηρετούσαν το κοινό. Τι θα σας προσφέρουμε από τα εφετινά λαμπριάτικα είδη μας, πάντα εκλεκτής ποιότητας;

Έβηξε δυο φορές και ύστερα παίρνοντας ύφος σοβαρό απάντησε

-Ε..! Θα ήθελα είπε φωναχτά, να αγοράσω ένα κουστούμι που να μου ταιριάζει, όμοιο στα μέτρα μου. Να αντέχει στα πολλά πλυσίματα, στα χρόνια και να μην ξεφτίζει. Ακόμα να είναι σκούρο ανοιχτό και λίγο φτηνό στην τιμή..!

Αυτό το τελευταίο που είπε, είναι σίγουρο πως και ο ίδιος δεν το πολύ-πίστευε. Ήξερε πόσο ακριβά πωλούνται τα πράγματα αυτή την εποχή. Το είπε όμως έτσι, επειδή το άκουσε από μια κυρία δίπλα του, που η «γαλιάντρα», λίγο-πολύ τσακώθηκε με τον υπάλληλο, γιατί το σακάκι του άντρα της, της φάνηκε πολύ ακριβό και δεν έκανε έκπτωση στην τιμή του.

Και συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο:

-Να, αυτό στη βιτρίνα σας, θα είναι καλό για μένα.

-Και βέβαια θα σας είναι καλό, του είπε εκείνος. Για να πεισθείτε όμως περισσότερο, κάντε μια δοκιμή να το φορέσετε και να το δείτε στον καθρέφτη αν σας πηγαίνει πραγματικά. Είμαι σίγουρος πως θα μείνετε ευχαριστημένος. Να ο καθρέφτης.

Αφού κοιτάχτηκε καλά μπρος-πίσω και πήρε διάφορες στάσεις και βεβαιώθηκε για την τελειότητα, είπε να το βάλλουν στο κουτί, πλήρωσε και βγήκε, συνοδευόμενος από τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και φυσικά με πολλές ευχές από όλους όσους δούλευαν εκεί, για «Καλό Πάσχα».

Περιπλανώμενος στην αγορά, βρέθηκε μπροστά και σε ένα κατάστημα με παπούτσια. Από τη βιτρίνα που κοίταξε, του φάνηκαν υπέροχα. Θέλεις καφέ χρώματος-μαύρου, με κορδόνια ή άνευ, ό,τι ήθελες είχε. Αλλά από τιμές! Φωτιά! Δεν βαριέσαι όμως. Η τσέπη του να είναι καλά. Χωρίς να πήγε ποτέ στην Αθήνα, σήμερα γιορτάζει το «Κολονάκι», έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του και γελούσε ο φουκαριάρης!

Σαν μπήκε και μέσα, το μαγαζί του φάνηκε ένα όνειρο! Μεγαλείο και πολυτέλεια! Άλλοι δοκίμαζαν παπούτσια παραπονούμενοι για στενά-μεγάλα στα πόδια τους, άλλοι έφευγαν με παπούτσια που αγόρασαν στις τσάντες τους, άλλοι έκαναν παζάρια για την αγορά τους και άλλοι… έφευγαν όπως μπήκαν, ρίχνοντας κατάρες στην ακρίβεια!

Όταν τον είδαν κι αυτόν να μπαίνει μέσα, έτσι σφιχτό και ντροπαλό, κάποιος από τους πωλητές τον πλησίασε και τον ρώτησε τι επιθυμεί. Τότε αυτός γρήγορα και ξεκάθαρα, χωρίς πολλά λόγια και ακαταλαβίστικες κουβέντες, του είπε το σκοπό της επίσκεψης και το τι ακριβώς θέλει να αγοράσει.

Αμέσως εκείνος κατέβασε από τα ράφια ένα σωρό κουτιά με παπούτσια και του τα έδωσε να τα δοκιμάσει. Φορώντας έτσι το ένα ή το άλλο ζευγάρι και εδώ διάλεξε τα καλύτερα παπούτσια που διέθετε το κατάστημα. Σκαρπίνια μαύρου χρώματος, τελευταίας μόδας και εξαιρετικής ποιότητας. Πολύ δε περισσότερο και εισαγωγής..!

Ευχαριστημένος από τις αγορές, μαζί με άλλες που έκανε, τώρα σε τρόφιμα, φορτώθηκε πάλι στο γαϊδουράκι του και από την πόλη επέστρεψε στο χωριό. Εκεί, αφού τακτοποίησε ακόμα μερικές από τις δουλειές του, αναφερόμενες κυρίως στο ασβέστωμα τοίχων και καθαρισμό αποθήκης, το βράδυ πήγε στην Εκκλησία. Ήταν τα δώδεκα Ευαγγέλια βλέπετε. 

Μαζί με τους άλλους χωριανούς τα παρακολούθησε Ένα-Ένα, μάλιστα με μεγάλη ευλάβεια, αναπολών συγχρόνως την παιδική του ηλικία και τα σχολικά του τα χρόνια, όταν ο δάσκαλος τους μίλαγε τέτοια εποχή για τα Πάθη του Χριστού και την Ανάσταση.

