Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Επιλεγμένα Διηγήματα Α΄ ΛΔΔ (4)

Της  κυπριακής  λευτεριάς  τ’ όραμα
του Γιώργου Κ. Μιχαηλίδη

Ο ήλιος άρχισε δειλά δειλά να ξεπροβάλλει από την ανατολή. Θα ξεκινούσε το καθημερινό του ταξίδι. Αυτός τον ξύπνησε. Ξύπνησε μαγεμένος. Κατάλαβε, όμως, ότι ήταν όνειρο. Τ’ όνειρο! Αχ, Θεέ μου, πόσο θα’ θελε να’ ταν αλήθεια… Και άρχισε να σκέφτεται ό,τι είχε δει μήπως ξεχάσει κάποια λεπτομέρεια. Ξεχνιούνται όμως αυτά;… Τα μάτια του λαμπύριζαν τόσο που συναγωνίζονταν τον ήλιο σε λάμψη.
Ήτανε λέει πουλί, άσπρο περιστέρι και πετούσε, πετούσε ψηλά στον ουρανό. Είχε φτερά για να φτάνει ακόμα και τ’ άστρα αν ήθελε. Μα το μόνο που ήθελε ήταν να περάσει τα συρματοπλέγματα, να πάει δυο βήματα πιο κει, στο σκλαβωμένο μισό της πατρίδας! Το χώμα, η βλάστηση, ο αέρας ήταν τα ίδια, κι εδώ και κει.
Πέρασε πετώντας κι έφτασε επιτέλους στο πιο ανατολικό άκρο του νησιού: στο μοναστήρι τ’ Αποστόλου Αντρέα. Είχε ακούσει πως, πριν το πατήσουν οι Τούρκοι εισβολείς, οι άνθρωποι με τα ζωντανά τους περπατούσανε μέρες για να φτάσουνε και να προσκυνήσουν εκεί. Παρ’ όλ’ αυτά, η αγάπη των προσκυνητών προς τον άγιο υπερνικούσε την κούραση και την ταλαιπωρία. Αχ, πόσο πονούσε η καρδιά του για ν’ ανάψει ένα κερί κι ας ήξερε ότι θα’ λιωνε. Ήτανε πουλί, όμως, και δεν μπορούσε. ΄Ηπιε όμως νερό από την πηγή, στον ξηρό βράχο, που είχε δημιουργήσει ο ίδιος ο άγιος στο πέρασμα του.
Ήθελε τώρα να πετάξει πάνω από κάθε σπιθαμή γης τούτης της αγαπημένης στενής λωρίδας της Καρπασίας μέχρι την Αμμόχωστο. Το «θαλασσοστεφανωμένο τούτο πάτωμα στεριάς» κατά τον ποιητή Νόννον, την «Αχαιών ακτή» κατά τον Στράβωνα. Τη γη και θάλασσα που χάρηκε στα χρόνια τα παιδικά! Τη γη που πεισματικά φρουρούν οι ελεύθεροι πολιορκημένοι!
Αντάμωσε τη θάλασσα τ’ Αποστόλου Αντρέα. Εκείνη που κράτησε μέσα του ως την πιο όμορφη του νησιού. Σταμάτησε να περπατήσει στους αμμόλοφους. Θυμήθηκε τ’ ατέλειωτα παιγνίδια με τ’ αδέλφια του, τα τρεχαλητά ξοπίσω από τα καβούρια. Ήθελε τόσο πολύ να κολυμπήσει στα ρηχά, κρυστάλλινα νερά. Ήτανε πουλί, όμως, και δεν μπορούσε!
Ήθελε να δακρύσει σαν κατέβαινε τα σκαλιά για τον παλιό καμαροσκέπαστο ναό του καρπασίτη Αγίου Θέρισσου, πάνω στο κύμα. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ, παιδί τότε, την μέρα της πρώτης του επίσκεψης. Ήταν έξι του Μάρτη του 1966. Ήθελε πολύ να θυμάται τούτη την ημερομηνία. Την κατάγραψε για πάντα στο μυαλό του. Και κατάφερε να ξανάρθει!
Τη βασιλική της Παναγίας της Κανακαριάς την αναγνώρισε αμέσως. Την είχε πρωτοκοιτάξει με δέος με τα παιδικά του μάτια. Λες και ήξερε για τους θησαυρούς των ψηφιδωτών του 6ου αιώνα που έκρυβε τούτη η εκκλησιά κοντά στη Λυθράγκωμη. Που έγινε σύμβολο για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
Πέταξε χαμηλά πάνω από το Λεονάρισσο και μυρίστηκε τα πεύκα, τους αόρατους, τις αγριοελιές, τις σχινιές, τις μαζιές και το λάδανο. Κοντοστάθηκε έξω από τον κινηματογράφο, δίπλα από το σχολείο του χωριού. Εδώ είχε παίξει στη θεατρική παράσταση «Ενάτη Ιουλίου 1821» του Βασίλη Μιχαηλίδη, εθνικού ποιητή της Κύπρου.
Σαν πλησίασε στον Κοιλάνεμο ένιωσε ότι ο Θεός δημιούργησε ένα ξεχωριστό του ποίημα στον Κοιλάνεμο. Φτερούγισε χαρούμενα ανάμεσα στις ελιές, τις χαρουπιές και την άγρια θαμνώδη βλάστηση σε κάποια αρχαία μνημεία, σε χριστιανικούς ναούς του μεσαίωνα και σε νεκρικές δόμες. Είχε επισκεφτεί το χωριό με συμμαθητές του. Την κοιλάδα που οδηγούσε στη θάλασσα φύλαξε μες τη παιδική του ψυχή. Γι’ αυτό το μέρος έγραφε στις εκθέσεις στα χρόνια που ακολούθησαν…
Στη Σαλαμίνα του Τεύκρου κάθισε σ’ ένα από τα χοντρά ξηρά καλάμια να ξαποστάσει. Παιδί έφτιαχνε σπαθιά μ’ αυτά. Το πρώτο του ήτανε σαν εκείνο του Αίαντα. Το πρωτοείδε σε τραγωδία στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας με το ελλαδικό Εθνικό Θέατρο. Με το σπαθί εκείνο ήθελε ν’ αντισταθεί σ’ όλους τους κατακτητές του νησιού! Προχώρησε, με μάτια θαμπωμένα και καρδιά μεθυσμένη, ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο κόσμο που βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα της γης και θέλει να υπάρξει και πάλι στο φως.
Στην αμμουδιά της Σαλαμίνας βάλθηκε να μαζεύει κογχύλια με το ράμφος του. Τι τα’ θελε; Τα μάζευε και τότες λίγα-λίγα. Μ’ αυτά έφτιαχνε καλλιτεχνικά δημιουργήματα.
Εκεί κοντά και το μοναστήρι τ’ Αποστόλου Βαρνάβα, ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου. Ευλαβικά πέρασε την λαξευτή κλίμακα που οδηγεί στον τάφο τ’ Αποστόλου και στο πηγάδι με τ’ αγίασμα.
Έβαλ’ όλη του τη δύναμη ν’ ανέβει τον Πενταδάχτυλο στα φρούρια του και στα κυκλάμινα. Σ’ ένα από τα φρούρια, της βυζαντινής και φράγκικης εποχής, είχε ανέβει στα μαθητικά τα χρόνια. Για το μάθημα της γεωγραφίας είχαν πάει, για να μελετήσουν μια ποταμίσια κοιλάδα στους νότιους πρόποδες της οροσειράς.
Από ψηλά αντίκρισε την Κερύνεια, το «άνθος του γυαλού», με το λιμανάκι της και το κάστρο…Παιδί, μάζευε πολλές πολλές εικόνες της πόλης, τις ένωνε για να φτιάξει μια μεγάλη, για να τη ζωγραφίσει μ’ όλες τι ομορφιές της. Την Κερύνεια του Πράξανδρου και του Κηφέα. Την πόλη που καμιά ιστορική στιγμή δεν την αγνόησε. Ανήκει σ’ όλες τις εποχές.
Και κίνησε για την ιδιαίτερη πατρίδα… Μα είναι δυνατόν να μην σταματήσει στη θάλασσα των Πανάγρων; Εδώ είχε πρωτομάθει να κολυμπά σε μια λιμνούλα!
Στο αρχαίο θέατρο των Σόλων πέταξε χαμηλά και κάθισε στην ορχήστρα. Ήθελε ν’ απαγγείλει ένα ποίημα, όπως είχε κάνει όταν ήταν παιδί! Σαν πουλί που ήταν του άρεσαν τα ψηφιδωτά της Βασιλικής με την πάπια και τον κύκνο… Από κει δεν χόρταινε να βλέπει το μάτι την πράσινη γη και τη γαλάζια θάλασσα του Ποταμού του Κάμπου. Την ακρογιαλιά που πιο πολύ πήγαιναν ως οικογένεια.
Το τελευταίο μέρος του ταξιδιού άρχισε τότε. Τράβηξε κατά το χωριό του, την Κατωκοπιά. Δεν είχε ταξιδέψει ξανά τόσο γρήγορα. Μόλις αντίκρισε το χωριό ήθελε ν’ αφήσει τα δάκρυα του να κυλήσουν, να βγάλει όλη του την συγκίνηση που τον έπνιγε. Ήτανε, όμως, πουλί και δεν μπορούσε.. Ποιος είπε ότι τα πουλιά δεν κλαίνε;
Ήθελε να περάσει απ’ όλους τους δρόμους, τα σπίτια, τα χωράφια! Τον μάγεψαν οι μυρωδιές από τ’ ανθισμένα περιβόλια με τα εσπεριδοειδή. Το χωριό που έγινε πολύδενδρο από τον μόχθο των ανθρώπων…
Στο νεκροταφείο δεν υπήρχε τίποτα. Οι κατακτητές δεν άφησαν ίχνος μαρμάρου. Στην παλιά εκκλησιά, την Παναγία την Χρυσελεούσα, αφαιρέθηκαν όλα. Μπόρεσε, όμως να δει δυό τοιχογραφίες κατεστραμμένες και δυό χρονολογίες στους τοίχους, του 1818 και του 1904, από ανακαινίσεις του ναού. Σ’ αυτή την εκκλησιά, παιδί, παρακολούθησε εκστατικός ολόκληρη τη λειτουργία της Ανάστασης μέχρι να ξημερώσει! Η εκκλησία η καινούρια, αυτήν που βλέπουμε από μακριά και ξεχωρίζουμε ποιο είναι το χωριό, ήτανε τώρα τζαμί. Ήτανε σε άσχημη κατάσταση απ’ έξω.
Το παλιό Δημοτικό Σχολείο, ένα θαυμαστό δείγμα αρχιτεκτονικής, φτιαγμένο από πουρόπετρες και πέτρες του ποταμού, ήτανε τώρα χωρίς στέγη, πόρτες και παράθυρα. Όμως, έστεκε και ήθελε να στέκει για πάντα.
Στο καινούριο Δημοτικό Σχολείο δεν ήτανε πια ο πατέρας του δάσκαλος-διευθυντής. Πρόσφατα είχε φύγει από τη ζωή με το καημό του χωριού και του σχολείου, προσμένοντας ν’ ακούσει τις παιδικές φωνούλες στο σχολείο της Κατωκοπιάς.
Ένα καλοκαίρι, τούτο το σχολείο είχε γίνει το εργαστήρι πολιτισμού των εφήβων και νέων του χωριού. Εδώ ο ίδιος απάγγειλε ποιήματα του, έφτιαξε θεατρικά σκηνικά, συμμετείχε σε έκθεση τέχνης, δημιούργησε εκδόσεις, έκαμε ομιλία για το τραγούδι, προβλημάτισε με τις ιδέες του…
Είδε το θερινό σινεμαδάκι, το γήπεδο, τα συνεργατικά παντοπωλεία… Τη γειτονιά του που έπαιζε παιγνίδια.
Με λαχτάρα έψαξε τα σπίτια των παππούδων, των θείων, των ξαδελφιών, των γειτόνων! Χάλασαν οι κατακτητές το σπίτι του προπάππου του Νικολή, του παππού του Γιαννή και των θείων του από τον πατέρα του, γιατί ήταν παλιά… Έστεκε, όμως, του παππού του Γιώρκου και των άλλων συγγενών. Στου παππού είχε και οικογενειακές φωτογραφίες.
Σε λίγο πετούσε από χαρά! Τι συνέβη; Αντάμωσε το σπίτι το πατρικό, το σπίτι που γεννήθηκε!... Η εξώθυρα του ήταν ανοικτή, σα να τον περίμενε. Η καρδιά του σκίρτησε, κι ας ήταν καρδιά πουλιού. Το περιτείχισμα, η πέτρινη πρόσοψη με την σκαλισμένη ημερομηνία του 1951, η εξώθυρα με το σιδερένιο σχέδιο, το πάτωμα με τα διακοσμητικά μωσαϊκά, η εσωτερική στέγη με τα βολίτζια (ξύλινοι κορμοί), ήταν ολόϊδια. Όμως, τα έπιπλα του τα έκλεψαν όλα οι κατακτητές και τα πάμπολλα βιβλία τα έκαψαν. Τα βιβλία του, τα τετράδια του, ό,τι έγραψε, ό,τι ζωγράφισε, ό,τι έφτιαξε χάθηκαν… Πόσο λυπήθηκε για το θεατρικό έργο του για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο… Μα και για το εργαστήρι του των παραστάσεων Καραγκιόζη για τα παιδιά της γειτονιάς. Κι ακόμη για το ξύλινο ποδοσφαιράκι που’ φτιαξε με τα ίδια του τα χέρια. Κι ακόμη… Είχε πάρει, όμως, στο δρόμο του ξεριζωμού τα δικά του ποιήματα και ακόμη μερικά μυθιστορήματα για να διαβάζει μέχρι την επιστροφή που θα ήταν μέρες κι έγιναν χρόνια και χρόνια.
Τα δωμάτια τα θυμόταν πιο μεγάλα. Τώρα του φαίνονταν μικρά να χωρέσουνε τις παιδικές και εφηβικές θύμησες.
Προχώρησε κι αντίκρισε το δωμάτιό του, και αποφασιστικά μπήκε μέσα. Ήξερε πια τι θα’ κανε. Αφού ήτανε περιστέρι, εδώ θα έκτιζε τη φωλιά του και εδώ θα έμενε για το υπόλοιπο της ζωής του! Σκέφτηκε ότι όλα τα πουλιά, όλα τα ζωντανά θα’ πρεπε να μπορούσαν να πήγαιναν όπου ήθελαν. Κι πιο πολύ, να’ μεναν το κάθε ένα στο δικό του σπίτι!...
Γ.Κ.Μ.