Την επόμενη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή, ο καιρός έβρεχε. Μαύρα σύννεφα πλάκωναν γύρω την ανοιξιάτικη φύση και έριχναν σταγόνες το δάκρυ τους, λυπημένα και αυτά για τον άδικο θάνατο Εκείνου. Του Καλόκαρδου και Αγαθού Ναζωραίου. Του ευσπλαχνικού Θεού.

Συντετριμμένος και αυτός με λυγμούς, πήγε στους τάφους του πατέρα και της μάνας του και καθάρισε τα αγκάθια και τα χορτάρια που φύτρωναν εκεί και πατούσαν το σώμα τους. Ύστερα με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση, άναψε το καντηλάκια και από ένα κερί στη μνήμη τους.

Πόσο του λείπουν, μόνο αυτός και η ψυχή του το ξέρουν! Γιατί να μην μπορεί να τους μιλήσει, να τους πλησιάσει και να τους πει, πόσο μόνος αισθάνεται χωρίς αυτούς! Γιατί να μην μπορεί να νοιώσει την απέραντη αγάπη τους! Θάνατε πόσο μεγάλες και αγιάτρευτες πληγές ανοίγεις, κάθε που πέφτεις μέσα στις οικογένειες!

Το βράδυ για τον Επιτάφιο, ο παπάς χτύπησε την καμπάνα λίγο νωρίτερα. Ήθελε να πάει ο κόσμος εκεί πιο μπροστά για να τον στολίσουν. Μπήκε λοιπόν στον μπαχτσέ του και αυτός και έκοψε μερικές από τις πασχαλιές και τα ζουμπούλια, που όλες αυτές τις μέρες, στολίζουν την πλάση. Τα έκανε δυο ματσάκια και τα πήγε πάνω στο νεκρό σώμα του Ιησού. Από μέσα του έψελνε: «Η ζωή εν τάφω…»

Και ξημέρωσε η Κυριακή. Το Πάσχα μέσα στο χωριό. Ο κρότος της κανονιάς του, γέμισε απ’ άκρη σ’ άκρη την κάθε γειτονιά και φώτισε τα πιο σκοτεινά δρομάκια. Έφερε την αγάπη στις ψυχές όλων των χωριανών και άναψε την ελπίδα για το αύριο. Παραμέρισε την κακία και το μίσος και έκανε όλοι να δώσουν τα χέρια τους και το «φιλί της Αγάπης» σαν πιστοί χριστιανοί και μιμητές του Αναστημένου Θεού.

-Χριστός Ανέστη χωριανοί-Αληθώς Ανέστη χωριανοί, έψελνε ο παπάς με τους ψαλτάδες του μέσα στην Εκκλησία. Το πλήθος χαρούμενο, κρατώντας αναμμένες λαμπάδες, που έφεγγαν σαν τον ήλιο, σταυροκοπιόταν με ευλάβεια και προσευχόταν προς τον Κύριο του Παντός.

Προσευχήθηκε και αυτός και έψαλλε μαζί με τους άλλους το μεγάλο Γεγονός. Η ψυχή του εκείνες τις ώρες, βγήκε από μέσα του και πέταξε προς τον Αναστημένο Θεό, που σκόρπισε τους εχθρούς Του και έφερε στον κόσμο το Μέγα Έλεος! Την Μεγάλη Αλήθεια! Αυτή που όλοι προ πολλού, ξεχάσανε να λένε και ζούσανε μέσα στα σκοτάδια. 

Ώσπου έφτασε η σημερινή μέρα!

Τέλος, αφού τέλειωσε ο παπάς τη Λειτουργία, επέστρεψε στο σπίτι του. Ένοιωθε τόσο ευτυχισμένος όσο ποτέ άλλοτε. Κάθισε ήρεμος στο τραπέζι και έφαγε με όρεξη το αρνάκι που έτρεφε εδώ και αρκετούς μήνες. Ύστερα ήρθαν στο σπίτι του συγγενείς και φίλοι με τους οποίους τσούγκρισε το κόκκινο αυγό και ήπιαν ποτήρια κόκκινο κρασί, ώσπου κάποιος νεώτερος, όταν πια έφτασε στο κέφι, είπε το πρώτο τραγούδι. Ακολούθησαν οι πιο γέροι με παραδοσιακά τραγούδια της δικής τους εποχής, που έλεγαν για την παλληκαριά τους αλλά και για τη δύναμη της Ρωμιοσύνης.

Έτσι, αφού και το τελευταίο ποδαράκι του μικρού αμνού φαγώθηκε και εξαντλήθηκε και η τελευταία σταλαματιά από το κρασί του στο βαρέλι, αποφάσισαν να τα συμπληρώσουν στον καφενέ. Εκεί κάτω από το ψηλό και γέρικο πλατάνι του χωριού, γινόταν μεγάλος χορός. Χόρευαν τα όμορφα κορίτσια και τα αγόρια, που τα χαίρονταν οι μανάδες τους και τα καμάρωναν οι πατεράδες τους.