Βιογραφικό
Ο Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης γεννήθηκε στο χωριό Κατωκοπιά (σκλαβωμένο από το 1974) της Κύπρου.
Ο Δρ. Γ. Μιχαηλίδης είναι πολιτικός μηχανικός, μηχανικός υδάτων, περιβαλλοντολόγος, εκπαιδευτικός και ερευνητής.
Υπηρέτησε εθελοντικά και αμισθί στο «κρυφό σχολειό» (το Γυμνάσιο) του σκλαβωμένου Ριζοκάρπασου της Κύπρου κατά την σχολική χρονιά 2003-2004.
Υπηρέτησε ως εθελοντής στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας (2004).
Είναι εκλεγμένο μέλος ( αναπληρωτής κοινοτάρχης ) του Κοινοτικού Συμβουλίου Κατωκοπιάς.
Είναι Γραμματέας της Εταιρείας Πολιτιστικής Κληρονομιάς Κατωκοπιάς.
Είναι ο Εκδότης του περιοδικού «Το περιοδικό της Κατωκοπιάς» το οποίο εκδίδει το Κοινοτικό Συμβούλιο Κατωκοπιάς.
Όσον αφορά το συγγραφικό του έργο, ο Γιώργος Μιχαηλίδης έχει γράψει και εκδώσει τα βιβλία (α) «Η Κατωκοπιά μας προσμένει..» το 1994 , (β) «Τάσος Ισαάκ και Σολάκης Σολωμού : τα σύμβολα ενός καινούργιου ξεκινήματος» το 1997 και (γ) «Σκλαβωμένη Κύπρος 2003-2006» το 2006. Το τελευταίο πήρε το πρώτο βραβείο στον διεθνή λογοτεχνικό διαγωνισμό «Αλησμόνητες Πατρίδες» τον οποίο οργάνωσε το περιοδικό «Κελαινώ» το 2007.
Συμμετείχε στους ΚΒ΄ Ποιητικούς Αγώνες Δελφών της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών το 2007 με το ποίημα «Μεσαορία της Κύπρου» και έλαβε Έπαινο.
Πήρε το πρώτο βραβείο στην κατηγορία πατριωτικής ποίησης με το ποίημα «Λευτεριάς άγγελμα» στον ποιητικό διαγωνισμό «Σικελιανά 2007».
Πήρε το πρώτο βραβείο ταξιδιωτικού δοκιμίου με το δοκίμιο «Οδοιπορικό στα σκλαβωμένα σχολεία της Κύπρου» στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ποίησης, Διηγήματος και Ταξιδιωτικού Δοκιμίου τον οποίο διοργάνωσε το περιοδικό για τα γράμματα και τις τέχνες «Ύφος» το 2008. Ο διαγωνισμός έγινε στην μνήμη του Νίκου Καζαντζάκη.
Βιογραφικό σημείωμα του Γιώργου Μιχαηλίδη περιλαμβάνεται στο «Λεξικό της ελληνικής διανόησης – Τόμος Α΄» το οποίο έχει εκδώσει η «Αμφικτυονία Ελληνισμού» στην Θεσσαλονίκη το 2007.
Η διεύθυνση του είναι Οδός Αυλώνος 11, Περιστερώνα 2731, Κύπρος και η ηλεκτρονική του διεύθυνση είναι esmichae@cytanet.com.cy

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Πρωτοβουλία πολιτών για την γλώσσα


Πρωτοβουλία Πολιτῶν
γιὰ τὴν Δημοκρατία στὴν Γλῶσσα

Ἡ Πρωτοβουλία Πολιτῶν γιὰ τὴν Δημοκρατία στὴν Γλῶσσα ἀποσκοπεῖ στὴ συγκέντρωση ὑπογραφῶν ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ μιὰ ἐλάχιστη νομοθετικὴ ρύθμιση γιὰ τὴν ἐπανόρθωση τῆς 25χρονης αὐθαιρεσίας τοῦ μονοτονικοῦ.
Ἡ πρωτοβουλία ἀνελήφθη ἀπὸ ἐνδιαφερόμενους πολίτες ποὺ θεωροῦν σημαντικὴ καὶ τὴ δική σας συμμετοχή. Πιστεύουμε ἀκόμη ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ σᾶς, ὑπάρχουν στὸν κύκλο σας καὶ ἄλλοι ἐνδιαφερόμενοι στοὺς ὁποίους παρακαλεῖσθε ν' ἀπευθυνθεῖτε γιὰ ὑπογραφὴ ὥστε νὰ ὑπάρξει μιὰ εὐρεῖα συμμετοχή.
Στὶς ἑπόμενες σελίδες μπορεῖτε νὰ διαπιστώσετε ποιοί ὀργανισμοὶ, ἐκδοτικοὶ οἶκοι, ἐφημερίδες, ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικά περιοδικά κ.ἄ. χρησιμοποιοῦν τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία καθὼς καί ποιοί καὶ πόσοι πολίτες ὑπέγραψαν ἔως τώρα, τήν Πρόταση γιὰ τήν Γλῶσσα.

Προταση


• Ἐπειδὴ ἡ ἄγνοια τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας ἀποκόπτει τοὺς σύγχρονους Ἕλληνες καὶ εἰδικὰ τοὺς νέους ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ παρελθόντος κι ἀπὸ τό μεγαλύτερο μέρος τῆς πνευματικῆς τους κληρονομιᾶς,
• ἐπειδὴ ἡ χρήση τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος γραφῆς ἀποσυνδέει τὴ νέα ἑλληνικὴ ἀπὸ τὶς ἀρχαιοελληνικές της ρίζες παρουσιάζοντάς την ὡς ξένη πρὸς αὐτή, γεγονὸς τὸ ὁποῖο, πέρα ἀπὸ γλωσσικές, παιδαγωγικὲς καὶ ἐθνικὲς συνέπειες, ἐμποδίζει καὶ χιλιάδες ξένους ἀρχαιοελληνιστὲς νὰ γίνουν νεοελληνιστές,
• ἐπειδὴ ἡ ἐπὶ 25 χρόνια διδασκαλία τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος γραφῆς κάθε ἄλλο παρὰ ἔχει συνδράμει στὴ βελτίωση τοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου της χώρας,

προτείνουμε

1. Ἡ γλῶσσα μας νὰ γράφεται σὲ κάθε δημόσιο ἔγγραφο σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ ἢ τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος, κατ' ἐλεύθερη ἐπιλογὴ τοῦ συντάκτη τοῦ ἐγγράφου.
2. Τὰ κείμενα τῶν συγγραφέων ποὺ ἔχουν γραφτεῖ μὲ τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία νὰ τυπώνονται σὲ ὅλα τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἐγχειρίδια στὸ πολυτονικὸ σύστημα, ὥστε νὰ γίνεται σεβαστὴ ἡ γλῶσσα γραφῆς ποὺ ἐπέλεξε ὁ συγγραφέας.

http://www.dimokratiastinglossa.gr/default.asp



 

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ
Γράφει ο: Ευθύμιος Χαρ. Ταλάντης

«Τον λόγον είδωλον είναι των έργων.
(Ο λόγος είναι η εικόνα των έργων)» ΣΟΛΩΝ

Λογοτεχνία!
Η τέχνη του λόγου; ή και ο λόγος της τέχνης! «This is a question»! όχι ακριβώς, ωσάν να λέμε «to be or not to be»! αλλά σαν να λέμε «Η τελεία των τελείων ατέλεστος τελειότης»!
Δε γνωρίζω κατά πόσο και σε ποιο βαθμό έχει απασχολήσει -αρκετούς από μας- το ερώτημα, τι ουσιαστικά είναι λογοτεχνία; Ή τουλάχιστον τι αντιπροσωπεύει ο όρος, για το άτομο που ενασχολείται καταγράφοντας σκέψεις, η αποτυπώνοντας παραστάσεις, ή κι αν θέλετε, για το άτομο που απλώς προβληματίζετε πέραν των όποιων βιοποριστικών ζητημάτων, βάζοντας απλά ή και συνθετότερα διλήμματα για διερεύνηση.
Ίσως να θεωρηθεί κοινότοπο ή και αφελές το ερώτημα μου. Ωστόσο όμως έστω και ρητορικά, δεν πρέπει να μας διαφεύγει, πως απ’ τα ερωτήματα που έθετε διαχρονικά ο άνθρωπος -πρωταρχικά στον εαυτό του-, σμίλεψε εκλεπτυσμένο τρόπο σκέψης.
Πολλοί ίσως προτρέξουν να απαντήσουν με τη ψυχρή λογική ενός λεξικογράφου. Ο Μπαμπινιώτης σ’ αυτή την περίπτωση θα ’χει την τιμητική του!
Ας υποθέσουμε πως παραδεχόμαστε αυστηρά και μόνο ό,τι λογοτεχνία είναι η καλλιέργεια του έντεχνου λόγου και μάλιστα του γραπτού λόγου. Είτε ποιητικού, είτε πεζογραφία!
Σ’ αυτή την περίπτωση ας διερωτηθούμε, θα μπορούσε άραγε να θέσει κανείς όρια και κανόνες για το γλωσσικό σχηματισμό που πρέπει να χρησιμοποιεί για να εκφραστεί;
Αν ναι, τότε η ελεύθερη ποίηση χωρίς μέτρο και κανόνες, πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση, αν πρόκειται για ποιητικό λόγο, ή είναι ένα είδος ελεύθερης πεζογραφίας και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ανάλογα.
Αν όχι, δηλαδή, πως δεν είναι απαραίτητο να υπάρχουν όρια και κανόνες για το γλωσσικό περιεχόμενο στον παραγόμενο λόγο, τότε δεν μιλάμε για καλλιέργεια έντεχνου λόγου, αλλά για καλλιέργεια έντεχνης έκφρασης. Γιατί στο λόγο, εκτός από τα αυστηρά γραμματικά κριτήρια, «επιβάλλεται» να εναρμονίζεται η αισθητική των λέξεων και των εννοιών. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή των μη κανόνων, η χρήση μικτής γλωσσικής έκφρασης, περίπου κάτι σαν αυτό που χρησιμοποίησα στην αρχή του κειμένου, είναι παραδεκτή, διαφορετικά πρέπει να θεωρηθεί ως απαράδεκτη.
Είναι βέβαιο, πως η σκέψη δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι, ένα στατικό φαινόμενο που απλώς αναμοχλεύει τις γνώσεις και τα επιτεύγματα του παρελθόντος. Παρά ταύτα, η εκφραστική απόδοση της σκέψης πρέπει να υπηρετεί πρωτίστως τη γλωσσική αποτύπωση και αισθητική, διαφορετικά οικοδομούμε χωρίς θεμέλια.
Όταν απουσιάζει η αισθητική εναρμόνιση των λέξεων και των εννοιών, όπως στα λεγόμενα Γκρίκλις (Griklis ή Greeklish, ή σπανιότερα, Εllinika), πολύ δε περισσότερο όταν στο κείμενο, οι λέξεις και οι έννοιες εξυπηρετούν την αντιαισθητική έκφραση και την υποτέλεια στην ανηθικότητα, τότε, όσο και να πασχίζουν κάποιοι να θεωρηθούν τους εαυτούς τους πως υπηρετούν τη σύγχρονη λογοτεχνική έκφραση, «πλανώνται πλάνην οικτρά».
Να δούμε όμως, αν ως λογοτεχνία, υπηρετούμε και το λόγο της τέχνης. Εν προκειμένω, ένας πίνακας ζωγραφικής ή ένα γλυπτό, ή οτιδήποτε διεγείρει την αισθητική έκφραση με αναπαραγωγή σκέψης και λογικών συνειρμών, είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό και ως «ο λόγος της τέχνης».
Με αυτή τη διαπίστωση θα μπορούσαμε να παραδεχθούμε πως σ’ όλες τις εκφάνσεις νοηματικών διεργασιών, έχουμε λιγότερο ή περισσότερο, λογοτεχνική απόδοση!
Η ελευθερία στη γραπτή ή παραστατική αποτύπωση των σκέψεων, ως τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και ως διαχρονική παρακαταθήκη στην επικοινωνία του ατόμου που εκφράζετε, με τις επερχόμενες γενιές, είναι στοιχεία πολιτισμού, που εν πολλοίς, αυτοπροσδιορίζουν τον εκφραζόμενο.
Ο λόγος πρέπει να γίνεται κυρίαρχος όχι μιας εκοσμικευμένης ηθικής, αλλά να υπηρετεί διαχρονικές αξίες κι ανώτερα πνευματικά ιδεώδη που χαλιναγωγούν ορμέφυτα πάθη.
Αν διερωτηθεί κανείς γιατί τόσος προβληματισμός; Δεν έχουμε παρά να σκύψουμε βαθειά μέσα μας, ώστε να ανιχνεύσουμε τους στόχους που θέτουμε, ή ακόμα και το τι εξυπηρετούμε, -θελητά ή αθέλητα- κάθε φορά που εκφραζόμαστε και προ πάντων πριν παραδώσουμε το έργο μας στη δημοσιότητα!