-Φέρε κρασί να πιούμε, φώναξαν όλοι στον καφετζή.

-Φέρε να πιούμε γρήγορα, είπε και αυτός!

Και πρώτος πιάστηκε να χορέψει έναν αθάνατο ελληνικό σκοπό!

21-4-2019 
ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Διήγημα: Το αλεξίπτωτο


Το αλεξίπτωτο


Εκεί στο καφενείο του Γιακουμή που λέτε, ακούγονταν τα πάντα. Από την απλή γεωργία και την κτηνοτροφία μέχρι την ανωτάτη γεωπονική και κτηνιατρική, από την κομπογιαννίτικη και πρακτική ιατρική μέχρι εκείνη των Παρισίων και από την κατασκευή κάρων, μέχρι εκείνη των σύγχρονων αεροπλάνων. Άμα προσθέσει κανένας ακόμα και μερικά «κακόλογα» σχετικά με ζωηρές γειτόνισσες και «πεταχτούλες» κυρίες, «θερμούς» κουμπάρους και κουμπάρες… άντε και λίγο όμορφες και χαριτωμένες δασκαλίτσες, ε τότε καλύπτει όλο το «φάσμα» των «κοινωνικών σχολίων» και γεμίζει άνετα τις στήλες της τοπικής εφημερίδας του χωριού. Και μη χειρότερα..! 

Εκείνο το βράδυ, κάπου στα μέσα του καλοκαιριού, εκεί στο βάθος του μαγαζιού την κουβέντα μεταξύ των θαμώνων, μονοπώλησε η παρέα του κυρ Γιώργη από τον μαχαλά των προσφύγων. Με τη ρετσίνα να καταναλώνεται σκέτη στα ποτήρια και την ευχή στην «υγεία μας» να ακούγεται κάθε τόσο στα τσουγκρίσματα, ο κυρ Πάνος, ο γείτονας και φίλος του με ένα μόνιμο μειδίαμα στα χείλη, μάρτυς μου ο Θεός λόγω του ποτού, έλεγε και ξανάλεγε για το γιο του που υπηρετεί στην αεροπορία και μάλιστα προς έκπληξη και απορία όλων, πως πέφτει από αυτά με αλεξίπτωτο στη γη! 

Και φυσικά όσο του επέτρεπαν οι γνώσεις και η πνευματική διαύγεια, έκανε ανάλυση στην παρέα, για τη διαδικασία που ακολουθείται και το μηχανισμό της πτώσεις και ιδιαίτερα των νόμων της φύσης που λαμβάνουν χώρα κατ’ αυτή! 

Στη βαριά και γεμάτη από τον καπνό και τα τσιγάρα ατμόσφαιρα, όλοι όσοι τον άκουγαν, «εννοούντες» και μη, είχαν το στόμα τους ανοιχτό, συλλογιζόμενοι και σκεπτόμενοι, πόσο τέλος πάντων προχωρημένη είναι σήμερα η τεχνολογία, αφού με αυτή κατόρθωσε ο άνθρωπος να πέφτει από ψηλά και να μην παθαίνει το παραμικρό, αλλά συγχρόνως και το πόσο «μεγάλη» ψυχή πρέπει να έχει κάποιος που αμολιέται στο κενό από τόσο ψηλά, από τα «ουράνια», τη στιγμή που οι ίδιοι δεν τολμούν να κάνουν ένα μικρό πηδηματάκι πάνω από το γαϊδουράκι τους και στο κατέβασμα από το σαμάρι του… 

Δεν συζητάμε βέβαια και για το «καμάρι» και την περηφάνια που πρέπει να αισθάνεται ο άνθρωπος, το παλικάρι που κάνει αυτή τη δουλειά! 

Όλα λοιπόν αυτά τα «σημαντικά» πράγματα, έδιναν και έπαιρναν απόψε εδώ στην παρέα και έτσι προχωρούσε η νύχτα και πέρναγε η ώρα, εκεί στο μαυρισμένο και σκονισμένο από τον καιρό ρολόι του τοίχου, πάνω από την πόρτα του μαγαζιού και δώστου ο καφετζής με τη κουβέντα να φέρνει κάθε τόσο και άλλες ρετσίνες, πετώντας πού και πού στους «μπερδεμένους» της παρέας και καμιά «σπόντα», όλο ειρωνεία στα λόγια του, για τις «τάχα» πολύ μεγάλες δυσκολίες που έχει η πτώση με τα αλεξίπτωτα, έτσι ο πονηρός για να διασκεδάσει την κατάσταση στο γενικό «γούρλωμα» των ματιών των συγχωριανών του από όλα αυτά που άκουγαν. 