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Βιβλιοπαρουσίαση


Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η


Ὁ πολιτιστικὸς σύλλογος «Ἐνδοχώρα»

σᾶς προσκαλεῖ στὴν παρουσίαση τοῦ βιβλίου

«Μακεδονικά»

ποὺ θὰ πραγματοποιηθεῖ

στὸν πολυχῶρο πολιτισμοῦ

«Δεσμοὶ Ἑλλήνων» (Πασαλίδη 29, Κ. Τούμπα),

τὸ Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011, 7 μ.μ.

Γιὰ τὸ βιβλίο θὰ μιλήσουν:

• Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, ἱστορικός - συγγραφέας

• ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου Δημήτρης Εὐαγγελίδης


Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Βιβλιοπαρουσίαση


 Παρουσίαση βιβλίου της Σόνιας Ζαχαράτου
«ΡΟΔΙΝΗ ΣΤΑΧΤΗ –Μαρία Θηρεσία Καρλότα»

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το ιστορικό αφήγημα της Σόνιας Ζαχαράτου «ΡΟΔΙΝΗ ΣΤΑΧΤΗ –Μαρία Θηρεσία Καρλότα» Εκδόσεις Εξάντας, θα παρουσιάσουν στο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη οι:

Πέπη Ρηγοπούλου, ιστορικος τέχνης, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών
Γιώργος Μιχαηλίδης, σκηνοθέτης, συγγραφέας
Ηλίας Βλάχος, ψυχίατρος, ομαδικός αναλυτής
Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Μουσικές στιγμές του 18ου αιώνα θα ερμηνεύσει το Duo Arioso:
Σοφία Μαυρογενίδου, φλάουτο
Αριστείδης Χατζησταύρου, κλασική κιθάρα

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου, ώρα 8:30 μ.μ..
Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, Βασιλίσσης Σοφίας 9 –είσοδος ελεύθερη


Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Προκήρυξη Γ΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος


Γ΄ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ
1η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ

Έδεσσα, 10 Νοεμβρίου 2011

Ο σύλλογος «ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΙ ΕΔΕΣΣΑΣ» προκηρύσσει λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος δύο (2) κατηγοριών:

Α) Κατηγορίας εφήβων
Β) Κατηγορίας ενηλίκων

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν Έλληνες ή αλλοδαποί, με ένα (1) μόνον διήγημα, στην ελληνική γλώσσα, το οποίο μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε θέμα, να είναι αδημοσίευτο και όχι μεγαλύτερο από πέντε (5) τυπωμένες σελίδες Α4.

Η επιτροπή αξιολόγησης των κειμένων του εν λόγω διαγωνισμού, εκτός από τα βραβεία και επαίνους, θα προτείνει και διηγήματα των υπολοίπων διαγωνιζόμενων τα οποία θα αποτελέσουν τα περιεχόμενα μιας ειδικής ομαδικής έκδοσης. Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν σε αυτή την μελλοντική έκδοση, προς τυπογραφική διευκόλυνση, παρακαλούνται να στείλουν τα κείμενά τους και ηλεκτρονικά (σε δισκέτα ή cd) γραμμένα σε Microsoft Word (γραμματοσειρά Arial ή Times New Roman και μέγεθος 12).

Το προτεινόμενο διήγημα πρέπει να έχει τίτλο, καθώς και ψευδώνυμο του συγγραφέα και να σταλεί ταχυδρομικά σε τρία (3) ευανάγνωστα αντίτυπα. Τα πραγματικά στοιχεία του συγγραφέα (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνα, e-mail) πρέπει να περιέχονται σε μικρότερο σφραγιστό φάκελο, χωρίς άλλα διακριτικά στο εξωτερικό του φακέλου. Σε κάθε περίπτωση ο διαγωνιζόμενος πρέπει να αναφέρει την κατηγορία στην οποία συμμετέχει (Α ή Β).
Η μη τήρηση των παραπάνω όρων των διαγωνισμού συνεπάγεται αποκλεισμό του διαγωνιζομένου.
Ως καταληκτική ημερομηνία αποστολής των κειμένων ορίζεται η 31η Οκτωβρίου 2012.

Διεύθυνση αποστολής: Ευαγγελίδης Δημήτρης,
Φιλελλήνων 9 – ΕΔΕΣΣΑ 58200
Πρόσθετες πληροφορίες στα τηλέφωνα: 6970 995041 και 6977 227997


Για το ΔΣ του Συλλόγου
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Επιλεγμένα Διηγήματα Α΄ ΛΔΔ (3)