Και εδώ που τα λέμε για τον κυρ Γιώργη της παρέας, που το κεφάλι του τώρα έγινε «νταούλι» από το αλκοόλ, ο καφετζής μπορεί να είχε και ένα δίκαιο. Ναι! Σιγά το κατόρθωμα και τη τέχνη που χρειάζεται να είσαι αλεξιπτωτιστής. Όπως πολύ καλά κατάλαβε από τον κυρ Πάνο δίπλα του, ο αέρας είναι αυτός που σε κρατάει ψηλά και δεν πέφτεις για να γίνεις «κομματάκια» στο έδαφος. Αρκεί βέβαια να έχεις αλεξίπτωτο. Αλλά… πάλι από την άλλη μεριά, που να βρεις αλεξίπτωτο. Δεν πουλάνε στα παζάρια..! Εδώ πράγματι είναι τα δύσκολα. 

Απογοητευμένος και απορροφημένος στις σκέψεις ο άνθρωπος, κάποια στιγμή κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα και βγάζοντας «ντουμάνι» τον καπνό από το σέρτικο τσιγάρο του, πίεσε όσο μπορούσε το μυαλό του, μήπως του έρθουν πάνω σε αυτό, τίποτα καινούργιες ιδέες και τον βγάλουν από τα αδιέξοδα. Και πραγματικά. Τη λύση δεν άργησε να την κατεβάσει το ασπρόμαυρο κεφάλι του. 

-Μπορεί, είπε από μέσα του, να μην μπορώ να βρω αλεξίπτωτο, μπορώ όμως να βρω πολύ εύκολα κάτι «ανάλογο». Αυτό μάλιστα μπορεί να το έχω και στο σπίτι μου και να με περιμένει να το χρησιμοποιήσω..! Ναι το έχω, σιγομουρμούρισε μην τον ακούσουν οι άλλοι και το πρόσωπό του έλαμψε από ευχαρίστηση που το βρήκε. Το έχω σίγουρα ξαναείπε και μια δοκιμή δεν βλάπτει… 

Τι τα συζητάμε όμως. Η ώρα πέρασε. Το «λουξ» κρεμασμένο στο ταβάνι, πήρε να θαμπώνει και οι περισσότεροι χωριανοί μέσα στο μαγαζί, πήραν και αυτοί το δρόμο για το φτωχικό τους. Έφτασε η ώρα για ύπνο βλέπετε. Ακόμα και ο μαγαζάτορας μέσα στον μπουφέ, άρχισε και αυτός το χασμουρητό και εδώ που τα λέμε, πάνω στα χέρια του χωρίς να το καταλάβει, πήρε και τον πρώτο του υπνάκο. Τι να έκανε και αυτός ο άμοιρος! Δεν μπορούσε να διώξει τους πελάτες και να κλείσει επειδή πέρασε η ώρα και αυτός νύσταζε. Αν έκανε κάτι τέτοιο, την άλλη μέρα κανένας πελάτης δεν θα πατούσε στο μαγαζί του. Έτσι οπλίστηκε με υπομονή και περίμενε, μέχρι να φύγει και ο τελευταίος! 

Ο τελευταίος… δηλαδή οι τελευταίοι για απόψε, μια και η παρέα που λέμε με την ενδιαφέρουσα συζήτηση για τα αλεξίπτωτα, δεν έλεγε να σηκωθεί. Μάλιστα, ακόμα και τώρα, τα περασμένα μεσάνυχτα, οι περισσότεροι στη συντροφιά συνεχίζουν ατέρμονη την «κονβερσασιόν» και δεν σταματάνε να κοιτάνε προς το μέρος του καφετζή, κάνοντας του νοήματα να φέρει και άλλες «μαλαματίνες», άσχετα και αν αυτός ο κατεργάρης, κάνει πως δεν βλέπει προς το τραπέζι τους, μόνο και μόνο μήπως τους κάνει να βαρεθούνε, να τα μαζέψουνε και να φύγουνε μια ώρα αρχύτερα. 

Ώσπου τελικά ο πονηρός με το «κόλπο» του τα κατάφερε! 

Πρώτος από τη παρέα σηκώθηκε να φύγει ο κύριος Χρήστος, τραβώντας μια τελευταία ρουφηξιά από τη ρετσίνα που απέμεινε στο ποτήρι του. «Καπνοτζής» με το όνομα, χρόνια τώρα ασχολούνταν με το εμπόριο καπνού στο χωριό, αλλά φράγκα δεν του περίσσευαν. Λίγο η «καλή» ζωή, λίγο η παραπάνω βόλτα και λίγο το ποτό, όπως τώρα που εξ αιτίας του δύσκολα μπορεί να περπατήσει, πού να έμενε «δεκάρα» στην τσέπη. Παρόλα αυτά όμως, «κύριος» σε όλα και γαλαντόμος, ακόμα και τώρα συνταξιούχος του ΟΓΑ. Άφησε στο τραπέζι τα χρήματα που αναλογούσαν για την πληρωμή του μαγαζιού και ακόμα περισσότερα και με ένα βαθύ χαμόγελο από τη ζάλη του αλλά συγχρόνως και με ένα σοβαρό ύφος, σαν να μη συνέβαινε τίποτα με το ποτό, έπαιξε δυο-τρείς φορές πάνω- κάτω τα μάτια του για να ξεκαθαρίσει το τοπίο μπροστά του, είπε μια πνιγμένη στο λαιμό του καληνύχτα στα μέλη της παρέας, βρήκε την πόρτα και βγήκε έξω για το σπίτι του. 