Το Κυνήγι
Πλάτωνας Λασούρια

Το πιο δύσκολο είναι να ξεκινήσεις. Κάτι που παλιότερα ήταν γνώριμο και φυσικό, τώρα μοιάζει άθλος που πρέπει να υπερπηδηθεί. Σίγουρα θα γίνουν λάθη, ίσως έχουν γίνει ήδη, αλλά να τον πάρει και να τον σηκώσει – ένιωθε ωραία. Ο άντρας στους θάμνους κινήθηκε λίγο. Κάποτε μπορούσε να περνά μέρες χωρίς να κουνήσει ούτε έναν μυ. Είχε σκουριάσει. Μετά από τόσα χρόνια αδράνειας ήταν ξανά στο κυνήγι. Όχι από δικιά του επιλογή. Τουλάχιστον στην αρχή. Τώρα είχε ξαναρχίσει να νιώθει την έξαψη, τον παλιό του γνώριμο σ’ όλα τα καρτέρια.
Μέσα απ’ το σκόπευτρο παρακολουθούσε την όχθη του ποταμού. Ήταν ένας καλοκαιρινός ποταμός που κυλούσε τον χειμώνα, οτι μπορεί να σημαίνει αυτό. Όχι ότι είχε σημασία –σ’αυτά τα μέρη ο χειμώνας ελάχιστα διέφερε από τις υπόλοιπες εποχές. Απ’την πλευρά του άντρα, πάνω σε στρώμα με χαλίκια, ήταν ένα πέτρινο θυσιαστήριο, τουλάχιστον έτσι πίστευε ότι λεγόταν. Ήταν ένα μέρος στο όποιο έρχονταν και έκαναν θυσίες και προσφορές σ’έναν συγκεκριμένο θεό. Ίσως κάποτε ο τόπος αυτός να είχε γνωρίσει κάποιες δόξες, όταν όμως ο κυνηγός έφτασε η πέτρα ήταν στεγνή από αίμα και η οποιαδήποτε θυσία ήταν μακρινή ανάμνηση.
Τώρα, πάνω στη πέτρα ένα μοσχάρι αιμορραγούσε. Ένα δόλωμα. Δεν ήξερε πόσο θα έπρεπε να περιμένει, κρίνοντας από την κατάντια του βωμού ίσως πάρα πολύ. Είχε χρόνο.
Το όνομα του ήταν Τζον Στεπ. Καθόταν στην πιο απομακρυσμένη άκρη του δικού του μπαρ. Ίσως όχι ολοκληρωτικά δικού του, αλλά το 49% του έδινε ένα δικαίωμα να το αποκαλεί έτσι. Ήταν μια επένδυση, ήταν το μέλλον του. Είχε ξεχάσει ή καμωνόταν πως είχε ξεχάσει τις εντάσεις και τις χάρες του κυνηγιού. Σίγουρα είχε ξεχάσει τις παλιές του επαγγελματικές κάρτες, όσες του είχαν μείνει είχαν πεταχτεί, και ξαφνικά βρέθηκε να κοιτάει μια που έπεσε πάνω στο τραπέζι του. Ο Τζον χαμήλωσε την εφημερίδα που διάβαζε.
Η κάρτα είχε μια περίεργη γκρίζα απόχρωση.
Έγραφε: Τζον Στεπ. Κυνηγός –έκπτωτοι άγγελοι –δαίμονες – μικροί θεοί
Το τηλέφωνο είχε αλλάξει.
Ο Τζον έβαλε τα γυαλιά του και κοίταξε τον άντρα που είχε μπροστά του. Δεν ήταν τόσο χοντρός, όσο ασουλούπωτος. Έμοιαζε αδέξιος, σαν τα χεριά και τα πόδια του να ήταν έτοιμα να παρασύρουν στο πέρασμα τους καρέκλες, κατσαρόλες σκούπες και οτιδήποτε άλλο σταθεί εμπόδιο τους.
«Να καθίσω;» πρότεινε ο άγνωστος. Ο Τζον δεν απάντησε αλλά ο άντρας εξέλαβε την κίνηση του κεφαλιού του σαν πρόσκληση. Κάθησε βαριά, αλλά δεν έριξε την καρέκλα.
«Είσαι αυτός.» είπε δείχνοντας την κάρτα. Η φωνή του δεν είχε ερωτηματικό τόνο.
Ο Τζον ξαναφόρεσε τα γυαλιά του και σήκωσε την εφημερίδα. «Όχι» είπε από πίσω της.
«Το ξέρω ότι είσαι εσύ Τζον. Κύριε Στεπ…Πως προτιμάς…μάτε…»
«Τζον. Το όνομα είναι δικό μου, όλα τα άλλα στοιχεία στην κάρτα δεν ισχύουν πια.» Τον κοιτούσε και πάλι. Ο χοντρός φαινόταν ενδιαφέρον άτομο. Ο Τζον είχε ένστικτο σ’αυτά τα πράγματα.
«Γιάννης Κολτ το όνομα μου.» έτεινε το ιδρωμένο χέρι του. Μετά από δυο δευτερόλεπτα ο Τζον το έσφιξε.
«Θα ήθελα να σου μιλήσω. Αν δεν έχεις αντίρρηση ή δεν είσαι απασχολημένος.» ο Γιάννης έριξε μια μάτια γύρω. Τέτοια ώρα το μπαρ ήταν άδειο, ο μπάρμαν θα ερχόταν σε καμιά ώρα.
«Γιατί όχι; Μ’ αρέσουν οι συζητήσεις.»
«Θέλω την βοήθεια σου. Θέλω να μισθώσω τις υπηρεσίες σου και είμαι πεπεισμένος να σε βγάλω από την σύνταξη σου.»
«Σύνταξη; Ωραία ακούγεται. Γιατί να θέλω να ξανακάνω κάτι τόσο επίπονο και επικίνδυνο όταν έχω βολευτεί. Δεν είναι ο παράδεισος, αλλά έχω την επιχείρηση μου και τα χρήματα μου, τους φίλους και έρωτες μου, την ησυχία μου τέλος πάντων. Έχω καταργήσει τα ξυπνητήρια, μια από τις πιο διαβολικές εφευρέσεις του ανθρώπου. Είμαι ελεύθερος να κάνω ότι θέλω. Να πιω ένα μοχίτο στο ηλιοβασίλεμα. Να πάω ταξίδι στο Παρίσι. Ένα βήμα πριν την απόλυτη ευτυχία, Γιάννη.»
«Και όμως.» ο Γιάννης έγειρε το αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο πιο κοντά «Τώρα που σε βλέπω από κοντά, είμαι σίγουρος πια. Δεν είσαι ευτυχισμένος, ούτε κατά διάνοια. Βαριέσαι –όχι, δεν είναι η σωστή λέξη, μιζεριάζεις –ούτε… Τελματώνεις, αυτό είναι, είσαι σ’ένα τέλμα και νομίζεις ότι είσαι ευχαριστημένος επειδή δεν βουλιάζεις. Αλλά αυτό ακριβώς είναι ένα τέλμα, μια αδράνεια, μια αδήφαγη αδράνεια που κάποτε, όχι ακόμα αλλά κάποτε, θα σε καταβροχθίσει ολόκληρο. Είμαι σίγουρος ότι αυτή είναι η σωστή λέξη και μόλις μ’ένα γράμμα διαφορά από το τέρμα. Το τέλος. Το τέλος είναι για τους νεκρούς. Εσύ δεν είσαι νεκρός. Όχι ακόμα.»
Ο Γιάννης σταμάτησε και ξεροκάταπιε. Τα μάτια του έκαιγαν. Ο Τζον δεν μιλούσε για αρκετή ώρα. Επιτέλους άνοιξε το στόμα του.
«Όχι, δεν είμαι νεκρός. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους. Έχεις πολύ θράσος να έρχεσαι εδώ και να μου μιλάς μ’ αυτόν τον τρόπο. Επειδή ξεκίνησες θέλω να ολοκληρώσεις. Τι είναι αυτό που θέλεις από μένα;»
«Θέλω να αγκαλιάσεις την φύση σου. Θέλω να κυνηγήσεις ξανά. Μια τελευταία φορά, αν αυτό σε ηρεμεί, αν και εγώ πιστεύω πως θα είναι μια καινούρια αρχή. Σίγουρα χρειάζεσαι ένα μεγαλύτερο κίνητρο και οι τιμές έχουν αλλάξει από τότε που ήσουν εν’ ενεργεία, με τον πληθωρισμό και όλα αυτά.»
Ο Γιάννης πήρε την κάρτα και στην πίσω πλευρά έγραψε ένα ποσό. Ο Τζον το κοίταξε σκυθρωπά. Άνθρωποι είχαν σκοτωθεί και αυτοκρατορίες είχαν γκρεμιστεί για μικρότερα ποσά.
«Προτού απαντήσεις, μαθέ ότι δεν είναι όλη η προσφορά. Αγόρασα το άλλο μισό του μπαρ. Θα είναι ολοκληρωτικά δικό σου. Έχεις δείξει ότι το αγαπάς.»
Ο Γιάννης έβγαλε το χαρτί της μεταβίβασης. Όλα νόμιμα. ΄΄Γαμώτο, Απόλλωνα!΄΄ έβρισε νοητικά τον πρώην συνέταιρο του.
Μπορούσε να συνεχίσει να διαπραγματεύεται και να αραδιάζει επιχειρήματα, αλλά μέσα του ήξερε ότι είχε λυγίσει, είχε δεχτεί. Ένα μεγάλο σφάλμα για τα χρήματα ή … Ο Τζον σκέφτηκε όλα τα καταθλιπτικά ηλιοβασιλέματα μεθυσμένος από τα μοχίτος, όλα τα βαρετά απογεύματα και ανυπόφορα πρωινά που πέρασε στο Παρίσι. Ίσως το ήθελε, ίσως το είχε ανάγκη πιο πολύ από τον χοντρό ιδρωμένο τύπο μπροστά του.
«Δείξε μου»
Ο Γιάννης χαμογέλασε και έβγαλε έναν φάκελο.