Από πίσω σηκώθηκε και ο κύριος Αχιλλέας. Κουτσός όπως ήταν στο ένα του το πόδι και λίγο από τη «σούρα», ίσα που κρατιόταν όρθιος. Φώναζε, έβριζε, χτύπαγε την καρέκλα που τον βάσταγε για να μην πέσει, ούτε όμως και αυτός ήξερε τι έλεγε. Όλα αυτήν την ώρα του φταίνε… Το ποτό τον χτύπησε και αυτόν κατακούτελα και αλλοίμονο σε όποιον τώρα πιαστεί σε κουβέντα μαζί του. Δεν πρόκειται να βρει άκρη. Το πολύ-πολύ να ρίξει μαζί του κανέναν τρικούβερτο και ανούσιο καυγά και την επόμενη μέρα από τα πολλά τα λόγια, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, να βραχνιάσει ο λαιμός του και να μην μπορεί να βγάλει μιλιά. 

Για αυτό και οι άλλοι, παρά τη μεγάλη ζαλάδα που έχουν στα κεφάλια τους, επειδή γνωρίζουν πολύ καλά αυτό του το χούι και τον εριστικό του χαρακτήρα στο ποτό, έχουν το στόμα τους μανταλωμένο. Και δεν του μιλάνε. 

-Άσε καλύτερα να εξαφανιστεί ο «μέθυσος!», έλεγαν από μέσα τους και να ησυχάσουμε! Δεν υποφέρεται όταν πίνει.. 

Και φυσικά «φέσια-καραφέσια» και οι ίδιοι από το αλκοόλ, δεν είχαν άδικο! Γι αυτό και ο κυρ Αχιλλέας αφού είπε-είπε, πολλά, πάρα πολλά, όταν κατάλαβε όμως στο τέλος ότι τα έλεγε στον βρόντο και σε «ώτα μη ακουόντων», αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά τους, βρήκε και αυτός την πόρτα και έφυγε «στραβά- κουτσά», με τον καφετζή να τρέχει από πίσω του, να του δώσει την τραγιάσκα και μια ζακέτα που τα ξέχασε κρεμασμένα στην κρεμάστρα του καφενείου. 

Τρίτος στη σειρά από την παρέα, σηκώθηκε ο μπάρμπα-Γιάννης που είχε το σπίτι του δίπλα στο ποτάμι, εκεί κάτω στα «αλώνια». Τρόπος του λέγειν δηλαδή σηκώθηκε, γιατί τον βοήθησε να σηκωθεί ο καφετζής. Αυτός πάλι μια ζωή, είχε μεγάλη αγάπη για το ποτό. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες στο καφενείο. Μόνιμος θαμώνας εκεί με το ποτηράκι στη χούφτα, κατέβαζε πάντα «ξεροσφύρι» τα ουζάκια, ρίχνοντας κάθε τόσο λοξές ματιές έξω από το παράθυρο στην πλατεία, μήπως από καμιά στροφή του δρόμου φανεί η γυναίκα του η Φώτου και του βάλλει τις φωνές. Ο καλοπερασάκιας, τις περισσότερες φορές, εξ αιτίας της μεγάλης του αυτής «αδυναμίας», συνήθως την «πατούσε» και ξέχναγε τις υποχρεώσεις του στον στάβλο με τα ζώα. 

Απόψε ευτυχώς, η άπονη η «φωνακλού» δεν τον έψαξε και έτσι και αυτός, άπληστος όπως ήταν πάντα, με την ησυχία του ήπιε μέχρι «σκασμό». Τόσο που στην αρχή φάνηκε ότι είναι αδύνατον μόνος του να περπατήσει! Ύστερα όμως «ως εκ θαύματος», εντελώς ξαφνικά σταθεροποιήθηκε, αποτρέποντας μάλιστα τώρα τους άλλους να βάζουν χέρι επάνω του, προκειμένου να τον κρατήσουν όρθιο για να μη σωριαστεί στο δάπεδο του μαγαζιού και τον «γυρεύουν» ανάμεσα στα τραπέζια και τις καρέκλες που κάθονταν οι προηγούμενοι πελάτες. Με την ευγενική διάθεση που συνήθως τον κατείχε, για να είμαστε ακριβείς μόνον όταν έβλεπε «πεταλουδίτσες», ο αφιλότιμος, μόλις ένιωσε πως μπορεί να τα καταφέρει και μόνος του, κοίταξε αγέρωχος στα μάτια τον κάπελα, δίνοντάς του μάλιστα και το χέρι, είπε γλυκά «καληνύχτα» και από την ανοιχτή πόρτα εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. 