Ως μικρός θεός, και η λέξη κλειδί εδώ είναι ΄΄μικρός΄΄, ο Αζούρ δεν ήταν δημοφιλής. Πλήθη ανθρώπων δεν μαζεύονταν στις πλατειές, μικρά παιδάκια δεν του απεύθυναν προσευχές πριν πάνε να πλαγιάσουν, εγκλήματα και αποτρόπαιες πράξεις δεν διαπράττονταν εις το όνομα του. Καμία σχέση με την αναγνώριση του πολεμοχαρή Άρη, το κύρος του Βούδα ή έστω την συμπάθεια που έτρεφαν για τον Λόκι. Αλλά ούτε μισητός και κατάπτυστος ήταν. Το όνομα του δεν αναφερόταν στο Νεκρονόμικον, δεν είχε φανατικούς οπαδούς σαν τον Βελζεβούλ, ούτε το άκουσμα του ονόματος του προκαλούσε τρόμο, όπως της Κάλι, ή έστω μια ανησυχία, μια οποιαδήποτε αντίδραση πέραν του χασμουρητού. Και όντας μη δημοφιλής θεός αυτό συνεπαγόταν απουσία προσφορών. Χωρίς ναούς, τόπους λατρείας και ανθρώπους που του έκαναν θυσίες. Ναι, σ’αυτόν τον κόσμο ένας αφανής θεός πεινούσε. Χρειαζόταν να κατέβει από τον οποιονδήποτε Όλυμπο ή Άσγκαρντ και να κυνηγήσει. Κάποιοι άλλοι μπορεί να το έβρισκαν απαξιωτικό. Όχι ο Αζούρ. Είχε να δεχτεί θυσία για εκατόν δυο χρόνια. Ο τόπος που επέλεξε να κυνηγάει ήταν ένα δάσος στο όποιο βρισκόταν ο μοναδικός βωμός που είχε χτιστεί προς τιμήν του. Μια οικογένεια ξυλοκόπων ή υλοτόμων, πολύ πιθανόν τα δυο να σήμαιναν το ίδιο πράγμα –σκεφτόταν, το είχε χτίσει και τον λάτρευε. Όχι με ζήλο, βέβαια, αλλά του Αζούρ του αρκούσε. Μέχρι να πεθάνουν όλοι από μια μαζική αυτοκτονία, ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες του. Ένιωθε επιθυμητός, ένιωθε την αγάπη.
Τώρα με ανάλαφρα άλματα κινιόταν από δέντρο σε δέντρο, στο έδαφος και πάλι στα δέντρα, αναζητώντας την λεία του. Που και που, περισσότερο συχνά οπόσο ήθελε να παραδεχτεί στον εαυτό του, ερχόταν να ελέγξει τον βωμό, με ελπίδα να βρει καινούριους προσκυνητές. Μετά από τόσα χρόνια είχε καταντήσει ρουτίνα. Απλώς μια μηχανική κίνηση.
Αλλά όχι σήμερα. Εκεί που έτρεχε, ξαφνικά σταμάτησε και σηκώθηκε όρθιος. Μπορούσε να το μυρίσει από μισό χιλιόμετρο, ακόμα και αν δεν το έβλεπε. Φρέσκο αίμα. Εκεί που ήταν ο βωμός.
«Σταμάτα, βλάκα» σύριξε στον εαυτό του. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. «Μάλλον μια αντιλόπη, σκόνταψε και έσπασε το κεφάλι της. Ή μπορεί λύκοι να κατασπάραξαν μια γίδα. Ηρέμησε, μπορεί να μην είναι τίποτα.» προσπαθούσε να καταλαγιάσει τις ελπίδες του. Πολύ αργά. Είχαν ήδη αναπτερωθεί και πετούσαν ψηλά.
Ο Αζούρ μισόκλεισε τα μάτια του, μετατόπισε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο και μη μπορώντας να περιμένει άλλο όρμησε για τον βωμό.
Ο Τζον κοιμόταν έχοντας ανοιχτά τα μάτια του. Ένα κόλπο, ο ίδιος θα το ονόμαζε τέχνη, που του είχε φανεί απαραίτητο στη δουλειά που έκανε. Ξύπνησε αμέσως, μόλις είδε κίνηση γύρω απ’ τον βωμό. Τον πήρε δυο δευτερόλεπτα να περάσει από την αποχαύνωση σε κατάσταση απόλυτης εγρήγορσης. Κάποτε θα χρειαζόταν μόνο μισό.
Το πλάσμα, που διέσχισε το ποτάμι και στάθηκε μπροστά στο κουφάρι, μόνο σε κάποια παρακμιακή μυθολογία θα μπορούσε να ονομαστεί θεός. Ήταν χρυσαφί, είχε κέρατα και μια τεράστια κοιλιά. Στάθηκε μπροστά στον βωμό σε στάση κατάπληξης σαν να μην μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ξαφνικά άρχισε να χοροπηδεί πάνω-κάτω.
Ο Τζον χαμογέλασε πικρά. Έσφιξε απαλά την σκανδάλη. Το βελάκι έφυγε από την καραμπίνα και καρφώθηκε κατευθείαν στον ποπό του. Το πλάσμα σταμάτησε να χοροπηδάει, τράβηξε το βελάκι και το κοίταξε με απορία. Την επόμενη στιγμή έπεσε στο έδαφος. Το βελάκι δεν είχε ηρεμιστικό, που έτσι και αλλιώς δεν θα έπιανε σε κανέναν θεό, αλλά απλό νερό. Με την ίδια επιτυχία θα μπορούσε να το γεμίσει με κρασί ή γκαζόζα. Δεν είχε σημασία το όπλο ή τα πυρομαχικά, αλλά το χέρι που τα χειριζόταν.
Ο Τζον βγήκε από την κρυψώνα του και ζύγωσε τον μικρό, χρυσό θεό. Στάθηκε από πάνω του, αναστενάζοντας. Ήταν γυμνός. Το κουσούρι με τους θεούς ήταν πως νόμιζαν ότι δεν χρειάζονταν ρούχα.
Ονειρευόταν χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες πιστών να συρρέουν. Να πέφτουν μπροστά του στα γόνατα, να τον προσκυνούν. Να απορρίπτουν τον Χριστό, τον Μωάμεθ, τον Γιογκ-Σογκόθ. Αυτός και μόνο αυτός στα μυαλά και καρδιές εκατομμυρίων, εκατοντάδων εκατομμύριων. Ονειρευόταν ψαλμούς και λιτανείες.
Σιγά-σιγά όρχησε να συνέρχεται. Το πρώτο που αντιλήφθηκε ήταν το σκοτάδι, ακόμα και με ανοιχτά τα μάτια. Το δεύτερο ήταν η κίνηση, τρανταζόταν ολόκληρος. Τρίτο, τον περιορισμένο χώρο στον οποίον, βρισκόταν, μικρός σαν ντουλάπα. Τελικά κατάλαβε ότι ήταν δεμένος.
Τι χαζό. Έκανε να σπάσει τα δεσμά του. Περιέργως τα σκοινιά τον κρατούσαν καλά. Πολύ χαζό. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Τσάτισε κάποιον θεό, κάποιον από τους μεγάλους; Τον έπιασαν αιχμάλωτο; Που τον πήγαιναν;
Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Η μηχανή έσβησε, η πόρτα άνοιξε και έκλεισε, βήματα πλησίασαν και επιτέλους φως μπήκε μέσα στο πορτμπαγκάζ. Ο Αζούρ κοίταξε πάνω για να δει για πρώτη φορά τον Τζον Στεπ. Ήταν ένας απλός άνθρωπος, είχε δει εκατό άλλους σαν αυτόν. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει;
Ο Τζον τον βούτηξε σαν ένα σακί με πατάτες. Ο Αζούρ έμεινε άφωνος από αυτήν την αναίδεια. Αγκομαχώντας ο Τζον τον μετέφερε μέσα στο σπίτι και τον κατέβασε στο κελάρι. Τον απίθωσε σε μια γωνιά. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του και είπε «Χρειάζομαι κάτι να πιω.» Κοίταξε τον Αζούρ και του κούνησε το δάχτυλο. «Εσύ μείνε εδώ.»
Ο Τζον ξαναγύρισε μετά από δέκα λεπτά. Κρατούσε ένα ποτήρι με χυμό στο ένα χέρι, έναν φάκελο στο άλλο. Από μια γωνιά πήρε μια καρέκλα και την έβαλε με την ράχη μπροστά, προτού κάτσει, ακριβώς απέναντι από τον Αζούρ.
Ο Αζούρ, στον χρόνο που έλειπε ο απαγωγέας, είχε ανακαθίσει , δοκίμασε ξανά και ξανά να σπάσει τα δεσμά του, χωρίς αποτέλεσμα. Η αρχική σαστιμάρα είχε περάσει. Αγριοκοίταξε τον Τζον και βρυχήθηκε:
«Πως τολμάς, θνητέ!! Εγώ είμαι ο ΑΖΟΥΡ!! Ο Άρχοντας των-…»
Στην μέση της πρότασης του και χωρίς καμιά προειδοποίηση ο Τζον μισόσκυψε και του έδωσε ένα ηχηρό χαστούκι.
«Άσε τις υστερίες.» του είπε κοφτά.
Ο Αζούρ γούρλωσε τα μάτια του. Ούρλιαξε:
«ΕΙΜΑΙ ΘΕΟΣ!! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ-…»
Το δεύτερο χαστούκι ήταν ακόμα πιο δυνατό. Τώρα και τα δυο του μάγουλα έγιναν πορτοκαλί.
«Βούλωσε το, αν δεν θέλεις άλλη μια σφαλιάρα.»
Ο Αζούρ πήγε να ανοίξει το στόμα του, είδε το χέρι του Τζον να υψώνεται, και το ξανάκλεισε.
«Λοιπόν.» είπε σκεφτικά ο Τζον, ανοίγοντας τον φάκελο. «Τι έχουμε εδώ; Αζούρ ο Χρυσοστόλιστος ή Αζούρ ο Χρυσός. Μια μικρή θεότητα, τόσο μικρή που το ευρύ κοινό δεν σε έχει ακουστά. Ακόμα και οι πιο κρυφοί κύκλοι πρέπει να το ψάξουν πάρα πολύ για να μάθουν κάτι για σένα. Πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά βρίσκουμε στα τέλη του 19ου αιώνα. Από ένα ημερολόγιο που κρατούσε ένας ξυλοκόπος. Αν και το ημερολόγιο αναφέρει δυο πηγές από τις οποίες είσαι γνωστός: πρώτο είναι το Μάγκνα Μιράκουλους, γνωστό βιβλίο μυστικιστών και όμως το όνομα σου δεν αναφέρεται εκεί. Και εγώ είχα την τύχη να διαβάσω ένα από τα δυο εναπομείναντα πρωτότυπα. Όποτε ή είναι λάθος ή ψέμα. Η δεύτερη πηγή είναι ένα υποτιθέμενο βιβλίο που ονομάζεται ΄΄Αζούρ Ενούμ Μα΄΄ Λέω υποτιθέμενο γιατί κανένα ποτέ δεν το έχει ακούσει, πόσο μάλλον δει. Ένα βιβλίο που να αναφέρεται αποκλειστικά σε σένα; Ευσεβείς πόθοι.
Ξέρεις τι νομίζω εγώ; Ο Ξυλοκόπος τα σκαρφίστηκε όλα. Είναι μύθευμα -όχι, εσύ είσαι μύθευμα. Ένας ψεύτικος θεός, ο οποίος υπήρξε μόνο στις σελίδες ενός ημερολογίου κάποιου που πελεκούσε δέντρα για να ζήσει και τώρα ακόμα και οι απόγονοι των σκουληκιών, των οποίων έγινε τροφή, έχουν πεθάνει.»
Έκλεισε τον φάκελο και τον πέταξε περιφρονητικά στο έδαφος. Ο Αζούρ που έτρεμε από οργή, τον κοιτούσε με μίσος.
«Ψέματα.» σύριξε μέσα από τα δόντια του.
«Α, ναι;» χαμογέλασε ο Τζον. Είχε να νιώσει τόσο καλά εδώ και παρά πολύ καιρό. Το μούδιασμα, που τον είχε καταβάλλει μετά από βδομάδες και μήνες αδράνειας, ήταν μια ανάμνηση τώρα.
«Και που είναι τώρα οι πιστοί σου; Ποιοι προσεύχονται σε σένα;» Με μια κλοουνίστικη γκριμάτσα κοίταξε γύρω-γύρω το κελάρι «Εγώ δεν βλέπω κανέναν. Και για να έχουμε καλό ρώτημα, τίνος ακριβώς θεός είσαι; Του πολέμου, της φωτιάς, τον ναυτικών, του δάσους, της τουαλέτας;»
«Είμαι ο Χρυσός Άρχοντας. Ο Φιλεύσπλαχνος Θεός. Ο Σοφός και…»
«Μαλακίες.» τον έκοψε ο Τζον. «Δεν κάνεις τίποτα. Απλώς κάθεσαι μέσα στο δάσος σου και τρως τα γίδια και τα πρόβατα ή τέλος πάντων τι είναι αυτά που τρως. Έχω άδικο; Πες μου; Εκτός από το να τρως και να κοιμάσαι, και να χέζεις προφανώς, τι είναι αυτό που κάνεις;»
Ο Αζούρ άνοιξε το στόμα του «Είμαι … Κάνω … Όταν…»
Ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπο του. Κουλουριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να κλαίει.
«Τώρα φτάνουμε κάπου.» είπε ο Τζον.
Ο Κολτ ξύπνησε και με το χέρι του έριξε το τηλέφωνο στο πάτωμα. Αυτό δεν σταμάτησε να χτυπά. Ήταν ο Στεπ.
«Τον έχω. Έλα να τον πάρεις.»
Ο Κολτ χαμογέλασε. Το ήξερε ότι ήταν καλή ιδέα να προσλάβει τον κυνηγό. Όπως συνήθως οι ιδέες του ήταν καλές. Για ένα ή δυο λεπτά χουζούρεψε στο κρεβάτι και μετά σηκώθηκε. Φόρεσε το κοστούμι του, τη γραβάτα και το καπέλο, που τον έκανε να φαίνεται εκπρόσωπος άλλης εποχής. Έκανε ένα τηλέφωνο. Όσο περίμενε έφτιαξε μια ομελέτα. Όταν ήρθε το μπεζ βαν, βγήκε και κάθησε στην θέση του συνοδηγού.
Ο Κολτ ήταν ένα μυστήριο για του περισσότερους ανθρώπους, εξαίρεση ίσως την πρώην γυναίκα του για την οποία ήταν ένα γουρούνι. Έτσι τον χαρακτήρισε, έλεγε ότι πηρέ ένα γουρούνι στο σακί –το σακί βέβαια είχε λεφτά, αλλά αυτό το ξεχνούσε. Ενώ φαινόταν αδέξιος, έμοιαζε να ξέρει τα πάντα για ό,τι τον ενδιέφερε και τις περισσότερες φορές ήταν στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή.
Η απόσταση ως το σπίτι του Τζον δεν ήταν μεγάλη. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Ο Στεπ του άνοιξε. Φορούσε παντόφλες.
Μαζί κατέβηκαν στο κελάρι. Και εκεί ήταν. Δεμένος χειροπόδαρα, κίτρινος σαν λεμόνι. Αυτός, μάλιστα, έμοιαζε όντως με γουρούνι.
«Είσαι πράγματι καλός.» είπε στον Τζον «Και δεν χρειάζεται να μου πεις ότι νοιώθεις ωραία. Το βλέπω στα μάτια σου. Για σένα.» Του έτεινε έναν μεγάλο φάκελο. «Αν ενδιαφέρεσαι μπορούμε να κάνουμε την συνεργασία μας πιο μόνιμη.» Ύψωσε το χέρι του, προλαβαίνοντας την αντίρρηση του. «Σκέψου, προτού απαντήσεις. Προς το παρόν ας τον κανονίσουμε αυτόν.»
Ο Αζούρ, που παρέμεινε αμίλητος, γύμνωσε τα δόντια του σε μια τρομακτική γκριμάτσα.
«Κάνε φάτσες όσο θέλεις» του κούνησε το δάχτυλο ο Γιάννης «Θα έρθεις μαζί μου.»
Φώναξε τον μπράβο του από πάνω και μαζί τον έβαλαν στο φορτηγάκι.
Ο Αζούρ βρισκόταν μέσα σ’ένα κλουβί φτιαγμένο στα μέτρα του. Τον είχαν λύσει, αλλά τα κάγκελα αποδείχτηκαν σκληρότερα από αυτόν. Το κλουβί βρισκόταν στο πίσω μέρος ενός μισοσκότεινου δωματίου, γεμάτου με έπιπλα, πίνακες και διάφορα μπιχλιμπίδια. Όλα έμοιαζαν σκονισμένα, ακόμα και αν ήταν πεντακάθαρα.
Άκουγε φωνές από την μεγάλη αίθουσα. Όταν τον είχαν φέρει εδώ, η αίθουσα ήταν άδεια. Τώρα άκουσε κάποιον να μιλάει, αλλά ένιωθε ότι ήταν πιο πολλοί εκεί. Κάθε πέντε λεπτά δυο χοντροκέφαλοι μπαμπουίνοι με στολές έρχονταν μέσα και έπαιρναν και από ένα αντικείμενο. Στο τέλος το μόνο που είχε απομείνει ήταν το κλουβί του Αζούρ.
Ξαφνικά η φωνή του ομιλητή έγινε δυνατότερη. Ο Αζούρ άκουσε το όνομα του. Οι γορίλες ήρθαν και στάθηκαν στις δυο πλευρές του κλουβιού. Σήκωσαν δυο σκοινιά από το πάτωμα και όρχησαν να τραβάνε. Το κλουβί είχε ρόδες και κύλησε πολύ εύκολα.
Μέσα από τις διπλές πόρτες τον έβγαλαν στην μεγάλη αίθουσα. Άπλετο φως έλουζε την εξέδρα στην οποία τον τοποθέτησαν. Μπροστά του ήταν ένα βήμα πίσω από το οποίο, με γυρισμένη την πλάτη του, ήταν ο ομιλητής. Και από κάτω, καθισμένοι σε καρέκλες και όρθιοι τοίχο-τοίχο, ήταν άνθρωποι. Δεκάδες, εκατοντάδες. Και όλοι τον κοιτούσαν. Ψιθύριζαν μεταξύ τους, γούρλωναν τα μάτια.
Ο Αζούρ έγειρε μπροστά και χαμογέλασε. Ήρθαν να τον λατρέψουν. Να τον προσκυνήσουν. Αυτός ήταν ο ναός. Δεν άκουγε σχεδόν τίποτα απ’όσα έλεγε ο άντρας. Ήταν σε μια παραζάλη. Μόνο σκόρπιες λέξεις, όπως ΄΄ θεός ΄΄, ΄΄ εξαιρετικά σπάνιο ΄΄, ΄΄ μοναδικό ΄΄.
Ένας μουστακαλής από την μπροστινή σειρά σήκωσε μια ταμπέλα.
«Και έχουμε εκατό χιλιάδες από τον Φον Μπράουν.» φώναξε ο ομιλητής. «Μην ξεχνάτε, απόψε είναι μια μοναδική ευκαιρία. Μήπως έχουμε 125; Ναι! 125 από τον κύριο με το κίτρινο παλτό. 150 από την κύρια Άντερσεν. 175: Ναι…»
Ο άντρας συνέχισε να φωνάζει νούμερα και οι άνθρωποι συνέχισαν να ανεβοκατεβάζουν ταμπέλες. Ο Αζούρ δεν καταλάβαινε. Ήταν μια πολύ παράξενη λειτουργία, όσο παράξενος και ο ιερέας που την τελούσε. Αλλά, ίσως έτσι έπρεπε να γίνει. Ήταν ασυνήθιστος θεός, όποτε και όλα τα άλλα θα ήταν ασυνήθιστα. Ο Αζούρ κάθησε σταυροπόδι και αναπόλησε τις υπέροχες μέρες που θα έρχονταν. Θα έπαιρνε επιτέλους τον σεβασμό που έπρεπε.
Ένας γκριζομάλλης φώναξε κάτι, από το πίσω μέρος της αίθουσας. Ξάφνου έγινε ησυχία, και έπειτα το μουρμουρητό εντάθηκε σε διπλάσια ένταση.
Ο άντρας φώναξε εκστατικός.
«Πουλήθηκε για τρία εκατομμύρια. Συγχαρητήρια κύριε Παπαδόπουλε, αποκτήσατε τον δικό σας προσωπικό θεό.
Π.Λ.