Πολύ προβληματισμένος, αν έπρεπε να σηκωθεί και να πάει σπίτι του, ήταν ο κυρ Γιώργης. Καλοντυμένος πάντα σε όλες τις εξόδους του με το μαύρο κουστούμι και το λευκό πουκάμισό του, άνθρωπος «μερακλαντάν», ακόμα και αυτή την περασμένη ώρα, δεν θα έλεγε όχι για ένα ακόμα ποτηράκι! Έλα όμως που οι άλλοι έφυγαν και τον πρόδωσαν! 

Ακόμα σαν επιστήμονας, τεχνίτης και… «ερημοσπίτης» που ήταν, μαζί με τον κόσμο που γύριζε απόψε στο κεφάλι του, όπως ακριβώς ένας τροχός αμαξιού, γύριζε και εκείνο το «αλεξίπτωτο», που ανέφερε πριν από πόση ώρα, ο γείτονάς του ο κυρ Πάνος με τον γιο που έχει τον αεροπόρο και που πέφτει με αυτό από ψηλά στη γη, πάνω από τα αεροπλάνα και δεν παθαίνει τίποτα. 

Ο «δύστυχος» από τότε που το άκουσε δεν μπορεί να αλλάξει τη σκέψη του! Το γεγονός όλο και πιο πολύ βολοδέρνει μέσα στο μυαλό του και τον κάνει να σκέφτεται, πώς θα αισθανόταν, αν και ο ίδιος έκανε το «άλμα» με τούτο το περιβόητο πράγμα που κατασκεύασε ο άνθρωπος! Τι μεγάλη χαρά θα ένιωθε, όταν θα έβλεπε κάτω τον κόσμο να τον χαιρετάει και πόσο πολύ θα ανέβαινε η δημόσια εικόνα του, ας πούμε στο χωριό! 

Έτσι σκεφτόταν από μέσα του εκείνη την ώρα ο άνθρωπος και έτσι χαμογελούσε με την ιδέα του αυτή, όταν έτσι, μέσα στην ασπρόμαυρη αυτή τη δίνη των σκέψεών του, αισθάνθηκε τον ιδιοκτήτη του καταστήματος να τον σκουντάει και να του λέει πως έμειναν οι δυο τους στο μαγαζί! 

Τελικά, μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, αφήνοντας στην άκρη όλους τους προβληματισμούς του, πείστηκε και αυτός από τον ταλαίπωρο τον καφετζή, να αφήσει κοντά σε αυτούς και την καρέκλα και σιγά-σιγά και να «οδεύσει» για την οικία του. Αλλά όμως πριν πάρει το δρόμο, έκπληκτος ο καφετζής τον άκουσε να λέει: 

-Γιακουμή μην ξεχάσω το «αλεξίπτωτο»! Απόψε λέω να «πέσω»! Για να δείτε ποιος είναι ο μπάρμπα-Γιώργος. Τι τον περνάτε, για μισή μερίδα. Κάτι ξέρουμε και εμείς από αλεξίπτωτα..! 

Ανάθεμα και αν μπορούσε να καταλάβει ο καφετζής, τι του έλεγε εκείνη την ώρα, λόγω της ομιχλώδους πνευματικής του κατάστασης, ο «φαντασμένος» καθ’ όλα άνθρωπος! Έτσι παρά την κούραση και τη νύστα που τον έτρωγε, μόλις άκουσε όλα αυτά τα παράλογα να βγαίνουν από το στόμα του, εντελώς αυθόρμητα τον έπιασαν τα γέλια. Τόσο, που ξεκαρδίστηκε! 

-Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Τώρα μιλάει το ποτό του είπε φωναχτά, χωρίς να σκεφτεί μήπως και θυμώσει ο πελάτης και χωριανός του. Επί πλέον, θέλοντας να διακωμωδήσει όσο γινόταν περισσότερο την κατάσταση και να «ικανοποιήσει» το αίτημα του μπάρμπα, του είπε ακόμα σαρκαστικά: 

-Ναι, βέβαια! Έλα πάρε και το αλεξίπτωτό σου! Και του έδωσε μια μεγάλη, μαύρη ομπρέλα, που την ξέχασε ο άνθρωπος, πριν μια εβδομάδα στο μαγαζί του, όταν ο Θεός έβρεχε καταρρακτωδώς! 

Μετά από όλα όσα συνέβησαν μέσα στο μαγαζί, ποιος ξέρει πόση ώρα βάδιζε μέσα στους δρόμους του χωριού ο κυρ Γιώργης, «ταλαντευόμενος» σαν να ήταν σε βάρκα, μέχρι να βρει το σπίτι του και με την ομπρέλα παραμάσχαλα! Μέσα στην ζάλη του και στο λίγο φως του φεγγαριού, που έμπαινε και έβγαινε στα σύννεφα, παίζοντας μαζί του τον «κρυφτούλη», όλοι οι δρόμοι του φαινόταν πως είναι ίδιοι και πως όλοι τον πάνε στο σπίτι του. Αλλά όμως κανένας δεν βρισκόταν, τόσο εύκολα και απλά, να τον πηγαίνει στον προορισμό του. 

Τελικά κάποτε, μόνο «περιπλανώμενος» και όχι «δυστυχισμένος», που λέει το άσμα, αντίθετα μάλιστα πολύ ευδιάθετος, κάποιος «καλός» δρόμος, έστω και καθυστερημένα τον έφερε μπροστά στην αυλή του. 

Ψάχνοντας στα τυφλά με το χέρι του, βρήκε το σύρτη και άνοιξε την αυλόπορτα. Το μυαλό του, συνέχιζε να είναι θολωμένο γι αυτό και όλα μέσα στην αυλή, ακόμα και το σπίτι με το υπόστεγο, συνέχιζαν να έρχονται και να φεύγουν αλλά και να περιστρέφονται γύρω του, όπως οι κούνιες στα λούνα πάρκ. Προχωρώντας με μικρά βήματα «σημειωτών», κινδύνεψε πολλές φορές να πέσει και να χτυπήσει πάνω στους τοίχους, μέχρι να φτάσει στην πόρτα του σπιτιού. Τα κατάφερε όμως και την έφτασε, πιάνοντας κάθε τόσο τις ρίζες της κληματαριάς, που φύτεψε πριν από χρόνια μπροστά στην αυλή, έχοντας για στήριγμα του και… την ομπρέλα. 

Με μεγάλη προσοχή, μήπως ξυπνήσει τη γυναίκα του που κοιμόταν στο δωμάτιο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Αποκαμωμένος κάθισε σε ένα από τα μιντέρια του σαλονιού. Εκεί πήρε μια βαθιά ανάσα ξεκούρασης και ευχαρίστησης, που επιτέλους βρέθηκε στο σπίτι του… 

Ο δόλιος εδώ που ήταν, ήθελε πολύ να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Μα αυτό φαινόταν αδύνατον. Τον «ταλάνιζε» ακόμα εκείνη η ιδέα να πετάξει με το αλεξίπτωτο! Και όταν «σφηνώνονται» τέτοιες ιδέες στο μυαλό του, είναι αδύνατον να τις βγάλει, αν αυτές δεν γίνουν πράξη. Απόψε ειδικά, που βλέπει γελαστό τον κόσμο, που αισθάνεται πως είναι ένας αφέντης, βασιλιάς, ταξιδευτής, που όλα χορεύουν και γελάνε για πάρτη του και τα δύσκολα γίνονται εύκολα, είναι ευκαιρία να κάνει το «εγχείρημα», μήπως του φύγει η περιέργεια και το μεράκι, να πετάξει και ο ίδιος σαν αλεξιπτωτιστής και να δει μέσα στη νύχτα από ψηλά τους ανθρώπους, χωρίς να περνάει από το μυαλό του ο κίνδυνος να τσακιστεί στο έδαφος, όπως συμβαίνει στις άλλες περιπτώσεις, που το κεφάλι χωρίς οινόπνευμα, τα έχει «τετρακόσια» και είναι αδύνατον να παίρνει αυτού του είδους τις αποφάσεις και γενικά «ανάποδες» στροφές! 

Με όλα λοιπόν αυτά τα όμορφα, τα «πανέμορφα» πράγματα που ευχαριστούσαν και εύφραιναν την ψυχούλα του, άπλωσε το χέρι του να πάρει από δίπλα ένα μαξιλάρι για να ακουμπήσει καλύτερα το σώμα του. Αντί όμως γι αυτό έπιασε κάτι σκληρό, κάτι σαν σίδερο να πούμε. Ήταν η ομπρέλα που του έδωσε ο καφετζής και ούτε που κατάλαβε πώς την έφερε μέχρις εδώ. Την έπιασε και την έφερε κοντά στα μάτια του, για να δει στο σκοτάδι καλύτερα. Όταν βεβαιώθηκε γι αυτή, την άνοιξε και μπήκε για λίγα λεπτά της ώρας από κάτω της. 

Και όσο ήταν έτσι, μια καινούργια ιδέα φώτισε το μυαλό του! Να κάνει την ομπρέλα «αλεξίπτωτο» και να πετάξει, και να δώσει έτσι την λύση στο πρόβλημά του. Βέβαια, η ίδια λύση πέρασε από το μυαλό του και πολύ πριν, όσο ήταν μέσα στο μαγαζί. Ωστόσο όμως την ξέχασε και την ξαναθυμήθηκε τώρα που έχει στα χέρια του την ομπρέλα. Κρίμα σκέφτηκε, γιατί και ο ίδιος ο καφετζής όταν έφευγε, του είπε ξεκάθαρα: «Να πάρε το αλεξίπτωτό σου!» 

-Κοίταξε να δεις, είπε στη συνέχεια φωναχτά και χαμογέλασε. Να έχω το εργαλείο απάνω μου και να μην το ξέρω! 

Έκλεισε την ομπρέλα και ανακουφισμένος την έσφιξε μπροστά στο στήθος του. Εκείνη την ώρα νόμιζε πως έσφιγγε πάνω του, το «ωραιότερο πράγμα του κόσμου!» 

Τώρα έμενε μια μικρή λεπτομέρεια. Τρόπος του λέγειν δηλαδή «μικρή»! Ίσως αυτή ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην όλη διαδικασία της πτώσης. Πού θα βρει αεροπλάνο να κάνει το άλμα; Πάλι λοιπόν απελπισμένος και με κομμένα τα φτερά, επειδή το όνειρό του, απόψε μια τόσο όμορφη βραδιά, φαινόταν να διαλύεται άδοξα, με την ομπρέλα στα χέρια, πήρε να ανεβαίνει τη σκάλα για τον επάνω όροφο του σπιτιού του. Γιατί; 

Μακάρι και ο ίδιος να ήξερε. Πάντα με τη γυναίκα του κοιμόντουσαν στο ισόγειο. Απόψε… 

Μόλις πάτησε το πόδι του απάνω, τράβηξε κατ’ ευθείαν σε ένα από τα παραθύρια. Μέσα από τη λευκή κουρτίνα που κρεμόταν μπροστά του, είδε το φεγγάρι να λάμπει χρυσό στον ουρανό. Την τράβηξε και άνοιξε το ένα από τα παραθυρόφυλλα για να θαυμάσει την ομορφιά του. Όρθιος εκεί, κάθισε για λίγο ακίνητος, χωρίς να χάσει για πρώτη φορά την ισορροπία του. Ύστερα πιάνοντας από το περβάζι για να μην πέσει, κοίταξε κάτω στην αυλή. Πόσα πράγματα έβλεπε κάτω, έστω και λίγο θολά! Τον μπαχτσέ, τα λουλούδια, τα δέντρα αλλά και το μικρό σπιτάκι του σκύλου, που αυτές τις ώρες έλειπε για «περιοδεία» στη γειτονιά. 

Αλήθεια! Ήταν ψηλά και κρατούσε στα χέρια του την ομπρέλα! Το «αλεξίπτωτο» με το οποίο σκέφτηκε σήμερα να πετάξει και του το έδωσε ο καφετζής πριν φύγει από το μαγαζί του. Με αυτό χρόνια τώρα, αιωρούνται στο κενό οι αεροπόροι και φτάνουν στη γη, δίχως μια γρατσουνιά στο σώμα τους. Μια δοκιμή του ίδιου, να πέσει τώρα και αυτός από το παράθυρο με ανοιχτή την ομπρέλα, δεν θα ήταν το ίδιο; Έτσι που να «σκάσει» και αυτός ο διάολος από τη ζήλεια για το κατόρθωμα του, και του λόγου του να ικανοποιήσει την μεγάλη του επιθυμία να πετάξει και αυτός και να γίνει ήρωας του εαυτού του, αλλά και… θύμα της «κραιπάλης» μέθης του, που όλη τη νύχτα τον τυραννάει και τον κρατάει ξάγρυπνο αλλά και γιατί όχι, θύμα της ανθρώπινης αδυναμίας και ματαιοδοξίας του..! 

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, η παρέα στρωμένη στο ίδιο μέρος που καθόταν εψές, μέσα στο καφενείο του Γιακουμή, περίμενε να φανεί και ο «έτερος Καππαδόκης», ο κυρ Γιώργης, για να αρχίσει η ιεροτελεστία της οινοποσίας. Ήδη παραγγέλθηκαν τα προκαταρκτικά ούζα και μεζεδάκια, αλλά ο αναμενόμενος ήταν άφαντος. Στο δεύτερο μάλιστα τσούγκρισμα, άρχισαν να ανησυχούν. Μήπως και έπαθε κάτι ο άνθρωπος; 

Η απάντηση στο ερώτημα, ήρθε «κεραυνός εν αιθρία» από τον γείτονά και ξάδερφό του τον κύριο Μήτρο. Ο ίδιος τους ενημέρωσε, πως τον βρήκε «μεστό οίνου», χτες πολύ μετά τα μεσάνυχτα, στην αυλή του σπιτιού του να έχει πέσει από το παράθυρο του πάνω ορόφου και να έχει «σκάσει» εκεί μέσα σε μια στοίβα από πέτρες και ξύλα, με πολλά από τα πλευρά του σπασμένα, ίσως και κανένα από τα πόδια του. Μέσα στη σιωπή της νύχτας συνέχισε, τον άκουσε από το δικό του το χαμηλό παράθυρό, που βογκούσε σαν τραυματισμένο αγρίμι από τους πόνους. Δίπλα του είπε, ότι ήταν και μια κομματιασμένη ομπρέλα! 

Και ο γείτονάς του συμπλήρωσε: «Τα αίτια ερευνώνται..!» 

Σύξυλη η παρέα και ο κυρ Πάνος, αλλά… και ο καφετζής!

                                                                                                 10-3-2019
                                                                                            ΤΡΥΦΩΝ ΟΥΡΔΑΣ