Σύντομο βιογραφικό
Γεννήθηκα το 1983 στο Σοχούμ της Αμπχαζίας. Μικρός ήρθα στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά μου. Έχω ζήσει στην Αθήνα, Ξάνθη και τώρα στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Διοίκηση Επιχειρήσεων στην Καβάλα και έχω δουλέψει σε διαφημιστικές εταιρείες. Από μικρός γράφω σύντομα διηγήματα.


Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Μακεδονικά


Μόλις κυκλοφόρησε...

Πρόλογος
Στο βιβλίο αυτό έχω συγκεντρώσει τρεις εργασίες μου με κεντρικό θέμα την Μακεδονία και ειδικότερα το ζήτημα της εθνολογικής σχέσης των αρχαίων Μακεδόνων με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα, το ζήτημα του γλωσσολογικού προσδιορισμού της λαλιάς των αρχαίων Μακεδόνων και τέλος το ακανθώδες ζήτημα του ιδιώματος που ομιλείται σε κάποιες περιοχές της σημερινής Μακεδονίας.
Η πρώτη εργασία, με τίτλο «Οι Γιαούνα Τακαμπάρα των Περσικών επιγραφών», αναρτήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2009 στο ιστολόγιο «ΕΘΝΟ-ΛΟΓΙΚΑ» (http://ethnologic.blogspot.com/) και τον επόμενο χρόνο αναρτήθηκε στην ομογενειακή ιστοσελίδα Macedonia Evidence στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://macedonia-evidence.org/persians.html  σε μετάφραση στα αγγλικά του διεθνώς γνωστού αρχαιολόγου Καθηγητή Στέφανου Γ. Μίλλερ (Stephen G. Miller), τον οποίο ευχαριστώ για μια ακόμα φορά.
Η δεύτερη εργασία, με τίτλο «Η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων», περιλαμβάνει μια καταγραφή, αλλά και σύνθεση, των πλέον προσφάτων εξελίξεων και επιστημονικών συμπερασμάτων για το ζήτημα αυτό, ξεκαθαρίζοντας τις μέχρι τώρα αμφισβητήσεις και αμφιβολίες για την γλωσσολογική τοποθέτησή της. Σήμερα, η διεθνής επιστημονική κοινότητα, στην συντριπτική της πλειονότητα, αποδέχεται ότι η καθομιλουμένη στην Μακεδονία της κλασσικής περιόδου (5ος-4ος αιώνας π.Χ.) ήταν μια ακόμη ελληνική διάλεκτος. Πρωτοδημοσιεύθηκε στον τρίτο τόμο/τεύχος του περιοδικού «Νέος Ερμής ο Λόγιος» τον Νοέμβριο του 2011.
Στην τρίτη εργασία μου, με τίτλο «Το γλωσσικό ιδίωμα των γηγενών σε περιοχές της Μακεδονίας», επιχειρώ να προσεγγίσω εθνο-γλωσσολογικά το ιδίωμα που ομιλείται ακόμη σήμερα σε κάποιες περιοχές της Μακεδονίας, τα «εντόπικα/εντόπια» ή μακεδονικό πίτζιν, όπως το ονομάζω. Μια πρώτη περιληπτική παρουσίαση αυτής της εργασίας πραγματοποιήθηκε στην 5η πανελλήνια συνάντηση που οργανώθηκε από το περιοδικό «Άρδην» και την εφημερίδα «ρήξη» στην Έδεσσα στις 28-30 Αυγούστου 2008 και στην συνέχεια, στις 19 Οκτωβρίου 2008 αναρτήθηκε στην γνωστή ιστοσελίδα www.antibaro.gr αποσπώντας ενθουσιώδη σχόλια και κριτικές. Επίσης παρουσιάστηκε στο 10ο Παγκόσμιο Συνέδριο των Παμμακεδονικών Ενώσεων ανά την Υφήλιο, το οποίο διεξήχθη στο Λιτόχωρο της Πιερίας στις 9-12 Ιουλίου του 2009. Στα τρία χρόνια περίπου που μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα η εργασία αυτή βελτιώθηκε και συμπληρώθηκε με διαλεκτολογικούς χάρτες, σπάνιες φωτογραφίες-τεκμήρια, βιβλιογραφικές αναφορές κλπ, έτσι ώστε το τελικό κείμενο που περιλαμβάνεται εδώ, να είναι κατά το δυνατόν πιο άψογο.
Ελπίζω οι αναγνώστες, με την μελέτη αυτού του υλικού, να συμπληρώσουν ή να βελτιώσουν τις γνώσεις τους στα συγκεκριμένα θέματα.

Έδεσσα, 1η Σεπτεμβρίου 2011

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Τεκμήρια για την Μακεδονία


Τεκμήρια για την Μακεδονία

Κυκλοφορεί ήδη στις Η.Π.Α. το βιβλίο με την επιστημονική τεκμηρίωση για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Περιέχει επίσης, σε τέσσερεις γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά, ελληνικά και σκοπιανά) την μνημειώδη επιστολή προς τον πρόεδρο Μπ. Ομπάμα, η οποία υπογράφεται από εκατοντάδες κορυφαίους Καθηγητές Πανεπιστημίων, Ερευνητές, Ειδικούς της Ελληνο-Ρωμαϊκής αρχαιότητας κλπ της Διεθνούς επιστημονικής κοινότητας από ολόκληρο τον κόσμο. Η επιστολή, πρέπει να υπενθυμίσουμε, ξεκίνησε με πρωτοβουλία του κορυφαίου διεθνώς Αμερικανού αρχαιολόγου Στεφάνου Μίλλερ (που εδώ και χρόνια έχει λάβει και την ελληνική ιθαγένεια) και προκάλεσε αίσθηση παγκοσμίως.
Η έκδοση αποτελεί μια ηχηρή και αποστομωτική απάντηση στις σκοπιανές ανοησίες και την επιχειρηθείσα διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας και πραγματικότητας. Χρηματοδοτήθηκε από το ομογενειακό "Κέντρο Παμμακεδονικών Μελετών", που εδρεύει στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης.
Ελπίζω να προωθηθεί με κάθε μέσον από τους απανταχού συνέλληνες, σε πολιτικούς, δημοσιογράφους, πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες και οπουδήποτε είναι δυνατόν.


Η εργασία για τους "Γιαούνα Τακαμπάρα" του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη συμπεριλαμβάνεται στο υλικό του εν λόγω βιβλίου.


Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Λογοτεχνικά Σημειώματα τ. 15


Ἀπὸ τὴν ἰστοσελίδα «Λογοτεχνικὰ Ἐπίκαιρα» (http://logotexnika-epikaira.blogspot.com/) κυκλοφορεῖ ἐλεύθερα στὸ διαδίκτυο τὸ τεῦχος 15 τοῦ μηνιαίου ψηφιακοῦ περιοδικοῦ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ.

Τὸ τεῦχος 15 τοῦ περιοδικοῦ περιέχει ποιήματα τῆς Μαρίας Ψωμᾶ - Πετρίδου μὲ τίτλο ΔΕΥΤΕΡΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΦΤΕΡΑ.